Η Κοινωνική Ασφάλιση στο απόσπασμα

πηγή: Κόντρα

Αντιγράφουμε από την «Αυγή» (οι εμφάσεις δικές μας): «Το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων στη χώρα έφτασε σε αδιέξοδο. Οι παλιές και οι νέες περικοπές συντάξεων δεν είναι παρά τα συμπτώματα που δείχνουν ότι το ασφαλιστικό σύστημα καταρρέει, διαλύεται και δεν θα υπάρχει στο μέλλον αν δεν αλλάξει εκ θεμελίων (…) Οι συντάξεις, πάντως, είτε αλλάξει είτε δεν αλλάξει το σύστημα, θα περικοπούν. Το αναδιανεμητικό σύστημα τελείωσε. Και τελείωσε επειδή ήταν άδικο, φαύλο, σπάταλο και αντιλαϊκό (…) Ετσι μπορούσαν οι κυβερνήσεις να μοιράζουν προνόμια σε κοινωνικές ομάδες και τάξεις και να επιβάλουν: (…) Τις πρόωρες συντάξεις για ανθρώπους που δούλεψαν συνολικά μόνο 15, 20 και 25 χρόνια και παίρνουν σχεδόν τις ίδιες συντάξεις με αυτούς που δούλεψαν 40, 45 και 50 χρόνια συνεχώς (…) Η ετήσια συνταξιοδοτική δαπάνη έφτασε τα 28,5 δισ. ευρώ, από τα οποία τα 13-17 δισ. (ανάλογα με τον χρόνο) τα πληρώνει ο κρατικός προϋπολογισμός, δηλαδή οι φορολογούμενοι (…) Το ανταποδοτικό ασφαλιστικό σύστημα που εφαρμόζεται από την αρχή του 2015 και εφόσον εφαρμοστεί και στη μεταβατική περίοδο απόλυτα ίσως μπορεί να διορθώσει την κατάσταση (…) Αυτά όλα ισχύουν τώρα και πρέπει να μείνουν αμόλυντα από εξαιρέσεις και παραθυράκια. Επίσης, πρέπει να ισχύσουν αμόλυντα και στο μεταβατικό στάδιο, χωρίς πενταετή προθεσμία προσαρμογής (…) Στη λογική αυτού του γενικού μοντέλου θα ρυθμιστούν και οι υπόλοιπες λεπτομέρειες του ασφαλιστικού νόμου. Απλά και καθαρά, χωρίς πονηρές και νοσηρές “ρυθμίσεις» που δίνουν συνεχώς προνόμια (πρόωρες συντάξεις, κοινωνικοί πόροι, διαφορετικοί τρόποι υπολογισμού κ.λπ.) στις προνομιούχες ομάδες».

Αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς ολόκληρο το άρθρο κάποιου Θάνου Παπαδόπουλου στην κομματική εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ (http://www.avgi.gr/article/5942858/antapodotiko-gia-panta), υπό τον ευγλωττότατο τίτλο «Ανταποδοτικό για πάντα»! Γιατί αποτελεί την επιτομή του πιο άγριου νεοφιλελευθερισμού στην προσέγγιση της Κοινωνικής Ασφάλισης. Ενα στέλεχος της τρόικας, ένας Τήνιος, ένας Νεκτάριος, ένας Σπράος θα τα έγραφε πολύ πιο «μαζεμένα». Το λέμε μετά λόγου γνώσεως, γιατί εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα έχουμε διαβάσει εκατοντάδες άρθρα, αναλύσεις, προτάσεις, πορίσματα, που έρχονταν να στηρίξουν τις αντιασφαλιστικές ανατροπές που με σταθερή περιοδικότητα προωθούσαν οι κυβερνήσεις (πράσινες, γαλάζιες και πρασινογάλαζες) και τέτοιο κυνισμό στις διατυπώσεις δεν έχουμε συναντήσει.

Πλέον, όμως, βρισκόμαστε στη φάση που η αντιασφαλιστική ανατροπή πρέπει να πάρει ριζικό χαρακτήρα. Η Κοινωνική Ασφάλιση δε θα στηθεί αυτή τη φορά στην κλίνη του Προκρούστη, αλλά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Γι’ αυτό και τα ιδεολογήματα πρέπει να διατυπωθούν με νεοφιλελεύθερο κυνισμό αμερικανικού τύπου (της περιβόητης Σχολής του Σικάγου, η οποία έδρεψε δάφνες στη Χιλή του Πινοσέτ). Κι επειδή συνέβη ιστορικά αυτή τη ριζική αντιασφαλιστική ανατροπή να την κάνει η «δεύτερη φορά Αριστερά» κυβέρνηση, η παρουσίαση αυτών των ιδεολογημάτων πρέπει να γίνει με το φανατισμό, το μένος και την επιθετικότητα που πάντοτε στην Ιστορία επεδείκνυαν οι εξωμότες.  Διότι ο εξωμότης έχει διπλό άγχος. Από τη μια, πρέπει να πείσει τα αφεντικά του ότι μπορεί πράγματι να τους φανεί χρήσιμος και, από την άλλη, πρέπει να κόψει κάθε γέφυρα επικοινωνίας με εκείνους στους οποίους ανήκε (ή παρίστανε ότι ανήκε) πρωτύτερα. Οι χειρότεροι βασανιστές στη Μακρόνησο ήταν κάποιοι δηλωσίες, πρώην εξόριστοι.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην «επιτροπή σοφών» που έφτιαξε ο Κατρούγκαλος τον περασμένο Αύγουστο, αμέσως μετά την υπογραφή του Μνημόνιου-3 και λίγο πριν την προκήρυξη των εκλογών, για πρώτη φορά δεν συμμετείχαν εκπρόσωποι των ασφαλισμένων. Αυτή η επιτροπή δεν μπορούσε να ανεχτεί ούτε καν εκπροσώπους της ΓΣΕΕ, του ΤΕΕ, της ΓΣΕΒΕΕ, όπως είχαν όλες οι προηγούμενες επιτροπές (ακόμη και αυτή που είχε φτιά-ξει ο Μητσοτάκης στις αρχές της δεκαετίας του ’90). Ούτε είναι τυχαίο ότι αυτή η επιτροπή συνεδρίαζε με κλειστές τις πόρτες (η επιτροπή που είχε σχηματίσει ο Λοβέρδος συνεδρίαζε δημόσια), ενώ δεν έκανε καμιά επίσημη ενημέρωση για το περιεχόμενο των εργασιών της. Ολα έπρεπε να γίνουν εν κρυπτώ και η δημοσιοποίηση του πορίσματος ν’ αποτελέσει την εναρκτήρια πράξη ενός blitzkrieg διάρκειας ενός-ενάμιση μήνα.

Περί ανταποδοτικότητας

Με το μένος του εξωμότη, λοιπόν, ο συντάκτης της «Αυγής» μας λέει ότι για την εικόνα κατάρρευσης του ασφαλιστικού συστήματος φταίει ο αναδιανεμητικός του χαρακτήρας, που μοίραζε τζάμπα λεφτά σε συνταξιούχους συντεχνιών! Είναι τέτοιο το θράσος του που απαξιεί να κάνει μια απλή, έστω, αναφορά στην πολύχρονη ληστεία των αποθεματικών της Κοινωνικής Ασφάλισης, η τελευταία πράξη της οποίας έγινε με το περιβόητο PSI. Και βέβαια, λέει ψέματα για την κρατική συμμετοχή στη χρηματοδότηση της Κοινωνικής Ασφάλισης.

Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τον Σάββα Ρομπόλη («Νέα», 20.10.2015), «για την περίοδο 1951-1975 οι απώλειες υπολογίζονται σε 58 δισ. ευρώ». Το ποσό είναι σίγουρα μεγαλύτερο (σχετική μελέτη έχουμε δημοσιεύσει παλαιότερα στη «Μαρξιστική Λενινιστική Επιθεώρηση»), όμως αν υπολογίσει κανείς μόνο αυτά τα κλεμμένα 58 δισ. ευρώ των αποθεματικών (χωρίς να λογαριάσει όλα τα υπόλοιπα, όπως η εισφοροκλοπή των καπιταλιστών, για την οποία δημοσιεύτηκαν αποκαλυπτικά στοιχεία στο προηγούμενο φύλλο της «Κόντρας»), θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα θα μπορούσε να βγάλει «παλικαρίσια» την κρίση, χωρίς να χρειαστούν οι προηγούμενες αντιασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις και αυτή που θα έρθει σε λίγες μέρες.

Βέβαια, για να τα λέμε όλα, ο κ. Ρομπόλης και το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ «δεν δικαιούνται για να ομιλούν» πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Γιατί είναι αυτοί που έφτιαξαν μια κάλπικη αναλογιστική μελέτη για να δικαιώσουν το νόμο Ρέππα (το 2002). Τι έλεγε αυτή η κάλπικη αναλογιστική μελέτη; Οτι αν το κράτος διαθέτει κάθε χρόνο το 1% του ΑΕΠ για τη χρηματοδότηση της Κοινωνικής Ασφάλισης, το σύστημα θα γίνει βιώσιμο για τα επόμενα τριάντα χρόνια, καθώς μ’ αυτό το 1% του ΑΕΠ θα αποκατασταθούν βαθμιαία και τα ληστευμένα αποθεματικά των Ταμείων. Μόλις άλλαξε η κυβέρνηση (τον Σημίτη διαδέχτηκε ο Καραμανλής), μέσα σε μια διετία, έφτιαξαν άλλη κάλπικη αναλογιστική μελέτη, για να πουν ότι το 1% του ΑΕΠ δε φτάνει και το ποσοστό της κρατικής χρηματοδότησης πρέπει να γίνει πολύ μεγαλύτερο! Ο κ. Ρομπόλης και τ’ αφεντικά του, οι αστικοποιημένοι εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ, είναι υπεύθυνοι όχι μόνο για τον ταξικό ευνουχισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά και για την αμνήστευση της πολύχρονης ληστείας των αποθεματικών της Κοινωνικής Ασφάλισης. Κάπως αργά θυμήθηκαν τα ληστευμένα αποθεματικά…

Ολα αυτά, όμως, ανήκουν στη σφαίρα μιας λογιστικής προσέγγισης της Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία είναι μεν χρήσιμη για να αποκαλύπτονται τα αίσχη που συνέβησαν και συμβαίνουν σε βάρος των ασφαλιστικών ταμείων (η παροιμία «αυτοί που μας χρώσταγαν μας γυρεύουν και το βόδι» ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση), όμως αν απολυτοποιηθεί κινδυνεύει να μετατραπεί σε παγίδα, στην οποία με τη γκεμπελίστικη προπαγάνδα οι εκπρόσωποι της κεφαλαιοκρατίας προσπαθούν να εγκλωβίσουν τα πιο ανενημέρωτα και πιο συντηρητικά στρώματα των εργαζόμενων.

Αν ο εργαζόμενος προσεγγίσει την Κοινωνική Ασφάλιση λογιστικά (πόσα εισπράττουν και πόσα πληρώνουν τα Ταμεία), κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στα ψεύτικα νούμερα που του σερβίρουν οι διάφοροι «σοφοί» και αναπαράγει ο εσμός της αστικής δημοσιογραφίας, να «φάει» την προπαγάνδα περί «προνομιούχων» και να δεχτεί -έστω και ως αναγκαίο κακό- την αντιασφαλιστική ανατροπή. Γι’ αυτό κι εμείς επιμένουμε ότι, πριν από οποιαδήποτε λογιστική προσέγγιση, η οποία πρέπει να είναι ακριβής και να χρησιμοποιείται βοηθητικά, πρέπει να υπάρξει η ταξική προσέγγιση.

Ποιος είναι ο παραγωγός του κοινωνικού πλούτου; Η εργατική τάξη. Ποιος είναι το υποζύγιο της φορολογίας; Η εργατική τάξη. Επομένως, η Κοινωνική Ασφάλιση δεν είναι κάποιο είδος προνοιακής πολιτικής, για την οποία πληρώνουν οι καπιταλιστές εργοδότες και το αστικό κράτος. Η εργοδοτική και κρατική συμμετοχή στη χρηματοδότηση της Κοινωνικής Ασφάλισης δεν είναι παρά ένα ελάχιστο τμήμα της αξίας που παράγει η εργατική τάξη και την οποία της αρπάζουν οι μεν καπιταλιστές με τη μορφή της υπεραξίας, το δε αστικό κράτος με τη μορφή της φορολογίας. Για να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται, η Κοινωνική Ασφάλιση δεν είναι παρά ένα είδος έμμεσου μισθού. Είναι «λεφτά» των εργατών και όχι «λεφτά» των εργοδοτών και του αστικού κράτους. Ακόμη και η πιο «πλούσια» και «άνετη» Κοινωνική Ασφάλιση (την οποία δεν γεύτηκε ποτέ η ελλαδική εργατική τάξη), δεν παύει να είναι ένα κοινωνικά άδικο σύστημα, διότι δεν αίρει τη διπλή εκμετάλλευση των εργατών (από τους καπιταλιστές ως μισθωτών εργατών και από το κράτος ως φορολογούμενων πολιτών). Απλά, όσο καλύτερη είναι η Κοινωνική Ασφάλιση, τόσο μεγαλύτερο είναι το κομμάτι του έμμεσου μισθού που παίρνουν οι εργάτες, χωρίς ποτέ να αίρεται η εκμετάλλευσή τους.

Οταν τοποθετούμε έτσι το ζήτημα, τότε θα διαπιστώσουμε ότι έννοιες όπως «αναδιανεμητικό σύστημα ασφάλισης» έχουν καθαρά τεχνικό χαρακτήρα. Καμιά αναδιανομή δε γίνεται. Το σύστημα παραμένει πάντοτε ληστρικό, αλλά όταν η εργατική τάξη έχει ασφαλιστικές κατακτήσεις, τότε καταφέρνει να μειώσει κάπως το μέγεθος της ληστείας που έτσι κι αλλιώς υφίσταται.

Ο όρος «ανταποδοτικό», που γίνεται της μόδας κάθε φορά που ετοιμάζεται μια αντιασφαλιστική ανατροπή (τότε λένε, με διάφορα κάλπικα επιχειρήματα, ότι «το σύστημα δεν είναι ανταποδοτικό και πρέπει να γίνει, για να καταστεί βιώσιμο»), είναι απορριπτέος, όχι μόνο με βάση την ταξική, αλλά με βάση ακόμα και τη λογιστική προσέγγιση.

Είναι πρόκληση να μας μιλούν για «ανταποδοτικότητα» σ’ ένα σύστημα που στηρίζεται στην καταλήστευση των εργατών στη δουλειά και στο άγριο φορολογικό χαράτσωμά τους. Ομως, και λογιστικά να προσεγγίσουμε το ζήτημα, δεν έχουμε παρά να τους απαντήσουμε: πρώτα φέρτε πίσω τα κλεμμένα από τα ασφαλιστικά ταμεία, υποχρεώστε τους καπιταλιστές να πληρώσουν τις εισφορές που χρωστούν και μετά ελάτε να κουβεντιάσουμε.

Να σκεφτούμε ταξικά

Οταν τοποθετήσουμε το ζήτημα σε ταξική βάση, όταν δηλαδή αντιμετωπίσουμε την Κοινωνική Ασφάλιση όχι ως κρατική πρόνοια, αλλά ως στοιχειώδες εργατικό δικαίωμα, τότε θα καταλήξουμε σ’ ένα θεμελιώδες ταξικό αίτημα: πλήρης ασφάλιση για όλους και πλήρης χρηματοδότησή της από τους καπιταλιστές και το κράτος τους.

Στη βάση αυτού του θεμελιώδους αιτήματος η Κοινωνική Ασφάλιση δεν είναι ατομική, αλλά συλλογική (ταξική) υπόθεση. Το ατομικό στοιχείο υπεισέρχεται αφού προηγουμένως εξασφαλιστεί το συλλογικό. Οπως υπάρχουν διαφοροποιήσεις στους μισθούς (ανάλογα με το επάγγελμα, τις δεξιότητες, τα χρόνια υπηρεσίας, την οικογενειακή κατάσταση κτλ.), έτσι θα υπάρχουν και διαφοροποιήσεις στο συνταξιοδοτικό καθεστώς. Οχι όμως χωρίς να έχει εξασφαλιστεί ένα ταξικά αξιοπρεπές μίνιμουμ για όλους, όχι χωρίς να έχει εξασφαλιστεί ασφαλιστική προστασία έναντι της ανεργίας, όχι χωρίς να έχει εξασφαλιστεί το δικαίωμα πρόσβασης στις ίδιες υπηρεσίες υγείας για όλους.

Στη βάση αυτού του θεμελιώδους ταξικού αιτήματος η εργατική τάξη δε χρειάζεται να αναλάβει καμιά συνυπευθυνότητα στη διοίκηση και διαχείριση του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης. Αυτή την υποχρέωση απαιτούμε να την αναλάβει αποκλειστικά το αστικό κράτος. Εμείς απαιτούμε αυτά που δικαιούμαστε κι αυτοί να βρουν τον τρόπο να τα ικανοποιήσουν.

Πέρα απ’ αυτή την ταξική τοποθέτηση και διεκδίκηση υπάρχει μόνο η κακομοιριά της λογιστικής προσέγγισης, η συζήτηση περί βιωσιμότητας του συστήματος και μια μάχη οπισθοφυλακών, τα καταστροφικά αποτελέσματα της οποίας έχουν καταγραφεί στις αντιασφαλιστικές ανατροπές της τελευταίας εικοσιπενταετίας, από το 1990 που έρχισαν οι διαδοχικές επιθέσεις στα κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα.

Πέρα απ’ αυτή την ταξική τοποθέτηση, υπάρχει η εξατομίκευση («πόσο με πιάνουν εμένα οι νέες ρυθμίσεις»), ο ψεύτικος διαχωρισμός ανάμεσα σε «προνομιούχους» και μη, η ενδοεργατική φαγωμάρα και ένα κλίμα ηττοπάθειας και αγωνιστικής παράλυσης.

Αντίθετα, η θεμελιώδης ταξική διεκδίκηση, που σε πολλούς μπορεί να φαίνεται «μαξιμαλιστική», είναι η μόνη που μπορεί να λειτουργήσει συσπειρωτικά, «εφοδιάζοντας» το εργατικό κίνημα με έναν οδοδείκτη στο διηνεκές. Χωρίς αυτόν τον οδοδείκτη δεν μπορούν να δοθούν ούτε οι αμυντικές μάχες του σήμερα, ούτε οι επιθετικές-διεκδικητικές μάχες του αύριο. Δεν μπορεί να υπάρξει στέρεη ασφαλιστική συνείδηση.

Λοβέρδος plus

Σε ό,τι αφορά τα σχέδια της συγκυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου, προειδοποιούμε: κανένας να μη δώσει την παραμικρή σημασία στα περί νέων πόρων που έβγαλε (ας μην πούμε από πού) ο Κατρούγκαλος τις τελευταίες μέρες. Το Μνημόνιο απαγορεύει διά ροπάλου την αύξηση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών (αντίθετα, προβλέπει τη μείωσή τους). Και ειδικό ασφαλιστικό φόρο δεν πρόκειται να βάλουν, γιατί δεν έχουν τέτοια περιθώρια.

Η σαρωτική μεταρρύθμιση που ετοιμάζουν θα έχει στη βάση της τους νόμους Λοβέρδου και Παπακωνσταντίνου (Ν. 3863 και 3865 του 2010). Στο πλαίσιο αυτών των νόμων (και των «βελτιώσεων» που έγιναν τα επόμενα χρόνια), θα μειώσουν τα ποσοστά αναπλήρωσης, έτσι που να προκύπτουν μεγάλες μειώσεις συντάξεων. Το πού θα βάλουν τον πήχυ (στα 1.000 ευρώ άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης ή παρακάτω) εξαρτάται από τη λογιστική επεξεργασία που θα τους δείξει ποιο είναι το όριο για να πιάσουν τις περικοπές που προβλέπει το Μνημόνιο-3. Η… καινοτομία είναι πως αυτές οι περικοπές δε θα αφορούν μόνο τους μελλοντικούς, αλλά και τους ήδη συνταξιούχους!

Advertisements

Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: