Τράπεζα της Ελλάδος

(με κλικ στον τίτλο των άρθρων, τα διαβάζετε από την πηγή τους, που είναι το ιστολόγιο Cogito ergo sum)

Τράπεζα της Ελλάδος – 1. Η ίδρυση

Πριν λίγες μέρες, με σχόλιό του στο σημείωμα του ιστολογίου για το σκάνδαλο «Ακρόπολις», κάποιος αναγνώστης ρώτησε αν υπάρχει και κάποιο κείμενο για την Τράπεζα της Ελλάδος. Με μια αναζήτηση στο Google, θα φανεί ότι εδώ έχουμε ασχοληθεί ουκ ολίγες φορές με την ΤτΕ, από την εποχή τού αλήστου μνήμης Γκαργκάνα μέχρι σήμερα, σχεδόν οποτεδήποτε μιλάγαμε για κάποιο σκάνδαλο. Τί να πρωτοθυμηθώ; Το διαβόητο Τ+3 του χρηματιστηρίου, που έγινε Τ+10 σε μια νύχτα; Τον Λαυρεντιάδη και την Proton; Τα πάρε-δώσε του Σάλλα με τον Προβόπουλο; Όρεξη να υπάρχει και από τέτοια, όσα θέλετε. Επειδή, όμως, όλα αυτά είναι αποσπασματικά, σήμερα λέω να βουτήξω στα βαθιά και να ξεκινήσω μια μικρή σειρά κειμένων για την ΤτΕ, με στοιχεία και λεπτομέρειες που δεν είναι ούτε ευρέως γνωστά ούτε εύκολο να βρεθούν κάπου συγκεντρωμένα. Το τί θα βγει, θα φανεί στο τέλος.

Το ΦΕΚ Α/298/7-12-1927, με το οποίο ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος.

Από το 1897, στα οικονομικά τής χώρας κάνει κουμάντο ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος, ο οποίος επιβλήθηκε ως απόρροια του «δυστυχώς, επτωχεύσαμεν» του 1893 και του «ατυχούς» ελληνοτουρκικού πολέμου εκείνης της χρονιάς. Ο έλεγχος αυτός ασκείται από μια Διεθνή Οικονομική Επιτροπή (μια τρόικα της εποχής, σαν να λέμε), η οποία εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα από το 1897 μέχρι το 1978, ήτοι επί 81 συναπτά έτη και φροντίζει να πληρώνουμε τα χρέη μας. Για να το εξασφαλίσει αυτό, ο ΔΟΕ παρακρατεί τα έσοδα του κράτους από το μονοπώλιο διαφόρων ειδών (σπίρτα, αλάτι, τσιγαρόχαρτα, πετρέλαιο, σμύριδα και τράπουλες διακινούνταν αποκλειστικά από το κρατικό μονοπώλιο μέχρι την μεταπολίτευση), από το χαρτόσημο ως κινητό επίσημα (αυτό που κολλάγαμε κάποτε σαν γραμματόσημο στα διάφορα έγγραφα), από τον φόρο καπνού, από τα τέλη τού λιμανιού του Πειραιά κλπ.

Όταν το 1927 η Ελλάδα χρειάστηκε χρήματα (τί πρωτότυπο!), ο ΔΟΕ κανόνισε να βγούμε στις αγορές για ένα δάνειο γύρω στα εννέα εκατομμύρια στερλίνες, με την εγγύηση της Κοινωνίας των Εθνών. Απαραίτητη προϋπόθεση (προαπαιτούμενο, σαν να λέμε) ήταν να υπογράψουμε το Πρωτόκολλο της Γενεύης (ένα μνημόνιο της εποχής), το οποίο κυρώθηκε από την ελληνική βουλή και έγινε νόμος του κράτους. Ήταν ο Ν.3423/1927, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α/298/7-12-1927.

Το δάνειο είχε την επίσημη ονομασία «Σταθεροποιητικό και Προσφυγικό Δάνειο», επειδή το πού θα πήγαιναν τα εννιά εκατομμύρια είχε ήδη αποφασιστεί. Το ένα τρίτο θα το έπαιρναν οι δανειστές. Άλλο ένα τρίτο θα πήγαινε στην ενίσχυση και αποκατάσταση των προσφύγων τής μικρασιατικής καταστροφής. Τα υπόλοιπα θα χρησιμοποιούνταν για την δημιουργία μιας τράπεζας (*), της Τράπεζας της Ελλάδος, η ίδρυση της οποίας ήταν υποχρεωτική από το πρωτόκολλο και προβλεπόταν σαφώς στο παράρτημά του. Η κύρωση της ίδρυσης έγινε από την βουλή, με τον Ν.3424/1927, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ίδιο ΦΕΚ με τον προηγούμενο νόμο.

Tο δάνειο των εννιά εκατομμυρίων στερλινών ήταν ομολογιακό, είχε διάρκεια 40 χρόνια, επιτόκιο 6% (**) και εκδόθηκε στο 91% της ονομαστικής του αξίας. Ποιοί ήσαν οι επενδυτές που έσπευσαν; Σύμφωνα με την έκθεση  του συμβουλίου ξένων ομολογιούχων του Λονδίνου, οι ομολογίες αναλήφθηκαν (α) από τους επενδυτικούς οίκους Hambro’s Bank και Erlanger, μέσω των χρηματιστηρίων Λονδίνου, Στοκχόλμης και Μιλάνου κατά 4.070.960 στερλίνες, (β) από τον οίκο Speyer and Co και την νεοϋρκέζικη National City Co (κατοπινή Citibank), μέσω των χρηματιστηρίων Νέας Υόρκης και Ζυρίχης κατά 17.000.000 δολλάρια (Wall Street Journal της 31/1/1928) ή 3.400.000 στερλίνες (ισοτιμία 5 προς 1) και (γ) τα υπόλοιπα από διαφόρους επενδυτές.

Παρένθεση. Η Hambro’s Bank της Δανίας είναι παλιά γνώριμη αυτού του τόπου, αφού δάνειζε την Ελλάδα από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, πριν καλά-καλά υπάρξει επίσημα ως Ελλάδα. Φαίνεται πως από τότε τό ‘χαμε απωθημένο να γίνουμε «Δανία του Νότου». Κλείνει η παρένθεση.

Το στήσιμο της νέας τράπεζας ανατέθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Οι επενδυτές που αναφέραμε πρωτύτερα (όποιοι κι αν ήσαν αυτοί, τέλος πάντων), θα κατέθεταν τα κεφάλαιά τους σε ειδικό λογαριασμό του δημοσίου στην ΕτΕ. Η ΕτΕ θα κάλυπτε 100% το κεφάλαιο της ΤτΕ, βγάζοντας σε δημόσια εγγραφή (για την ακρίβεια, σε τρεις ισόποσες δόσεις) τις μετοχές. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η νέα τράπεζα θα έμπαινε στο χρηματιστήριο πριν καλά-καλά σταθεί στα πόδια της.

Έτσι κι έγινε. Στις 15 Μαΐου 1928, η Τράπεζα της Ελλάδος άρχισε να λειτουργεί και στις 12 Ιουνίου 1930 μπήκε στο χρηματιστήριο. Ποιοί ήσαν αυτοί που αγόρασαν τότε τις μετοχές της; Ούτε αυτούς τους μάθαμε ποτέ!

«Ηγγυημένον εις χρυσόν δάνειον σταθεροποιήσεως και προσφυγικόν» – Ομολογία χιλίων δολλαρίων (***)

Θα κλείσουμε για σήμερα επισημαίνοντας μια κρίσιμη λεπτομέρεια, επειδή δεν ξέρω πόσοι μπήκατε στον κόπο να ακολουθήσετε τον διασύνδεσμο που σας έδωσα και να διαβάσετε τον Ν.3424/1927. Είπαμε πρωτύτερα ότι το ελληνικό κράτος δανείστηκε εννιά εκατομμύρια στερλίνες, με την υποχρέωση να διαθέσει τα τρία για την ίδρυση της ΤτΕ. Βάσει του Πρωτοκόλλου της Γενεύης (και του νόμου), το κράτος ήταν υποχρεωμένο να καταθέσει αυτό το ποσό στην ΤτΕ σε χρυσό! Δηλαδή: δανειστήκαμε ως κράτος χαρτονομίσματα (στερλίνες και δολλάρια) και δώσαμε στην τράπεζα χρυσάφι, σε μια εποχή που οι αγορές κατρακυλούσαν σε όλον τον κόσμο (μη ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην εποχή του «μεγάλου κραχ») και η αξία των αποθεματικών πολύτιμων μετάλλων (όπως ο χρυσός και ο άργυρος) ανέβαινε καθημερινά.

———————————————–
(*) Τότε παίρναμε δανεικά για να φτιάξουμε τράπεζες. Σήμερα παίρνουμε δανεικά για να τις βοηθήσουμε να μη πέσουν έξω. Μικρές οι διαφορές, πολύ περισσότερες οι ομοιότητες.

(**) Την ίδια εποχή πήραμε από τις ΗΠΑ άλλο δάνειο, ύψους 12.167.000 δολλαρίων (ισότιμο προς 2.433.400 στερλίνες), εικοσαετούς διάρκειας, με επιτόκιο μόλις 4%.

(***) Για όποιον ενδιαφέρεται, η εικονιζόμενη ομολογία πωλείται στο διαδίκτυο αντί 295 ευρώ. Η υψηλής ποιότητος εκτύπωση έγινε στην Μεγάλη Βρεττανία από τον διάσημο οίκο «Bradbury, Wilkinson and Company», ο οποίος τύπωνε και τα ελληνικά χαρτονομίσματα. Προφανώς, ο ΔΟΕ θεώρησε πως το Εθνικό Τυπογραφείο και το Εκδοτήριο της Εθνικής Τράπεζας δεν ήσαν ικανά να κάνουν αυτή την δουλειά. Προσέξτε το τεράστιο υδατογράφημα-κράχτη με το υψηλό επιτόκιο 6% στο κέντρο της.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 2. Πριν την ίδρυση

Στο σημείο αυτό, πρέπει να κάνουμε μια στάση για να ξεκαθαρίσουμε τους λόγους για τους οποίους αποφασίστηκε η ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος. Φυσικά, μιας και δεν φτιάχνονται τράπεζες προς εξυπηρέτηση του απλού λαού, οι λόγοι αυτοί πρέπει να αναζητηθούν στις ανάγκες του εγχώριου και του διεθνούς κεφαλαίου αλλά και στις ανάμεσά τους κόντρες.

Επιστρέφουμε στο 1927. Η παρατημένη στην μοίρα της Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, κυρίως λόγω των δυο εκατομμυρίων προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής, για τους οποίους απαιτούνται μεγάλες δαπάνες προκειμένου να ενταχθούν κανονικά στην ελληνική καθημερινότητα. Η δραχμή υποτιμάται διαρκώς (το 1925 η στερλίνα ξεπέρασε τις 350 δραχμές, ενώ η λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου την βρήκε στις 25 δραχμές μόλις), με αποτέλεσμα το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών να επιδεινώνεται με ραγδαίους ρυθμούς. Οι οικονομολόγοι πρότειναν διάφορους τρόπους για ενίσχυση του νομίσματος (ανατίμηση στα επίπεδα του 1918, κλείδωμα της τρέχουσας ισοτιμίας κλπ) αλλά, τελικά, επικράτησε η άποψη που διατύπωσαν οι καθηγητές Ανδρέας Ανδρεάδης και Ξονοφών Ζολώτας: πρώτα ισοσκελισμός του προϋπολογισμού και μετά νομισματική σταθεροποίηση σε τρέχοντα επίπεδα.

Ποιός είπε ότι ο Λουκάς Παπαδήμος ήταν ο πρώτος τραπεζίτης που έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας; Στην φωτογραφία, το υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησης του 74χρονου τραπεζίτη Αλ.Διομήδη (1949). Δεύτερος από αριστερά (μισοκρυμμένος) ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αριστερά του ο Γεώργιος Μαύρος και πίσω, ανάμεσά τους, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (ο πιο κοντός της παρέας).

Τότε ήταν που ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των λονδρέζικων Times και του διοικητή τής Εθνικής Αλέξανδρου Διομήδη. Είπαμε χτες ότι, μέχρι την ίδρυση της ΤτΕ, το κράτος ασκούσε νομισματική πολιτική μέσω ΕτΕ. Οι Times, λοιπόν, κατηγόρησαν την Εθνική ότι μοίραζε άκριτα δάνεια και «έκοβε» χρήμα κατά το δοκούν, οδηγώντας την δραχμή στην απαξίωση. Ο Διομήδης απάντησε ότι η βοήθεια της τράπεζας προς τους έλληνες κεφαλαιούχους είχε ως γνώμονα το εθνικό συμφέρον και όχι την συμμόρφωση προς τους διεθνείς κανόνες νομισματικής διαχείρισης. Δηλαδή, ο Διομήδης απάντησε περίπου ότι «δεν μας νοιάζει η δραχμή, αρκεί να εξυπηρετηθούν οι βιομήχανοι». Μόνο που ο Διομήδης είχε ξεχάσει κάτι βασικό: η Μεγάλη Βρεττανία ήταν ο κυριώτερος δανειστής της χώρας μας και τα δάνεια που μας είχε χορηγήσει δεν ήσαν εκφρασμένα σε λίρες αλλά σε δραχμές, πράγμα που σήμαινε πως, έτσι όπως έπεφτε η δραχμή, όταν θα ερχόταν η ώρα να πληρώσουμε, εκείνοι θα έπαιρναν τις λίρες τους σε… ρούβλια. Έτσι, η βρεττανική κυβέρνηση έβαλε ευθέως πλέον το ζήτημα της υποχρέωσης του ελληνικού δημοσίου να μετατρέψει τις οφειλές του σε λίρες.

Μετά από μια σειρά δανείων που είχε πάρει τα προηγούμενα χρόνια και κάτω από την ασφυκτική πίεση του προσφυγικού προβλήματος, η Ελλάδα έχει και πάλι ανάγκη από χρήματα. Τον Ιούλιο, ο υπουργός οικονομικών Γεώργιος Καφαντάρης βρίσκεται στην Γενεύη, ψάχνοντας για λεφτά. Στις 14 του μηνός, ο απογοητευμένος Καφαντάρης στέλνει από την Γενεύη μια επιστολή στην Κοινωνία των Εθνών, όπου αναφέρει ότι η αποκατάσταση των προσφύγων είναι αδύνατον να επιτευχθεί χωρίς επιπρόσθετο δανεισμό και παρακαλεί την ΚτΕ να μεσολαβήσει ώστε η χώρα να πάρει ένα γενναίο δάνειο ύψους εννέα εκατομμυρίων στερλινών. Η ΚτΕ υποσχέθηκε να βοηθήσει, σε συνεννόηση με τον ΔΟΕ. Προς τούτο, έστειλε στην Αθήνα μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι θα μελετούσαν τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και θα συνιστούσαν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.

Αφού μέχρι τότε, το κράτος έκανε την δουλειά του μέσω της Εθνικής Τράπεζας, σ’ αυτή την τράπεζα είχε εκχωρήσει το αποκλειστικό προνόμιο έκδοσης χρήματος. Η επιτροπή τής ΚτΕ, σε συνεργασία με τον ΔΟΕ (στον οποίο είχαν βαρύνοντα λόγο οι βρεττανοί), απαίτησε την πλήρη ανεξαρτησία τής ΕτΕ από το κράτος και την άμεση διακοπή εκ μέρους της οποιασδήποτε εμπορικής τραπεζικής δραστηριότητας. Ήταν σαφές: μια τράπεζα που μπορεί να εκδίδει χρήμα, δεν μπορούσε παράλληλα να δίνει και δάνεια. Στην πρόταση αντέδρασε (για ευνόητους λόγους) ο τότε αντιπρόεδρος της ΕτΕ Εμμανουήλ Τσουδερός, ο οποίος πρότεινε να αφήσουν την Εθνική στην ησυχία της και να φτιάξουν άλλη τράπεζα, καθαρά εκδοτική. Η πρόταση Τσουδερού έγινε δεκτή με ευχαρίστηση από όλες τις πλευρές, διότι η μεν κυβέρνηση θα εξακολουθούσε να ελέγχει μια τράπεζα (ΕτΕ), οι δε ξένοι θα είχαν μια άλλη τράπεζα (ΤτΕ) που θα λειτουργούσε σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες

Στην τελική συμφωνία περί ίδρυσης της ΤτΕ αντέδρασε το Λαϊκό Κόμμα. Ο Παναγής Τσαλδάρης υποστήριζε ότι η δημιουργία κεντρικής τράπεζας και η εκχώρηση σ’ αυτήν του προνομίου έκδοσης χρήματος θα έβλαπταν το εθνικό συμφέρον και θα στερούσαν την χώρα από την δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής. Θεωρητικά, ο Τσαλδάρης είχε δίκιο, αφού η ΕτΕ ελεγχόταν από το κράτος ενώ η ΤτΕ θα ήταν ανεξάρτητη και δεν θα υπάκουε σε κυβερνητικές εντολές. Στην πράξη, όμως, απεδείχθη ότι τα πράγματα δεν ήσαν τόσο άσχημα. Σε βάθος χρόνου, σπάνια η κεντρική τράπεζα θα έπαιρνε αποφάσεις αντίθετες προς την κυβερνητική βούληση κι ακόμη πιο σπάνια οι ελληνικές κυβερνήσεις θα εκδήλωναν βούληση αντίθετη προς τις επιθυμίες των μεγάλων οικονομικών κέντρων του εξωτερικού.

ΦΕΚ Α/28/26-2-1898: Ο Νόμος 2519/1898, με τον οποίο κυρώνεται η επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου.

Ξέρω πως αυτά τα κείμενα είναι μάλλον κουραστικά και γι’ αυτό θα σταματήσω εδώ για σήμερα. Όμως, θα προσθέσω δυο-τρία πραγματάκια σε όσα είπα ακροθιγώς χτες περί του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, ανταποκρινόμενος σε δυο σχετικά μηνύματα που πήρα στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο.

Η επιβολή τού ΔΟΕ μοιάζει πολλαπλώς με την επιβολή των μνημονίων που ξέρουμε. Στις 26 Φεβρουαρίου 1898, δημοσιεύεται στο ΦΕΚ Α/28 ο Νόμος 2519 «Περί διεθνούς ελέγχου», σύμφωνα με τον οποίον «η είσπραξις και η διάθεσις προσόδων επαρκών εις την υπηρεσίαν του διά την πολεμικήν αποζημίωσιν δανείου (ενν. τον πόλεμο του 1897) και των άλλων εθνικών χρεών τίθενται υπό τον απόλυτον έλεγχον Διεθνούς Επιτροπής Αντιπροσώπων των μεσολαβησών Δυνάμεων, εδρευούσης εν Αθήναις». Η επιτροπή αυτή θα λειτουργούσε «μέχρις εντελούς αποσβέσεως των από του έτους 1881 εν τω εξωτερικώ συνομολογηθέντων εις χρυσόν δανείων, περιλαμβανομένων και των διά του παρόντος νόμου προβλεπομένων νέων δανείων».

Τελικά, η επιτροπή τού Ν.2519 εξελίχθηκε σε εταιρεία με την επωνυμία «Εταιρεία Διαχειρίσεως Υπεγγύων Προσόδων – ΕΔΥΠ» και, σχεδόν αμέσως, μετονομάστηκε σε «Εταιρεία Διαχειρίσεως Ειδών Μονοπωλίου Ελληνικού Δημοσίου – ΕΔΕΜΕΔ». Αν αυτό το «ΕΔΕΜΕΔ», σας θυμίζει «ΤΑΙΠΕΔ», δεν θα σας κατηγορήσει κανείς, αφού το ίδιο πράγμα κάνουν και τα δυο: πουλάνε την κρατική περιουσία και μαζεύουν τα λεφτά για να τα δώσουν στους ξένους δανειστές.

Η ΕΔΕΜΕΔ έμελλε να φτάσει σε ηλικία 87 ετών, αφού διαλύθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1985, αν και ο ΔΟΕ έφυγε από την χώρα το 1978. Με το Προεδρικό Διάταγμα 976/3-9-1981 (επί προεδρίας Κων. Καραμανλή) παρατάθηκε η λειτουργία της, «διά την προσαρμογήν των κρατικών μονοπωλίων προς τας διατάξεις της προσχωρήσεως της Ελλάδος εις την Ευρωπαϊκήν Οικονομικήν Κοινότητα».

———————————-
Πηγές
– Patricia Clavin, «Securing the world economy – The reinvention of the League of Nations, 1920-1946», Oxford University Press, 2013
– Louis P. Cassimatis, «American influence in Greece, 1917-1929», Kent State University Press, 1988
– Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, «Ιστορία της Τράπεζας της Ελλάδος, 1928-2008», Τράπεζα της Ελλάδος, 2014

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 3. Υπεραξίες και παρατάσεις

Λέγαμε τις προάλλες ότι η Εθνική Τράπεζα χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός για την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος. Κατά πρώτον, ανέλαβε ως ανάδοχος την διάθεση των μετοχών τής νέας τράπεζας, μια διάθεση που έγινε με δημόσια προσφορά σε τρεις ισόποσες δόσεις. Κατά δεύτερον, συγκέντρωνε σε ειδικό λογαριασμό τα χρήματα που προορίζονταν για συμμετοχή τού δημοσίου στο κεφάλαιο της ΤτΕ (μιλάμε για τα τρία εκατ. στερλίνες που προβλέπονταν στο Πρωτόκολλο της Γενεύης) και απέδιδε εκ μέρους του δημοσίου στην ΤτΕ τα αποθέματα χρυσού και αργύρου του ελληνικού κράτους, τις ομολογίες του σε χρυσό, τις καταθέσεις όλων των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών κλπ. Με δυο λόγια, ο πλούτος του κράτους, ο οποίος βρισκόταν ως τότε στην ΕτΕ, μεταφέρθηκε στην ΤτΕ.

Το πρόβλημα ήταν ότι η ΕτΕ δεν μεταβίβαζε μόνο κρατική περιουσία. Έπρεπε να μεταβιβάσει και το εκδοτικό προνόμιο, το οποίο απολάμβανε από ιδρύσεώς της, το 1841. Μετά από τόσα χρόνια, αυτό το προνόμιο εθεωρείτο ως άυλο περιουσιακό στοιχείο, εφ’ όσον προσέδιδε κύρος και ισχύ στην ΕτΕ. Τώρα, όμως, η ΕτΕ υποχρεωνόταν να το παραχωρήσει στην ΤτΕ, άρα να ζημιωθεί.

Πενηντάδραχμο του 1927. Εκδόθηκε από την Εθνική Τράπεζα αλλά, μετά την ίδρυση της ΤτΕ, κυκλοφόρησε με κόκκινη επισήμανση της Τράπεζας της Ελλάδος.


Παράλληλα, η ΕτΕ ζημιωνόταν και από την παράδοση του χρυσού στην ΤτΕ. Εφ’ όσον η δραχμή ήταν ενταγμένη στον κανόνα χρυσού (δηλαδή, η ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος μιας χώρας καλυπτόταν από ισόποσης αξίας χρυσό), η ΕτΕ, ως εκδότρια τράπεζα, φρόντιζε με κατάλληλες αγοραπωλησίες να διαθέτει πάντοτε επαρκή καλύμματα. Το θέμα ήταν πως, λόγω των αναταράξεων στις διεθνείς αγορές (ας θυμηθούμε και πάλι ότι βρισκόμαστε λίγο πριν το μεγάλο κραχ), η αξία των αποθεματικών πολύτιμων μετάλλων τραβούσε την ανηφόρα, οπότε τα αποθέματα της ΕτΕ σε χρυσό είχαν δημιουργήσει μια μεγάλη υπεραξία. Το σύνολο της υπεραξίας των καλυμμάτων και του εκδοτικού προνομίου υπολογίστηκε στο δυσθεώρητο ύψος του ενός δισεκατομμυρίου δραχμών (ή 2,67 εκατ. στερλινών) περίπου.

Αυτή η υπεραξία έγινε αιτία πολέμου, αφού η Εθνική ζητούσε ανάλογη αποζημίωση. Ο διοικητής της Αλέξανδρος Διομήδης ισχυριζόταν ότι η υπεραξία δημιουργήθηκε χάρη στην συνετή πολιτική και τις ορθές αγοραπωλησίες τής τράπεζάς του, άρα η ΕτΕ νομιμοποιείτο να την κρατήσει. Μαζί του συμφωνούσε και το Λαϊκό Κόμμα. Αντίθετα, ο Αλέξανδρος  Παπαναστασίου υποστήριζε ότι η υπεραξία δημιουργήθηκε από την διαχείριση της κρατικής περιουσίας, άρα πρέπει να ακολουθήσει την κρατική περιουσία στην Τράπεζα της Ελλάδος. Οι οικονομολόγοι της χώρας χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα, ώσπου ο Ελευθέριος Βενιζέλος αποφάσισε να επέμβει με τον δικό του τρόπο: με το έτσι θέλω, μοίρασε την υπεραξία στις δυο τράπεζες 50/50.

Στο σημείο αυτό, αξίζει τον κόπο να κάνουμε άλλη μια στάση, για να πούμε δυο λόγια και για την Εθνική Τράπεζα. Η ΕτΕ ιδρύθηκε το 1841, με νόμο του Όθωνα «Περί συστάσεως Εθνικής Τραπέζης» (ΦΕΚ 6/30-3-1841), σε μια προσπάθεια να τιθασσευτεί το τέρας το οποίο κατέτρωγε τα σπλάγχνα των ελλήνων και λεγόταν τοκογλυφία. Όπως λέει ο νόμος, «αι εργασίαι της τραπέζης θέλουν είσθαι αι εξής: 1) θέλει δανείζει επί υποθήκη και ενεχύρω, και 2) θέλει ενεργεί προεξοφλήσεις», ενώ συμπληρώνει ότι «πάσα άλλη επιχείρησις της τραπέζης, μη ενδιαλαμβανομένη εις το ανωτέρω άρθρον, απαγορεύεται». Στην συνέχεια, πάντως, ο νόμος ανοίγει και το -απαραίτητο στην ελληνική πραγματικότητα- παραθυράκι: «Δύναται, μολοντούτο, η τράπεζα, προϊόντος του χρόνου, να αναλάβη, τη συγκαταθέσει της Κυβερνήσεως και της γενικής συνελεύσεως, και νέας επιχειρήσεις». Στον ίδιο νόμο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της τράπεζας να εκδίδει χρήμα: «Προς τον σκοπόν τούτον η τράπεζα έχει το δικαίωμα να εκδώση τραπεζητικά γραμμάτια, πληρωτέα εις τον φέροντα…».

Σϋμφωνα με το Πρωτόκολλο της Γενεύης, η ΤτΕ θα λειτουργούσε μέχρι το 1970 (μη ξεχνάμε ότι το δάνειο είχε διάρκεια 40 χρόνια και θα έληγε το 1968) ενώ το εκδοτικό της προνόμιο θα έληγε το 1960 κατόπιν καταγγελίας. Όμως, η κυβέρνηση Καραμανλή δεν προέβη σε καταγγελία και το προνόμιο ανανεώθηκε αυτοδικαίως. Το 1970, η δικτατορική κυβέρνηση ανανέωσε την άδεια λειτουργίας της ΤτΕ μέχρι το 2000 (ΝΔ 413/1970. ΦΕΚ Α/16/22-1-1970), αυξάνοντας μάλιστα το μετοχικό κεφάλαιό της κατά 42 εκατ. δραχμές. Το 1992, η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρέτεινε εκ νέου την άδεια λειτουργίας της ΤτΕ μέχρι το 2020 (Ν.2010/1992, ΦΕΚ Α/20/14-2-1992). Τέλος, το 2012, η κυβέρνηση Σαμαρά αντικατέστησε το «2020» του παραπάνω νόμου με το «2050» (Ν.4099/2012, άρθρο 165, παρ. 7, ΦΕΚ Α/250/20-12-2012).

ΦΕΚ 6/30-3-1841: «Περί συστάσεως Εθνικής Τραπέζης»

Ίσως ο προσεκτικός αναγνώστης να παρατήρησε ότι και οι τρεις παρατάσεις στην λειτουργία τής ΤτΕ δόθηκαν σε έντονες πολιτικά περιόδους: η πρώτη επί δικτατορίας, η δεύτερη επί κυβέρνησης με πλειοψηφία μόλις μιας έδρας και μετά από μια οικουμενική κυβέρνηση τραπεζίτη (Ζολώτας) ενώ η τρίτη επί δικομματικής κυβέρνησης συνεργασίας, πάλι μετά από οικουμενική κυβέρνηση τραπεζίτη (Παπαδήμος). Αυτές οι συμπτώσεις έχουν επισημανθεί στο διαδίκτυο και έχουν γίνει αντικείμενο συνομωσιολογικών συζητήσεων, στις οποίες το ιστολόγιο αρνείται να συμμετέχει, κατά πάγια τακτική του. Εν τούτοις, θα άκουγε με ενδιαφέρον την απάντηση στην -μάλλον εύλογη- απορία σχετικά με τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν δυο κυβερνήσεις να νομοθετήσουν για παράταση της λειτουργίας της ΤτΕ οκτώ ολόκληρα χρόνια πριν την λήξη της.

Όπως είδαμε στα προηγούμενα, ο λόγος που επέβαλε την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος δεν ήταν άλλος από την άσκηση ορθολογικής νομισματικής πολιτικής, η οποία θα υπάκουε στους διεθνείς κανόνες νομισματικής λειτουργίας και θα ήταν απαλλαγμένη από πολιτικές -ή ακόμη και κομματικές- παρεμβάσεις. Στην πράξη, όμως, τα φαινόμενα εμπλοκής τόσο του κράτους στα πόδια της ΤτΕ όσο και της Τράπεζας στην κυβερνητική λειτουργία κάθε άλλο παρά σπανίζουν. Αποκορύφωμα ήταν ο διορισμός τού Γεράσιμου Αρσένη ως υπουργού εθνικής οικονομίας (5/7/1982-26/7/1985), ενώ ήταν ήδη διοικητής τής ΤτΕ (3/11/1981-20/2/1984), κάτι που του προσέδωσε τον τίτλο τού «Τσάρου της Οικονομίας».

Τράπεζα της Ελλάδος – 4. 1929-1932: Το σύστημα τρίζει

Την εποχή που στην γαστέρα τού κεφαλαίου συλλαμβανόταν η Τράπεζα της Ελλάδος, το τραπεζικό τοπίο τής χώρας ήταν ασαφές και μπερδεμένο. Κατ’ αρχάς, δέσποζε η Εθνική, με τον δισυπόστατο ρόλο της ως εμπορική και ως κεντρική τράπεζα. Δίπλα της, υπήρχαν άλλες 37 τράπεζες, ανάμεσα στις οποίες ξεχώριζαν η Αθηνών, η Εμπορική, η Τράπεζα Ανατολής και η -αγγλικών συμφερόντων- Ιονική, που κυριαρχούσε στα Ιόνια νησιά. Επίσης, υπήρχαν τρεις κτηματικές τράπεζες, με την νεοσύστατη Εθνική Κτηματική (θυγατρική της Εθνικής) να ξεχωρίζει. Τέλος, υπήρχαν δυο μικρές αγροτικές τράπεζες, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Μόνη της η Εθνική κατείχε το 45% των καταθέσεων της χώρας, οι άλλες τέσσερις μεγάλες τράπεζες που αναφέραμε κατείχαν μαζί το 40% και όλες οι υπόλοιπες σαράντα τράπεζες μοιράζονταν το 15%.

Μέσα στο παραπάνω πλαίσιο, με το κράτος να αντιμετωπίζει οργανωτικά προβλήματα λόγω αντικειμενικών δυσκολιών (επέκταση με τους βαλκανικούς πολέμους και συρρίκνωση με την μικρασιατική κατάστροφή μέσα σε λιγώτερο από 20 χρόνια) και με την έλλειψη ενός στοιχειώδους τραπεζικού κώδικα, είναι λογικό να συμβούν δυο πράγματα. Πρώτον, ο εναγκαλισμός των τραπεζών με το κράτος, ο οποίος ήταν τόσο έντονος ώστε έβγαζε μάτια και επέσυρε δυσμενείς διεθνείς κριτικές (είδαμε ήδη την κριτική των λονδρέζικων Times στην Εθνική). Και, δεύτερον, η σαθρή δομή (κυρίως των μικρών τραπεζών), η οποία τις έκανε εξαιρετικά ευάλωτες στις σεισμικές δονήσεις τού μεγάλου κραχ του 1929. Πάνω σ’ αυτό το τελευταίο θα πούμε δυο λόγια σήμερα.

Φεβρουάριος 1932: Διαδήλωση καταθετών μπροστά στο κτήριο της Τράπεζας Κοσμαδοπούλου (Ένθετο: δημοσίευμα της εφημερίδας «Λαϊκή φωνή», 9/3/1933)

Μετά την μικρασιατική καταστροφή, άρχισαν στην Ελλάδα να ξεπετάγονται καινούργιες τράπεζες σαν μανιτάρια. Μόνο μέσα στο 1926 ιδρύθηκαν επτά: Σερβοελληνική, Γεωργική Ελλάδος. Γεωργικής Πίστεως, Ένωσης, Λακωνίας, Αγγλοαμερικανική, Παύλου. Το πρελούδιο της καταστροφής ήταν η πτώχευση των δυο τελευταίων το 1929. Μια πτώχευση που δημιούργησε πανικό και οδήγησε σε αθρόα απόσυρση καταθέσεων. Η κυβέρνηση Βενιζέλου τα χρειάστηκε και ξεκινησε μια σειρά επαφών με τις μεγαλύτερες τράπεζες, η οποία κατέληξε στην ίδρυση μιας τραπεζικής ένωσης που είχε ως σκοπό την παροχή ρευστότητας στις μικρότερες. Παράλληλα, για να στηρίξει τις παραπαίουσες μικρές τράπεζες, η ένωση αγόραζε τις μετοχές τους που κατέρρεαν στο χρηματιστήριο.

Το πρελούδιο ολοκληρώθηκε και, για λίγο, επικράτησε μια ανακούφιση. Όμως, σύντομα τα όργανα άρχισαν να χτυπούν δυνατώτερα, καθώς πτώχευε η Τράπεζα Θεσσαλίας στον Βόλο. Η Θεσσαλίας είχε ιδρυθεί το 1921 από τον μεγαλοτσιφλικά Παπαγεωργίου και εξυπηρετούσε πολλές θεσσαλικές επιχειρήσεις, οπότε η πτώχευσή της είχε δραματικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την οικονομία της περιοχής. Με πρωτοβουλία της Εθνικής (η νεοσυσταθείσα ΤτΕ είναι ακόμη αδύναμη για τέτοια), συστήνεται ένα «συνδικάτο εγγύησης (syndicat de garantie)», το οποίο αναλαμβάνει την εκκαθάριση της τράπεζας Θεσσαλίας.

Μπαίνοντας το 1930, αρχίζουν τριγμοί στην -θεωρούμενη ως ισχυρή- Τράπεζα Βιομηχανίας. Σε βοήθειά της σπεύδουν ΕτΕ και ΤτΕ, προσφέροντάς της ρευστότητα αλλά και προωθώντας ένα σχέδιο συγχώνευσής της με την Τράπεζα Λακωνίας και την Τράπεζα Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως. Όμως, το σχέδιο αποτυγχάνει επειδή η Λακωνίας έχει κι αυτή προβλήματα ρευστότητας. Και τότε έρχεται η χαριστική βολή για την Βιομηχανίας, καθώς πτωχεύει ένας από τους μεγαλύτερους χρεώστες της, η «Εμπορική Βιομηχανική Εταιρεία» του πατρινού μεγαλοεπιχειρηματία Δημοσθένη Αλεξόπουλου (*). Η ΤτΕ έκανε τα αδύνατα δυνατά για να σώσει την τράπεζα, έτοιμη να διαθέσει ως και το 10% των κεφαλαίων της γι’ αυτόν τον σκοπό (!), πλην εις μάτην. Η Βιομηχανίας οδηγήθηκε σε εκκαθάριση.

Κατά την διετία 1930-1931, όλες οι τράπεζες λειτουργούν με ζημιές και κρατιούνται με τα δόντια. Όμως, στις 31 Ιανουαρίου 1932, σκάει το επόμενο κανόνι και πάλι στον Βόλο. Αυτή την φορά ήταν η Τράπεζα Κοσμαδοπούλου, η οποία παρασέρνει και την -στενά συνδεδεμένη μαζί της- Τράπεζα Τρικάλων αλλά και την τράπεζα Χολέβα-Μαρκαρά στην Λάρισα. Λίγο αργότερα, οι Κοσμαδόπουλοι (**) θα συλληφθούν και θα οδηγηθούν σε δίκη για δόλια χρεωκοπία, πλαστογραφία, απάτη και υπεξαίρεση (λίγο πριν την πτώχευση, είχαν μεταβιβάσει όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στις συζύγους τους). Με εγγύηση το ενεργητικό τής υπό εκκαθάριση τράπεζας, η ΤτΕ βάζει 20 εκατομμύρια και η ΕτΕ άλλα 5, για να ολοκληρωθεί η εκκαθάριση με τα λιγώτερα δυνατά προβλήματα.

Ολόκληρη η Θεσσαλία είναι πλέον σε αναβρασμό αλλά το βαρέλι δεν φαίνεται να έχει πάτο. Πριν βγει ο Μάιος, άλλη μια τράπεζα της περιοχής καταρρέει. Πρόκειται για την φιλόδοξη Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδος, μέτοχοι της οποίας ήσαν κυρίως εφοπλιστές. Η ΚτΕ ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος ότι αδυνατεί να επιστρέψει στους καταθέτες της τα χρήματά τους. Η ΤτΕ σπεύδει να βοηθήσει αλλά και πάλι δεν γίνεται τίποτε. Πριν βγει η χρονιά, η Κεντρική θα τεθεί κι αυτή υπό εκκαθάριση.

Ο «Νέος Ριζοσπάστης» αναγγέλλει την πτώχευση της Κεντρικής Τράπεζας (25/5/1932)

Τα σύννεφα πυκνώνουν πάνω από την ελληνική οικονομία. Μέσα σε λιγότερο από τριάμισυ χρόνια έξι τράπεζες τέθηκαν υπό αναγκαστική εκκαθάριση (Αγγλοαμερικανική, Κοσμαδοπούλου, Σάμου, Μεσσηνίας, Κεντρική, Τρικάλων), άλλες δέκα υπό εκούσια εκκαθάριση (Αθηναϊκή, Πίστεως, Βιομηχανίας, Εμπόρων Ελλάδος, Εμπορίου και Βιομηχανίας, Εθνικής Οικονομίας, Θεσσαλίας, Ιδιοκτησίας Πειραιώς, Μεσιτική, Πανελλήνιος) και αρκετά πιστωτικά ιδρύματα πτωχεύουν (Παύλου, Χολέβα-Μαρκαρά κλπ). Μαζί τους βουλιάζει ολόκληρη η αγορά: πτωχεύουν 1.937 επιχειρήσεις, εκ των οποίων οι 501 είναι βιομηχανίες. Ο Μάιος του 1932 μοιάζει με βαρύ χειμώνα…

—————————————————————-
(*) Ο Δημοσθένης Αλεξόπουλος (πατέρας του ακαδημαϊκού και πρύτανη Καίσαρα Αλεξόπουλου) είναι χαρακτηριστικό δείγμα κεφαλαιούχου της εποχής, με προφίλ «παίζω και κερδίζω»: πολιτικός οπαδός τού -επίσης πατρινού- Δημ. Γούναρη, δημοτικός σύμβουλος Πατρέων, αντιπρόεδρος και κατόπιν πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου Πατρών, πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Πατρών, πρόεδρος της Παναχαϊκής κλπ ενώ υπήρξε μέτοχος και μέλος ΔΣ πολλών εταιρειών (Ελληνική Εταιρεία Οίνων και Οινοπνευμάτων, Ανώνυμος Μηχανουργική και Ξυλουργική Εταιρεία, Ανώνυμος Μετοχική Εταιρεία Ραπτομηχανών, Ελληνική Εμπορική Εταιρεία Εισαγωγών Εξαγωγών – 5Ε κλπ). Στην Πάτρα ήταν πασίγνωστος όχι τόσο λόγω των τριών ιστιοφόρων που διέθετε, όσο λόγω του ότι το 1919 βγήκε στους δρόμους με ένα Φορντ, το πρώτο αυτοκίνητο που κυκλοφόρησε ποτέ στην πόλη.

(**) Την τράπεζα είχε ιδρύσει ο ζαγορίτης αργυραμοιβός Δημήτρης Κοσμαδόπουλος. Μετά τον θάνατό του, το 1921, την ανέλαβαν οι γυιοί του Ιωάννης και Γεώργιος, μετατρέποντάς την σε ανώνυμη εταιρεία. Το 1924, προκειμένου να εκμεταλλευτούν την υπερπαραγωγή εκείνης της περιόδου σε λεμόνια, οι Κοσμαδόπουλοι δημιουργούν εμφιαλωτήριο στην Αγριά τού Πηλίου (δίπλα στα ψυγεία που ήδη διαθέτουν) και βγάζουν στην αγορά την γνωστή λεμονάδα ΕΨΑ. Μετά την πτώχευση, η ΕΨΑ (Εταιρεία Ψυγείων Αγριάς) πέρασε στην ιδιοκτησία τής Εθνικής Τράπεζας.

Τράπεζα της Ελλάδος – 5. Η πτώχευση του 1932

Μετά την συντριπτική του νίκη στις εκλογές τής 19/8/1928 (178 έδρες στις 250), ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατάρτισε ένα εξαιρετικά αισιόδοξο και φιλόδοξο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων για να λύσει το προσφυγικό και να βάλει την Ελλάδα σε ρυθμούς ανάπτυξης. Η δραχμή εντάχθηκε αμέσως στον κανόνα χρυσού, οι άγγλοι κεφαλαιούχοι άρχισαν να αυξάνουν αλματωδώς τις επενδύσεις τους στην χώρα και όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά. Μέχρι το 1931, ο τόπος θα κατέγραφε, για πρώτη φορά στην ιστορία του, τρεις συνεχόμενους πλεονασματικούς προϋπολογισμούς. Μόνο μελανό σημάδι ήταν η αύξηση του χρέους σχεδόν κατά 20% μέσα σε τρία χρόνια αλλά ποιος τα υπολόγιζε τότε αυτά…

Τα απόνερα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης τού 1929 άργησαν να φτάσουν στην Ελλάδα αλλά κάποια στιγμή έφτασαν. Με την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση πια, ήταν μοιραίο και οι εξαγωγές τής χώρας (καπνός κλπ) να μειωθούν και οι άδηλοι πόροι από τα εμβάσματα των ομογενών να λιγοστέψουν. Ο Βενιζέλος βρέθηκε να βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί: για να τονώσει τις εξαγωγές έπρεπε να υποτιμήσει την δραχμή αλλά κάτι τέτοιο θα αύξανε κατακόρυφα το χρέος, σε σημείο να μη μπορεί πια να εξυπηρετηθεί.

Ζάππειο, 1929(;): Ο Ελευθέριος Βενιζέλος (με το δίκωχό του) δίπλα στον Γεώργιο Παπανδρέου. Πίσω τους ο Πότης Τσιμπίδαρος. Δίπλα στον Παπανδρέου, καθήμενος, ο Παναγής Τσαλδάρης

Τελικά, ο Βενιζέλος αποφάσισε να μη διαταράξει την σχέση τής δραχμής με την στερλίνα και επελέγη η λύση της διατήρησης των νομισματικών ισοτιμιών. Προκειμένου να στηρίξει την δραχμή, η Τράπεζα της Ελλάδος κλήθηκε να διαθέσει τα αποθέματά της σε χρυσό και συνάλλαγμα. Με την πολιτική αυτή διαφώνησαν σθεναρά οι επιφανέστεροι των οικονομολόγων της εποχής, όπως ο Δημήτριος Μάξιμος και ο Κυριάκος Βαρβαρέσσος (τότε ειδικός σύμβουλος της ΤτΕ και αργότερα διοικητής της αλλά και υπουργός οικονομικών). Κι επειδή, όταν επί οικονομικών θεμάτων διαφωνούν οι πολιτικοί με τους οικονομολόγους, είναι απολύτως φυσικό να έχουν δίκιο οι δεύτεροι, πολύ σύντομα το σύστημα βρήκε σε βράχο: τα -έτσι κι αλλιώς, ασθενικά- αποθέματα της ΤτΕ εξανεμίστηκαν δίχως ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Τον Σεπτέμβριο του 1931, το οικονομικό επιτελείο τής κυβέρνησης είχε την ιδέα να συνδέσει την δραχμή με το δολλάριο, προκειμένου να τονωθεί η σταθερότητά της. Δυστυχώς, η επιλογή αυτή δημιούργησε πανικό και σε λίγες μέρες φυγαδεύτηκαν στο εξωτερικό 3,6 εκατ. δολλάρια από τράπεζες και ιδιώτες, επιτείνοντας ραγδαία τα προβλήματα.

Ο Βενιζέλος πείσμωσε. Αύξησε τους εισαγωγικούς δασμούς και, την ώρα που άλλες τράπεζες έκλειναν, αυτός ίδρυε την Αγροτική Τράπεζα για να ενισχύσει την γεωργική παραγωγή. Επίσης, έδωσε εντολή στην τράπεζα της Ελλάδος να μειώσει όσο μπορούσε την κυκλοφορία τής δραχμής, προκειμένου να προφυλάξει το νόμισμα από πληθωριστικές και κερδοσκοπικές πιέσεις. Ταυτόχρονα, δρομολόγησε ένα πλάνο αύξησης του εξωτερικού δανεισμού, όχι για αναπτυξιακούς λόγους πλέον αλλά για να στηρίξει την δραχμή με συνάλλαγμα. Προς τούτο, τον Ιανουάριο του 1932 πήρε σβάρνα Ρώμη, Παρίσι και Λονδίνο, ψάχνοντας πενήντα εκατομμμύρια δολλάρια δανεικά για τέσσερα χρόνια.

Οι ξένοι δεν έδειξαν να πολυσυγκινούνται από όσα τους έλεγε ο Βενιζέλος αλλά δέχτηκαν να συζητήσουν το ελληνικό πρόβλημα στην συνεδρίαση της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών (σ.σ.: σήμερα θα μιλούσαμε για Γιούρογκρουπ) τον Μάρτιο. Μέχρι τότε, όμως, οι ελληνικές εξαγωγές πάγωσαν τελείως και η τράπεζα της Ελλάδος έδωσε στο κράτος το 1/3 των αποθεματικών της σε συνάλλαγμα, ώστε να εξυπηρετηθούν οι δανειακές υποχρεώσεις της χώρας. 

Ανοίγουμε παρένθεση. 83 χρόνια αργότερα, η Ελλάδα θα ξανάβγαινε παγανιά για δανεικά και οι ξένοι θα δέχονταν με τα χίλια ζόρια να συζητήσουν το ελληνικό πρόβλημα με μερικούς μήνες καθυστέρηση. Στο μεταξύ, οι δημόσιοι φορείς, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και σχεδόν όλοι οι φορείς που διέθεταν δημόσιο χρήμα θα καλούνταν να δώσουν τα αποθεματικά τους στο κράτος ώστε να εξυπηρετηθούν οι δανειακές υποχρεώσεις της χώρας. Οι ομοιότητες ανάμεσα στο 1932 και το 2015 είναι όντως ανατριχιαστικές. Αφήνουμε την παρένθεση ανοιχτή και συνεχίζουμε.

Με τούτα και με κείνα, έφτασε ο Μάρτιος και συνεδρίασε η Δημοσιονομική Επιτροπή της ΚτΕ αλλά ο Βενιζέλος δεν κατάφερε να γίνει πειστικός. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι έλληνες δεν ήθελαν να κάνουν καμμιά θυσία αλλ’ απλώς έψαχναν τρόπο να φορτώσουν τα πρόβλημά τους στους πιστωτές τους. Ο Βενιζέλος στράφηκε τότε απ’ ευθείας στην Κοινωνία των Εθνών αλλά κι από κει δεν πήρε παρά μόνο ευχές και συμπάθεια.

20/3/1932, 45 μέρες πριν την πτώχευση, ο Βενιζέλος παραμυθιάζει τον λαό με διάγγελμά του: «Και αν ακόμη οι ξένοι δεν μας βοηθήσουν, ουδείς υπάρχει κίνδυνος καταστροφής»

Τα πάντα είχαν πια τελειώσει. Στις 27 Απριλίου 1932, η Ελλάδα αποχώρησε από τον κανόνα του χρυσού και η δραχμή άρχισε να καταρρέει. Μέχρι την 5η Μαΐου η στερλίνα θα έπιανε τις 539 δραχμές (από 375). Μη μπορώντας πλέον να κάνει αλλιώς, η κυβέρνηση κήρυξε στάση πληρωμών, επισημοποιώντας την πέμπτη πτώχευση της Ελλάδας μέσα σε μόλις έναν αιώνα ύπαρξής της. Το κύρος τού Βενιζέλου έσβησε και η χώρα παραδόθηκε σε ένα κύμα πανελλαδικών απεργιακών κινητοποιήσεων. Στις 21 Μαΐου ο Βενιζέλος παραιτήθηκε, δηλώνοντας δημοσίως πως δεν θα επέστρεφε αν δεν ενισχυόταν η εκτελεστική εξουσία και δεν περιοριζόταν η ελευθεροτυπία. Έτσι, για άλλη μια φορά, ο «κορυφαίος έλληνας πολιτικός τού 20ου αιώνα» αποδείκνυε περίτρανα ότι δεν είχε και πολύ καλές σχέσεις με την δημοκρατία.

Συνέχεια της προηγούμενης παρένθεσης. Στις 6 Ιουνίου 2015 και ενώ περίμενε από τους ξένους να συζητήσουν το ελληνικό πρόβλημα, η κυβέρνηση δεν πλήρωσε την οφειλόμενη δόση στο ΔΝΤ, ζητώντας ομαδοποίηση των οφειλών και πληρωμή στις 30 Ιουνίου. Όμως, ούτε τότε πλήρωσε, ζητώντας και νέα παράταση. Παρά ταύτα, η χώρα δεν κηρύχθηκε επισήμως σε πτώχευση, μιας και κάτι τέτοιο θα έφερνε κατακλυσμιαίες επιπτώσεις σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Κλείνει η παρένθεση, κλείνει και το σημερινό σημείωμα.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 6. Αρωγός εντός και εκτός συνόρων

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την πτώχευση του 1932 μέχρι την κατοχή της χώρας από τις φασιστικές δυνάμεις το 1941, η Τράπεζα της Ελλάδος πιστοποίησε κατ’ επανάληψη τον θεσμικό της ρόλο ως στυλοβάτη τού συστήματος. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου έσπευσε να βοηθήσει στην διάσωση είτε μεμονωμένων επιχειρήσεων είτε της ελληνικής οικονομίας γενικώτερα. Παραδείγματος χάριν:

(α) Μιλήσαμε ήδη για τα 20 εκατομμύρια που διέθεσε η ΤτΕ προκειμένου να εκκαθαριστεί ομαλά η τράπεζα Κοσμαδοπούλου. Η απόφαση γι’ αυτή την βοήθεια λήφθηκε από το Γενικό Συμβούλιο κατά την συνεδρίαση της 17/6/1932, δηλαδή ενάμισυ μήνα μετά την πτώχευση της χώρας. Στην ίδια συνεδρίαση, το Γ.Σ. ενέκρινε και ένα υπέρογκο για την εποχή δάνειο 150 εκατομμυρίων προς την νεοσύστατη Αγροτική Τράπεζα, η οποία αντιμετώπιζε ήδη σοβαρά προβλήματα ρευστότητας.

1932. Η φτώχεια έχει αρχίσει να θερίζει. Σύμφωνα με την τοπική εφημερίδα της Δράμας Λαϊκή Φωνή, μέσα σε έξι μήνες (11/1931-5/1932), οι δραμινοί «σκοτώνουν» στα τέσσερα αργυραμοιβεία της πόλης τους πάνω από 40 οκάδες χρυσαφικά, ο οποίος φυγαδεύεται παράνομα στο εξωτερικό.

(β) Με την οικονομική κατάσταση να χειροτερεύει διαρκώς, τα διαθέσιμα των τραπεζών όλο και λιγόστευαν. Χαρακτηριστικό είναι το ότι τον Σεπτέμβριο του 1935 οι καταθέσεις όλων των τραπεζών στην ΤτΕ έφτασαν τα 160 εκατομμύρια ενώ στην αρχή του χρόνου ξεπερνούσαν τα 1,76 δισ.! Τότε ήταν που η Εθνική Τράπεζα ζήτησε την κατεπείγουσα ενίσχυσή της με 275 εκατομμύρια. Το πρόβλημα της ΕτΕ ήταν τόσο μεγάλο ώστε το αίτημα έγινε αμέσως δεκτό από την Εκτελεστική Επιτροπή, ώστε να μη χαθεί χρόνος μέχρι να συγκληθεί το Γενικό Συμβούλιο.

(γ) Μόλις ο Χίτλερ μπήκε στον Πολωνία και άρχισε κι επίσημα ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο κόσμος έσπευσε στις τράπεζες και άρχισε να αποσύρει τις καταθέσεις του. Οι τράπεζες τα χρειάστηκαν και αντέδρασαν σπασμωδικά με το να εφευρίσκουν διάφορες δικαιολογίες για να εμποδίσουν τους καταθέτες τους να προβαίνουν σε αναλήψεις. Η ΤτΕ επενέβη και ζήτησε από όλες τις τράπεζες να σταματήσουν αυτή την τακτική, υποσχόμενη ότι θα τις βοηθούσε καλύπτοντας οποιοδήποτε κενό ρευστότητας παρουσιαζόταν. Έτσι, περί τα τέλη Αυγούστου 1939, οι τράπεζες σήκωσαν όλα τους τα χρήματα από την ΤτΕ και άρχισαν να ικανοποιούν όλες τις απαιτήσεις των καταθετών τους. Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, οι καταθέτες ηρέμησαν, πείστηκαν ότι τα χρήματά τους δεν κινδυνεύουν και οι καταθέσεις επέστρεψαν στις τράπεζες.

(δ) Παράλληλα, η ΤτΕ προσπάθησε να βοηθήσει με καθε τρόπο τις μεγάλες επιχειρήσεις  που είχαν προβλήματα λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η βοήθεια αυτή δινόταν όχι απλώς με δανεισμό αλλά και με μείωση του επιτοκίου δανεισμού, με προεξοφλήσεις αξιογράφων επί ενεχύρω απαιτήσεων, με κούρεμα των σωρευμένων τόκων κλπ.

Όμως, η Τράπεζα της Ελλάδος δεν έδειχνε συμπαράσταση μόνο στο εγχώριο κεφάλαιο. Όταν στις 17 Μαΐου 1930 ιδρύθηκε η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (ΤΔΔ), ζητήθηκε από την ΤτΕ να συμμετάσχει στο κεφάλαιό της. Η ΤΔΔ απευθυνόταν σε κεντρικές τράπεζες που ενδιαφέρονταν για τον διακανονισμό των χρεών του Α’ ́Παγκοσμίου Πολέμου και των συναφών επανορθώσεων ή είχαν νόμισμα ικανοποιητικής αξίας βάσει των αρχών του κανόνα χρυσού ή κανόνα συναλλάγματος-χρυσού που ίσχυαν. Η ΤτΕ δέχτηκε την πρόσκληση, βλέποντάς την ως πρόκληση να αποκτήσει διεθνή αναγνώριση και επιρροή. Τα ταξίδια των στελεχών της τράπεζας ανά τον κόσμο άρχισαν και οι συμμετοχές τους σε διεθνή συνέδρια όλο και αυξάνονταν.

Με τα πρώτα δείγματα της κρίσης στην Ευρώπη, η ΤτΕ εμφανίστηκε έτοιμη να συνδράμει ξένες τράπεζες που αντιμετώπιζαν προβλήματα. Έτσι, στις 22 Ιουνίου 1931 αποφάσισε να συμμετάσχει στην στήριξη της Εθνικής Τράπεζας της Αυστρίας, σε συνεργασία με την ΤΔΔ. Το ίδιο πρόθυμα δέχτηκε να συμμετάσχει και σε δεύτερο δάνειο προς την ίδια τράπεζα, θέλοντας να δείξει την επιθυμία της να βοηθήσει την ΤΔΔ στο έργο της.

Με την ίδια «διεθνή τραπεζική αλληλεγγύη», η ΤτΕ έσπευσε να βοηθήσει και την Εθνική Τράπεζα της Ουγγαρίας. Μάλιστα δε, τον Ιανουάριο του 1932 και ενώ ο Βενιζέλος γυρνούσε την Ευρώπη ψάχνοντας δανεικά, η ΤτΕ υπέκυψε στις πιέσεις της ΤΔΔ και ανανέωσε τα δάνειά της προς τις τράπεζες και της Αυστρίας και της Ουγγαρίας. Και σαν να μην έφταναν αυτά, τον Νοέμβριο του 1933 η ΤτΕ αποφάσισε να παγώσει για τρία χρόνια την εξόφληση των δανείων τής ουγγρικής τράπεζας (σε χρυσά δολλάρια παρακαλώ!) επειδή θεωρήθηκε πως η εξόφληση δεν ήταν εφικτή «λόγω της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεως της Ουγγαρίας» (σάμπως η κατάσταση της Ελλάδας να ήταν καλύτερη).

Βασιλεία, Ελβετία: Η έδρα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (Bank for International Settlements – BIS)

Ας επιστρέψουμε, όμως, στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ως απόρροια της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης του 1929, όλες οι χώρες του κόσμου άρχισαν να επιβάλλουν περιορισμούς στις εισαγωγές τους (κυρίως αυξάνοντας υπέρογκα  τους δασμούς), προκειμένου να μειώσουν την εκροή συναλλάγματος. Τότε άρχισε να ανθεί το «συμψηφιστικό ή αμοιβαίο εμπόριο», πιο γνωστό ως κλήρινγκ (clearing). Δηλαδή, έστελνε μια χώρα στην άλλη καλαμπόκι και, αντί για συνάλλαγμα, πληρωνόταν με βρώμη. Επειδή, όμως, πάντα υπήρχε μια διαφορά στον λογαριασμό (έστω και μικρή), έπρεπε στο τέλος κάθε συναλλαγής να γίνει εκκαθάριση. Για την τακτοποίηση των εκκαθαρίσεων από κλήρινγκ, η ευθύνη ανατέθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος. Αλλά για το κλήρινγκ θα πούμε περισσότερα αύριο.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 7. Το clearing της δεκαετίας του ’30

Λέγαμε χτες ότι μετά την διεθνή κεφαλαιακή κρίση τού 1929 άνθισε το clearing (κλήρινγκ), δηλαδή το αμοιβαίο ή συμψηφιστικό εμπόριο και ότι η Τράπεζα της Ελλάδος ανέλαβε την υποχρέωση των σχετικών εκκαθαρίσεων. Αν και θα μπορούσαμε να πούμε πολλά πάνω σ’ αυτό το θέμα, στα στενά και περιορισμένα πλαίσια ενός ιστολογικού σημειώματος θα επικεντρωθούμε στο ελληνογερμανικό κλήρινγκ.

Μπορεί σήμερα να ηχεί παράξενα στ’ αφτιά μας αλλά εκείνη την εποχή το ελληνογερμανικό κλήρινγκ άφηνε σταθερά υπόλοιπο υπέρ της Ελλάδας. Με απλά λόγια, δηλαδή, κάναμε περισσότερες εξαγωγές στην Γερμανία από εισαγωγές. Το φαινόμενο έχει λογική εξήγηση: η Γερμανία βρίσκεται σε περίοδο ανασυγκρότησης από τις καταστροφές τού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ενώ, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, έρριξε βάρος στην παραγωγή πολεμικού υλικού. Και για να το πούμε λαϊκά, ενώ εμείς είχαμε να στείλουμε στους γερμανούς καπνό, βαμβάκι, σταφίδα, κρασί, λάδι κλπ, δεν υπήρχαν πολλά πράγματα να πάρουμε απ’ αυτούς. Έτσι, μέχρι το 1936, είχε μαζευτεί ένα ποσό κάπου 32 εκατ. μάρκα (1,28 δισ. δραχμές) για εκκαθάριση υπέρ της Ελλάδας.

Βερολίνο, 5/5/1934: Ο διοικητής της Ράιχσμπανκ Χγιάλμαρ Σαχτ περπατά καμαρωτός δίπλα στον Αδόλφο Χίτλερ

Επειδή, όμως, κλήρινγκ σημαίνει ανταλλαγή προϊόντων, έπρεπε κάτι να βρεθεί να ψωνίσουμε κι εμείς. Με την μεσολάβηση της Τράπεζας της Ελλάδος, βρέθηκε. Πέντε εκατομμύρια μάρκα πήγαν στην Ελληνική Τηλεφωνική Εταιρεία και κάπου τόσα ακόμη στους Ελληνικούς Σιδηροδρόμους ενώ η ΤτΕ κατάφερε να πάρουμε και τέσσερα εκατομμύρια μάρκα σε μετρητό. Είναι η εποχή που το ελληνικό δημόσιο ανακαλύπτει τα καλά τής Ζήμενς, της Bosch, της Agfa και της Telefunken.

Παρ’ όλα αυτά, το υπόλοιπο υπέρ της Ελλάδας όλο και διευρύνεται. Το κακό ήταν πως η ΤτΕ πλήρωνε κανονικά όσους έκαναν εξαγωγές στην Γερμανία και περίμενε να πάρει τα λεφτά της όταν θα αποφάσιζε η Ράιχσμπανκ να πληρώσει. Ουσιαστικά, δηλαδή, η ΤτΕ χρηματοδοτούσε άτοκα τις ελληνικές εξαγωγές, αντίθετα με ό,τι έκαναν όλες οι άλλες χώρες που άφηναν τους εξαγωγείς να περιμένουν πότε θα πληρωθούν. Κάπου εκεί, η ΤτΕ άρχισε να ανησυχεί, καθώς τα κεφάλαιά της βρίσκονταν στον αέρα, ακάλυπτα από εγγυήσεις. Αν η Ράιχσμπανκ δεν πλήρωνε; Προκειμένου να βρεθεί λύση στο πρόβλημα, πρότεινε στο κράτος να του πουλήσει 15 εκατ. μάρκα (από εκείνα που της χρώσταγε η Ράιχσμπανκ), τα οποία το κράτος θα μπορούσε να τα πατσίσει με αγορά πολεμικού υλικού. Όμως η κυβέρνηση είχε τόσα στενέματα ώστε δίσταζε να πάρει τέτοια απόφαση.

Σ’ αυτό το σημείο, ίσως να αναρωτιέστε γιατί επιμέναμε στο κλήρινγκ με τους γερμανούς αφού δεν παίρναμε τα λεφτά μας. Η απάντηση είναι απλή: λόγω υψηλού ποσοστού κέρδους! Προσέξτε:

Οι γερμανοί αγόραζαν σχεδόν ό,τι είχαμε για πούλημα, επειδή στην συνέχεια το μοσχοπούλαγαν στην Ιταλία, η οποία είχε μπόλικο χρήμα (ας είναι καλά οι αποικίες). Οι έλληνες εξαγωγείς αντιλήφθηκαν την πρεμούρα των γερμανών και διατηρούσαν τις τιμές των προϊόντων τους ψηλά. Αυτό είχε μεν ως αντίκτυπο να χαθούν όλες οι αγορές που γίνονταν με ζεστό συνάλλαγμα αλλά το αφτί των ελλήνων εξαγωγέων δεν είχαν κανέναν λόγο να ιδρώσει εφ’ όσον έπαιρναν τα λεφτά τους από την ΤτΕ αμέσως. Έτσι, η Γερμανία έφτασε να μονοπωλεί σχεδόν τις εξαγωγές μας. Κι όσο οι γερμανοί αγόραζαν δίχως πολλά παζάρια, τόσο οι έλληνες ανέβαζαν τις τιμές και τόσο αυξανόταν το υπόλοιπο στην Ράιχσμπανκ.

Βέβαια, όλα αυτά δεν τα βλέπαμε μόνο εμείς. Τα έβλεπαν και οι γερμανοί και σκέφτηκαν να τα εκμεταλλευτούν. Γι’ αυτό και το καλοκαίρι τού 1936, λίγο πριν την κήρυξη της δικτατορίας από τον Μεταξά, ήρθε στην Ελλάδα για επίσημη επίσκεψη ο διοικητής τής Ράιχσμπανκ Χγιάλμαρ Σαχτ(*), μια επίσκεψη που την ανταποδώσαμε λίγες μέρες αργότερα. Στην κορυφή τής ατζέντας των συζητήσεων σ’ αυτές τις επισκέψεις ήταν η εκ μέρους της Ελλάδος προμήθεια πολεμικού και τεχνολογικού υλικού από την Γερμανία, στα πλαίσια του κλήρινγκ. Τελικά, οι διοικητές των δυο τραπεζών συμφώνησαν στην χορήγηση γερμανικών πιστώσεων 30 εκατ. μάρκων για την προμήθεια τέτοιου υλικού. Καλό ποσό, αν υπολογίσουμε ότι το υπόλοιπο από το κλήρινγκ ήταν 32 εκατομμύρια.

Μπορεί στην Τράπεζα της Ελλάδος πολλοί να αισθάνθηκαν ανακούφιση μ’ αυτή την συμφωνία αλλά κάποιοι άλλοι ανησύχησαν. Αυτοί ήταν οι άγγλοι, οι οποίοι είχαν κάθε λόγο να στενοχωριούνται βλέποντας την Ελλάδα να προσκολλάται όλο και περισσότερο στην Γερμανία. Αμέσως, λοιπόν, άρχισαν τα καλοπιάσματα, με αποκορύφωμα την πρόσκληση που απηύθυναν το 1938 στον διοικητή τής ΤτΕ Κυριάκο Βαρβαρέσσο να επισκεφθεί το Λονδίνο. Φυσικά, ο Βαρβαρέσσος αποδέχθηκε την πρόσκληση και έμεινε με το στόμα ανοιχτό από την εγκαρδιότητα με την οποία τον υποδέχθηκαν οι διάφοροι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες με τους οποίους συναντήθηκε. Είναι χαρακτηριστικό ότι, επιστρέφοντας, δήλωσε περιχαρής πως «δεν θα βραδύνη να εκδηλωθή στροφή τής αγγλικής εμπορικής πολιτικής υπέρ της Ελλάδος».

Οι αρχιτραπεζίτες της Γερμανίας Χγιάλμαρ Σαχτ (αριστερά) και της Αγγλίας βαρώνος Μόνταγκιου Νόρμαν (δεξιά)

Αν σας παραξενεύει το γεγονός ότι τέτοια θέματα συζητιούνται και αποφασίζονται από διοικητές τραπεζών κι όχι από πρωθυπουργούς ή έστω υπουργούς, δεν σας αδικώ. Μάλιστα δε, για να σας ιντριγκάρω περισσότερο, θα προσθέσω ότι στις αρχές τού 1940 ο Βαρβαρέσσος ξαναπήγε στο Λονδίνο για να συζητήσει με τους ομολογιούχους του ελληνικού χρέους. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση που εκδόθηκε μετά το ταξίδι του, οι διαπραγματεύσεις «διεξήχθησαν εν φιλικωτάτη ατμοσφαίρα και εν πνεύματι αμοιβαίας κατανοήσεως», ο δε Βαρβαρέσσος «θεωρεί ως ιδιαιτέρως ευχάριστον γεγονός την επελθούσαν ρύθμισιν του δημοσίου χρέους».

Έτσι γινόταν τότε: οι διοικητές των τραπεζών υποκαθιστούσαν την πολιτική εξουσία. Μερικές δεκαετίες αργότερα, θα σημειώναμε πρόοδο: οι διοικητές των τραπεζών θα γίνονταν πρωθυπουργοί.

—————————————–
(*) Την περίοδο 1934-1937 ο Σαχτ διετέλεσε και υπουργός οικονομικών των ναζί. Μετά τον πόλεμο, δικάστηκε στην Νυρεμβέργη όπου αθωώθηκε με παρέμβαση των άγγλων, παρά την επιμονή των σοβιετικών να καταδικαστεί. Ο Σαχτ ξαναδικάστηκε το 1948 από δικαστήριο της Δυτικής Γερμανίας και καταδικάστηκε σε οχτώ χρόνια καταναγκαστικά έργα αλλά αφέθηκε και πάλι ελεύθερος. Το 1950 συνελήφθη και προσήχθη και πάλι σε δίκη ως ναζί αλλά αυτή την φορά αθωώθηκε οριστικά. Το 1953 ίδρυσε δική του τράπεζα. Πέθανε στα 93 του το 1970, έχοντας προλάβει να διατελέσει σύμβουλος επί οικονομικών θεμάτων σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 8. Η υπόθεση Παπαστράτου

Ως πρώτος διοικητής τής Τράπεζας της Ελλάδος διορίστηκε στις 21/4/1928 ο μέχρι τότε διοικητής τής Εθνικής Τράπεζας Αλέξανδρος Διομήδης. Παρ’ ότι ο Διομήδης στήριξε όσο μπορούσε τα συμφέροντα της Εθνικής κατά την «αποψίλωσή» τους προς όφελος της νεοϊδρυόμενης ΤτΕ, ο Βενιζέλος δεν δίστασε να τον επιλέξει ως πρώτο διοικητή. Άλλωστε, η γνωριμία και η σχέση των δυο ανδρών κρατούσε σχεδόν είκοσι χρόνια (*).

Όταν ξέσπασε η μεγάλη κρίση του 1929, ο Διομήδης έκανε ό,τι μπορούσε για να στηρίξει την πολιτική της σκληρής δραχμής που ακολουθούσε ο Βενιζέλος, αν και επανειλημμένα είχε διατυπώσει σοβαρές επιφυλάξεις για την ορθότητά της (όπως και πολλοί άλλοι επιφανείς οικονομολόγοι της εποχής). Έτσι, το 1930, ο Διομήδης πήρε την απόφαση να ρευστοποιήσει ράβδους χρυσού αξίας σχεδόν ενός εκατομμυρίου στερλινών. Η επίσημη θέση γι’ αυτή την ενέργεια ήταν ότι η Τράπεζα της Ελλάδος είχε ανάγκη επαρκούς συναλλάγματος προκειμένου να ασκεί αποτελεσματική παρεμβατική πολιτική στις αγορές. Στην ουσία, όμως, επρόκειτο για ενέργεια που στήριζε καταφανώς την πολιτική τής κυβέρνησης. Δυστυχώς για τον Διομήδη, πριν περάσει πολύς καιρός απεδείχθη ότι η επιλογή του ήταν εξαιρετικά επιζήμια για την τράπεζα, καθώς η λίρα άρχισε να υποτιμάται. Η ζημιά ολοκληρώθηκε όταν λίγους μήνες αργότερα η αγγλική λίρα εγκατέλειψε τον κανόνα του χρυσού. Ο Βενιζέλος έχασε την εμπιστοσύνη του προς τον Διομήδη, οι σχέσεις των δυο ανδρών διαταράχθηκαν και ο πρωθυπουργός αναζητούσε πλέον μια αφορμή για να απομακρύνει τον Διομήδη από την θέση τού διοικητού, χωρίς όμως να ξεσπάσει σάλος.

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας Ελεύθερον Βήμα (6/2/1922). Μεταξύ των ιδρυτών (πάνω δεξιά) ο Αλ. Διομήδης.

Στο μεταξύ, τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο και ο Σεπτέμβρης τού 1931 μπήκε στραβά. Τα απόνερα από την αποδέσμευση της στερλίνας άρχισαν να φτάνουν στην Ελλάδα και να σπέρνουν έναν πανικό που συνεχώς μεγάλωνε. Για να συγκρατήσει την πτώση της δραχμής, η ΤτΕ αύξησε το προεξοφλητικό επιτόκιο από 9% σε 12%, ενέργεια που μάλλον ήταν αψυχολόγητη αφού ενέτεινε τον πανικό (**). Στις 19 του μηνός, έκλεισε το χρηματιστήριο για να αποφευχθούν ακόμη χειρότερες εξελίξεις. Όλα έδειχναν ότι η πολιτική νομισματικής σταθερότητας στην οποία επέμενε η κυβέρνηση, ήταν εσφαλμένη. Και στις 24 εκείνου του Σεπτέμβρη ο Βενιζέλος βρήκε την αφορμή που έψαχνε για να απομακρύνει τον Διομήδη.

Εκείνη την ημέρα επισκέφθηκε το γραφείο τού διοικητή της ΤτΕ ο γνωστός καπνοβιομήχανος Ευάγγελος Παπαστράτος, ζητώντας από τον Διομήδη να του πουλήσει αυτούσιο χρυσό αξίας δέκα εκατομμυρίων δραχμών. Ο Διομήδης απάντησε ότι η τράπεζα δεν πωλεί αυτούσιο χρυσό. Επειδή ο Παπαστράτος επέμενε, ο Διομήδης του εξήγησε ότι αν θέλει χρυσό, πρέπει να πάει στις ΗΠΑ, στην Γαλλία ή σε όποια άλλη χώρα επιτρέπεται η εξαγωγή χρυσού και να αγοράσει όσο θέλει. Ο Παπαστράτος έφυγε χολωμένος, λέγοντας ότι θα επέστρεφε για να αγοράσει γαλλικά φράγκα (χωρίς να ξεκαθαρίσει αν με αυτό το συνάλλαγμα θα επεδίωκε να αγοράσει χρυσό).

Την επόμενη μέρα και ενώ ο Διομήδης συμμετείχε σε σύσκεψη στο σπίτι τού Βενιζέλου, ο Παπαστράτος ξαναπήγε στην ΤτΕ, ζητώντας να του πουλήσουν γαλλικό συνάλλαγμα αξίας 23 εκατ. δραχμών. Όταν οι υπάλληλοι, λόγω του ποσού, τόλμησαν να προβάλλουν αντιρρήσεις, ο Παπαστράτος άρχισε να φωνάζει ότι έχει σχετική άδεια από τον διοικητή. Μπροστά στον μαινόμενο μεγαλοβιομήχανο, οι υπάλληλοι υπέκυψαν και ικανοποίησαν το αίτημά του, χωρίς προηγουμένως να επικοινωνήσουν με τον Διομήδη. Το περιστατικό διέρρευσε αμέσως και ξέσπασε σάλος. Σε μια περίοδο που η χώρα καιγόταν για συνάλλαγμα, ο διοικητής της ΤτΕ πούλησε στον Παπαστράτο συνάλλαγμα αξίας 23 εκατομμυρίων; Σκάνδαλο ολκής! Μόνο που ο φουκαράς ο Διομήδης δεν είχε ιδέα για όλα αυτά και, πολύ περισσότερο, δεν είχε δώσει ποτέ στον Παπαστράτο οποιαδήποτε άδεια ή έγκριση για κάτι τέτοιο.

Τί κι αν ο Διομήδης φώναζε πως δεν είχε σχέση με όλα αυτά; Τί κι αν έστειλε επιστολή στον Βενιζέλο εξηγώντας του τις λεπτομέρειες τις υπόθεσης; Τί κι αν υπενθύμισε στον πρωθυπουργό ότι επισήμως δεν υπήρχε κανένας περιορισμός στην πώληση συναλλάγματος; Ο Βενιζέλος είχε βρει την αφορμή που ζητούσε. Έστειλε, λοιπόν, μια επιστολή στον διοικητή της ΤτΕ σε εξαιρετικά οργισμένο ύφος, διατυπώνοντας ευθέως μομφή κατά του προσώπου του. Ο Διομήδης κατάλαβε ότι το παιχνίδι είχε λήξει εις βάρος του. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1931, ο διοικητής της ΤτΕ υπέβαλε στο Γενικό Συμβούλιο της τράπεζας δήλωση παραίτησής του «δι’ αυστηρώς λόγους υγείας». Έναν μήνα αργότερα, ο Βενιζέλος θα τοποθετούσε στην θέση του τον Εμμανουήλ Τσουδερό.

Εντελώς συμπτωματικά (;), την ώρα που ο Παπαστράτος αγόραζε το συνάλλαγμα, η σύσκεψη στο σπίτι τού Βενιζέλου κατέληγε στην λήψη μέτρων για την προστασία του εθνικού νομίσματος από την εις βάρος του κερδοσκοπία, κάτι που ζητούσε επίμονα ο Διομήδης από την ημέρα που η στερλίνα αποδεσμεύθηκε από τον κανόνα του χρυσού. Εντελώς συμπτωματικά και πάλι, την ημέρα που ο διοικητής τής ΤτΕ υπέβαλε την παραίτησή του, ψηφίστηκε αναγκαστικός νόμος για την προστασία τής δραχμής.

Δυο επιστολές τού Αλ. Διομήδη προς τον Ελ. Βενιζέλο (***). Αριστερά, οι εξηγήσεις για την συνάντησή του με τον Παπαστράτο (26/9/1931). Δεξιά, η γνωστοποίηση της παραίτησής του (28/9/1931). [κλικ για μεγέθυνση]

 

Τί συνέβη πραγματικά εκείνες τις ημέρες; Πώς έπιασε ξαφνικά η λύσσα τον Παπαστράτο (****) για χρυσό; Μήπως ήξερε ότι λίγες μέρες αργότερα θα ψηφιζόταν νόμος που θα περιόριζε ή και δεν θα επέτρεπε τέτοιες συναλλαγές; Πού βρήκε το θράσος να ισχυριστεί ενώπιον των υπαλλήλων τής τράπεζας ότι είχε την έγκριση του διοικητή; Πώς ήταν σίγουρος ότι δεν θα εμφανιζόταν ξαφνικά ο Διομήδης, να τον κάνει ρεζίλι; Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα. Το πιθανώτερο, όμως, είναι πως το όλο επεισόδιο ήταν στημένο, κάτι που εμμέσως πλην σαφώς αφήνει ο ίδιος ο Διομήδης να διαφανεί στις επιστολές που έστειλε στον Βενιζέλο, με έκδηλο το παράπονο ότι ο πρωθυπουργός αμφισβήτησε την ηθική του ακεραιότητα. Οι σχέσεις των δυο ανδρών δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ.

——————————————-
(*) Ο Αλέξανδρος Διομήδης από το 1910 μέχρι το 1918 εκλεγόταν βουλευτής Σπετσών με το κόμμα των Φιλελευθέρων, το 1912 ανέλαβε υπουργός οικονομικών και κατόπιν δικαιοσύνης και εξωτερικών στην πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου, το 1918 διορίστηκε συνδιοικητής και το 1922 μόνος διοικητής της Εθνικής Τράπεζας. Σημειωτέον ότι το 1922 ήταν εκ των ιδρυτών της φιλοβενιζελικής εφημερίδας «Ελεύθερον Βήμα» (μαζί με τον Δημ. Λαμπράκη, τον Εμμ. Τσουδερό κ.ά.).

(**) Έναν μήνα αργότερα, η ΤτΕ ανακάλεσε την απόφασή της και επανέφερε το προεξοφλητικό επιτόκιο στα προηγούμενα επίπεδα.

(***) Από το ψηφιοποιημένο αρχείο τού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος».

(****) Ίσως στο μέλλον πούμε σε τούτο το ιστολόγιο δυο λόγια για τους Παπαστράτους. Πρέπει να έχουν ενδιαφέρον δυο λεπτομέρειες: (α) Το 1933, εν μέσω διεθνούς ύφεσης και ενώ ο Χίτλερ ανεβαίνει στην εξουσία, οι Παπαστράτοι φτιάχνουν αμιγώς δικό τους εργοστάσιο τσιγάρων στο Βερολίνο και (β) στην διοίκηση της εταιρείας συμμετέχουν γόνοι της οικογένειας Γκέρτσου, όνομα που θυμόμαστε από την εμπλοκή του στην υπόθεση Μέρτενς. Θα το ψάξουμε και θα δούμε.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 9. Η περίοδος Τσουδερού

Είπαμε χτες ότι τον παραιτηθέντα Διομήδη διαδέχτηκε ο Εμμανουήλ Τσουδερός. Όπως ο προκάτοχός του, έτσι κι ο Τσουδερός ήταν παλιά καραβάνα των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου. Όταν ο Διομήδης ήταν διοικητής τής Εθνικής Τράπεζας, ο Τσουδερός ήταν υποδιοικητής του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι δυο άνδρες κουμαντάριζαν τα ίδια μυαλά. Σε αντίθεση με τον Διομήδη, ο οποίος ήταν χαμηλών τόνων, ο Τσουδερός ήταν αυτό που λέει ο λαός «ζουλάπι» και είχε πολλές αντιπάθειες. Ο τότε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας Ιωάννης Δροσόπουλος δεν δίστασε να χαρακτηρίσει την εκλογή Τσουδερού ως «εθνική συμφορά» ενώ η εφημερίδα Εστία απευθύνθηκε στους μετόχους της ΤτΕ ως εξής: «Εάν καταψηφίσετε τον Τσουδερόν, θα σώσετε το υπόλοιπον της περιουσίας σας, την δραχμήν και την κυβέρνησιν Βενιζέλου από μίαν δεινήν περιπέτειαν, την οποίαν ούτε οι χειρότεροι εχθροί της θα ήτο δυνατόν να επινοήσουν»!

1952, κυβέρνηση Συναγερμού: Ο Τσουδερός, ως υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου, πλάι στον Αλέξ. Παπάγο (δεξιά). Δίπλα του, με την σειρά: Παν.Κανελλόπουλος, Σπ.Μαρκεζίνης, Στέφ.Στεφανόπουλος, Κων.Καραμανλής κ.ά.

Ο Τσουδερός ήταν οπαδός τής ελευθερίας των αγορών και δεν έβλεπε με καλό μάτι τοιν προστατευτισμό. Θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει ως «πρώιμο νεοφιλελεύθερο», αν δεν έβαζε μόνος του νερό στο κρασί του ισχυριζόμενος ότι η συγκεκριμένη χρονική περίοδος δεν ήταν «προσήκουσα δια την αντικατάστασιν του κοινωνικού καθεστώτος της πολιτικής οικονομίας». Κατά τον Τσουδερό, το πρόβλημα της Ελλάδας ήταν ότι οι έλληνες πρώτα μάζευαν λεφτά και μετά έψαχναν πού θα τα ξοδέψουν. Πίστευε, δηλαδή, πως η αντιστροφή τού σχήματος «η προσφορά γεννάει την ζήτηση» σε «η ζήτηση γεννάει την προσφορά», λειτουργούσε ανασταλτικά στην ανάπτυξη της χώρας

Αν αυτά ακούγονται μάλλον ως θεωρητικά, στην πράξη ο Τσουδερός διατεινόταν ότι οι πολίτες δεν έπρεπε να τα περιμένουν όλα από το κράτος. Κατ’ επέκταση, το κράτος έπρεπε να μειώσει την σημασία που έδινε στην κοινωνική πολιτική και να εμπιστευτεί το κεφάλαιο, φροντίζοντας απλώς να επιτηρεί την κατάσταση προς αποφυγή ακροτήτων.

Το πόσο «ζουλάπι» ήταν ο Τσουδερός αποδεικνύεται περίτρανα από μια χαρακτηριστική επιλογή που έκανε ως διοικητής στα όρια της νομιμότητας. Διαπιστώνοντας ότι τα συναλλαγματικά αποθέματα της ΤτΕ ελαττώνονταν επικίνδυνα, διάλεξε έναν μαφιόζικο στην σύλληψή του τρόπο για να τα αυξήσει: θα αγόραζε συνάλλαγμα στην ελεύθερη αγορά!

Το σχέδιο ήταν απλό και γι’ αυτό μεγαλοφυές. Πρώτα-πρώτα, ο Τσουδερός ήρθε σε επαφή με κάποιους χρηματιστές τους οποίους εμπιστευόταν. Αυτοί πήγαιναν κάθε πρωί στην ΤτΕ, έπαιρναν μεγάλα ποσά σε δραχμές κι ύστερα ξαμολιούνταν στην αγορά και αγόραζαν συνάλλαγμα, έχοντας την έγκριση του Τσουδερού να πληρώνουν ελαφρά αυξημένη τιμή σε σχέση με την επίσημη τιμή συναλλάγματος της τράπεζας. Το μεσημέρι παρέδιδαν στην ΤτΕ όσο συνάλλαγμα είχαν μαζέψει από τους ιδιώτες και έπαιρναν την προμήθειά τους. Η ιστορία αυτή κράτησε μέχρι τα τέλη του 1933 και απέφερε στο ταμείο τής ΤτΕ πολλά εκατομμύρια σε συνάλλαγμα.

Το 1932 ανέλαβε το υπουργείο οικονομικών ο σύμβουλος της ΤτΕ (και αργότερα διοικητής της) Κυριάκος Βαρβαρέσος. Σε αγαστή συνεργασία με τον Τσουδερό, ο Βαρβαρέσος πέρασε δυο νομοθετήματα που έκαναν πάταγο. Με το ένα (δεύτερο χρονικά), δραχμοποίησε όλες τις υποχρεώσεις τής χώρας οι οποίες ήσαν διατυπωμένες σε χρυσό ή σε συνάλλαγμα. Αυτό σήμαινε πολύ απλά ότι το φαγοπότι των κερδοσκόπων ελάμβανε τέλος. Όπως είναι φυσικό, ξέσπασε σάλος, το μέγεθος του οποίου γίνεται εύκολα αντιληπτό αν σημειώσουμε ότι το 34% των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες ήταν σε συνάλλαγμα και χρυσό. Οι θιγόμενοι προσέφυγαν στην δικαιοσύνη αλλά δεν κατάφεραν τίποτε. Με αξιοζήλευτη ειρωνεία, ο Τσουδερός «κούρδιζε» τους διαμαρτυρόμενους, χαρακτηρίζοντας τις καταθέσεις σε δραχμές ως «απολύτως συμπαθείς» επειδή είχαν υποστεί όλες τις ταλαιπωρίες του εθνικού νομίσματος. Δεν δίστασε δε να κατηγορήσει τους καταθέτες συναλλάγματος ότι «διέφυγαν εκάστοτε πάσας ταύτας τας εθνικάς συμφοράς» και ως εκ τούτου έπρεπε να συμβάλλουν και αυτοί στην ανόρθωση της χώρας.

Όμως το πιο προκλητικό μέτρο που πήρε ο Βαρβαρέσος (πάντοτε σε συνεννόηση με τον Τσουδερό) ήταν το πρώτο: η αναγκαστική μετατροπή των δολλαριακών λογαριασμών σε δραχμικούς και, μάλιστα, με κούρεμα: ενώ η τρέχουσα ισοτιμία του δολλαρίου ήταν 145 δραχμές, η μετατροπή έγινε προς 100 δραχμές! Προκλήθηκε σεισμός αλλά ούτε του Βαρβαρέσου ούτε του Τσουδερού ίδρωσαν τ’ αφτιά. Σε μια μνημειώδη αγόρευσή του στην βουλή, ο Βαρβαρέσος, αφού έκανε διάκριση της αγοράς συναλλάγματος για πραγματικές ανάγκες από εκείνη που γίνεται για κερδοσκοπία, τόνισε ότι το συνάλλαγμα «δεν είναι επιτετραμμένον να γίνεται αντικείμενον ιδιωτικής εκμεταλλεύσεως», συμπλήρωσε ότι «όποιος έχει εις τας χείρας του νόμισμα διεθνούς αξίας δεν είναι δυνατόν να μην έχη υποχρέωσιν να συμβάλλη εις την γενικωτέραν πολιτικήν τού κράτους που τον ωφελεί» και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, για τους κατόχους συναλλάγματος, «είναι κοινωνικώς δίκαιον να τους επιβληθή υποχρέωσις να συνεισφέρουν και αυτοί».

Από την μετατροπή αυτή, η Τράπεζα της Ελλάδος εξοικονόμησε περίπου τριακόσια εκατομμύρια ενώ από την δραχμοποίηση των καταθέσεων σε χρυσό κέρδισε πάνω από ένα δισεκατομμύριο. Στην κατηγορία ότι με αυτόν τρόπο πήρε τα λεφτά από τον κόσμο και τα έδωσε στην τράπεζα, ο Βαρβαρέσος απάντησε ότι αυτά τα χρήματα θα βοηθούσαν την ανόρθωση της εθνικής οικονομίας ενώ εκείνοι που φώναζαν πως ζημιώθηκαν, είχαν ήδη ωφεληθεί στο πολλαπλάσιο μέχρι τότε.

Παρένθεση. Κάποιοι αναλυτές κατηγόρησαν τον Βαρβαρέσο και τον Τσουδερό για αυθαιρεσία και πρότειναν ως πλέον ενδεδειγμένη λύση την φορολόγηση του υπερτιμήματος που απολάμβαναν οι κάτοχοι συναλλάγματος. Θεωρητικά, έχουν δίκιο. Στην πράξη, όμως, οποιαδήποτε προσπάθεια για φορολόγηση θα έβαζε σε κίνηση έναν μηχανισμό εξαγωγής συναλλάγματος, οπότε η κυβέρνηση θα έπρεπε πάλι να «αυθαιρετήσει» προκειμένου να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Κλείνει η παρένθεση.

Λονδίνο, 24/1/1946: Ο Τσουδερός (αριστερά), ως αντιπρόεδρος και υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης Σοφούλη, υπογράφει την «Αγγλοελληνική Οικονομική Συμφωνία» με τον άγγλο υπουργό εξωτερικών Έρνεστ Μπέβιν.

Ο Τσουδερός συνέχισε την πολιτική συγκέντρωσης συναλλάγματος και, παράλληλα, εγκαινίασε τις γνωστές Ετήσιες Εκθέσεις, με τις οποίες έκανε επίσημα υποδείξεις προς την κυβέρνηση. Στην έκθεση για το 1935, λόγου χάρη, συνέστησε την αύξηση της απόδοσης των άμεσων φόρων. Την επόμενη χρονιά ζήτησε από τους βιομήχανους να συγκρατήσουν τις τιμές των προϊόντων τους ελέγχοντας την ορθότητα της κοστολόγησής τους. Το 1937 επέστησε την προσοχή του κράτους στον έλεγχο των εισαγωγών και το 1938 πρότεινε να γίνει πιο ελαστική η κυκλοφορία τού χρήματος.

Αυτή ήταν και η τελευταία έκθεση του Τσουδερού. Στα χέρια του Μεταξά έπεσαν επιστολές που απεδείκνυαν ότι ο διοικητής της ΤτΕ είχε επαφές με κύκλους που ετοίμαζαν αντιδικτατορικό κίνημα. Στις 10 Ιουλίου 1939 ο Μεταξάς κάλεσε τον Τσουδερό στο γραφείο του, του έδειξε τις επιστολές και ο Τσουδερός παραδέχθηκε τα πάντα ζητώντας την επιείκεια του δικτάτορα. Υπέγραψε επί τόπου την παραίτησή του και εκτοπίστηκε στην Σύρο. Στην θέση του τοποθετήθηκε ο μέχρι τότε διοικητής τής Εθνικής Τράπεζας Ιωάννης Δροσόπουλος, ο οποίος όμως πέθανε ξαφνικά 17 ημέρες αργότερα. Είχε φτάσει πλέον η σειρά του Κυριάκου Βαρβαρέσου να αναλάβει το πηδάλιο της τράπεζας..

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 10. Η περίοδος της κατοχής

Το ξέσπασμα του πολέμου δεν φάνηκε να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην ελληνική οικονομία. Τα φαινόμενα πανικού ήσαν εξαιρετικά περιορισμένα και οι -αναμενόμενες- αναταράξεις που εμφανίστηκαν (κυρίως αύξηση κυκλοφορίας του νομίσματος), οφείλονταν στις αυξημένες δαπάνες του δημοσίου λόγω αλλαγής προσανατολισμού τής οικονομίας από ειρηνική σε πολεμική.

Λίγο πριν οι γερμανοί μπουν στην Αθήνα, ο Βαρβαρέσος φρόντισε να αδειάσει την Τράπεζα της Ελλάδος από τα αποθέματά της σε συνάλλαγμα και χρυσό (610.796,431 ουγγιές και σημειώστε αυτή την ποσότητα), μεταφέροντάς τα αρχικά στο Ηράκλειο. Από εκεί, ο θησαυρός ταξίδεψε στην Αλεξάνδρεια με το αγγλικό καταδρομικό Διδώ και κατόπιν, με άλλο αγγλικό πλοίο, έφτασε στο Ντέρμπαν της Νότιας Αφρικής για να καταλήξει σιδηροδρομικώς στην Πραιτώρια. Η διοίκηση της τράπεζας εγκαταστάθηκε προσωρινά στο Κέηπ Τάουν αλλά, τελικά, μεταφέρθηκε στο Λονδίνο, όπου εγκαταστάθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1941.

29/9/1916: Η κυβέρνηση «Εθνικής Αμύνης». Στην πρώτη σειρά, η τριανδρία Παύλος Κουντουριώτης, Ελευθέριος Βενιζέλος και Παναγιώτης Δαγκλής. Με κόκκινο κύκλο σημαίνεται ο Μιλτιάδης Νεγρεπόντης.

Πίσω, στην Ελλάδα, οι κατοχικές δυνάμεις έσπερναν την καταστροφή. Στην αρχή, επέβαλαν το δικό τους νόμισμα η καθεμιά: οι γερμανοί το κατοχικό μάρκο, οι βούλγαροι το λέβα και οι ιταλοί την μεσογειακή δραχμή. Επικράτησε τέτοιο κομφούζιο ώστε, πριν περάσουν τρεις μήνες, η δραχμή ξαναμπήκε σε αναγκαστική κυκλοφορία. Στο μεταξύ, η κατοχική κυβέρνηση απέλυσε «λόγω αδικαιολογήτου απουσίας» τον διοικητή και τον υποδιοικητή τής ΤτΕ Κυριάκο Βαρβαρέσο και Γιώργο Μαντζαβίνο, τοποθετώντας διαδοχικά τους Μιλτιάδη Νεγρεπόντη, Δημήτρη Σάντη και Θεόδωρο Τουρκοβασίλη (*).

Είναι προφανές ότι οι διορισμένοι επί κατοχής διοικητές δεν είχαν την παραμικρή ισχύ αφού δεν ήσαν παρά αχυράνθρωποι των κατακτητών. Οι κατοχικές δυνάμεις δήωναν, άρπαζαν και γενικά έκαναν ό,τι ήθελαν. Η δραχμή έγινε έρμαιο των ορέξεών τους, με αποτέλεσμα η κυκλοφορία της να αυξηθεί μέχρι τον Ιανουάριο του 1944 κατά 36.000%. Ενώ το 1940 κυκλοφορούσαν περίπου 11 δισ. δραχμές, στις 31/12/1944 κυκλοφορούσαν πάνω από εξακόσια πεντάκις εκατομμύρια. Παράλληλα, η τιμή τής χρυσής λίρας έφτασε από τις χίλιες δραχμές στο ενάμισυ δισεκατομμύριο.

Τυπικά, η ΤτΕ εξακολούθησε να εκτελεί καθήκοντα ταμία του κράτους και κατά την διάρκεια της κατοχής αλλά το μόνο που έκανε ουσιαστικά ήταν να εξυπηρετεί τις ανάγκες των κατακτητών. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κατοχικές αρχές επέβαλαν στην ΤτΕ (παρά τις αντιρρήσεις που τόλμησαν να προβάλουν οι διοικούντες) την αφειδή χρηματοδότηση της Αγροτικής Τράπεζας, δήθεν για στήριξη της εθνικής παραγωγής. Φυσικά, κάθε άλλο παρά για την σίτιση του λαού ενδιαφέρονταν.

Από το 1941, ιταλοί και γερμανοί τοποθέτησαν στην ΤτΕ δικούς τους επιτρόπους, οι οποίοι είχαν δικαίωμα όχι απλώς να ελέγχουν τα πάντα αλλά και να συμμετέχουν στις γενικές συνελεύσεις και στις συνεδριάσεις του γενικού συμβουλίου ενώ η διοίκηση της τράπεζας ήταν υποχρεωμένη να τους υποβάλει μηνιαία αναφορά.

Από δω και πέρα, εκλείπει κάθε σοβαρότητα και τα πάντα θυμίζουν κακόγουστη κωμωδία. Τον Νοέμβριο του 1942, η ΤτΕ εκδίδει τετράμηνα γραμμάτια για να πληρώσει τους αγρότες, με την ελπίδα ότι στην λήξη τους θα καλυφθούν από το κράτος. Πού να βρει, όμως, έσοδα το κράτος; Από φόρους ή από δασμούς; Τον Δεκέμβρη της ίδια χρονιάς, η ΤτΕ παίρνει τα χιλιάρικα και τα κάνει δεκαχίλιαρα. Παράλληλα, καταργεί λόγω κόστους τήρησης το Βιβλίο Μητρώου Τραπεζογραμματίων (δηλαδή το βιβλίο όπου γράφονται οι αριθμοί κυκλοφορίας των νόμιμων χαρτονομισμάτων), με αποτέλεσμα να μη ξέρει κανένας ποια χαρτονομίσματα είναι γνήσια και ποια πλαστά. Η μεγάλη ζήτηση για χρήμα ανάγκασε την ΤτΕ να ξαναδώσει στην κυκλοφορία όχι μόνο τα φθαρμένα χαρτονομίσματα που είχε αποσύρει για καταστροφή αλλά και τα ήδη ακυρωμένα που είχαν τρυπηθεί ή ακόμη-ακόμη έφεραν την ένδειξη «άκυρον»!

Κι ενώ ο κόσμος γκρεμιζόταν, η διοίκηση της ΤτΕ δημιούργησε την «Υπηρεσία Οικονομικοπολιτικών Μελετών», προσλαμβάνοντας ειδικευμένο προσωπικό με γνώση ιταλικών και γερμανικών. Και τον Οκτώβριο του 1943, όταν το κρύο και η πείνα θέριζαν, η ΤτΕ συνέστησε ειδική επιτροπή που θα μελετούσε το γεωργοοικονομικό πρόβλημα της χώρας.

Αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Κωνσταντίνου Α’ στο Πεδίον του Άρεως (1938). Σε πρώτο πλάνο, ο δικτάτορας Μεταξάς με την σύζυγό του. Πίσω, ανάμεσα στα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης.

Φυσικά, η ελεγχόμενη από τους κατακτητές τράπεζα δεν θα μπορούσε να μη βοηθήσει και ορισμένες επιχειρήσεις. Όπως π.χ. όταν έδωσε δάνειο πάνω από το 10% του κεφαλαίου της στην ιταλική Compagnia Italiana per l’ Oriente Mediterraneo. Ή όπως όταν δανειοδότησε το κράτος για αγορά καπνών από την Ιταλία, προς ενίσχυση των ελληνικών καπνοβιομηχανιών, οι οποίες έβγαζαν τσιγάρα που δεσμεύονταν από τις αρχές κατοχής για τις ανάγκες των στρατευμάτων τους. Και, βέβαια, όπως όταν αύξησε την πίστωση από 3 σε 300 εκατομμύρια στην οινοπνευματοποιία των Κονιόρδων, τα προϊόντα των οποίων εξάγονταν αποκλειστικά και στο σύνολό τους στην χιτλερική Γερμανία (**).

Όμως, το σημαντικώτερο ίσως γεγονός εκείνης της εποχής, το οποίο μας απασχολεί ίσαμε σήμερα, είναι το διαβόητο κατοχικό δάνειο. Σ’ αυτό θα αφιερώσουμε το μεθαυριανό μας σημείωμα. Και λέω μεθαυριανό, διότι αύριο το ιστολόγιο θα απεργήσει.

————————————————–
Σημείωση. Η επιλογή της τελευταίας φωτογραφίας δεν είναι τυχαία. Μετά την απελευθέρωση, ο Τουρκοβασίλης ίδρυσε το Κόμμα των Εθνικοφρόνων (αργότερα συνεργάστηκε με τον Μανιαδάκη) και επεχείρησε να εμφανιστεί ως αντιτασσόμενος στο καθεστώς τής 4ης Αυγούστου, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι συμμετείχε σε γερμανόφιλο κίνημα ανατροπής τού δικτάτορα και ο Μεταξάς τον εξόρισε (όπως έκανε και με τον Τσουδερό).

(*) Μετά την απελευθέρωση, ακυρώθηκαν όλες οι απολύσεις και οι διορισμοί που έγιναν στην Τράπεζα της Ελλάδος επί κατοχής.

(**) Αν προσπαθείτε να θυμηθείτε πού έχετε ξανακούσει αυτό το όνομα, αφήστε την Λυδία Κονιόρδου και ξαναρρίξτε μια ματιά στην υπόθεση Μέρτεν.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 11. Το κατοχικό δάνειο

Επειδή τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύς λόγος για το περίφημο «κατοχικό δάνειο», πολλά από όσα ακούγονται αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα όρια της κουταμάρας και συχνά οι διάφορες απόψεις είναι αντικρουόμενες, σήμερα θα επιχειρήσουμε να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά (όσο, τουλάχιστον, επιτρέπουν τα περιορισμένα όρια ενός ιστολογικού σημειώματος).

Στο άρθρο 52 της 6ης Σύμβασης της Χάγης (1907) προστέθηκε διάταξη με την οποία «οι κατοχικές αρχές οποιασδήποτε χώρας δικαιούνται να διενεργούν από αυτή  όλων των ειδών τις απολήψεις σε χρήμα, είδος ή υπηρεσίες για τις ανάγκες των στρατευμάτων κατοχής, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα είναι ανάλογες με τους πόρους της κατεχόμενης χώρας». Υποχρεώνεται, δηλαδή, ο κατακτημένος να πληρώνει τα έξοδα του κατακτητή του! Όσο κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται τρελό, υποτίθεται πως η εν λόγω διάταξη αφ’ ενός μεν αποτρέπει τους κατακτητές από αρπαγές και λεηλασίες αφ’ ετέρου δε τους αποζημιώνει για τον κόπο που κάνουν να φυλάσσουν πλέον τα σύνορα της κατακτημένης χώρας.

[Ιωάννου Νούσια, «Τράπεζα της Ελλάδος«]

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι στην ηττημένη Ελλάδα βρέθηκαν 660.000 κατακτητές (350.000 γερμανοί, 250.000 ιταλοί και 60.000 βούλγαροι), η χώρα ήταν υποχρεωμένη να τους πληρώνει, να τους ταΐζει, να τους υπηρετεί και, γενικά, να τους αποζημιώνει πλήρως για την παρουσία τους. Οι εισβολείς προσδιόρισαν την μηνιαία τους αποζημίωση σε 1,5 δισεκατομμύριο δραχμές. Πόσα πήραν στην πραγματικότητα; Με το στραπάτσο της δραχμής, στους 41 μήνες κατοχής πήραν 88 τρισεκατομμύρια δραχμές ή, για να έχουν νόημα οι αριθμοί, 3.381.001 χρυσές λίρες (*).

Επειδή, όμως, η ορισθείσα αποζημίωση δεν έφτανε για να ικανοποιήσει τις ανάγκες των κατακτητών, αυτοί επέβαλαν στην Ελλάδα να τους δίνει κάθε μήνα «κάτι παραπάνω», χρεώνοντάς τους. Με απλά λόγια, υποχρέωσαν την Ελλάδα να τους δίνει κάθε μήνα ένα δάνειο. Μιλάμε, δηλαδή, για ένα αναγκαστικό δάνειο, το οποίο «συμφωνήθηκε» στην Ρώμη στις 14 Μαρτίου 1942 μεταξύ των ιταλών (Γκίτζι) και των γερμανών (Άλτενμπουργκ). Η συμφωνία απλώς ανακοινώθηκε στους έλληνες εννιά μέρες αργότερα, αν και στις διαπραγματεύσεις συμμετείχε και ο έλληνας υπουργός οικονομικών Σωτήριος Γκοτζαμάνης (**).

Η συμφωνία της Ρώμης (α) όριζε ρητά την μηνιαία αποζημίωση εξόδων κατοχής σε 1,5 δισ. δραχμές, (β) έδινε την δυνατότητα στους κατακτητές να παίρνουν με πίστωση και άτοκα από την ΤτΕ όσα παραπάνω χρήματα ήθελαν κάθε μήνα (δεν υπήρχε άνω όριο), (γ) δεν έβαζε χρονικό ορίζοντα (μέχρι πότε θα βαστούσε αυτή η αμαρτία), (δ) όριζε ότι η επιστροφή αυτών των δανεικών θα γινόταν αργότερα, δίχως να προσδιορίζει ούτε το πότε ούτε το πώς.

Επειδή ο πληθωρισμός κάλπαζε, τον Δεκέμβριο του 1942 οι κατακτητές αναπροσάρμοσαν τα έξοδα κατοχής (και, μάλιστα, αναδρομικά) από 1,5 δισ. σε 8 δισ. δραχμές ενώ ταυτόχρονα όρισαν ότι η αποπληρωμή των δανεικών θα άρχιζε στις 1 Απριλίου 1943. Μόνο που εκείνη την πρωταπριλιά, αντί να αρχίσουν να πληρώνουν, οι γερμανοί άλλαξαν τον «πρωθυπουργό» Κων. Λογοθετόπουλο με τον Ιωάννη Ράλλη και, λόγω της ανακατωσούρας, πήραν παράταση από μόνοι τους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, άρχισαν να τιμαριθμοποιούν κατά το δοκούν την μηνιαία αποζημίωση εξόδων κατοχής, δίνοντας έτσι το έναυσμα για την εκτίναξη του πληθωρισμού σε απίστευτα ύψη.

Είναι γεγονός ότι οι γερμανοί, αν και δεν σταμάτησαν τις «υπεραναλήψεις», άρχισαν κάποια στιγμή να πληρώνουν. Προφανώς, σκέφτηκαν ότι, αφού έπαιρναν όσα ήθελαν με το ένα χέρι, δεν πείραζε να δείξουν ότι είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους δίνοντας κατιτίς με το άλλο. Μόνο που η ενέργειά τους αυτή μετατρέπει νομικά το αρχικό άτοκο αναγκαστικό δάνειο σε κανονική έντοκη δανειακή σύμβαση. Κι αφού οι γερμανοί, έχοντας στο μεταξύ κάνει 19 πληρωμές, σταμάτησαν κάποια στιγμή να πληρώνουν αλλά συνέχισαν να παίρνουν λεφτά, η εν λόγω δανειακή σύμβαση καθίσταται υπερήμερη και επιβαρύνεται με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας (θεωρητικά μιλώντας πάντα).

Εδώ πρέπει να κάνουμε μια αναγκαία διευκρίνηση. Οι προαναφερθείσες 19 πληρωμές των γερμανών έγιναν με συμψηφισμό των υποχρεώσεων από το κλήρινγκ, περί του οποίου μιλούσαμε τις προάλλες. Τότε λέγαμε ότι το υπόλοιπο του ελληνογερμανικού κλήρινγκ ήταν υπέρ της Ελλάδας πριν από τον πόλεμο. Όμως, κατά την περίοδο της κατοχής η Ελλάδα δεν κάνει σημαντικές εξαγωγές στην Γερμανία, αφού το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων της καταληστεύεται για να καλύψει τα έξοδα κατοχής. Αντίθετα, όσα γερμανικά προϊόντα μπαίνουν στην χώρα θεωρούνται ως εισαγωγές, αν και προορίζονται σχεδόν αποκλειστικά για κατανάλωση από τα στρατεύματα κατοχής. Εννοείται, επίσης, ότι οι τιμές των προϊόντων ορίζονται αυθαίρετα από τους γερμανούς. Έτσι, λοιπόν, οι έλληνες και πείνασαν και βρέθηκαν και χρεωμένοι με περισσότερα από 264 εκατομμύρια μάρκα (***).

Ας καταλήξουμε κάπου, να τελειώνουμε. Όπως φαίνεται από τον πίνακα που παρατίθεται πιο πάνω, τα «βερεσέδια» που πήραν οι γερμανοί κατά την περίοδο της κατοχής, ξεπερνούν τα 3,67 εκατομμύρια χρυσές λίρες (ποσό που θα ήταν πολύ μεγαλύτερο αν δεν είχε προηγηθεί η κομπίνα με το κλήρινγκ). Μιλάμε, δηλαδή, για περισσότερα από 900 εκατομμύρια σημερινά ευρώ αρχικό κεφάλαιο, συν τους τόκους εβδομήντα-τόσων ετών.

Και κάτι ακόμη. Η Τράπεζα της Ελλάδος, με εμπεριστατωμένη μελέτη της, έχει ενημερώσει από το 1963 (επί Καραμανλή παρακαλώ!) την πολιτεία για όλα όσα έχουν σχέση με το κατοχικό δάνειο. Το ίδιο έκανε και το 1991 (επί Μητσοτάκη) και το 1995 (επί Παπανδρέου) και το 2000 (επί Σημίτη) και το 2005 (επί Καραμανλή τζούνιορ) και το 2010 (επί Παπανδρέου τζούνιορ) και το 2013 (επί Σαμαρά). Όπως λέει η ίδια η τράπεζα, «όποτε οι πολιτειακές αρχές κρίνουν σκόπιμο, η ΤτΕ θα είναι και πάλι έτοιμη να επικουρήσει τη νομική διεκδίκηση του κατοχικού δανείου, με εναλλακτικές οικονομικές αναλύσεις και διαφορετικά σενάρια διεκδίκησης στη βάση μελετών και υπολογισμών που έχουν ήδη εκπονήσει στελέχη της τα έτη που προαναφέρθηκαν»(****). Όποτε…

Από την επίσκεψη Καραμανλή στην Πτολεμαΐδα το 1958. Με τον κόκκινο κύκλο σημαίνεται ο κατοχικός «υπουργός» οικονομικών και καταδικασμένος εις θάνατον ως δωσίλογος Σωτήριος Γκοτζαμάνης.

————————————- 
(α) Διαβάστε περισσότερα για το θέμα στην εξαιρετική εργασία τού καθηγητή Παναγιώτη Δερτιλή «Αριθμοί και κείμενα των εξόδων κατοχής και η αξίωσις της Ελλάδος« (περιοδικό «Αρχείον Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών», τεύχος Γ’, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1964). Εργασία που ίσως κουράζει (λόγω γλώσσας και αριθμών) αλλά είναι απαραίτητη σε κάθε μελετητή.

(β) Ενδιαφέρον έχει και η σύντομη μελέτη του καθηγητή και πρώην υπουργού οικονομίας του ΠαΣοΚ Νίκου Χριστοδουλάκη «Άγος απλήρωτον» (εκδόσεις Gutenberg, 2013, σελίδες 138) για την σημερινή αποτίμηση του κατοχικού δανείου, η οποία καταρρίπτει τα παραμύθια που ανεβάζουν την γερμανική οφειλή ακόμη και σε εκατοντάδες δισεκατομμυρίων ευρώ. Ακόμη κι αν δεν διαθέτετε στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικών μαθηματικών, δεν θα χάσετε αν την διαβάσετε.

(*) Σήμερα, 4/2/2016, η τιμή τής χρυσής λίρας είναι περίπου 250 ευρώ. Άρα, τα έξοδα κατοχής εκφρασμένα σε σημερινό νόμισμα ξεπέρασαν τα 845 εκατ. ευρώ, ήτοι πάνω από 20 εκατ. ευρώ μηνιαίως.

(**) Ο Γκοτζαμάνης διετέλεσε υπουργός υγείας στην κυβέρνηση Τσαλδάρη (1932-1933) και κατόπιν «υπουργός» οικονομικών στις κατοχικές «κυβερνήσεις» Τσολάκογλου και Λογοθετόπουλου. Εκ της θέσεώς του διαπραγματεύτηκε την συμφωνία της Ρώμης και κανόνισε από ελληνικής πλευράς τις λεπτομέρειες του αναγκαστικού κατοχικού δανείου. Με την απελευθέρωση, κατέφυγε αρχικά στην Ιταλία και κατόπιν στην Γερμανία. Καταδικάστηκε ως δωσίλογος ερήμην σε θάνατο αλλά αμνηστεύθηκε λίγα χρόνια αργότερα. Μετά την αμνήστευσή του επέστρεψε στην χώρα και πολιτεύθηκε ως αρχηγός τού «Εθνικού Μεταρρυθμιστικού Κόμματος», που είχε ιδρύσει προπολεμικά. Το 1954 κατέβηκε ως υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης, έχοντας στον συνδυασμό του τον κατοπινό υπουργό της Ν.Δ. Μιχάλη Παπακωνσταντίνου. Έγραψε το βιβλίο «Κατοχικόν Δάνειον και Δαπάναι Κατοχής» (Θεσσαλονίκη, 1954), το οποίο περιέχει πολλά σημαντικά στοιχεία για το θέμα και αξίζει να του ρίξετε μια ματιά (αν δεν έχετε πρόβλημα με το στομάχι σας διαβάζοντας περί «αειμνήστου Τσολάκογλου» κλπ).

(***) Αναλυτικά στοιχεία για το ελληνογερμανικό clearing δείτε στην εργασία τού Ιωάννου Νούσια από την οποία προέρχεται η πρώτη φωτογραφία τού κειμένου.

(****) Μιχάλη Ψαλιδόπουλου, «Ιστορία της Τράπεζας της Ελλάδος, 1928-2008», Τράπεζα της Ελλάδος, 2014.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 12. Η περίοδος Βαρβαρέσου

Πριν συνεχίσουμε, αξίζει τον κόπο να ρίξουμε μια ματιά παραπάνω σ’ αυτή την πολυσχιδή και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που λεγόταν Κυριάκος Βαρβαρέσος. Μπορώ, πάντως, να πω εκ προοιμίου ότι εκτίμησή μου είναι πως ο Βαρβαρέσος, τηρουμένων των αναλογιών και λαμβανομένου υπ’ όψη ότι επρόκειτο περί ακραιφνούς αστού, δεν άφησε άσχημο αποτύπωμα στα οικονομικά -και όχι μόνο- πράγματα της χώρας.

Είπαμε ήδη ότι ιδέα του Βαρβαρέσου ήταν η φυγάδευση του ελληνικού χρυσού πριν μπουν οι γερμανοί στην Αθήνα. Βέβαια, η κατοχική κυβέρνηση απάλλαξε από τα καθήκοντά τους τον διοικητή Βαρβαρέσο και τον υποδιοικητή Μαντζαβίνο, πλην όμως η αυτοεξόριστη νόμιμη διοίκηση της ΤτΕ, αφού περιπλανήθηκε για λίγον καιρό στην Νότια Αφρική, κατέληξε στο Λονδίνο όπου έστησε κατάστημα με έξι άτομα όλα κι όλα.

Ο Κυριάκος Βαρβαρέσος (μέσον) στην διάσκεψη του Μπρέττον Γουντς (1944).

Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, ο Βαρβαρέσος έκανε σημαντικό έργο στα χρόνια του πολέμου. Κατ’ αρχάς, πολέμησε με νύχια και με δόντια την απαγόρευση αποστολής τροφίμων στην κατεχόμενη Ελλάδα, που είχε επιβάλει στον Ερυθρό Σταυρό η βρεττανική κυβέρνηση. Πράγματι, ενώ ο κόσμος λιμοκτονούσε (κατά βάση στα μεγάλα αστικά κέντρα και, κυρίως, στην Αθήνα), οι άγγλοι πίστευαν ότι δεν πρέπει να στείλουν βοήθεια ώστε, τελικά, οι πεινασμένοι να ξεσηκωθούν κατά των κατακτητών. Ο Βαρβαρέσος κατάφερε να πείσει τον σουηδικό Ερυθρό Σταυρό να εναντιωθεί στην βρεττανική απαγόρευση.

Ένα άλλο που έκανε κατά την διάρκεια του πολέμου ο Βαρβαρέσος, είναι ότι φορολόγησε τους… εφοπλιστές! Πώς έγινε αυτό; Μετά την συνθηκολόγηση της Ελλάδας, η βρεττανική κυβέρνηση εκμίσθωσε τα πλοία των ελλήνων εφοπλιστών για να καλύψει πολεμικές ανάγκες της. Άφησε, όμως, στους εφοπλιστές την δυνατότητα να χρησιμοποιούν προς όφελός τους τα επιταγμένα καράβια, κατά το μέρος τους που δεν χρησιμοποιόταν για τον πόλεμο. Δηλαδή, αν οι βρεττανοί φόρτωναν 60 τόννους όπλα σε ένα πλοίο 100 τόννων, ο εφοπλιστής μπορούσε να φορτώσει για πάρτη του 40 τόννους χαρούπια για να τα εμπορευτεί. Όμως, εκτός από διοικητης τής ΤτΕ, ο Βαρβαρέσος ήταν και υπουργός οικονομικών τής εξόριστης κυβέρνησης και, ως τέτοιος, θεώρησε ότι τα κέρδη ενός επιταγμένου πλοίου συνιστούν φορολογητέα ύλη. Επέβαλε, λοιπόν, φόρο στους έλληνες εφοπλιστές και, μάλιστα, καταβλητέον σε στερλίνες. Παρά τις αντιδράσεις, η Τράπεζα κατάφερε να μαζέψει κατ’ αυτόν τον τρόπο περίπου 1,2 εκατ. λίρες μέχρι το τέλος του πολέμου.

Μετά τον πόλεμο, κάποιοι επεχείρησαν να βάλουν φρένο στον Βαρβαρέσο, το όνομα του οποίου είχε πάρει ήδη διεθνή αίγλη (*). Έτσι, στις αρχές Οκτωβρίου του 1944 η κυβέρνηση κατάργησε την θέση του Β’ Υποδιοικητού της ΤτΕ, θεσπίζοντας θέση Συνδιοικητού, στην οποία διόρισε τον Ξενοφώντα Ζολώτα. Ο Βαρβαρέσος χολώθηκε και υπέβαλε την παραίτησή του. Όπως δήλωσε, δεν είχε πρόβλημα με τον Ζολώτα αλλά θεώρησε αφ’ ενός μεν προσβλητική γι’ αυτόν και τον υποδιοικητή Μαντζαβίνο την δημιουργία θέσης Συνδιοικητή, χωρίς προηγούμενη συζήτηση ή συνεννόηση, αφ’ ετέρου δε «απρεπή και άκοσμον» την τοποθέτηση σ’ αυτήν την θέση κάποιου που δεν είχε ως τότε καμμιά πείρα σε διοίκηση οργανισμών ή τραπεζών. Μπροστά στην αδιαλλαξία του Βαρβαρέσου, η κυβέρνηση κατάργησε την θέση του Συνδιοικητή στις 7/1/1945.

Ο Βαρβαρέσος με τον Ζολώτα προσπάθησαν να βάλουν τάξη. Εξέδωσαν την νέα δραχμή, ίση προς 50 δισ. παλιών δραχμών. Χτύπησαν την χρυσοφιλία, για να εμπεδώσουν την εμπιστοσύνη στο εθνικό νόμισμα. Και, κυρίως, έβαλαν σειρά στις πιστώσεις: όποια επιχείρηση ήθελε δάνειο, έπρεπε να υποβάλει αναλυτικό σχέδιο, η υλοποίηση του οποίου ελεγχόταν από την τράπεζα και, αν διαπιστωνόταν ότι τα χρήματα του δανείου είχαν διατεθεί σε άλλους προορισμούς, επιβαλλόταν πρόστιμο ίσο με το τριπλάσιο αυτού του ποσού.

Σαν να μην έφτανε αυτός ο ασφυκτικός έλεγχος, ο Βαρβαρέσος είχε άλλη μια φαεινή ιδέα: όσες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνταν αδιάκοπα κατά την περίοδο της κατοχής, δεν θα είχαν δικαίωμα να πάρουν δάνεια, με το σκεπτικό ότι, για να αντέξουν στην κατοχή, πρέπει να διέθεταν αρκετά ίδια κεφάλαια. Παράλληλα, απαγόρευσε σε κάποιον να παίρνει δάνειο από περισσότερες της μιας τράπεζες, απαγόρευσε την χορήγηση δανείων σε εμπορικές επιχειρήσεις ειδών πολυτελείας και, βέβαια, απαγόρευσε την παροχή πιστώσεων σε όσους ασχολούνταν με αγοραπωλησία χρυσού ή συναλλάγματος.

Όλα αυτά τα μέτρα αλλά και πολλά άλλα μικρότερα, έγιναν μεν αποδεκτά από το ευρύ κοινό αλλά συνάσπισαν σε μέτωπο κατά του Βαρβαρέσου όλους όσους βρέθηκαν εκείνη την εποχή με τον πλούτο στα χέρια τους. Ο πόλεμος άρχισε και, σύντομα, οι ελλείψεις στην αγορά, ακόμη και σε είδη πρώτης ανάγκης, πήραν διαστάσεις χιονοστοιβάδας, προκαλώντας εκτεταμένες λαϊκές αντιδράσεις. Η κυβέρνηση Βούλγαρη (στην οποία ο μεν Βαρβαρέσος ήταν αντιπρόεδρος και υπουργός εφοδιασμού, ο δε Μαντζαβίνος υπουργός οικονομικών) ανησύχησε και ζήτησε από τον Βαρβαρέσο να νερώσει λίγο το κρασί του. Αντί για απάντηση, ο Βαρβαρέσος παραιτήθηκε και αναχώρησε πρώτα για Λονδίνο και μετά για Ουάσιγκτον, όπου και πέθανε το 1957.

Άλλη μια φωτογραφία του Βαρβαρέσου από το Μπρέττον Γουντς. Αριστερά, ο Ανδρέας Παπανδρέου

Υστερόγραφο: Το 1952 ο Βαρβαρέσος υπέβαλε στην κυβέρνηση Πλαστήρα, κατόπιν παραγγελίας της, την περίφημη «Έκθεση επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος», ένα από τα δυο σπουδαιότερα οικονομικά συγγράμματα εκείνης της εποχής (το άλλο είναι «Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα», του Δημήτρη Μπάτση). Δυστυχώς, κανένα από αυτά τα δυο σημαντικώτατα έργα δεν έκανε το αφτί τής εκάστοτε πολιτικής εξουσίας να ιδρώσει…

—————————————————-
(*) Τον Δεκέμβριο του 1943, ο Βαρβαρέσος παραιτήθηκε από υπουργός οικονομικών και ανέλαβε πρέσβυς επί οικονομικών θεμάτων. Μ’ αυτή την ιδιότητά του συμμετείχε στις διασκέψεις της Ατλάντικ Σίτυ, του Χοτ Σπρινγκς και, κυρίως, του Μπρέττον Γουντς, οι οποίες θεμελίωσαν την μεταπολεμική οικονομική αρχιτεκτονική.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 13. Τι απέγινε ο χρυσός;

Στις 14 Απριλίου 2011, ο Κώστας Βαξεβάνης βγάζει στην συχνότητα της ΝΕΤ ένα επεισόδιο της εκπομπής «Κουτί της Πανδώρας». Ο τίτλος του επεισοδίου είναι διατυπωμένος με συνωμοτικό ύφος: «Τράπεζα της Ελλάδος: Η σιωπή είναι χρυσός;«. Παρ’ ότι δεν αμφισβητώ τις ειλικρινείς προθέσεις τού δημοσιογράφου, ομολογώ ότι απογοητεύτηκα από όσα άκουσα είτε απόν ίδιο είτε από τους περισσότερους εκ των διακεκριμένων καλεσμένων του, οι οποίοι απεδείχθησαν κατώτεροι των περιστάσεων, ου μην δε και αδιάβαστοι. Αν ακολουθήσετε τον διασύνδεσμο που σας δίνω και δείτε την εκπομπή, ρίξτε μια ματιά και στα σχόλια για να δείτε πόσο κακό έκανε.

Από όλα τα ζητήματα που θίγονται στην εκπομπή και από όλες τις ανακρίβειες που ακούγονται, ας επικεντρωθούμε σε όσα έχουν σχέση με τον περίφημο χρυσό τής ΤτΕ. Όπως ξεκαθαρίζει ο ίδιος ο Βαξεβάνης: «Η Τράπεζα της Ελλάδος φυλάσσει και διαχειρίζεται τα αποθέματα χρυσού τής χώρας, όπως άλλωστε όλες οι κεντρικές τράπεζες του κόσμου. Τα αποθέματα χρυσού μιας χώρας αντιπροσωπεύουν τον πλούτο και πολλές φορές την ασφάλειά της από κρίσεις. Ο χρυσός είναι το μέταλλο των βασιλιάδων κι ο βασιλιάς των μετάλλων. Επί 5.000 χρόνια χρησιμοποιείται ως συναλλακτικό μέσο».

Το θρυλικό «Βασίλισσα Όλγα», το ένα από τα δυο αντιτορπιλλικά (το άλλο ήταν το «Βασιλεύς Γεώργιος») που χρησιμοποιήθηκαν τον Απρίλιο του 1941 για να μεταφερθεί ο χρυσός από τον Πειραιά στο Ηράκλειο.

Την ίδια «χρυσολαγνεία» δείχνει και ο χρηματιστηριακός τεχνικός αναλυτής Πάνος Παναγιώτου, ο οποίος διερωτάται με αγανάκτηση: «Για ποιον λόγο πουλάμε χρυσό; Είναι ένα απόθεμα το οποίο είναι άκρως απαραίτητο για την σταθερότητα μιας χώρας». Και για όσους δεν κατάλαβαν, συμπληρώνει με οργή: «Όποιος πιστεύει ότι ο ρόλος του χρυσού σήμερα δεν είναι σημαντικός για ένα κράτος, δεν έχει ιδέα τι λέει. Για μένα είναι επικίνδυνος και σπάνια χρησιμοποιώ τέτοιες εκφράσεις. Να σας πω γιατί. Ο χρυσός είναι το νούμερο ένα νόμισμα. Και μάλιστα είναι το νόμισμα του οποίου η αξία ανατιμάται όταν έχουμε κρίση στα άλλα νομίσματα τα οποία είναι χωρίς αντίκρυσμα χρυσού».

Και καλά ο Βαξεβάνης. Δημοσιογράφος είναι, δικαιολογείται να μη ξέρει. Ο Παναγιώτου, όμως, πώς γίνεται να δείχνει τέτοια επίπεδα ασχετοσύνης; Τι είδους χρηματιστηριακός αναλυτής είναι, αν δεν έχει πάρει χαμπάρι ότι ούτε στον 19ο αιώνα βρισκόμαστε ούτε κανόνας χρυσού υπάρχει πλέον, το δε Μπρέττον Γουντς μας έχει αφήσει προ πολλού χρόνους; Μπορεί να ακούγεται παράδοξο στ’ αφτιά των αδαών αλλά η αλήθεια είναι ότι ο χρυσός όχι μόνο δεν είναι «το νούμερο ένα νόμισμα» αλλά δεν είναι καν νόμισμα πλέον, καθ’ όσον έχει αποχρηματιστεί πλήρως! Υπ’ αυτή την έννοια, έχει δίκιο ο φουκαράς ο Παπαμάργαρης (πρώην διευθυντής της ΤτΕ) που λέει ότι το χρυσάφι είναι σαν μια καλή σοδειά μπαμπάκι που το πουλάς, εισπράττεις και τελειώνεις. Διότι αυτό ακριβώς είναι τώρα πλέον ο χρυσός: ένα εμπόρευμα, το οποίο παίζεται στα διεθνή χρηματιστήρια εμπορευμάτων και αποτιμάται σε δολλάρια όπως όλα τα εμπορεύματα του κόσμου. Μπορεί να σε συμφέρει, δηλαδή, να πουλήσεις χρυσό για ν’ αγοράσεις πετρέλαιο, στάρι ή χυμό πορτοκαλιού.

Η μεγάλη απογοήτευση, όμως, έρχεται από τον Δημήτρη Καζάκη, ο οποίος βρίσκεται σε κακή μέρα και κάνει την μια γκέλα μετά την άλλη. Σχετικά με τον χρυσό, λέει ο Καζάκης: «Δεν γνωρίζουμε αν είναι αυτό το απόθεμα χρυσού (σ.σ.: έχει ήδη γίνει λόγος για 147 τόννους). Γιατί; Ο νομισματικός χρυσός που ο υποδιοικητής της ΤτΕ την άνοιξη του ’41 πήρε για την Μέση Ανατολή, υπολογίστηκε από τον Ξενοφώντα Ζολώτα, ο οποίος ήταν ο πρώτος Διοικητής της ΤτΕ μετά την απελευθέρωση, σε 600 τόννους. Πού είναι αυτός ο χρυσός; Θεωρητικά, μετά την νομισματική μεταρρύθμιση Μαρκεζίνη ο νομισματικός χρυσός της Ελλάδας πρέπει να αυξάνεται. Για ποιό λόγο; Γιατί κατά κύριο λόγο όσοι είχαν αποθεματικά σε χρυσές λίρες τα αντάλλαζαν στην ΤτΕ με δραχμή ή με άλλα νομίσματα αλλά κυρίως με δραχμή. Αυτό αύξανε τον νομισματικό χρυσό της Ελλάδας. Το ερώτημα είναι τι έγιναν οι εξακόσιοι τόννοι. Γιατί από τους 600 τόννους φτάσαμε τους 147, που λένε ότι είναι σήμερα;».

Ας παραβλέψουμε επουσιώδεις ανακρίβειες (π.χ. ο Ζολώτας δεν ήταν ο πρώτος διοικητής μετά την απελευθέρωση, ο Βαρβαρέσος ήταν διοικητής όταν πήρε τον χρυσό το ’41 κλπ), ας μη σχολιάσουμε το ότι μέχρι την δικτατορία ο κόσμος δεν αντάλλασσε λίρες με δραχμές αλλά μάλλον το αντίθετο έκανε και ας πάμε στην ουσία. Ίσως να θυμάται ο αναγνώστης ότι στο 10ο κείμενο της σειράς («Η περίοδος της κατοχής«) του είχα συστήσει να σημειώσει ένα νουμεράκι, γράφοντας: «ο Βαρβαρέσος φρόντισε να αδειάσει την Τράπεζα της Ελλάδος από τα αποθέματά της σε συνάλλαγμα και χρυσό (610.796,431 ουγγιές και σημειώστε αυτή την ποσότητα)». Όταν αυτός ο χρυσός έφτασε στην Νότια Αφρική, καθαρίστηκε και απέμειναν καθαρές 608.350,890 ουγγιές. Υπολογίζοντας την ουγγιά προς 31,1 γραμμάρια, μιλάμε για κάτι λιγώτερο από 18,92 τόννους. Από πού προκύπτουν οι 600 τόννοι για τους οποίους μιλάει ο Καζάκης; Προφανώς, ο ομιλητής μπέρδεψε τις ουγγιές με τους τόννους και γι’ αυτό είπα πρωτύτερα πως ήταν σε κακή μέρα (*).

Πάμε τώρα να δούμε τι έγινε αυτός ο χρυσός. Εδώ πρέπει να δεχτούμε ότι πράγματι οι μετακατοχικές διοικήσεις της ΤτΕ ακολούθησαν την εσφαλμένη (κρίνοντας εκ του αποτελέσματος) πολιτική να πουλάνε χρυσό για να στηρίξουν την δραχμή. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, η ΤτΕ πούλησε 250.000 χρυσές λίρες, έναν μήνα αργότερα άλλες 44.000 κλπ, φτάνοντας τις 2.591.000 χρυσές λίρες μέχρι τον Μάρτιο του 1947 (**). Με δεδομένο ότι κάθε χρυσή λίρα περιείχε 0,23542 ουγγιές χρυσού, με το χρυσάφι που φυγάδευσε ο Βαρβαρέσος το ’41, η ΤτΕ θα μπορούσε να κόψει 2.584.108 λίρες. Ορίστε, λοιπόν, η απλή απάντηση στο συνωμοτικό ερώτημα τι απέγινε ο φυγαδευμένος χρυσός: βγήκε στην αγορά για να στηρίξει την δραχμή, άσχετα αν δεν τα κατάφερε.

Να κλείσουμε με μια τελευταία λεπτομέρεια. Παρά τα όσα θα έπρεπε να ίσχυαν «θεωρητικά» (κατά Καζάκη), μόνο κατά την διετία 1963-1965 η καθαρή εκροή (πωλήσεις μείον αγορές) της ΤτΕ σε χρυσές λίρες άγγιξε τα 11,2 εκατομμύρια κομμάτια. Άλλωστε, «την περίοδο 1953-1966, η εφαρμογή ριζικών μέτρων αντιμετώπισης του προβλήματος της ζήτησης χρυσών λιρών απασχόλησε την ΤτΕ και τις εκάστοτε κυβερνήσεις» (Μιχάλη Ψαλιδόπουλου, «Ιστορία της Τράπεζας της Ελλάδος, 1928-2008», Τράπεζα της Ελλάδος, 2014). Για την ιστορία, ας σημειώσουμε ότι σήμερα η Ελλάδα κατέχει κάπου 180 τόννους χρυσού: οι 120 βρίσκονται στο θησαυροφυλάκιο της ΤτΕ κι οι υπόλοιποι 60 στην Fed των ΗΠΑ, στην Τράπεζα της Αγγλίας και… στην Ελβετία!

Όταν σήμερα ολόκληρη Κίνα διαθέτει χίλιους τόννους χρυσού και η Ρωσσία με την Ινδία από καμμιά πεντακοσαριά, μάλλον είναι δύσκολο να είχαμε εμείς 600 τόννους το 1941, μετά και την πτώχευση του 1932.

————————————————
(*) Η κακή μέρα του Καζάκη φαίνεται από νωρίς, όταν σημειώνει ότι «εξανάγκασαν την Ελλάδα, και δη την Τράπεζα της Ελλάδος, που έπαιρνε το εκδοτικό δικαίωμα, δηλαδή το δικαίωμα να εκδίδει το εθνικό νόμισμα, να το παραχωρήσει αυτό στην Τράπεζα της Αγγλίας. Κι έτσι το εθνικό νόμισμα εκδιδόταν από την Τράπεζα της Αγγλίας και όχι από την Τράπεζα της Ελλάδος». Δεν ξέρω τι είχε κατά νου ο ομιλητής εκείνη την στιγμή αλλά αυτό που έβγαλε από τα χείλη του είναι χοντράδα ολκής. Κανένα εκδοτικό δικαίωμα δεν παραχωρήθηκε ποτέ! Μπορεί, βέβαια, τα ελληνικά χαρτονομίσματα να τυπώνονταν στην Αγγλία (σε ιδιωτικό τυπογραφείο και όχι, βέβαια, στην Τράπεζα της Αγγλίας) μέχρι το 1954 αλλά εκδότες ήσαν πάντοτε οι ελληνικές κεντρικές τράπεζες (αρχικά η Εθνική και κατόπιν η ΤτΕ).

(**) Athanasios Lykogiannis, «Britain  and the Greek Economic Crisis, 1944-1947: from Liberation to the Truman Doctrine«, London  School  of Economics  and  Political  Science – University  of  London, 1999

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 14. Από το 1946 στο 1953

Όταν στις 11 Φεβρουαρίου 1946 ο Βαρβαρέσος αποχώρησε οριστικά από την Τράπεζα της Ελλάδος, τον διαδέχτηκε ο επί μια δεκαετία αντιπρόεδρός του Γεώργιος Μαντζαβίνος, ο οποίος έμελλε να διοικήσει την τράπεζα τα επόμενα εννέα χρόνια. Χαρακτήρας χαμηλών τόνων, ο Μαντζαβίνος είχε μπολιαστεί με τις αρχές τού προκατόχου του, πλην όμως ποτέ δεν βρήκε την δύναμη να συγκρουστεί ανοιχτά με την πολιτική εξουσία. Έτσι, δέχτηκε αυτό που είχε κάνει τον Βαρβαρέσο να κλωτσήσει: την Νομισματική Επιτροπή (Ν.Ε.).

Η Ν.Ε. συστήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 1946, με βάση την οικονομική συμφωνία του Λονδίνου και, παρ’ ότι είχε προσωρινό χαρακτήρα, η θητεία της ανανεωνόταν συνεχώς, έτσι ώστε διήρκεσε μέχρι το 1982. Υποτίθεται ότι ήταν μια εσωτερική υπηρεσία τής τράπεζας, η οποία είχε ως σκοπό τον συντονισμό τής νομισματικής πολιτικής. Όμως, σύντομα εξελίχθηκε σε κυβερνητικό όργανο ελέγχου της ΤτΕ, αφού πρόεδρός της ήταν ο υπουργός συντονισμού και μέλη της οι υπουργοί βιομηχανίας και εμπορίου, ο υφυπουργός συντονισμού, ένας πανεπιστημιακός καθηγητής με ειδίκευση στα οικονομικά και, φυσικά, ο διοικητής της ΤτΕ. Επίσης, η Ν.Ε. είχε και αλλοδαπά μέλη (τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια), βρεττανούς και πολιτειακούς, τα οποία μάλιστα πληρώνονταν από την τράπεζα.

Διανομή βοήθειας UNRRA σε χωριό της Ηπείρου.

Στην διοίκηση Μαντζαβίνου έλαχε ο κλήρος να διαχειριστεί την περιβόητη οικονομική βοήθεια του σχεδίου Μάρσαλ. Μιλάμε για τα 366 εκατ. δολλάρια, τα οποία εισέρευσαν στην χώρα ως «δώρο» κατά την τριετία 1948-1951. Ο Μαντζαβίνος προσπάθησε να συνεχίσει την αυστηρή πολιτική τού Βαρβαρέσου σχετικά με τον τρόπο και το εύρος των πιστοδοτήσεων των επιχειρήσεων αλλά η Ν.Ε. είχε συχνά διαφορετική άποψη. Παράλληλα, η Ν.Ε. ενέκρινε κατ’ επανάληψη έκτακτες πιστώσεις προς το δημόσιο, με αποτέλεσμα τα 510 από τα 643 δισ. πιστώσεων που χορήγησε η ΤτΕ ως τα τέλη του 1946, να έχουν δοθεί στο δημόσιο. Βέβαια, από το δημόσιο κατευθύνθηκαν στην ενίσχυση της οικονομίας αλλά με την μορφή ενίσχυσης αυτών που είχαν τον έλεγχο της οικονομίας.

Χαρακτηριστικά είναι και όσα έγιναν με την υλική βοήθεια της UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration). Στρατιωτικά οχήματα μετέφεραν σακιά και χαρτόκουτα με τρόφιμα και ρούχα, τα ξεφόρτωναν στις πλατείες των χωριών και οι κάτοικοι έπαιρναν ό,τι προλάβαιναν. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι η κατάσταση ξεπερνούσε τα όρια της φαιδρότητας ή ότι χωριατόπουλα υποχρεώνονταν να πίνουν το γάλα σε σκόνη που έστελνε η UNRRA αν και στα σπίτια τους είχαν τουλάχιστον μια γιδούλα που τους έδινε καθημερινά κανονικό γάλα. Το πρόβλημα ήταν ότι από την βοήθεια της UNRRA έφτανε στον απλό κόσμο μόνο ο κατιμάς ενώ τα είδη αξίας (πρώτες ύλες, τρόφιμα, μηχανήματα, φάρμακα κλπ), που μπορούσαν να αποφέρουν πλουτισμό, τα καρπώθηκαν οι επιτήδειοι, οι μεγαλέμποροι, οι βιομήχανοι και γενικά όσοι είχαν πρόσβαση στην εξουσία. Επίσης, η βοήθεια της UNRRA ενίσχυσε τις παρακρατικές οργανώσεις της υπαίθρου (ταγματασφαλίτες, ΜΑΥδες κλπ), αφού σ’ αυτούς ανέθεσε την διανομή της το κράτος. Κάπως έτσι, τα μαγαζιά των μεγάλων πόλεων γέμισαν με πράγματα της UNRRA, που πουλιούνταν κοψοχρονιά. (*)

Ο Μαντζαβίνος συνέχισε την πολιτική νομισματικού ελέγχου μέσω της πώλησης συναλλάγματος και χρυσών λιρών. Έβαλε μπρος ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ενίσχυσης του τουρισμού μέσω της επαναλειτουργίας ξενοδοχείων συνολικής δυναμικότητας 1300 κλινών. Επέβαλε τα πρώτα πρόστιμα σε όσους έπαιρναν δάνεια αλλά τα χρησιμοποιούσαν για άλλους σκοπούς. Χρηματοδότησε με το ιδιαίτερα χαμηλό επιτόκιο 2% την Κτηματική Τράπεζα, η οποία διέθετε αυτά τα χρήματα για τις στεγαστικές ανάγκες των πανεπιστημίων Αθήνας και Θεσσαλονίκης, της Παντείου, του ΟΛΠ κλπ.

Τον Ιούλιο του 1948 υπεγράφη η Σύμβασις Οικονομικής Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ. Ως λόγος υπογραφής αυτής της σύμβασης αναφέρθηκε η αποτελεσματικώτερη αξιοποίηση των φυσικών πόρων της χώρας με στόχο την οικονομική της ανόρθωση. Με απλά λόγια: οι ΗΠΑ θα μας έδιναν δολλάρια με τα οποία θα κάναμε εισαγωγές απαραίτητες για την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της γεωργίας. Παράλληλα, συστήθηκε Κεντρική Επιτροπή Δανείων, η οποία θα έλεγχε τις χορηγούμενες πιστώσεις και στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι των ΗΠΑ.

Λίγο αργότερα συμφωνήθηκε και το Ελληνικόν Πρόγραμμα Ανασυγκροτήσεως. Επρόκειτο για ένα πρόγραμμα όπου έβαζαν δανεικά λεφτά οι ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Συνεργασία και η ΤτΕ, ώστε να χρηματοδοτηθεί η ανασυγκρότηση της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις πρώτες χρηματοδοτήσεις που ενέκρινε αυτό το πρόγραμμα ήταν η εισαγωγή… αυτοκινήτων! Την σχετική απόφαση πήρε η Ν.Ε., κατόπιν εισηγήσεως της… Ελληνοαμερικανικής Επιτροπής Αυτοκινήτων. Σε μια περίοδο που μένεται ο εμφύλιος, εκτιμάται ότι η ανασυγκρότηση έχει ανάγκη από αυτοκίνητα. Γιατί όχι;

Με δυο λόγια, η συμμετοχή των ΗΠΑ σε όλα αυτά τα προγράμματα εγγυάται μόνον ένα πράγμα: τα δανεικά που δίνουν οι ξένοι παράγοντες -και που φορτώνονται σιγά-σιγά στις πλάτες του λαού, ο οποίος θα κληθεί να τα ξεπληρώσει- κατευθύνονται «όπου πρέπει». Π.χ., στην Α.Ε. Χαλυβδοφύλλων και Λευκοσιδήρου (η οποία, σημειωτέον, επί κατοχής συνεργαζόταν με τους γερμανούς) για να πληρώσει τον εξοπλισμό που αγόρασε από τις ΗΠΑ ή στην Ελληνικαί Αεροπορικαί Συγκοινωνίαι (ΕΛΛ.Α.Σ.) για να αγοράσει ένα αεροπλάνο που θα το δρομολογούσε στην γραμμή Αθήνας-Λονδίνου (**).

Το 1950 ο Μαντζαβίνος αναλαμβάνει και το υπουργείο οικονομικών. Προσπαθεί να βάλει μια τάξη αλλά το πάρτυ έχει φουντώσει για τα καλά. Είναι η εποχή που πρωτοκάνει την εμφάνιση του το φαινόμενο να πτωχεύουν οι βιομηχανίες αλλά να πλουτίζουν οι βιομήχανοι. Τον Ιούλιο του 1952 η Ν.Ε. καταρτίζει πίνακα οφειλετών με ληξιπρόθεσμες οφειλές άνω του ενός δισ. δραχμών. Στον πίνακα περιλαμβάνονται 60 βιομηχανίες κάθε είδους, 3 οικοδομικές επιχειρήσεις, 14 εμπορικές επιχειρήσεις και 9 άλλοι οργανισμοί (ανάμεσά τους και ο ΟΤΕ). Η ΤτΕ προσπαθεί να σφίξει τα λουριά και επιβάλλει για πρώτη φορά την προσκόμιση φορολογικής ενημερότητας από όποιον ζητάει χρηματοδότηση.

Η βοήθεια των ΗΠΑ ξεφορτώνεται στον Πειραιά. Από την Τουσόν της Αριζόνας στα Τρίκαλα… με αγάπη.

Το φαγοπότι έπληξε και την ίδια την ΤτΕ. Τον Φεβρουάριο του 1953 η τράπεζα αποφασίζει να διακόψει την αμοιβή των υπερωριών, να αναστείλει την ίδρυση υποκαταστημάτων σε Τρίκαλα και Λειβαδειά, να καταργήσει τα έξοδα κίνησης και άλλα επιδόματα στο προσωπικό της ενώ έβαλε στο πλάνο της και την περικοπή 350 θέσεων εργασίας.

Στο μεταξύ, από τις εκλογές τής 19ης Νοεμβρίου 1952 έχει προκύψει κυβέρνηση Παπάγου, στην οποία έχει αναλάβει υπουργός συντονισμού ένας κοντοπίθαρος αλλά αεικίνητος πολιτικός ονόματι Σπύρος Μαρκεζίνης. Στις 9 Απριλίου 1953, ημέρα κατά την οποία θα έκλεινε τα 44 χρόνια του, ο Μαρκεζίνης θα προκαλούσε σεισμό στην ελληνική οικονομία…

———————————————-
(*) Η UNRRA ιδρύθηκε το 1943 από 40 χώρες, με σκοπό να βοηθήσει όσες χώρες επλήγησαν από τον πόλεμο. Όμως, μέσα σε δυο χρόνια έφτασε στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Έτσι, το ελληνικό κράτος αναγκάστηκε να συμπληρώσει την προσφερθείσα βοήθεια, διαθέτοντας «ολόκληρον σχεδόν το συναλλαγματικόν απόθεμα της χώρας εις χρυσόν, δολλάρια και λίρας Αγγλίας» (Κ. Βαρβαρέσος,  «Έκθεσις επί του Οικονομικού Προβλήματος της Ελλάδος»).

(**) Τον Οκτώβριο του 1950, η ΕΛΛ.Α.Σ. θα βρεθεί να χρωστάει στο ελληνικό δημόσιο σχεδόν ενάμισυ εκατ. στερλίνες και θα υποχρεωθεί από το υπουργείο αεροπορίας να πάρει μέτρα. Λίγους μήνες αργότερα θα συγχωνευόταν με δυο άλλες αεροπορικές εταιρείες σε έναν αερομεταφορέα όπου το δημόσιο θα συμμετείχε με 11%.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 15. Η υπερυποτίμηση του 1953

Με τον προϋπολογισμό να έχει εκτροχιασθεί ήδη από το πρώτο δίμηνο, το 1953 δεν προμηνυόταν ευχάριστο για την ελληνική οικονομία. Στην νέα αλλά πανίσχυρη κυβέρνηση Παπάγου (238 έδρες!), η οποία βγήκε από τις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952, ο φέρελπις Σπύρος Μαρκεζίνης ήταν τυπικά υπουργός συντονισμού αλλά ουσιαστικά έλεγχε όλα τα οικονομικά υπουργεία. Και μπορεί οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης να έγιναν από τον Παπάγο στην Βουλή την 17η Δεκεμβρίου, αλλά ο Μαρκεζίνης είχε δώσει από τις 6 του μηνός ραδιοφωνική συνέντευξη, όπου ανέλυε λεπτομερώς το οικονομικό πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης.

Ο Σπύρος Μαρκεζίνης ενώ ετοιμάζεται να ανακοινώσει την υποτίμηση της δραχμής.

Πρώτος στόχος του Μαρκεζίνη ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Ανέφερε ότι το κράτος είναι φτωχό και έχει ανάγκη από λιγώτερους υπαλλήλους, εργαζόμενους και όχι αργόμισθους. Και μπορεί να συμπλήρωσε ότι αυτοί οι «λιγώτεροι υπάλληλοι» πρέπει να είναι καλά αμειβόμενοι, αλλά δεν έκανε κουβέντα για αυξήσεις. Να σημειώσουμε εδώ ότι το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ δεν επέτρεπαν την παραμικρή αύξηση στους μισθούς, με στόχο την συγκράτηση του πληθωρισμού και την μείωση των ελλειμμάτων. Στο μεταξύ, το κόστος ζωής στην Ελλάδα, σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, είχε τετρακοσιαπλασιαστεί, την ώρα που στις Η.Π.Α. είχε, απλώς, διπλασιαστεί.

Δεύτερος στόχος του Μαρκεζίνη ήταν η περαιτέρω μείωση του κόστους εργασίας, ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών. Το ζήτημα είναι ποιων εξαγωγών. Τί εξαγωγές να κάνει μια κατεστραμμένη, μετά από 9 χρόνια πολέμων, χώρα; Εν πάση περιπτώσει, ο Μαρκεζίνης κατάργησε τον νόμο 2222, ο οποίος έβαζε όρια στις απολύσεις. Έτσι, κάθε επιχείρηση μπορούσε να απολύσει όσους και όποτε ήθελε, δίχως να δίνει λόγο σε κανένα. Παράλληλα, η κυβέρνηση προσπάθησε να καταργήσει και τον μεταξικό νόμο περί αποζημιώσεων στους απολυομένους, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν, όχι μόνο να απολύουν κατά βούληση αλλά και να μην επιβαρύνονται με αποζημιώσεις. Ευτυχώς, παρουσιάστηκαν έντονες αντιδράσεις ακόμα και μεταξύ των κυβερνητικών βουλευτών κι έτσι η συγκεκριμένη μεθόδευση δεν πέρασε.

Τρίτος στόχος του Μαρκεζίνη (απόρροια του δεύτερου) ήταν η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων για επενδύσεις. Μέσα στο α’ εξάμηνο του 1953 εισάγει το νομοσχέδιο «περί προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων». Εκεί προβλέπονται, μεταξύ άλλων: η ετήσια εξαγωγή συναλλάγματος ίσου προς το 10% των εισαχθέντων κεφαλαίων, επί πλέον εξαγωγή 12% για επιστροφή κερδών κι άλλο ένα 10% για τόκους. Παράλληλα, θεσπίζονται ειδικές φοροαπαλλαγές και διευκολύνσεις για όλα τα ξένα κεφάλαια. Για τους έλληνες πολίτες ο Μαρκεζίνης επιφυλάσσει τον Ν. 2366/7-4-1953 «περί καταργήσεως φορολογικών απαλλαγών και εξαιρέσεων».

Παρένθεση. Αν σχηματίσατε την εντύπωση ότι κάπου έχετε ξανακούσει αυτούς τους τρεις στόχους του Μαρκεζίνη και, μάλιστα, αρκετά πρόσφατα, σας συγχαίρω για την οξυδέρκειά σας και σας θυμίζω ότι η Ιστορία κάνει κύκλους. Κλείνει η παρένθεση.

Πάντως, η κορυφαίας σημασίας επιλογή του Μαρκεζίνη ήταν η υποτίμηση της δραχμής έναντι του δολλαρίου κατά 50%. Στις 9 το βράδυ της 9ης Απριλίου 1953, ανήμερα των 44ων γενεθλίων του, ο Μαρκεζίνης εξαπολύει από ραδιοφώνου την βόμβα: η δραχμή υποτιμάται κατά 50%! Αυτό σημαίνει ότι το δολλάριο, με το οποίο είναι συνδεδεμένη, διπλασιάζει την τιμή του από 15.000 σε 30.000 δραχμές (αργότερα κόπηκαν τα τρία μηδενικά) και αντίστοιχα διπλασιάζεται η τιμή όλων των άλλων ξένων νομισμάτων (*).

Ο Μαρκεζίνης δούλευε πολύ καιρό και με άκρα μυστικότητα το σχέδιο αυτής της υπερυποτίμησης (όπως την χαρακτήρισε η αντιπολίτευση, η οποία την βρήκε εξωπραγματική). Ενήμεροι ήσαν μόνο ο Παπάγος, ο Μαντζαβίνος, ο υπουργός εμπορίου και στενώτατος συνεργάτης τού Μαρκεζίνη Θάνος Καψάλης, η πρεσβεία των ΗΠΑ (αλίμονο!) και το… Δ.Ν.Τ. (τρις αλίμονο!). Όμως, ο μόνος που ήξερε το ακριβές ποσοστό τής υποτίμησης ήταν ο Παπάγος.

Εκείνο το βράδυ, από ραδιοφώνου, ο Μαρκεζίνης προσπάθησε να εξηγήσει την ανάγκη για αυτή την υποτίμηση: «Με αδικαιολογήτως ευθηνήν τιμήν του δολλαρίου, συμφέρουσα ήτο η εξαγωγή κεφαλαίων εις το εξωτερικόν και ο ελληνικός τουρισμός εις την αλλοδαπήν. Όταν το ελληνικό νόμισμα αποκτήση την πραγματικήν αξίαν του και καταστή ευθηνότερον, τότε συμφέρον θα είναι ο εξ αλλοδαπής τουρισμός εις την Ελλάδα και ο επαναπατρισμός ελληνικών κεφαλαίων εις την πατρίδα ή και η διευκόλυνσις  προσελκύσεως γενικώς ξένου κεφαλαίου. Προσέλκυσις δε ξένου κεφαλαίου και προώθησις της πολιτικής των επενδύσεων δεν αποτελεί απλώς εν εκ των κυριοτέρων μελημάτων της κυβερνήσεως, αλλά ταυτοχρόνως και την βασικήν ελπίδα της αναγεννήσεως του τόπου». Τέλος, εκτός από την υποτίμηση, ανήγγειλε την κατάργηση όλων των κλειστών επαγγελμάτων, την απελευθέρωση των εισαγωγών και την περικοπή των δώρων των μισθωτών.

Η αναγγελία της υποτίμησης στον τύπο της επόμενης μέρας. (Προσέξτε στο Εμπρός κάτι ενδεικτικό της εποχής: η τιμή της χρυσής λίρας θεωρείται τόσο σημαντική πληροφορία ώστε αναγράφεται κάτω από την ημερομηνία!)

Η εξέλιξη των πραγμάτων έδειξε να δικαιώνει τον Μαρκεζίνη αλλά παραμένει αμφίβολο αν και κατά πόσο η βελτίωση των οικονομικών τής χώρας οφειλόταν στα μέτρα του ή στην ευνοϊκή διεθνή συγκυρία (μείωση της τιμής του χρυσού, μείωση της τιμής των καυσίμων, υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης παγκοσμίως κλπ). Το σίγουρο είναι ότι εκείνο το βράδυ της 99ης ημέρας του 1953, οι πλούσιοι που διατηρούσαν τις καταθέσεις τους σε τράπεζες του εξωτερικού ή σε συνάλλαγμα, διπλασίασαν την περιουσία τους δίχως να κουνήσουν έστω το μικρό τους δαχτυλάκι. Στους φτωχούς έμεινε μόνο η αλματώδης αύξηση του πληθωρισμού (λόγω του διπλασιασμού του κόστους των εισαγωγών) και η αυξημένη φορολογία.

————————————————–
(*) Φυσικά, ο Μαρκεζίνης δεν επέλεξε την 9η Απριλίου λόγω των γενεθλίων του αλλά λόγω του ότι ήταν Μεγάλη Πέμπτη και, συνεπώς, θα ακολουθούσε ένα πενθήμερο με τράπεζες και χρηματιστήριο κλειστά, διάστημα αρκετό για να αποσβεσθεί το μεγαλύτερο ποσοστό των φυσιολογικών κραδασμών και για να καταλαγιάσουν οι αντιδράσεις πανικού.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 16. Από το 1953 έως την χούντα

Παρ’ ότι στην Ελλάδα η εικοσαετία 1950-1970 εκτυλίσσεται σε ένα ασταθές, μεταβαλλόμενο και αλλοπρόσαλλο πολιτικό περιβάλλον, η οικονομία εξελίσσεται μάλλον απροσδόκητα ομαλά και σε αναμενόμενα πλαίσια. Όπως λέγαμε χτες, οπωσδήποτε έπαιξαν τον ρόλο τους οι αποφάσεις του Μαρκεζίνη αλλά είναι γεγονός πως σημαντικώτερη ήταν η επίδραση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος. Ας εξετάσουμε λίγο πιο αναλυτικά αυτό το στοιχείο.

Το 1946, οι έλληνες εφοπλιστές παίρνουν από τις ΗΠΑ (με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, φυσικά!) εκατό κομμάτια από τα πολύτιμα παιχνιδάκια που λέγονται Λίμπερτυ (*). Η αντιπολίτευση έβαλε και ξαναέβαλε τις φωνές, καταγγέλοντας την σκανδαλώδη κρατική στήριξη στους εφοπλιστές ενώ η ερειπωμένη χώρα προσπαθούσε να συνέλθει από τις καταστροφές της κατοχής και ενώ ο εμφύλιος βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο ίδιος ο Ωνάσης υπολόγισε πως, παρ’ ότι το κράτος είχε εγγυηθεί την πληρωμή των Λίμπερτυ για 17 χρόνια, οι εφοπλιστές θα μπορούσαν να ξοφλήσουν το δάνειο σε λιγώτερο από μια τετραετία με τα κέρδη που έβγαλαν από δαύτα. Τί τα έκαναν αυτά τα κέρδη οι εφοπλιστές; Μα, αγόρασαν άλλα τριακόσια Λίμπερτυ! Έτσι, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ξεσπάει ο τριετής πόλεμος της Κορέας, οι έλληνες πλοιοκτήτες τον μετατρέπουν με τα Λίμπερτύ τους σε χρυσωρυχείο για πάρτη τους (**).

Από συνέλευση μετόχων της ΤτΕ. Στο μέσον ο διοικητής Ξενοφών Ζολώτας και αριστερά του οι υποδιοικητές Δημήτριος Γαλάνης (διαδέχθηκε τον Ζολώτα στις 7/8/1967) και Γιάγκος Πεσμαζόγλου.

Όπως όλοι οι πόλεμοι, έτσι κι ο πόλεμος στην Κορέα προκάλεσε ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις, κατ’ αρχή στις ΗΠΑ και κατόπιν στην Ευρώπη. Οι τιμές των πρώτων υλών στην Βρεττανία αυξήθηκαν κατά 12% ενώ στην Γαλλία ξεπέρασαν το 22%. Παράλληλα, όμως, άρχισαν να μπαίνουν διεθνώς οι βάσεις για ανασυγκρότηση και ανάπτυξη, ως φυσικά επακόλουθα των εκτεταμένων καταστροφών που είχε αφήσει πίσω του ένας παγκόσμιος πόλεμος. Κι όταν το 1953 τελείωσε κι ο πόλεμος της Κορέας, οι πληθωριστικές πιέσεις άρχισαν να υποχωρούν, η απασχόληση να αυξάνεται και η ανάπτυξη των ευρωπαϊκών οικονομιών να αποκτά γοργό ρυθμό. Στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 1953-1970, η ετήσια αύξηση του ΑΕΠ σημείωνε επιδόσεις γύρω στο 7%.

Το 1955, ο Ξενοφών Ζολώτας διαδέχθηκε στην διοίκηση της ΤτΕ τον Γεώργιο Μαντζαβίνο και έβαλε ως πρώτιστο στόχο του την τιθάσσευση του πληθωρισμού. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά, «ουδέν οικονομικόν φαινόμενον απειλεί την κοινωνικήν ευημερίαν και την δημοκρατίαν περισσότερον από τον πληθωρισμόν». Την πρωτομαγιά τού 1955 κυκλοφόρησε η νέα δραχμή, αντικαθιστώντας χίλιες παλιές («κόπηκαν τρία μηδενικά», όπως το κατάλαβε ο λαός), γεγονός που έκανε το εθνικό μας νόμισμα να δείχνει πιο δυνατό. Ελέγχοντας αποτελεσματικά την κυκλοφορία τού νέου νομίσματος, η ΤτΕ κατάφερε να δαμάσει το θηρίο του πληθωρισμού που ταλαιπώρησε τον τόπο πάνω από 15 χρόνια. Πράγματι κατά την κρίσιμη πενταετία 1955-1960, η αύξηση του δείκτη τιμών δεν ξεπέρασε ποτέ το 2,3%, ενώ και μέχρι το 1971 έμεινε σταθερά κάτω από 3%.

Παράλληλα, η ΤτΕ φρόντιζε για την ενίσχυση τόσο της πρωτογενούς παραγωγής (κυρίως μέσω χρηματοδότησης της Αγροτικής) όσο και της βιομηχανίας. Ειδικά στην δεύτερη κατευθύνθηκε και το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων τής βοήθειας των ΗΠΑ από το δόγμα Τρούμαν. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η εκρηκτική αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής περί τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την δωδεκαετία 1959-1971 ο σχετικός δείκτης σημείωσε κατακόρυφη άνοδο 179% ενώ οι επενδύσεις στην βιομηχανία έφτασαν το 30% του ΑΕΠ!

Όμως, όσο κι αν ο Ζολώτας έτριβε τα χέρια του με ικανοποίηση, υπήρχαν δυο σοβαρά αγκάθια που δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Το πρώτο ήταν το συνεχώς αυξανόμενο έλλειμμα στο ισοζύγιο εξωτερικού εμπορίου. Μπορεί να αυξάνονταν οι εξαγωγές αλλά οι εισαγωγές αυξάνονταν όλο και περισσότερο. Ενώ πριν τον πόλεμο οι εξαγωγές μας κάλυπταν πάνω από το 70% των εισαγωγών, τώρα πια ίσα που έφταναν το 30%. Κι όταν, μπαίνοντας η δεκαετία τού ’60, άρχισαν να αβγαταίνουν οι εισαγωγές αυτοκινήτων, η κατάσταση χειροτέρεψε.

Το δεύτερο και πιο ενοχλητικό αγκάθι λεγόταν ανεργία και υποαπασχόληση. Κάπου εδώ βρίσκεται η απάντηση σε όσους -είτε αδαείς είτε αργυρώνητους- υποστηρίζουν πως ο λαός πρέπει σήμερα να κάνει θυσίες ώστε αύριο να γίνουν επενδύσεις που μεθαύριο θα φέρουν νέες θέσεις εργασίας. Σε μια περίοδο όπου οι επενδύσεις μόνο στην βιομηχανία έφταναν το 30% του ΑΕΠ και η παραγωγή σχεδόν διπλασιάστηκε σε δώδεκα μόλις χρόνια, η ανεργία όχι απλώς δεν μειώθηκε αλλά διογκώθηκε. Ενώ οι δείκτες ευημερούσαν, η μετανάστευση έπαιρνε επιδημικές διαστάσεις: μόνο κατά την εξαετία 1959-1965, το 6,4% του συνολικού πληθυσμού (538.000 άνθρωποι) έφυγαν στο εξωτερικό για να βρουν δουλειά. Η πληγή τής μετανάστευσης συνέχισε να πυορροεί, με αυξανόμενο ρυθμό 20,3% ετησίως, μέχρι τις αρχές τής δεκαετίας του ’70.

Κατά τα άλλα, η περίοδος χαρακτηρίζεται από την εμπέδωση εμπιστοσύνης στην δραχμή, κάτι που εκφράστηκε από την μείωση της τάσης προς αποθησαυρισμό χρυσού αλλά και από την αύξηση της ροπής προς αποταμίευση, φαινόμενα που έγιναν εντονώτερα μετά την 21η Απριλίου 1967. Όσο κι αν σημειώθηκαν κάποια «στραβοπατήματα» σε δύσκολες ιστορικά στιγμές (π.χ. με την κρίση στην Κούβα το 1962 ή με τα Ιουλιανά το 1965), η δραχμή στάθηκε γερά στα πόδια της.

Η ελληνική επιτροπή διαπραγμάτευσης για τα Λίμπερτυ. Στο μέσο καθιστός ο υπουργός ναυτιλίας Νίκος Αβραάμ και πίσω του ο Μανώλης Κουλουκουντής (ο ψηλός με τα γυαλιά) και άλλοι εφοπλιστές.

————————————
(*) Επί κεφαλής της κυβερνητικής αποστολής η οποία διαπραγματεύτηκε την αγορά των Λίμπερτυ, ήταν ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Εντελώς συμπτωματικά, ο αδελφός του ο Κυριάκος ήταν εφοπλιστής και ενδιαφερόταν για μερικά Λίμπερτυ. Μαζί με τον Σοφοκλή Βενιζέλο, είχε πάει στις ΗΠΑ και ο υπουργός ναυτιλίας Νίκος Αβραάμ. Εντελώς συμπτωματικά, ο Αβραάμ είχε στενή σχέση με τον Μανώλη Κουλουκουντή, τον πρόεδρο των εν Νέα Υόρκη ελλήνων εφοπλιστών, ο οποίος επίσης ενδιαφερόταν για μερικά Λίμπερτυ (άσχετο: ως ασυρματιστής σε πλοίο του Κουλουκουντή βολόδερνε «πέρα απ’ την γέφυρα του Αδάμ, στην Νότιο Κίνα» και ο ποιητής του Μαραμπού Νίκος Καββαδίας).

(**) Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σταύρου Λιβανού, ο οποίος κουβαλούσε με τα καράβια του εφόδια από τις ΗΠΑ στην Νότια Κορέα αλλά και από την Κίνα στην Βόρεια Κορέα! Για την δράση των ελλήνων εφοπλιστών που έκανε τους πολιτειακούς να βγουν από τα ρούχα τους, διαβάστε «Εφοπλιστές ή πειρατές; (1)» κλπ

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 17. Το απριλιανό «οικονομικό θαύμα»

Η δωδεκαετία Ζολώτα (1955-1967) χαρακτηρίστηκε από την εμμονή στην νομισματική σταθερότητα και στον έλεγχο του πληθωρισμού. Όμως, αυτή η δημοσιονομική πειθαρχία ανατράπηκε από την δικτατορία. Με προεξάρχοντα τον Νικόλαο Μακαρέζο, ο οποίος επαίρετο ως μέγας οικονομολόγος (*), η χούντα μετατόπισε το κέντρο βάρους στην μεγέθυνση της οικονομίας. Θέλοντας να δείξει γρήγορο και μετρήσιμο έργο, η κυβέρνηση των συνταγματαρχών αύξησε τις δημόσιες επενδύσεις και χαλάρωσε τους πιστωτικούς κανόνες. Η ΤτΕ κλήθηκε να παίξει έναν μάλλον αναδιανεμητικό ρόλο, γεγονός που δεν μπορούσε να δεχτεί ο Ζολώτας. Στις 7 Αυγούστου 1967 παραιτήθηκαν ο Ζολώτας και ο Β’ υποδιοικητής Γιάγκος Πεσμαζόγλου και το τιμόνι της τράπεζας ανέλαβε ο μέχρι τότε Α’ υποδιοικητής Δημήτριος Γαλάνης.

Μάιος 1973: Ο Νικόλαος Μακαρέζος ταξιδεύει στο Πεκίνο επί κεφαλής αποστολής βιομηχάνων και εμπόρων, προσπαθώντας να αναπτύξει οικονομική συνεργασία Ελλάδας-Κίνας. Εδώ με τον πρωθυπουργό Τσου Εν Λάι. (**)

Η δικτατορία εξήγγειλε αμέσως το περίφημο Πενταετές Πρόγραμμα Οικονομικής Αναπτύξεως 1968-1972. Μέχρι το 1971, βοηθούμενο κυρίως από τις ευνοϊκές διεθνείς συγκυρίες, το πράγμα έδειχνε να δουλεύει, σημειώνοντας ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Μόνο που η ανάπτυξη γινόταν στρεβλά: ο πρωτογενής τομέας παρεμελείτο και μεγάλα κονδύλια διοχετεύονταν άκριτα, κυρίως στον τουρισμό και τις κατασκευές. Οι εμπορικές τράπεζες παροτρύνονταν από την κυβέρνηση να χρηματοδοτούν ακόμη και επιχειρηματικά σχέδια φτιαγμένα στο πόδι. Μέσα σε τέσσερα μόλις χρόνια, ο σχεδόν ανύπαρκτος πιστωτικός έλεγχος οδήγησε πολλούς κλάδους της οικονομίας στην υπερχρηματοδότηση και, κατ’ επέκταση στον υπερδανεισμό.

Οι δικτάτορες δεν έδειχναν να καταλαβαίνουν πολλά και ο Γαλάνης δεν ήταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να τους ξυπνήσει από τον λήθαργό τους. Με την συμφωνία ένταξης στην ΕΟΚ να έχει παγώσει λόγω της δικτατορίας, η χούντα ήταν ευχαριστημένη που μπορούσε να παρουσιάζει θετικούς δείκτες στην οικονομία, άσχετα αν οι βάσεις άρχισαν να τρίζουν. Κι όταν το 1971 ξέσπασε η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση (στην αρχή ως νομισματική και στην συνέχεια ως πετρελαιική), οι τριγμοί άρχισαν να γίνονται έντονοι. Η τετραετής υπερθέρμανση της οικονομίας, σε συνδυασμό με τις έντονες πληθωριστικές πιέσεις, απαιτούσε την λήψη αντιπληθωριστικών μέτρων προς μείωση της ενεργού ζήτησης. Με άλλα λόγια, έπρεπε να παρθούν μέτρα που θα μείωναν το διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα.

Στο μεταξύ, σε αντίθεση με τις κουταμάρες που ισχυρίζονται οι νοσταλγοί της, η χούντα αύξησε τον εξωτερικό δανεισμό της χώρας προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του πενταετούς προγράμματος. Μέχρι το 1966, η ανάπτυξη εχρηματοδοτείτο κατά 87% από εθνικούς πόρους και κατά 13% από δανεισμό αλλά επί δικτατορίας αυτή η αναλογία ανατράπηκε. Αυτό οδήγησε σε κατακόρυφη αύξηση των χρεωλυσίων: 76 εκατ. δολλάρια το 1969, 81 εκατ. το 1970, 107 το 1971…

Για να μπαλώσει τις τρύπες, η χούντα βελτίωσε τα κίνητρα που προβλέπονταν από τους νόμους του Μαρκεζίνη προς τους ξένους επενδυτές. Έτσι, ολοκληρώνεται και επεκτείνεται η εγκατάσταση της βιομηχανίας αζώτου και ασετυλίνης «Όλυμπος Αέρια» (θυγατρική της γερμανικής Linde) στην Σίνδο, παρέχονται πρόσθετες διευκολύνσεις στην «Αλουμίνιον της Ελλάδος» (Πεσινέ), δίνεται γη και ύδωρ στον Τομ Πάππας για να επεκτείνει την Esso του, ενισχύεται η ΛΑΡΚΟ του Πρόδρομου Μποδοσάκη, δίνονται κίνητρα στις βιομηχανίες ελαστικών Pirelli και GoodYear, χρηματοδοτούνται η «Χημικές Βιομηχανίες Βορείου Ελλάδος» του Μποδοσάκη επίσης και η «Χαλυβουργική» των Αγγελόπουλων κλπ. Όμως, όλη αυτή η έξαρση επενδύσεων και πιστοδοτήσεων δεν έχει τον αναμενόμενο αντίκτυπο στην αύξηση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας. Κι αυτό επειδή, πολύ απλά, κάνοντας χρήση των ευνοϊκών νομοθετικών ρυθμίσεων (παλιών και νέων), οι πολυεθνικές μαζεύουν τα κέρδη τους και τα βγάζουν στο εξωτερικό.

Κι ενώ ο Γαλάνης επί τέσσερα χρόνια επαινούσε τα επιτεύγματα των απριλιανών στην οικονομία (***), το 1972 υποχρεώνεται να ανακρούσει πρύμναν. Συστήνει αύξηση των ελέγχων στις πιστοδοτήσεις, αυξάνει την υποχρέωση των εμπορικών τραπεζών να διατηρούν κεφάλαια (έντοκα αλλά και άτοκα) στην ΤτΕ, καθιστά αυστηρότερα τα όρια δανεισμού των επιχειρήσεων κλπ. Ερχόμενος σε αντίθεση με όσα ο ίδιος υποστήριζε μέχρι το 1971, τώρα πλέον διαπιστώνει ότι «η υπέρμετρος τραπεζική χρηματοδότησις όχι μόνον συμπιέζει τα διαθέσιμα κεφάλαια διά νέας παραγωγικάς δραστηριότητας και επενδύσεις αλλ’ επιβραδύνει την μετάβασιν από τας οικογενειακού χαρακτήρος επιχειρήσεις εις γνησίας ανωνύμους εταιρείας, αι οποίαι προσφέρουν ευρυτέραν και σταθερωτέραν βάσιν διά την ανάπτυξιν της επιχειρηματικής δραστηριότητος».

Παράλληλα, ο Γαλάνης κάνει ό,τι μπορεί για να ενισχύσει τους δικτάτορες. Η ΤτΕ συνάπτει (κυρίως με τράπεζες των ΗΠΑ) αλλεπάλληλα δάνεια με ευνοϊκούς όρους και στην συνέχεια τα εκχωρεί στο ελληνικό δημόσιο, το οποίο χρηματοδοτεί με αυτά τα έργα του. Πρώτο δάνειο, 60 εκατ. δολλάρια το 1971. Δεύτερο δάνειο, 30 εκατ. δολλάρια τον Ιανουάριο του 1972. Τρίτο δάνειο, 70 εκατ. δολλάρια τον Απρίλιο του 1972. Τέταρτο δάνειο, 25 εκατ. δολλάρια τον Μάιο του 1972. Πέμπτο δάνειο, 70 εκατ. δολλάρια τον Οκτώβριο του 1972. Έκτο δάνειο, 200 εκατ. δολλάρια τον Ιούλιο του 1973…

Ίσως η πιο cult εικόνα της χούντας: ο Στυλιανός Παττακός με ένα μυστρί να θεμελιώνει ή με ένα ψαλίδι να εγκαινιάζει. Εδώ θεμελιώνει το υδροηλεκτρικό φράγμα στο Πολύφυτο Κοζάνης (30/9/1971)

Κάπου εδώ το παραμύθι του απριλιανού «οικονομικού θαύματος» φτάνει στο τέρμα του. Με το Μπρέττον Γουντς να ανήκει πια στην ιστορία και την διεθνή νομισματική κρίση να βαθαίνει, οι τρύπες δεν μπορούν πλέον να μπαλώνονται με δανεικά. Πολύ περισσότερο δε, καθώς το 1973 η νομισματική κρίση εξελίσσεται σε πετρελαιική. Ο πληθωρισμός ξεφεύγει και αρχίζει να καλπάζει ανεξέλεγκτος: από το 6,5% του 1972 εξακοντίζεται στο 30,6% το 1973 ενώ ο τιμάριθμος χονδρικής προοιωνίζεται χειρότερες καταστάσεις καθώς σκαρφαλώνει στο 44,2%. Χάρη στην εξαετή χουντική διακυβέρνηση, το δημόσιο χρέος υπερδιπλασιάζεται, οι εισαγωγές τριπλασιάζονται και το έλλειμμα του ισοζυγίου σχεδόν τετραπλασιάζεται. Στις αρχές Οκτωβρίου ο απογοητευμένος Παπαδόπουλος ωθεί τον Μακαρέζο σε παραίτηση και αρχίζει να σκέφτεται σοβαρά την παράδοση της εξουσίας στους πολιτικούς.

Η φούσκα της «εμπνευσμένης οικονομικής πολιτικής της εθνοσωτηρίου επαναστάσεως» σκάει αλλά ο Γαλάνης δεν θα είναι εκεί, καθώς πεθαίνει στις 4 Μαΐου 1973. Τον διαδέχεται στην διοίκηση της ΤτΕ ο άχρους, άοσμος και άγευστος Κωνσταντίνος Παπαγιάννης (υπουργός οικονομικών στην πρώτη κυβέρνηση Παπάγου). Η ελληνική οικονομία βάζει τον αυτόματο πιλότο και θα πορευτεί έτσι μέχρι την μεταπολίτευση.

————————————————–
(*) Εκτός από πλήθος στρατιωτικών σχολών (Ευελπίδων, Σχολή Πυροβολικού Μεγάλου Πεύκου, Αγγλική Σχολή Εκπαιδευτικών Πυροβολικού Καΐρου, Αμερικανική Σχολή Πυροβολικού Γερμανίας, Σχολή Γενικής Μορφώσεως Αθήνας, Ανωτέρα Σχολή Πολέμου Θεσσαλονίκης), ο Μακαρέζος είχε και τρία πτυχία πολιτικών και οικονομικών επιστημών από την ΑΣΟΕΕ, την Πάντειο και την Ανωτάτη Βιομηχανική, τα οποία απέκτησε ενώ υπηρετούσε στο Α’ Σύνταγμα Πυροβολικού. Ως το τέλος της ζωής του (πέθανε το 2009, στα 90 του) ήταν περήφανος για το οικονομικό θαύμα της επταετίας και, μάλιστα, έγραψε και το σχετικό βιβλίο «Η Οικονομία της Ελλάδος» (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πελασγός).

(**) Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο Βήμα την 15/7/2012 και είναι ελαφρώς «λογοκριμένη». Η λογοκρισία του ΔΟΛ οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι πίσω από τον Τσου Εν Λάι ποζάρει ένας από τους εκλεκτούς δημοσιογράφους της χούντας, οι οποίοι επελέγησαν για να συνοδεύσουν τον Μακαρέζο και να καλύψουν το ταξίδι του: ο σημερινός πρόεδρος του ΔΟΛ Σταύρος Ψυχάρης. Αργότερα ειπώθηκε ότι ο Ψυχάρης είχε επιλεγεί από τον ταξίαρχο Ιωαννίδη, προκειμένου να παρακολουθεί τον Μακαρέζο αλλά το ιστολόγιο δεν μπλέκει με συνωμοσιολογίες.

(***) «Η νομισματική σταθερότης δεν αντιμετωπίζεται υπό της Τραπέζης της Ελλάδος ως αποκλειστικός και ανεξάρτητος στόχος. Αντιθέτως, το Ίδρυμα τούτο αντιλαμβάνεται ως κεντρικήν του επιδίωξιν την, διά του ανακατανεμητικού κυρίως ρόλου του, ταχείαν προώθησιν της οικονομικής αναπτύξεως της χώρας» (από την έκθεση του Γαλάνη επί του ισολογισμού της ΤτΕ 1970). Είναι σαφές ότι ο Γαλάνης αντιτίθεται στις διακηρυγμένες αρχές τού Ζολώτα και συντάσσεται απολύτως με τις επιδιώξεις των συνταγματαρχών.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 18. Τα προβλήματα της μεταπολίτευσης

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας, ο Καραμανλής έκανε σαφές ποιες δυο προσωπικότητες εμπιστευόταν περί την οικονομία. Επί κυβέρνησης εθνικής ενότητας, ο μεν Ξενοφών Ζολώτας ανέλαβε υπουργός συντονισμού, ο δε Παναγής Παπαληγούρας τοποθετήθηκε προσωρινός διοικητής τής ΤτΕ. Μετά τις εκλογές τής 17ης Νοεμβρίου 1974, ο Παπαληγούρας πήγε στο υπουργείο συντονισμού και ο Ζολώτας επέστρεψε στην γνωστή του θέση τού διοικητή της ΤτΕ.

Οι δυο άνδρες έτρεχαν και δεν έφταναν, προκειμένου να συμμαζέψουν τα ερείπια που είχε αφήσει πίσω της η χούντα. Στην πρώτη του έκθεση, ο Ζολώτας διαπιστώνει ότι «ο κρατικός προϋπολογισμός βαρύνεται με την κληρονομίαν της περιόδου της δικτατορίας, η οποία χαρακτηρίζεται από απρογραμμάτιστον διόγκωσιν των δημοσίων δαπανών, καταναλωτικών και επενδυτικών, προς κατευθύνσεις χαμηλής παραγωγικότητος». Το συμπέρασμά του ήταν ότι η δικατατορία, έχοντας έλλειψη νομιμοποίησης, φρόντιζε να δίνει ρευστότητα για κατανάλωση και για χαμηλής απόδοσης επενδύσεις, προκαλώντας καταναλωτική ευμάρεια και αποσπώντας με τον τρόπο αυτό κοινωνική ανοχή.

23/7/1974, ώρα 14.00′: Η δικτατορία έχει πέσει και ο «πρόεδρος της δημοκρατίας» στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης προεδρεύει σε σύσκεψη πολιτικών, προκειμένου να παραδώσει την εξουσία (*).

Από την πλευρά του, ο Παπαληγούρας διαπίστωνε ότι επί χούντας όχι μόνο διαλύθηκαν οι κρατικές δομές αλλά άλλαξαν και οι κοινωνικές συνιστώσες: «η επταετία εδημιούργησεν νεοπλούτους πολλούς αλλ’ υπευθύνους και ανταγωνιστικούς επιχειρηματίας ολίγους». Ταυτόχρονα, Παπαληγούρας και Ζολώτας προσπαθούσαν να βάλουν σε τάξη και το φορολογικό καθεστώς της χώρας, με τον διοικητή τής ΤτΕ να παρατηρεί: «είναι γνωστόν ότι υφίσταται μεγάλη φοροδιαφυγή διά τα υψηλότερα εισοδήματα, πράγμα το οποίον καθιστά την άμεσον φορολογίαν, αντί διορθωτικήν της διανομής του εισοδήματος, ενισχυτικήν της ανισότητος και της αδικίας (…) αι μεγάλαι ακίνητοι περιουσίαι εδημιουργήθησαν κυρίως κατά την τελευταίαν 25ετίαν, υπήρξαν δε αποτέλεσμα της οικονομικής αναπτύξεως της χώρας, της φοροδιαφυγής των υψηλών εισοδημάτων και της αυτομάτου κολοσσιαίας υπερτιμήσεως του εδάφους». Δυο μέρες πριν τα χριστούγεννα του 1974, ο Ζολώτας προτείνει μια σειρά μέτρων:

  • Φορολόγηση των αδιανεμήτων κερδών των ΑΕ αλλά και των μερισμάτων με βάση τις γενικές φορολογικές διατάξεις.
  • Επέκταση της φορολογίας στις ΕΠΕ και στις κοινοπραξίες (Joint Ventures).
  • Επαναφορά τής φορολόγησης των ναυτιλιακών εταιρειών με άμεση ακύρωση του σχετικού χουντικού νόμου «διά του οποίου η Ελλάς έγινε χώρα φορολογικής ασυδοσίας των πλοίων υπό ελληνικήν σημαίαν».
  • Εφαρμογή αντικειμενικών αξιών για την φορολόγηση των ακινήτων, με ταυτόχρονη θέσπιση υψηλού αφορολόγητου ορίου, ώστε να παραμείνει πράγματι αφορολόγητη η μικρή περιουσία.
  • Επιβολή ετήσιου φόρου επί της λογιστικής καθαρής θέσης των ΑΕ (σ.σ.: η συγκεκριμένη πρόταση «ξεδόντιαζε» την πάγια τακτική των πλουσίων να αποκτούν περιουσιακά στοιχεία όχι απ’ ευθείας στο όνομά τους αλλά στο όνομα μιας ΑΕ, ώστε να μη φορολογούνται).
  • Αναπροσαρμογή των παγίων των ΑΕ σε τρέχουσες αγοραστικές αξίες (σ.σ.: με την τελευταία αναπροσαρμογή να έχει γίνει το 1957, ολόκληρες πολυκατοικίες εμφανίζονταν να αξίζουν όσο ένα διαμέρισμα).
  • Θέσπιση ενός συστήματος προσδιορισμού ελάχιστου φορολογητέου εισοδήματος ελευθέρων επαγγελματιών και εμπόρων, ώστε να μη δηλώνει ο καθένας όσα θέλει και αν θέλει.
  • Θέσπιση ενός συστήματος αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών (σ.σ.: το μέτρο θα εφαρμοζόταν το 1982 από την κυβέρνηση του ΠαΣοΚ).

Παράλληλα, ο Ζολώτας έκοψε κάθε συζήτηση για υποτίμηση της δραχμής, θεωρώντας το μέτρο παράλογο για όσο χρονικό διάστημα η παραγωγική βάση της χώρας δεν είχε γερά θεμέλια και ορθό προσανατολισμό. Όμως, αποδέσμευσε την δραχμή από το δολλάριο και την έθεσε υπό την χαλαρή παρακολούθηση του δυτικογερμανικού μάρκου, δείχνοντας με εύγλωττο τρόπο την στροφή της προς τα ευρωπαϊκά νομίσματα εν όψει και της αναμενόμενης πλήρους προσχώρησης της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.

Λίγο πριν τις πρόωρες εκλογές του 1977, ο Ζολώτας προτείνει στον Καραμανλή ένα σχέδιο «ισοσκελισμένου λαϊκού προϋπολογισμού 1977» (**) ύψους διακοσίων δισ. δραχμών, δίχως την επιβολή οποιουδήποτε νέου φόρου. Ο προϋπολογισμός θα «έβγαινε» μόνο «δια περιορισμού της φοροδιαφυγής, οργανωτικών αλλαγών και λοιπών μέτρων αναμορφώσεως της φορολογίας». Μετά τις εκλογές της 20ης Νοεμβρίου 1977, ο Ζολώτας επανέρχεται και επικρίνει την απατάσχετη προεκλογική παροχολογία, προτείνοντας συγκράτηση των αυξήσεων στους μισθούς ώστε να ελεγχθεί ο πληθωρισμός, αυστηρότερο έλεγχο των πιστοδοτήσεων και λήψη μέτρων για μείωση της κατανάλωσης. Επίσης, υπογραμμίζει στον Καραμανλή ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δεν μπορεί να εκδίδει χρήμα κάθε τρεις και λίγο, μόνο και μόνο για να εξυπηρετεί την επεκτατική οικονομική πολιτική της κυβέρνησης.

Ο Ζολώτας έχει δίκιο που ανησυχεί. Η παγκόσμια οικονομία υποφέρει από την πετρελαιική κρίση του 1973 που δεν λέει να κοπάσει και οι οιωνοί δεν προμηνύουν βελτίωση της κατάστασης. Κι ενώ οι ήδη υψηλές διεθνείς τιμές των καυσίμων αυξάνονται συνεχώς και το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας υποφέρει, ο Ζολώτας εκνευρίζεται και οργίζεται διαπιστώνοντας ότι κατά την περίοδο 1970-1977 «τα ιδιωτικά αυτοκίνητα τριπλασιάστηκαν (…) ο αριθμός τηλεφωνικών συσκευών διπλασιάστηκε και πλησίασε το επίπεδο της Γαλλίας και της Ιταλίας (…) ο αριθμός των ελλήνων που αναχωρούν στο εξωτερικό αυξήθηκε από 652.000 σε 1.265.000 (…) ο αριθμός των boutiques υπερτριπλασιάστηκε (…) χαρακτηριστική επίσης είναι η υπέρμετρη αύξηση των κέντρων διασκεδάσεως, ταβερνών κ.λπ., που έφθασαν στις 3.243 στην περιοχή Αθηνών-Πειραιώς…».

Η οργή τού διοικητού δεν οφείλεται σ’ αυτή καθ’ εαυτή την υψηλή κατανάλωση. Οφείλεται στην διαπίστωση ότι αυτή η κατανάλωση δεν συνοδεύεται από αύξηση της πραγματικής παραγωγής. Ο μόνος τομέας της οικονομίας που πάει καλά είναι οι κατασκευές και, μάλιστα, οι ιδιωτικές κατοικίες (το 1977, η οικοδομή απορρόφησε το 39% της συνολικής επένδυσης του ιδιωτικού τομέα!). Είναι σαφές ότι οι παθογένειες της χούντας και οι κακές συνήθειες που αποκτήθηκαν κατά την επταετία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν.

3/6/1963: Ο Παναγιώτης Παπαληγούρας συναντά τον πρόεδρο Τζων Φ. Κέννεντυ στον Λευκό Οίκο. [Φωτογραφία: John F. Kennedy presidential library and museum]

—————————————-
(*) Στην φωτογραφία, πλην του Γκιζίκη, διακρίνονται (με την σειρά από αριστερά): Ξενοφών Ζολώτας, Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, Γεώργιος Μαύρος, Πέτρος Γαρουφαλιάς, Σπύρος Μαρκεζίνης, Στέφανος Στεφανόπουλος. Δίπλα στον Γκιζίκη αλλά και δεξιά του Ζολώτα φαίνονται και οι τέσσερις στρατιωτικοί, οι οποίοι συμμετείχαν στην σύσκεψη: ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος, ο αρχηγός ΓΕΣ αντιστράτηγος Ανδρέας Γαλατσάνος, ο αρχηγός ΓΕΝ αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης και ο αρχηγός ΓΕΑ αντιπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου. Πριν από την σύσκεψη, ο Μπονάνος εκδήλωσε στον Γαρουφαλιά την προτίμηση που είχαν οι στρατιωτικοί στο πρόσωπό του και ο Γαρουφαλιάς έσπευσε να τον διαβεβαιώσει ότι θα αποδεχόταν πρόταση να ηγηθεί κυβερνητικού σχήματος. Προφανώς, το πάθημα του Μαρκεζίνη λίγους μήνες νωρίτερα, δεν του είχε γίνει μάθημα. Χολωμένος που όλοι τον άφησαν στο περιθώριο, ο Γαρουφαλιάς ίδρυσε το κόμμα «Εθνική Δημοκρατική Ένωσις – ΕΔΕ», το οποίο πάτωσε στις εκλογές του Νοεμβρίου.

(**) Στο πρωτότυπο έγγραφο, το οποίο υπάρχει στο αρχείο Ζολώτα, η λέξη «λαϊκού» έχει διαγραφεί με στυλό.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 19. Ο στασιμοπληθωρισμός και η ύφεση του 1980

Η απαισιοδοξία τού Ζολώτα επαληθεύεται το 1979, καθώς ξεσπάει μια δεύτερη πετρελαιική κρίση, χειρότερη από την προηγούμενη. Από τον Νοέμβριο του 1978 έχει εκδηλωθεί στο Ιράν η ισλαμική επανάσταση των αγιατολλάχ και 37.000 εργαζόμενοι στα διυλιστήρια έχουν κατεβεί σε απεργία διαρκείας, ρίχνοντας την ημερήσια παραγωγή ιρανικού πετρελαίου από 6 εκατ. σε 1,5 εκατ. βαρέλια. Στις 16 Ιανουαρίου 1979 ο Σάχης φεύγει από την χώρα και τέσσερις μέρες αργότερα η Σαουδική Αραβία αποφασίζει να μειώσει και την δική της παραγωγή. Η τιμή του πετρελαίου εκτινάσσεται κατά 36%.

Η ΤτΕ έχει ήδη κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας για πληθωριστική έκρηξη και εκτροχιασμό του προϋπολογισμού. Ο Ζολώτας μιλάει για κρίσιμες διαστάσεις στο πρόβλημα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών. Ακόμη, επισημαίνει την διόγκωση της παραοικονομίας, την οποία θεωρεί ως βασικό στοιχείο του νεοπλουτισμού και την χαρακτηρίζει ως «οικονομικά ιδιαίτερα επιβλαβή διότι τα εξ αυτής εισοδήματα τρέπονται κατά κανόνα εις επιδεικτικήν κατανάλωσιν και κυρίως εις ζήτησιν εισαγομένων ειδών». Τέλος, προτείνει την αναμόρφωση της λειτουργίας των ΔΕΚΟ με εκλογίκευση της λειτουργίας τους και μείωση των ελλειμμάτων τους.

15/5/1980: Ο Κων. Καραμανλής ορκίζεται ως πρόεδρος της δημοκρατίας, υπό το βλέμμα του πρωθυπουργού Γ. Ράλλη.

Όμως, η πολιτική συγκυρία πνίγει την φωνή τού διοικητή τής ΤτΕ. Με το ΠαΣοΚ να έρχεται ακάθεκτο προς την εξουσία και τον Καραμανλή να στρέφεται προς την προεδρία τής δημοκρατίας, ο Ράλλης που τον διαδέχεται στην πρωθυπουργία και στην ηγεσία τής Νέας Δημοκρατίας προσπαθεί να σώσει την παρτίδα υιοθετώντας πολιτική υποσχέσεων και παροχών. Η παράνοια διογκώνεται: αφού η δεξιά μοιράζει λεφτά, φαντάσου τι έχει να γίνει όταν βγουν οι σοσιαλιστές…  Η κατανάλωση αυξάνεται, η παραγωγή μειώνεται, ο πληθωρισμός τραβάει την ανηφόρα και ο Ζολώτας τραβάει όσα μαλλιά τού έχουν απομείνει: «οι πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία συνεχίζονται αμείωτες και οι διαταρακτικές τους επιδράσεις στη νομισματική κυκλοφορία (εσωτερική και εξωτερική) αλλά και στην οικονομική συμπεριφορά των ιδιωτών εξακολουθούν να εμφανίζουν οξύτητα».

Προσπαθώντας να τιθασσεύσει τον πληθωρισμό, η Τράπεζα της Ελλάδος μηχανεύεται τρόπους περιορισμού τής νομισματικής κυκλοφορίας. Έτσι, αυξάνει τα επιτόκια καταθέσεων κατά 4 μονάδες, των εντόκων γραμματίων κατά 3 και των τραπεζικών ομολόγων κατά 5, με αντίστοιχη αύξηση στα επιτόκια καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων αλλά και των δανείων προς το εμπόριο. Λίγο πριν τις εκλογές τού 1981, ο Ζολώτας στέλνει στον Ράλλη ένα έγγραφο-φωτιά όπου προβλέπει ότι ο προϋπολογισμός του 1980 θα κλείσει με έλλειμμα 20 δισ. δραχμών ενώ η κυβέρνηση περίμενε πως θα είναι πλεονασματικός κατά 6 δισ., προσθέτοντας ότι «το συνολικό άνοιγμα της δημοσιονομικής διαχειρίσεως θα φθάσει το 1981 στα 169 δισ. δρχ. έναντι 126 δισ. δρχ. του 1980 και 93,4 δισ. δρχ. του 1979».

Η σημαντικώτερη διαπίστωση του Ζολώτα ήταν ότι η ελληνική οικονομία έπασχε από την εξαιρετικά επικίνδυνη ασθένεια που λέγεται στασιμοπληθωρισμός. Με τον τιμάριθμο να τρέχει με υπερδιπλάσια ταχύτητα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο κόσμος κατανάλωνε αντί να αποταμιεύει «για να μη φάει τα λεφτά ο πληθωρισμός». Παράλληλα, η κυβέρνηση, προκειμένου να τονώσει τις επενδύσεις, σκόρπιζε φτηνό χρήμα μέσω επιδοτήσεων κάθε είδους αλλά ελάχιστο από αυτό το χρήμα πήγαινε πραγματικά σε επενδύσεις: με τα τραπεζικά επιτόκια να βρίσκονται ψηλά, οι «επενδυτές» έπαιρναν το φτηνό χρήμα και απλώς το κατέθεταν σε κάποιους τραπεζικούς λογαριασμούς προκειμένου να καρπωθούν άκοπα την διαφορά του επιτοκίου. Πρόκειται για την χαρακτηριστικώτερη εικόνα κατάντιας της ελληνικής οικονομίας, για την οποία (παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα εδώ και χρόνια) σίγουρα δεν ευθύνονται οι κυβερνήσεις τού ΠαΣοΚ.

Αυτή η υπέρμετρη κατανάλωση «έφτιαχνε» τα νούμερα αλλά δεν μπορούσε να συσκοτίσει την ουσία. Μπορεί η κυβέρνηση να επαιρόταν ότι η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ έφτασε το 25% αλλά η ΤτΕ ήταν καταπέλτης: μόνο 1% συνιστούσε αύξηση πραγματικών εισοδημάτων! Το υπόλοιπο 24% αντιστοιχούσε στον πληθωρισμό.

Στις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981, το ΠαΣοΚ κέρδισε, όπως ήταν αναμενόμενο. Δυο μέρες αργότερα, ο Ζολώτας στέλνει στον υπουργό συντονισμού Απόστολο Λάζαρη έγγραφο αγωνίας, το οποίο άρχιζε με την φράση «η οικονομική κατάσταση της χώρας είναι κρίσιμη». Στο έγγραφο αυτό ο διοικητής της ΤτΕ επισημαίνει για πολλοστή φορά την εσφαλμένη πιστωτική επέκταση, την υπέρμετρη αύξηση της ρευστότητας και την λανθασμένη δημοσιονομική πολιτική του παρελθόντος, υπογραμμίζει την μείωση της ανταγωνιστικότητας και την πτώση της παραγωγικότητας, διαπιστώνει ότι η πραγματική οικονομία έχει μπει σε ύφεση, σημειώνει ότι τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας έχουν πέσει κάτω από το επίπεδο ασφαλείας, εκδηλώνει έντονη ανησυχία για την πορεία τού ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, εκτιμά ότι ο δανεισμός αποτελεί σοβαρή απειλή για την σταθερότητα και θεωρεί ως εκ των ων ουκ άνευ την μείωση των δαπανών της κεντρικής κυβέρνησης.

Στο ίδιο έγγραφο, ο Ζολώτας δεν διστάζει να προχωρήσει σε υποδείξεις σχετικά με ένα πρόγραμμα οικονομικής σταθεροποίησης που θα έπρεπε να μπει αμέσως σε εφαρμογή. Είναι σαφές ότι με αυτό το έγγραφο ο διοικητής της ΤτΕ επιχειρούσε να επηρεάσει την οικονομική πολιτική που, λίγες μέρες αργότερα, θα παρουσίαζε η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση στις προγραμματικές δηλώσεις της. Όπως εκμυστηρευόταν στις προσωπικές του συζητήσεις, ο Ζολώτας θεωρούσε την διαφαινόμενη οικονομική πολιτική τού ΠαΣοΚ ως φιλολαϊκή αλλά αδιέξοδη και ατελέσφορη.

Οι νικητές των εκλογών της 18/10/1981. Στην ένθετη φωτογραφία: η Αυγή της επόμενης μέρας (με το σφυροδρέπανο ακόμη στον τίτλο της) αναγγέλλει το «σάρωμα της δεξιάς».

Μάταια ο διοικητής τής ΤτΕ περιμένει απάντηση από τον υπουργό συντονισμού. Στις 3 Νομεβρίου 1981, ο Ξενοφών Ζολώτας υποβάλλει την παραίτησή του και αποχωρεί οριστικά από την τράπεζα, στο τιμόνι της οποίας βρέθηκε συνολικά επί 19,5 χρόνια. Στην θέση του τοποθετείται αυθημερόν ένας κεφαλλονίτης οικονομολόγος, στον οποίο ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αναθέσει την σύνταξη του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησής του: ο Γεράσιμος Αρσένης.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 20. Ένας «τσάρος» στο τιμόνι

Δυο μόλις μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Αρσένης έκανε την πρώτη του έκθεση σε μια κακή συγκυρία: μετά από πολύ καιρό, το 1981 ήταν η πρώτη χρονιά που το ΑΕΠ κατέγραψε μείωση, έστω και μικρή (-0,2%). Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός άγγιξε το 25% και το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών χτύπησε κόκκινο. Ο διοικητής κατηγόρησε τις προηγούμενες κυβερνήσεις (εμμέσως δε και τον προκάτοχό του) ότι επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην εξουδετέρωση των συμπτωμάτων του πληθωρισμού αντί να καταπολεμήσουν τα αίτιά του και κάλεσε την κυβέρνηση του ΠαΣοΚ να ακολουθήσει συνεπή αντιπληθωριστική πολιτική. Και όμως, ο ίδιος ο Αρσένης ήταν που μέχρι πριν λίγο καιρό επέβλεπε το οικονομικό πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης, βάσει του οποίου στα τέλη του 1981 χορηγήθηκαν τεράστιες αυξήσεις (35% κατά μέσο όρο) στους κατώτερους και χαμηλούς μισθούς, βάσει των περίφημων «διορθωτικών ποσών», κάτι που οδήγησε σε άμεση εκρηκτική άνοδο του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών.

Στις 5 Ιουλίου 1982, ο Γεράσιμος Αρσένης ανέλαβε και το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου εθνικής οικονομίας, συγκεντρώνοντας στο πρόσωπό του δυο ιδιότητες οι οποίες θεωρούνται ασυμβίβαστες στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Έτσι, σηματοδοτήθηκε η απόλυτη συμπόρευση της ΤτΕ με την κυβερνητική οικονομική πολιτική.

1981: Ο Α.Παπανδρέου συγχαίρει τον Γ. Αρσένη επί τη αναλήψει των καθηκόντων του ως διοικητής της ΤτΕ. Στο φόντο, ο υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου και αργότερα διοικητής της Εθνικής Κτηματικής Ευάγ.Κουλουμπής.

Σύμφωνα με τον Αρσένη, η ακολουθούμενη κατά την τελευταία δεκαετία πολιτική συνεχούς υποτιμήσεως της δραχμής ήταν εσφαλμένη και οδήγησε σε υπερβολική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, ο ίδιος δε πρότεινε να ληφθούν μέτρα προς αύξηση της παραγωγικότητος. Παρά ταύτα, στην επόμενη ακριβώς έκθεσή του (αρχές του 1983), ο διοικητής τής ΤτΕ επισημαίνει τελείως διαφορετικά πράγματα. Αφού παρατηρεί ότι «η συναλλαγματική πολιτική που ασκήθηκε το 1982 είχε ως στόχο τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας», σημειώνει ότι αυτή η πολιτική «είχε ως αποτέλεσμα την υποτίμηση της σταθμισμένης ισοτιμίας της δραχμής κατά 9,5%». Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπενθύμισε ότι «στις πρώτες μέρες του 1983 η δραχμή υποτιμήθηκε εφ’ άπαξ κατά 15,5%, με σκοπό να επανακτηθεί το χαμένο τα τελευταία χρόνια έδαφος στην ανταγωνιστικότητα». Αλήθεια, τί μεσολάβησε και μέσα σε έναν χρόνο άλλαξαν άρδην οι απόψεις του υπουργού και διοικητή της ΤτΕ; Στην έκθεση δεν δίνεται καμμιά εξήγηση.

Ως υπουργός εθνικής οικονομίας, ο Αρσένης έψαχνε λόγους να καμαρώνει αλλά δεν έπειθε. Για παράδειγμα, επιχείρησε να πείσει ότι τα πράγματα πάνε καλά, επειδή την ύφεση -0,2% του 1981 την διαδέχτηκε μια αναιμική αύξηση 0,2%. Επίσης, εκτίμησε ως θετική την πτώση του πληθωρισμού στο 21% (έναντι 24,5% του 1981), παρ’ ότι όλη η Ευρώπη πορευόταν με μονοψήφια ποσοστά. Εν πάση περιπτώσει, και ως υπουργός οικονομίας και ως διοικητής της ΤτΕ, ο Αρσένης είχε την ακλόνητη πεποίθηση ότι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας μπορούσαν να λυθούν άμεσα, με συνέπεια να αρχίσει τάχιστα μια ραγδαία ανάπτυξη.

Εννοείται ότι για όλο το χρονικό διάστημα που ο Αρσένης παρέμεινε ως «τσάρος της οικονομίας», δεν έχει νόημα να μιλάμε για τα έργα και την πολιτική τής Τράπεζας της Ελλάδος, εφ’ όσον το ίδρυμα ήταν υποταγμένο πλήρως στην κυβέρνηση. Έτσι, σε όλη αυτή την περίοδο, το μόνο που έκανε η ΤτΕ ήταν να φροντίζει για την εξυπηρέτηση των οικονομικών κυβερνητικών σχεδίων. Για παράδειγμα:

(α) Έδινε ανάσες στις κρατικές τράπεζες, μέσω αναχρηματοδοτήσεων, πιστώσεων και παρατάσεων. Ανάμεσά τους, πρώτη και καλύτερη η Αγροτική και από δίπλα η Εθνική Κτηματική, η Τράπεζα Υποθηκών, η Τράπεζα Επενδύσεων, η ΕΤΕΒΑ, η Γενική, η ΕΤΒΑ κλπ

(β) Στήριζε κρατικές επιχειρήσεις και οργανισμούς, προσφέροντάς τους πιστώσεις και, κυρίως, παρατάσεις εξόφλησης των δανείων τους. Μεταξύ αυτών ήταν η Εθνοκτηματική (θυγατρική της Εθνικής Κτηματικής), η ΠυρΚαλ, η Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Υδάτων, η Κεντρική Υπηρεσία Διαχείρισης Εγχώριας Παραγωγής (ΚΥΔΕΠ), η Κοινοπραξία Συνεταιριστικών Οργανώσεων Σουλτανίνας (ΚΣΟΣ), ο Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός (ΑΣΟ), η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης (ΕΒΖ) κλπ.

(γ) Κατά πρωτοφανή τρόπο, η ΤτΕ ενέκρινε πιστώσεις ακόμη και για ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ως η πλέον χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση θεωρείται η απόφαση της 28/4/1982 για χρηματοδότηση της Νεστλέ με 1,5 δισ. δραχμές.

(δ) Με βάση την κυβερνητική άποψη ότι «η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ επέτρεψε την ανεμπόδιστη είσοδο των κοινοτικών προϊόντων στην ελληνική αγορά και έκανε περισσότερο εμφανή τη διαφορά στην παραγωγικότητα» αλλά και την κυβερνητική απόφαση για «λήψη μέτρων προστασίας των κλάδων που αντιμετώπιζαν δυσχέρειες μετά την ένταξη», η ΤτΕ χρηματοδοτούσε αφειδώς γεωργικές επιχειρήσεις: Μύλοι Θράκης, Ουζουνόπουλος, Εκκοκκιστήρια Μακεδονίας, Καπετανάκης, Μελισσείδης, Αλλαμανής, Πετρίδης, Πετρόπουλος… Αυτή η τακτική κράτησε μέχρι το 1985, αν και ακόμη και το 1988 καταγράφονται δυο-τρεις σοβαρές χρηματοδοτήσεις, μεταξύ των οποίων εκείνη της Reemtsma (καπνά).

Για να ολοκληρώσουμε την αναφορά μας στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο, επιβάλλεται να σημειώσουμε και την καινούργια αρμοδιότητα που ανατέθηκε στην τράπεζα: την χρηματοδότηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων των ενόπλων δυνάμεων.

1982: Ο υπουργός εθνικής οικονομίας Γεράσιμος Αρσένης δίπλα στον Ανδρέα Παπανδρέου. Διακρίνονται ακόμη (από αριστερά) οι υπουργοί Γεώργιος Γεννηματάς, Κάρολος Παπούλιας, Αναστάσιος Πεπονής και Άκης Τσοχαντζόπουλος

Καθώς το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης άρχισε να ετοιμάζει τον προϋπολογισμό του 1984, έγινε σαφές ότι «το πράγμα δεν έβγαινε». Ο πληθωρισμός δεν έλεγε να υποχωρήσει, η ανάπτυξη δεν έλεγε να έρθει, το ισοζύγιο πληρωμών δεν έλεγε να συνέλθει. Κι από δίπλα, το δημόσιο χρέος είχε σκαρφαλώσει στο 23,8% του ΑΕΠ (8,1 δισ. δολλάρια) από το 10,5% του 1978. Στις 20 Φεβρουαρίου 1984 ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε να περιορίσει τον Αρσένη στα υπουργικά του καθήκοντα και να τοποθετήσει στην διοίκηση της ΤτΕ τον μέχρι τότε Α’ υποδιοικητή Δημήτρη Χαλικιά.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 21. Το πρόγραμμα σταθερότητας 1985-1987

Το 1985 εκτυλισσόταν ως τραγωδία για την οικονομία με όλους τους μακροοικονομικούς δείκτες να χειροτερεύουν. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών έφτασε στο 10% του ΑΕΠ, ενώ μέχρι τότε κυμαινόταν σε -επίσης υψηλά- επίπεδα από 5% έως 6,4%. Το εμπορικό έλλειμμα διευρύνθηκε κι άλλο. Το ισοζύγιο πληρωμών επιδεινώθηκε. Η εισροή άδηλων πόρων (κυρίως εμβάσματα μεταναστών) μειώθηκε για έκτη συνεχόμενη χρονιά. Ο πληθωρισμός πήγαινε φουριόζος για 25%. Οι δανειακές ανάγκες του δημοσίου, από το πολύ υψηλό 15,6% επί του ΑΕΠ του 1984 αναμένονταν να ξεπεράσουν το 18%. Η πιστωτική επέκταση φαινόταν ότι θα ξεπερνούσε κατά 6 ή 7 μονάδες τον στόχο του 21,3%. Όσο για το χρέος, πήγαινε για εκτραχηλισμό: από τα σκάρτα 4,5 δισ. δολλάρια του 1978, θα άγγιζε τα 15 δισ. στο τέλος της χρονιάς.

Ανδρέας Παπανδρέου και Κώστας Σημίτης, την εποχή που όλα πήγαιναν καλά μεταξύ τους.

Καθώς ήταν σαφές ότι η κατάσταση ήταν αδιέξοδη και η σύνταξη του προϋπολογισμού του 1986 θα καθίστατο άλυτος γρίφος, ο Ανδρέας Παπανδρέου πήρε την μεγάλη απόφαση να επισπεύσει τις εκλογές. Κι αφού τις κέρδισε άνετα (με το σύνθημα «για ακόμη καλύτερες μέρες»), προχώρησε σε πλήρη αναδιάρθρωση της οικονομικής του πολιτικής, εφαρμόζοντας ένα «πρόγραμμα σταθερότητας» διετούς διάρκειας, το οποίο ανακοινώθηκε στις 11/10/1985.

Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο κι όσο κι αν κάποιοι δυσανασχετούν μ’ αυτή την διαπίστωση, το πρόγραμμα σταθερότητας που ανέλαβε να βγάλει πέρα ο διάδοχος του Αρσένη στο υπουργείο εθνικής οικονομίας, ο Κώστας Σημίτης, είχε έντονα νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά (*): πάγωμα εισοδημάτων (μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων) για δυο χρόνια (με απόλυτη απαγόρευση χορήγησης αυξήσεων ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα), ιδιωτικοποιήσεις, κίνητρα προς το ξένο κεφάλαιο για επενδύσεις στην Ελλάδα, αναστολή των συμβάσεων εργασίας, μείωση κοινωνικών παροχών, άρση ορισμένων περιορισμών στις απολύσεις κλπ.

Επρόκειτο για το μεγαλύτερο οικονομικό σοκ που γνώριζε η ελληνική κοινωνία μετά το 1953. Ακολούθησε θύελλα πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων και το μέχρι τότε πανίσχυρο ΠαΣοΚ κλυδωνίστηκε. Παρά το ότι η Χαριλάου Τρικούπη διέγραψε εβδομήντα συνδικαλιστές και η ΓΣΕΕ διασπάστηκε, η αναταραχή δεν έλεγε να κοπάσει. Λάδι στην φωτιά έρριξε και ο χολωμένος Αρσένης, ο οποίος κατήγγειλε την κυβέρνηση για ιδεολογική μεταστροφή και για υιοθέτηση ενός οικονομικού μοντέλου που στηρίζεται στην εξαθλίωση των λαϊκών μαζών. Από δίπλα, η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη υιοθετούσε έναν άκρατο λαϊκισμό, διοργανώνοντας εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και καταγγέλλοντας την κυβέρνηση για λήψη αντιλαϊκών μέτρων (!). Όμως, ούτε ο Παπανδρέου ούτε ο Σημίτης υποχώρησαν.

Η έκθεση του Χαλικιά στις αρχές τού 1987 είναι εξαιρετικά σημαντική. Κατ’ αρχήν, ο διοικητής της ΤτΕ κατακεραυνώνει απροκάλυπτα την οικονομική πολιτική όλων των τελευταίων ετών και επικροτεί ευθέως το πρόγραμμα σταθερότητας: «Η νέα οικονομική πολιτική ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της πολιτικής της βαθμιαίας προσαρμογής της οικονομίας, η οποία εφαρμόστηκε στα τελευταία χρόνια χωρίς όμως ικανοποιητικά αποτελέσματα. Πρόκειται για τομή στη μεταπολεμική οικονομική πολιτική που, εφόσον συμπληρωθεί με κατάλληλα μέτρα διαρθρωτικής πολιτικής και εφαρμοστεί στα επόμενα χρόνια με συνέπεια, θα επηρεάσει αποφασιστικά την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό γιατί στηρίζεται στην ορθή διάγνωση ότι οι δυσκολίες συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με διαρθρωτικές ανισορροπίες, αλλά συγχρόνως είναι συνέπεια της εσφαλμένης οικονομικής πολιτικής που ασκήθηκε στο παρελθόν, σε μακροοικονομικό όσο και σε μικροοικονομικό επίπεδο».

Με την δική του αστική προοπτική, ο Χαλικιάς δεν είχε άδικο που ήταν χαρούμενος. Ο πληθωρισμός είχε πέσει από το 25% του 1985 στο 16,9% το 1986 (έναντι στόχου 16%), το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών υποχώρησε από τα 3,3 δισ. δολλάρια στα 1,7 δισ. (ακριβώς στον στόχο) και οι καθαρές δανειακές ανάγκες του δημοσίου μειώθηκαν κατά 3,9% (κοντά στον στόχο του 4%). Θετικό, κατά τον Χαλικιά, ήταν και το ότι οι πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων μειώθηκαν κατά 8%, αν και τον στενοχωρούσε λίγο το γεγονός ότι η ιδιωτική κατανάλωση όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε και κατά 0,8%, κάτι που τον ώθησε στο συμπέρασμα ότι είτε μειώθηκαν υπέρμετρα οι αποταμιεύσεις είτε αυξήθηκαν τα εισοδήματα από την παραοικονομία (**).

Από την άλλη, ίσως ο διοικητής θα έπρεπε να είναι λίγο πιο προσγειωμένος. Σημαντικό ρόλο στις επιδόσεις του προγράμματος σταθερότητας έπαιξαν οι αλματωδώς βελτιούμενες διεθνείς συγκυρίες, όπως η κατακόρυφη πτώση της τιμής του πετρελαίου, η ραγδαία μείωση της τιμής του δολλαρίου και η παρατεταμένη μείωση των επιτοκίων στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, υπήρχε και ένα δυσάρεστο φαινόμενο που δεν έλεγε να αμβλυνθεί: το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών. Παρά το ότι τον Οκτώβριο του 1985 η δραχμή υποτιμήθηκε κατά 15% και το πρόγραμμα καθιέρωσε την επιβολή χρηματικών προκαταβολών στις εισαγωγές από 40% έως 80%, η διείσδυση των εισαγομένων βιομηχανικών προϊόντων αυξήθηκε, κάτι που αποδείκνυε την ανεπάρκεια της εγχώριας παραγωγής.

Παρένθεση. Αποκαλυπτική είναι η στάση του γνωστού συντηρητικού δημοσιογράφου Νίκου Νικολάου, ο οποίος, γράφοντας στην Καθημερινή, στήριξε τότε αναφανδόν τον Σημίτη και το πρόγραμμά του, σε σημείο που ο Μητσοτάκης διαμαρτυρόταν στην Ελένη Βλάχου. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Νικολάου έγραψε: «Όμως το τίμημα αυτών των θετικών εξελίξεων υπήρξε βαρύ και πληρώθηκε κυριολεκτικά με το αίμα των εργαζομένων. Σημειωτέον ότι ακόμη και σήμερα, 20 χρόνια μετά, οι απώλειες αυτής της διετίας δεν έχουν αναπληρωθεί (…) οι σημερινοί μισθοί κινούνται στα επίπεδα του 1984 και η ανισοκατανομή του ΑΕΠ συνεχίζεται. Το σταθεροποιητικό πρόγραμμα του Σημίτη εξάντλησε όλη την επιρροή του στην αποτροπή της συναλλαγματικής κρίσης και στην άνοδο των επιχειρηματικών κερδών, αφήνοντας άθιχτες όλες τις παθογένειες της οικονομίας και αμετάβλητη τη δομή της». Κλείνει η παρένθεση.

Εφημερίδα Ταχυδρόμος, Κυριακή 13/10/1985. Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει από την Παρασκευή τα μέτρα λιτότητας του προγράμματος σταθερότητας και τα όργανα έχουν ήδη αρχίσει να χτυπούν σε όλη την χώρα.

Το πρόγραμμα σταθερότητας ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1987 και ο Σημίτης άφησε την θέση του στον Παναγιώτη Ρουμελιώτη, δηλώνοντας ευχαριστημένος που η προσπάθεια απέδωσε καρπούς (***). Όμως, υπήρχαν και οι κακές πλευρές της κατάστασης, όπως η νέα αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 6,4% και οι έντονα ανοδικές τάσεις των δανειακών αναγκών τού δημοσίου. Σημειωτέον ότι η αύξηση της κατανάλωσης συνδυάστηκε με αύξηση των καταθέσεων, γεγονός που αποδεικνύει ότι η παραοικονομία έκανε θραύση. Ο Χαλικιάς έσπευσε να συστήσει στην κυβέρνηση «δημοσιονομική πειθαρχία και συνετή νομισματική και εισοδηματική πολιτική».

Κάπως έτσι πήγαιναν τα πράγματα καθώς έμπαινε το καλοκαίρι του 1988, με τον πρωθυπουργό να βρίσκεται σε μόνιμη απουσία λόγω των πολύ σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Τότε ήταν που έσκασε η βόμβα με την κατάρρευση της Τράπεζας Κρήτης, μια βόμβα την ισχύ της οποίας κανείς δεν μπορούσε τότε να υπολογίσει.

—————————————-
(*) Όταν γράφαμε την «Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού», αφιερώσαμε ειδικό κεφάλαιο στα όσα έγιναν εκείνη την περίοδο στον τόπο μας, με τίτλο «Ο πρώιμος ελληνικός νεοφιλελευθερισμός«.

(**) Είτε και τα δυο, θα συμπληρώναμε εμείς.

(***) Για την ακρίβεια, το πρόγραμμα το ολοκλήρωσε με το ζόρι ο Ανδρέας Παπανδρέου. Κατά μία εκδοχή, ο ηγέτης του ΠαΣοΚ καταλάβαινε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κερδίσει τις επόμενες εκλογές αν το πρόγραμμα συνεχιζόταν. Έτσι, εντελώς ξαφνικά, κήρυξε την λήξη του προγράμματος, εξαναγκάζοντας τον Σημίτη σε παραίτηση. Κατά μια δεύτερη εκδοχή, ο Παπανδρέου επενέβη για να προλάβει την ύφεση στην οποία θα οδηγούσε η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική και ενώ ήδη η παγκόσμια οικονομία έμπαινε σε υφεσιακή τροχιά. Πάντως, το 1988 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,5%, σημειώνοντας την μεγαλύτερη αύξηση της δεκαετίας.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 22. Ο Κοσκωτάς και η Τράπεζα Κρήτης

Για τον Γιώργο Κοσκωτά και την Τράπεζα Κρήτης έχουν γραφτεί πολλά, η δε μυθολογία που αναπτύχθηκε γύρω από αυτό το θέμα (κυρίως για πολιτική προπαγάνδα και εκμετάλλευση) έχει αλλοιώσει την πραγματικότητα και, κατά συνέπεια, έχει δημιουργήσει εσφαλμένες εντυπώσεις στον κόσμο. Επειδή αυτό το ιστολόγιο αρνείται εκ πεποιθήσεως να μπει σε συνωμοσιολογικές συζητήσεις, υιοθετεί την αποδεδειγμένη και απλούστατη εκδοχή ότι στην Τράπεζα Κρήτης του Κοσκωτά δεν έγινε τίποτε περισσότερο από ό,τι έγινε πολλά χρόνια αργότερα στην Proton του Λαυρεντιάδη: εκμετάλλευση των αδυναμιών τού συστήματος και υπεξαίρεση των διαθεσίμων της τράπεζας προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών σχεδίων του μεγάλου αφεντικού της.

Νοέμβριος 1987: Ο Γιώργος Κοσκωτάς έχει μόλις αγοράσει την ΠΑΕ Ολυμπιακός από τον Σταύρο Νταϊφά και οι δυο άνδρες δίνουν τα χέρια.

Η ιστορία αρχίζει το 1979, όταν επί κυβερνήσεως Κων. Καραμανλή ο 25χρονος τότε Γιώργος Κοσκωτάς δραπετεύει από τις ΗΠΑ όπου καταζητείται για πλαστογραφία και έρχεται στην Ελλάδα για να διοριστεί διευθυντής συναλλάγματος στην Τράπεζα Κρήτης. Τρία χρόνια αργότερα, αγοράζει -με απροσδιόριστης προέλευσης χρήματα- την εκδοτική εταιρεία «Γραμμή» από τον Παύλο Μπακογιάννη και το 1984 δίνει ένα δισ. δραχμές και αγοράζει το 56% της Τράπεζας Κρήτης (στην πορεία, αγόρασε άλλο ένα 26% κι έφτασε στο 82%). Το 1986 επιχειρεί να αγοράσει και την Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος αλλά συναντά αντιδράσεις (κυρίως από τον τύπο) και η δουλειά χαλάει αλλά την επόμενη χρονιά αγοράζει από τον Σταύρο Νταϊφά την ΠΑΕ Ολυμπιακός.

Στο μεταξύ, ο Κοσκωτάς κάνει δυο βασικές επιλογές. Η πρώτη είναι η καθιέρωση από την Κρήτης εξαιρετικά ευνοϊκών όρων προς καταθέτες και δανειολήπτες, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την εκρηκτική αύξηση των καταθέσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται πλέον και εκείνες των ΔΕΚΟ (το 1988 βρίσκει την Κρήτης να διαθέτει καταθέσεις ύψους 76,5 δισ., εκ των οποίων τα 13 ανήκαν στις ΔΕΚΟ). Η δεύτερη είναι η κυριαρχία του στον χώρο του τύπου, ώστε να μπορεί να προσφέρει (με το αζημίωτο, φυσικά) στήριξη στην κυβέρνηση.

Για να πετύχει αυτή την κυριαρχία, κάνει δυο επί μέρους κινήσεις. Από την μια, ενισχύει την «Γραμμή», η οποία εκδίδει μια εφημερίδα (24 Ώρες) και έξι περιοδικά. Από την άλλη, αγοράζει τρεις φιλονεοδημοκρατικές εφημερίδες (Βραδυνή, Καθημερινή, Εβδόμη), τις οποίες μετατρέπει σε φίλα προσκείμενες στο ΠαΣοΚ, εξασφαλίζοντας την κυβερνητική εύνοια. Και κάπου εκεί κάνει το μοιραίο λάθος: επιχειρεί να αποκτήσει και την Ελευθεροτυπία. Δεν έχει υπολογίσει ότι ο Τεγόπουλος με τον Φυντανίδη όχι απλώς θα τα στηλώσουν αλλά θα του κηρύξουν και τον πόλεμο. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1987 αρχίζουν να βγαίνουν στο φως σωρεία αποκαλύψεων για το παρελθόν τού Κοσκωτά (πλαστογραφίες, φορολογικά αδικήματα, παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος κλπ). Στο παιχνίδι μπαίνει και το συγκρότημα Λαμπράκη. Τελικά, υπό το βάρος των αποκαλύψεων και των ψιθύρων, τον Ιούνιο του 1988 ο εισαγγελέας εφετών Δημήτρης Τσεβάς διατάσσει έλεγχο στην Τράπεζα Κρήτης.

Μόνο που ο έλεγχος δεν είναι εύκολος. Στις 8 Ιουλίου 1988, ο Χαλικιάς στέλνει επιστολή στον υπουργό οικονομικών Παναγιώτη Ρουμελιώτη, με την οποία ζητάει άρση του απορρήτου των λογαριασμών τής Κρήτης. Στην έκθεσή του για εκείνη την χρονιά, ο διοικητής τής ΤτΕ είναι αποκαλυπτικός: «Για να μπορέσει η ΤτΕ να ασκήσει αποτελεσματική εποπτεία του τραπεζικού συστήματος της χώρας, πρέπει να αποκτήσει πλήρη ελευθερία κινήσεων. Είναι κατά κύριο λόγο αναγκαίο να καταργηθεί το απόρρητο των καταθέσεων έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος και των ελεγκτικών της οργάνων». Ο Ρουμελιώτης κινείται και τα πράγματα αλλάζουν. Όπως διαπιστώνει ο Χαλικιάς με ικανοποίηση, «με πρόσφατη τροπολογία καλύπτεται το σχετικό κενό και θα πάψει να ισχύει το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της».

Στην έκθεσή του στις αρχές του 1989, ο Χαλικιάς προβαίνει σε σύντομη εξιστόρηση των γεγονότων, αναπτύσσοντας την θέση τής ΤτΕ και απαντώντας έμμεσα σε εκείνους που την κατηγορούσαν για ανεπαρκή εποπτεία του τραπεζικού συστήματος, ιδίως δε της Τράπεζας Κρήτης: «Επισημαίνεται σχετικά ότι ο τακτικός έλεγχος που ασκήθηκε στην Τράπεζα Κρήτης το 1987 δεν διαπίστωσε, ούτε όμως μπορούσε να διαπιστώσει, υπεξαιρέσεις ή άλλες παράνομες ενέργειες, εφόσον ίσχυε το άβατο για τα ελεγκτικά όργανα της ΤτΕ στους προσωπικούς λογαριασμούς σε δραχμές και συνάλλαγμα του τότε προέδρου της και στους λογαριασμούς όψεως των ελεγχόμενων από την Τράπεζα Κρήτης και τον τότε πρόεδρό της επιχειρήσεων. Σε ανάλογες ανυπέρβλητες δυσκολίες προσέκρουσε και ο έκτακτος έλεγχος που άσκησαν τα ελεγκτικά όργανα της ΤτΕ στην Τράπεζα Κρήτης επί ένα τετράμηνο, από 20 Ιουνίου 1988 μέχρι 19 Οκτωβρίου 1988, οπότε διορίστηκε προσωρινός επίτροπος. Πάλι δεν διαπιστώθηκαν, ούτε μπορούσαν να διαπιστωθούν, λόγω του απορρήτου των καταθέσεων, οι υπεξαιρέσεις που είχαν γίνει».

1991, ειδικό δικαστήριο για το «σκάνδαλο Κοσκωτά». Αριστερά ο Γιώργος Πέτσος, δεξιά ο Μένιος Κουτσόγιωργας

Τα όσα επακολούθησαν είναι γνωστά. Η έρευνα απέδειξε ότι ο Κοσκωτάς είχε υπεξαιρέσει από την τράπεζα 33,5 δισεκατομμύρια, από την εποχή που ήταν ακόμη απλός υπάλληλός της. Η Τράπεζα Κρήτης κατέρρευσε και η χώρα συγκλονίστηκε από την πολιτική κρίση του 1989-1990, μαζί με τα ειδικά δικαστήρια και όσα άλλα έφερε αυτή η κρίση μαζί της. Κι ενώ επί σειρά ετών το κράτος έκανε ό,τι μπορούσε για να αβαντάρει τον Κοσκωτά (*), στην συνέχεια ήρθε να πληρώσει τα σπασμένα. Με την συνεργασία της ΤτΕ, χώρισε την Κρήτης σε «καλή» και «κακή» (για πρώτη φορά γινόταν κάτι τέτοιο στην Ελλάδα), πούλησε την «καλή» στον Λάτση (**) και έβαλε 38 δισ. δραχμές για να φτιάξει την «Νέα Τράπεζα Κρήτης», προκειμένου να εκκαθαρίσει την «κακή» και να αποσβέσει τους κραδασμούς.

———————————————
(*) Εδώ δεν θα φορτώσουμε όλα τα στραβά στον Μένιο Κουτσόγιωργα. Δεν μπορεί να ήταν μόνο ο Κουτσόγιωργας που έκανε πως δεν άκουγε αυτό που ρωτούσε κάθε έλληνας («πού βρήκε τα λεφτά ο Κοσκωτάς;»), που ωθούσε τους διοικητές των ΔΕΚΟ να βάλουν τα διαθέσιμά τους στην τράπεζα του Κοσκωτά ή που παρακώλυε την διεξαγωγή του φορολογικού ελέγχου στην Κρήτης. Άλλωστε, ο Χαλικιάς είναι καταπέλτης στην έκθεσή του, αποδίδοντας ευθέως την κυβέρνηση ευθύνες για -εκούσια ή ακούσια- υπόθαλψη ή και συγκάλυψη του σκανδάλου: «Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε προτείνει στην κυβέρνηση από τις αρχές τού 1988 τις νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις (ενν. την άρση του απορρήτου των καταθέσεων έναντι της ΤτΕ)». Εξ άλλου, η απορία από πού κι ως πού μια τράπεζα διορίζει ως διευθυντή συναλλάγματος κάποιον άγνωστό της 25χρονο, ο οποίος διώκεται στις ΗΠΑ για πλαστογραφία, δεν απαντήθηκε ποτέ.

(**) Αιφνιδιάζοντας τους πάντες, η Eurobank του ομίλου Λάτση πρόσφερε το αστρονομικό ποσό των 93 δισ. δραχμών, όταν έναν χρόνο νωρίτερα ο Σάλλας έδινε μόνο 17 δισ. για λογαριασμό της Πειραιώς και ενώ οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις είχαν ως οροφή τα 30 δισεκατομμύρια. Ο γενικός διευθυντής τής Eurobank Ν. Νανόπουλος είχε δηλώσει τότε: «Δεν προσφέραμε περισσότερα από όσο αξίζει η τράπεζα, αλλά, ασφαλώς, εάν γνωρίζαμε πόσο χαμηλές θα ήταν οι προσφορές των άλλων, θα διαμορφώναμε άλλη προσφορά».

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 23. Ο άγνωστος Δημήτρης Χαλικιάς

Με αφορμή κάποια χτεσινά σχόλια, ας ανοίξουμε μια παρένθεση στην προγραμματισμένη σειρά των κειμένων προκειμένου να πούμε δυο λόγια γι’ αυτή την -εν πολλοίς- άγνωστη φιγούρα που λέγεται Δημήτρης Χαλικιάς, η οποία (κατά την προσωπική μου άποψη) επηρέασε περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε τα οικονομικά πράγματα της χώρας.

Το βιογραφικό τού Δημήτρη Χαλικιά παρουσιάζει ενδιