Δεν «πήραν» τίποτα οι αγρότες

πηγή: Κόντρα

Small_img_25761
Οταν τη Δευτέρα 22 Φλεβάρη αντιπροσωπεία αγροτών –οι «πρόθυμοι» όπως σωστά χαρακτηρίστηκαν- συναντήθηκε με τον Τσίπρα και η κυβέρνηση, διά στόματος Γεροβασίλη, ανακοίνωσε τα περιβόητα «25 μέτρα», το μπλόκο της Νίκαιας εξέδωσε μια ανακοίνωση που μιλούσε για «μέτρα που δεν δίνουν καμία διέξοδο στους μικρομεσαίους αγρότες οι οποίοι παλεύουμε για την επιβίωσή μας», αλλά «όλα κινούνται στον “ντορό” της εφαρμοζόμενης πολιτικής που μας ξεκληρίζει». Ποιος μπορεί να διαφωνήσει μ’ αυτή την εκτίμηση;

Η ανακοίνωση δεν μετρούσε τα λόγια της για τη συμπεριφορά των «προθύμων»: «Και όταν βγήκαν από τη συνάντηση και, πλέον, ήταν προφανής ο κυβερνητικός εμπαιγμός σε βάρος των αγωνιζόμενων αγροτών, αλλά και των ίδιων των “προθύμων’’, που “πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι’’, δεν βρήκαν ούτε μια κουβέντα να πουν για να καταγγείλουν -έστω για τα προσχήματα- την κυβέρνηση. Και μόνο όταν οι αγρότες στα μπλόκα “τους πήραν στο κοντό και κατά πόδας’’ κάτι ψέλλισαν για κυβερνητική αδιαλλαξία και κοροϊδία». Ποιος μπορεί να διαφωνήσει μ’ αυτές τις καυστικές επισημάνσεις;

Τρεις μέρες μετά, ήταν ο Βαγγέλης Μπούτας και άλλοι αγρότες από την «Πανελλαδική Επιτροπή Μπλόκων» που συναντήθηκαν με τον Τσίπρα. Αυτοί δεν «αλληλοπιδηκλώνονταν στα σκαλιά του Μεγάρου Μαξίμου ποιος θα μπει πρώτος μέσα», όπως έλεγαν χλευαστικά για τους προηγούμενους. Μπήκαν ήσυχα, με πρώτο τον Βαγγέλη, που κρατούσε μια μεγάλη μπουκάλα τσίπουρο, πεσκέσι στον Τσίπρα, για να του την παραδώσει μπροστά στις κάμερες, φτιάχνοντας κλίμα.

Μετά τη συνάντηση με τον Τσίπρα, η «Πανελλαδική Επιτροπή Μπλόκων» εξέδωσε μια μακροσκελή ανακοίνωση, η οποία έλεγε:

♦ «Καταφέραμε με τον αγώνα μας η κυβέρνηση να συζητήσει και να δεσμευτεί για τη θέσπιση  αφορολογήτου ατομικού ορίου στα  9500 ευρώ. Δεσμεύθηκε επίσης ότι θα είναι αφορολόγητες η συνδεδεμένη και εξισωτική ενίσχυση και οι αποζημιώσεις». Αυτά όμως είχαν ήδη ανακοινωθεί από την κυβέρνηση μετά τη συνάντηση με τους «πρόθυμους». Ο Μπούτας παρουσίασε σαν επιτυχία κάτι που είχε ήδη δοθεί στους άλλους.

♦  «Η κυβέρνηση δεσμεύθηκε ότι για τις κατοικίες και τα χωράφια θα ισχύσει ό,τι ισχύει γενικότερα και θα προσπαθήσει να μην γίνουν κατασχέσεις». Και αυτό επίσης είχε ανακοινωθεί από την κυβέρνηση. Οσο για το «θα προσπαθήσει να μη γίνουν κατασχέσεις», δε χρειάζεται ιδιαίτερο σχολιασμό. Η λέξη «προσπάθεια» γι’ αυτή την κυβέρνηση είναι σκέτο ανέκδοτο.

Σε όλα τα υπόλοιπα αιτήματα (με κορυφαίο το Ασφαλιστικό) σημειωνόταν ότι η κυβέρνηση απάντησε αρνητικά. Παρά ταύτα, η ανακοίνωση τόνιζε: «Ο οργανωμένος αγώνας μας αφήνει παρακαταθήκη για τα αιτήματά μας αλλά και για το ίδιο το κίνημα γιατί δεν είναι αγώνας μια και έξω». Και δεν υπήρχε η παραμικρή καταγγελία για την κυβέρνηση και την πολιτική της! Την επομένη, μετά από συνέλευση που έγινε στο μπλόκο της Νίκαιας, ανακοινώθηκε: «Με τη αγωνιστική μας δράση, τον σκληρό κι ανυποχώρητο αγώνα μας, τις πολύμορφες κινητοποιήσεις και τα μπλόκα μας μέσα από το οργανωμένο αγροτικό κίνημα υποχρεώσαμε την κυβέρνηση να απαντήσει στα συγκεκριμένα αιτήματά μας»! Τουλάχιστον αυτή τη φορά υπήρχε και μια καταγγελτική… πινελιά: «Ο πυρήνας της κυβερνητικής πολιτικής που μας έβγαλε στα μπλόκα και στους δρόμους παραμένει ο ίδιος».

Τη Δευτέρα τα μέτρα της κυβέρνησης κινούνταν στο «ντορό» της εφαρμοζόμενης πολιτικής που ξεκληρίζει τους μικρομεσαίους αγρότες. Την Πέμπτη αυτά τα ίδια μέτρα είχαν και χαρακτήρα… κατάκτησης του κινήματος. Οσο για την καταγγελία της κυβέρνησης για κοροϊδία και αδιαλλαξία, την οποία ο Μπούτας και οι σύντροφοί του απαιτούσαν τη Δευτέρα, την Πέμπτη πνίγηκε σε μια μπουκάλα θεσσαλικό τσίπουρο. Επανήλθε, σε εξαιρετικά χαμηλούς τόνους, την Παρασκευή.

Oι αγρότες κατέβηκαν στα μπλόκα με αιχμή το Ασφαλιστικό, που θα τους στραγγίσει κυριολεκτικά. Σ’ αυτό δεν πήραν τίποτα από την κυβέρνηση. Βασικό αίτημά τους ήταν και το φορολογικό. Η υπόσχεση της κυβέρνησης για αφορολόγητο ίσο μ’ αυτό των μισθωτών και των συνταξιούχων (αν εφαρμοστεί, γιατί δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου σίγουρο) ίσως είναι μια ανακούφιση στον τομέα της άμεσης φορολογίας για κάποιους φτωχούς αγρότες, εφόσον όμως δεν έχουν άλλα εισοδήματα (π.χ. από μισθωτές υπηρεσίες). Γιατί τότε, το αγροτικό τους εισόδημα θα φορολογείται στο ακέραιο με 23% (όταν τελειώσει η τριετής μεταβατική περίοδος) από το πρώτο ευρώ. Οταν όμως τα αγροτικά εφόδια εξακολουθούν να παραμένουν σε ΦΠΑ 23% (τα έβαλε σ’ αυτό το συντελεστή η συγκυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου), όταν δεν παίρνουν αφορολόγητο πετρέλαιο, όταν δεν μειώνεται η τιμή του αγροτικού ρεύματος, όταν θα κληθούν να πληρώσουν το αβάσταχτο ασφαλιστικό χαράτσι για το 2016 και αναδρομικά για το δεύτερο εξάμηνο του 2015, προδιαγράφουν μια διαδικασία έντασης του ξεκληρίσματος όσων φτωχών αγροτών έχουν καταφέρει να μείνουν στην παραγωγή και καθιστούν δώρο άδωρο το αφορολόγητο (αν τελικά εφαρμοστεί).

Γράφαμε την προηγούμενη εβδομάδα ότι δεν έχουμε την άποψη ότι οι αγρότες πρέπει να παραμείνουν για πάντα στα μπλόκα. Και σημειώναμε ότι το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η κυβερνητική προπαγάνδα μπόρεσε να περάσει την άποψη «η συνάντηση με τον Μπούτα πήγε καλά»; Η απάντηση που δώσαμε ήταν η εξής: γιατί στην ανακοίνωση που εξέδωσε την ίδια μέρα η «Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων», όχι μόνο έπεσαν ολοφάνερα οι τόνοι, αλλά και διαφαίνεται καθαρά η προοπτική της αναδίπλωσης. Οταν η «Κόντρα» τυπωνόταν, οι ρεπόρτερ των ραδιοτηλεοπτικών δικτύων μετέδιδαν από το μπλόκο της Νίκαιας πως την Κυριακή στο Κιλελέρ θα ανακοινωθεί και επίσημα η αποχώρηση και η διάλυση του μπλόκου. Δεν το έβγαζαν από το μυαλό τους, ούτε έκαναν προβοκάτσια. Είχαν ενημερωθεί off the record από τους αγροτοσυνδικαλιστές του μπλόκου.

Hταν μια κινητοποίηση με ημερομηνία λήξης. Ολοι την τοποθετούσαν στα τέλη Φλεβάρη, αλλά η καλοκαιρία την έφερε πιο πριν. Γιατί η ημερομηνία λήξης ταυτίστηκε με την έναρξη των αγροτικών εργασιών. Οι Τσιπραίοι φέρθηκαν ως σκληροί εξουσιαστές. Δεν έκαναν πόντο πίσω από τις μνημονιακές δεσμεύσεις τους. Η τρόικα τους έκανε πλάτες, αναβάλλοντας την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, που προϋποθέτει την ψήφιση ασφαλιστικού και φορολογικού. Ισως είχαν και διαβεβαιώσεις ότι τα μπλόκα, παρά τη μεγάλη μαζικότητά τους, δεν σκόπευαν να σκληρύνουν τον αποκλεισμό. Οι αγρότες που ξέφευγαν από την «υπευθυνότητα» (π.χ. μερίδα των Κρητικών και των Πελοποννήσιων) αντιμετωπίστηκαν με την αστυνομική καταστολή. Στους «υπεύθυνους» επιτράπηκε να βάλουν και 20 τρακτέρ στην Αθήνα, εν είδει παρέλασης. Παράλληλα, στο παρασκήνιο κανονιζόταν και ο «διάλογος». Οταν η συνάντηση με τους «προθύμους» δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα, το Μαξίμου άλλαξε τη στάση του και απευθύνθηκε στο μπλόκο της Νίκαιας. Δεν ξέρουμε τι δίαυλοι επικοινωνίας είχαν δημιουργηθεί, όμως ούτε η άδεια να παρελάσουν μερικά τρακτέρ δόθηκε χωρίς την ανάληψη δεσμεύσεων, ούτε το τσίπουρο πεσκέσι στον Τσίπρα δόθηκε τυχαία. Ηταν στοιχεία ενός κλίματος μη σύγκρουσης.

Αν υπήρχε ανυποχώρητο πνεύμα (και όχι το πνεύμα που περιγράφεται με το «ο αγώνας δεν είναι μια κι έξω»), τότε ακόμα και οι ανάγκες των αγροτικών εργασιών θα μπορούσαν να καλυφθούν με συνεργατικό τρόπο, χωρίς να χρειαστεί να διαλυθούν τα μπλόκα. Κανένας, όμως, δε δούλεψε σ’ αυτή την κατεύθυνση, δε δοκίμασε να μπολιάσει τους αγρότες με τέτοια συνείδηση. Οτι δηλαδή πρέπει να βρουν τρόπο να μη διαλυθούν τα μπλόκα ακόμα κι όταν αρχίσει η καλλιεργητική περίοδος, αλλά θα πρέπει να έχουν σχέδιο ώστε και οι δουλειές στα χωράφια να γίνουν (συνεργατικά) και τα μπλόκα να σφίξουν τον αποκλεισμό, ανατρέποντας όλο το σχεδιασμό κυβέρνησης-τρόικας, που στηριζόταν στο «παραμένουμε άπρακτοι μέχρι να διαλύσουν τα μπλόκα για να γυρίσουν στα χωράφια».

Και βέβαια, την ώρα που ο Τσίπρας με τον Φλαμπουράρη και τον Παππά θα πίνουν το τσίπουρο παραγωγής Μπούτα στην υγεία εκείνων που τους απάλλαξαν από το μεγαλύτερο ζόρι που αντιμετώπισαν στον ένα χρόνο της κυβερνητικής τους θητείας, η μαυρίλα της ήττας θα σκοτεινιάζει τις συνειδήσεις των αγροτών που αγωνίστηκαν περιμένοντας ότι «κάτι θα κερδίσουν».

ΥΓ. Για την παρέμβαση στη Βουλή για να σταματήσουν τα αγροτοδικεία, που εξακολουθεί να διατυμπανίζει η «Πανελλαδική Επιτροπή Μπλόκων» ως δέσμευση του Τσίπρα, τα γράψαμε την προηγούμενη εβδομάδα: Αλήθεια, δεν γνωρίζουν ο Β. Μπούτας και οι άλλοι αγροτοσυνδικαλιστές της ΠΑΣΥ, ότι μόλις τον περασμένο Δεκέμβρη, η κυβέρνηση ψήφισε νέα διάταξη που κάνει χειρότερο το ποινικό καθεστώς επί του οποίου λειτουργούν τα «αγροτοδικεία»; Πάνω σ’ αυτή τη νέα διάταξη πάτησε η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και παρήγγειλε νέες ποινικές διώξεις για τα μπλόκα. Και το έκανε σε συνεννόηση με την κυβέρνηση, παίρνοντας αυτή την ευθύνη, για να μπορεί ο Τσίπρας να εμφανίζεται ως διαφωνών.

ΖΟΟΜ

Αγώνας για νίκη ή διαμαρτυρία;

«Ο οργανωμένος αγώνας μας αφήνει παρακαταθήκη για τα αιτήματά μας αλλά και για το ίδιο το κίνημα γιατί δεν είναι αγώνας μια και έξω». Το ανέφερε η «Πανελλαδική Επιτροπή Μπλόκων» (το μπλόκο της Νίκαιας στην ουσία), αμέσως μετά τη συνάντηση αντιπροσωπείας της με τον Τσίπρα. Το επανέλαβε και όταν πήρε την απόφαση να λύσει το μπλόκο και οι αγρότες να γυρίσουν στα χωριά τους: «Δεν είναι αγώνας μια και έξω, ούτε συγκυριακός, αλλά  μακρύς και δύσκολος». Το είχε πει και ο Βαγγέλης Μπούτας, στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε στην ΕΣΗΕΑ, δυο μέρες πριν το αγροτικό συλλαλητήριο στην Αθήνα.

Οσο παραζαλισμένοι κι αν είναι οι Τσιπραίοι, που διαπιστώνουν ότι ο χρόνος μετράει πλέον αντίστροφα για την παραμονή τους στην εξουσία, έχουν την πολιτική πείρα να αντιληφθούν πως το σλόγκαν «ο αγώνας δεν είναι μια κι έξω», όταν εκφωνείται από αρμόδια χείλη την παραμονή μιας κινητοποίησης που αναγγέλθηκε ως κορυφαίος σταθμός του φετινού κινήματος των μπλόκων (εννοούμε τη διαδήλωση στην Αθήνα), προαναγγέλλει ουσιαστικά το τέλος του αγώνα. Πράγματι, είχε διαφανεί ότι η αποχώρηση ήταν ζήτημα χρόνου, αφού τα μπλόκα απλώς παρέμεναν, χωρίς να ανεβάζουν τον πήχη της πίεσης. Ετσι, πρώτα με τους «πρόθυμους» από τα Τέμπη και άλλα μπλόκα που ήλεγχαν οι γαλαζοπράσινοι αγροτοπατέρες, και στη συνέχεια με τον Μπούτα και τους υπόλοιπους της «Πανελλαδικής Επιτροπής των Μπλόκων», ο Τσίπρας είχε εύκολο έργο. Δεν παραχώρησε τίποτα, γιατί ήξερε ότι θα αποχωρήσουν και απλά αναζητούν ένα πρόσχημα. Τους προσέφερε, λοιπόν, αέρα κοπανιστό και αυτοί τον τύλιξαν σε συσκευασία «κατακτήσεων» και «δεσμεύσεων της κυβέρνησης» και έφτιαξαν το άλλοθι που γύρευαν (αναλυτικά γι’ αυτό το θέμα μπορείτε να διαβάσετε στην επόμενη σελίδα).

Ηταν, μήπως, ο συγκεκριμένος αγώνας των αγροτών ενταγμένος σε μια επαναστατική διαδικασία ανατροπής του καπιταλισμού, ώστε να δικαιολογείται το επιχείρημα ότι «δεν είναι μια κι έξω», αλλά θα είναι «μακρύς και δύσκολος»; Ηταν ένας αγώνας με συγκεκριμένα αιτήματα, που δεν αμφισβητούσαν τον καπιταλισμό. Αν θέλετε, δεν αμφισβητούσαν την ίδια την ΚΑΠ, που μεθοδικά επιφέρει το ξεκλήρισμα της φτωχής αγροτιάς. Δε θα πέσει ο καπιταλισμός αν ο Κατρούγκαλος αναγκαστεί να αποσύρει το αντιασφαλιστικό του έκτρωμα (όπως δεν έπεσε το 2001, όταν ο Γιαννίτσης με τον Σημίτη αναγκάστηκαν να αποσύρουν το δικό τους αντιασφαλιστικό έκτρωμα). Ούτε θα καταργηθεί η ΚΑΠ αν οι αγρότες καταφέρουν ο ΦΠΑ στα αγροτικά εφόδια να επιστρέψει στο 13% που ήταν μέχρι τον περασμένο Ιούλη.

Θα δινόταν ένα ισχυρό πλήγμα στη μνημονιακή πολιτική, βέβαια. Και το ερώτημα είναι: μπορούν οι λαϊκοί αγώνες να επιφέρουν πλήγματα στη μνημονιακή πολιτική και να ακυρώσουν κάποια μέτρα της ή όχι;

♦ Αν όχι, τότε κακώς οργανώνονται αγώνες που διατυπώνουν επιμέρους αιτήματα. Θα έπρεπε να οργανώνονται αγώνες που διατυπώνουν το αίτημα της ανατροπής του καπιταλισμού, που θα οδηγήσει και σε αποδέσμευση από την ΕΕ και την ΚΑΠ.

♦ Αν ναι, τότε αυτοί οι αγώνες είναι, κατά κάποιον τρόπο, «μια κι έξω». Εχουν συγκεκριμένα αιτήματα και διεκδικούν την ικανοποίηση -αν όχι όλων- τουλάχιστον κάποιων απ’ αυτά.

Βέβαια, δεν είναι όλοι οι μερικοί αγώνες νικηφόροι. Για πολλούς και διάφορους λόγους μπορεί να μη νικήσουν.  Μπορεί η στιγμή ανάπτυξης του αγώνα να μην είναι η ευνοϊκότερη για τους αγωνιζόμενους, μπορεί ο αντίπαλος να αποδειχτεί περισσότερο ισχυρός απ’ όσο υπολόγιζαν οι αγωνιζόμενοι, μπορεί η ηγεσία του αγώνα να διέπραξε σοβαρά λάθη, μπορεί να υπήρξε προδοσία από φίλους και συμμάχους, μπορεί ο αντίπαλος να εφάρμοσε την πιο σκληρή καταστολή που οι αγωνιζόμενοι δεν μπόρεσαν να καταβάλουν, μπορεί…, μπορεί…

Οταν οι αγωνιζόμενοι δεν καταφέρνουν να νικήσουν, τότε η ηγεσία του αγώνα έχει χρέος να τους πει την πάσα αλήθεια, να κάνει έναν ουσιαστικό απολογισμό του αγώνα, να βρει τα αίτια της ήττας και να τα συζητήσει με τους αγωνιζόμενους, προσπαθώντας να περιορίσει τις τάσεις απογοήτευσης και αποστράτευσης, που αναπόφευκτα αναπτύσσονται μετά από μια ήττα, και να μετατρέψει την ήττα σε πηγή διδαγμάτων του κινήματος, που προετοιμάζουν τον επόμενο αγώνα, που θα μπορέσει να δοθεί με περισσότερη σοφία.

Αυτά για έναν μαρξιστή είναι κυριολεκτικά αλφαβήτα. Η ιστορία των ταξικών αγώνων έχει φέρει προς συζήτηση αυτά τα ζητήματα χιλιάδες φορές, σε όλο τον κόσμο. Ψεύτικες αποτιμήσεις οι επαναστάτες δεν κάνουν (περιττεύει να σημειώσουμε ότι είναι άλλο πράγμα τα λάθη σε μια αποτίμηση και εντελώς άλλο η συνειδητά ψεύτικη αποτίμηση).

Οταν, λοιπόν, κηρύσσεται η λήξη ενός αγώνα, που προέβαλε μερικές διεκδικήσεις και όχι διεκδικήσεις επαναστατικού χαρακτήρα, με κεντρικό επιχείρημα «ο αγώνας δεν είναι μια κι έξω», το μήνυμα που στέλνεται είναι ότι κανένας αγώνας για μερικές διεκδικήσεις δεν μπορεί να είναι νικηφόρος. Ετσι, ο αγώνας μετατρέπεται σε απλή διαμαρτυρία: βγαίνω στο δρόμο, παλεύω, απλά για να καταγράψω τη διαμαρτυρία μου και να καταγγείλω την κυβέρνηση.

Υπάρχει, βέβαια, μια αντίφαση. Το σάλπισμα της αποχώρησης, εκτός από το «ο αγώνας δεν είναι μια κι έξω», περιλάμβανε και κατακτήσεις και δεσμεύσεις της κυβέρνησης. Πράγματα από εντελώς ασήμαντα έως μηδαμινά, όπως θα διαβάσετε στην επόμενη σελίδα. Γιατί έγινε αυτή η επένδυση στο τίποτα, το οποίο βαφτίστηκε «κάτι»; Γιατί υπάρχει και ο κόσμος που βγήκε στα μπλόκα οργισμένος και απελπισμένος, ελπίζοντας ότι θα κερδίσει τουλάχιστον κάτι. Ο κόσμος που δε δίνει και τόση σημασία στα ιδεολογήματα του τύπου «ο αγώνας θα είναι μακρύς και δύσκολος», αλλά πίστεψε (και καλά έκανε) ότι τώρα που δέχεται την επίθεση, τώρα μπορεί να ανασχέσει τουλάχιστον κάποιες πλευρές της. Γι’ αυτόν τον κόσμο τύλιξαν το τίποτα στο χρυσόχαρτο των «κατακτήσεων» και των «δεσμεύσεων της κυβέρνησης». Τα ιδεολογήματα αφορούν περισσότερο τα κομματικά μέλη και το ακροατήριο άμεσης κομματικής επιρροής, που μπορεί κι αυτό να αντιδρά και να ζητά εξηγήσεις, περισσότερο ενδεχομένως από τον υπόλοιπο κόσμο, που μπορεί απλά ν’ αρκεστεί να γυρίσει την πλάτη στην ηγεσία αυτού του αγώνα και να τη βρίζει στα καφενεία.

Οποιος δεν κάνει ειλικρινή απολογισμό ενός αγώνα, αλλά καταφεύγει στο ιδεολόγημα ότι «ο αγώνας δεν είναι μια κι έξω», ομολογεί -εμμέσως πλην σαφώς- πρώτον ότι έχει τη φωλιά του λερωμένη και δεύτερον ότι οι δικές του στοχεύσεις ήταν διαφορετικές από τις στοχεύσεις των απλών ανθρώπων που τον εμπιστεύτηκαν και βγήκαν στον αγώνα υπό την ηγεσία του. Καθαρές κουβέντες.

Τα αγροτικά μπλόκα του 2016 έβαλαν την ταφόπετρα στη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο με τον αγροτικό κόσμο, αλλά με ευρύτατα τμήματα του ελληνικού λαού. Τράβηξαν τις μάσκες από τα πρόσωπα των Τσιπραίων και αποκάλυψαν το αποκρουστικό πρόσωπο των διαχειριστών των καπιταλιστικών συμφερόντων. Ο,τι χάνει σε πολιτική επιρροή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εξαερώνεται, αλλά μετατρέπεται σε πολιτικό κέρδος για άλλους. Και το κόμμα του Περισσού φιλοδοξεί να μετατρέψει σε δικό του πολιτικό κέρδος την απώλεια πολιτικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ.

Τι χαρακτήρα έχει αυτό το πολιτικό κέρδος; Πρόκειται μήπως για πολιτικό κέρδος μιας επαναστατικής δύναμης που προστάτευσε το κίνημα από μια πρόωρη σύγκρουση που θα οδηγούσε στη συντριβή του από τον ταξικό αντίπαλο; Θα ήταν αστείο και να το συζητήσουμε.  Ακόμα και ο πιο ανώριμος πολιτικά αντιλαμβάνεται πως το πολιτικό κέρδος είναι εκλογικίστικου χαρακτήρα. Δεν είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει αυτό το πολιτικό κέρδος (όπως δεν υπήρξε για τον Περισσό και στις εκλογές του περασμένου Σεπτέμβρη, με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει υπογράψει Μνημόνιο), όμως μια πολιτική δύναμη που κινείται αυστηρά στο πλαίσιο του κοινοβουλευτισμού και της αστικής νομιμότητας δεν έχει άλλη επιλογή από το να επιδιώκει την αποκόμιση πολιτικού κέρδους μέσα από τις λαϊκές κινητοποιήσεις που φθείρουν την κυβέρνηση.

Πάντα με σεβασμό στην αστική νομιμότητα. Πάντα σε ρόλο πυρόσβεσης των «ανεξέλεγκτων». Η -κατόπιν κεντρικής συμφωνίας- παρέλαση των είκοσι τρακτέρ στο Σύνταγμα και η μπουκάλα με το τσίπουρο από τον Μπούτα στον Τσίπρα αποκάλυψαν σε συμβολικό επίπεδο την ουσία μιας πολιτικής που σέβεται την αστική νομιμότητα και τους κανόνες του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού, στάση που εξαίρεται ακόμα και από τον συντηρητικό αστικό Τύπο.

Οταν μια πολιτική δύναμη συμπεριφέρεται κατ’ αυτόν τον υπονομευτικό και διαλυτικό τρόπο στους αγώνες για τις μερικές διεκδικήσεις των εργαζόμενων, είναι δυνατόν ποτέ να οργανώσει ένα επαναστατικό κίνημα που θα βάλει ως στόχο του να ανατρέψει τον καπιταλισμό; Η διαφορά με τις ψεύτικες υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι αυτές ήταν άμεσης κατανάλωσης, ενώ ο κομμουνιστικός βερμπαλισμός του Περισσού λειτουργεί ως δηλητήριο αργής αποδέσμευσης.

Πέτρος Γιώτης

ΚΟΝΤΡΑ: ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ 5 ΜΑΡΤΗ

Advertisements

Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: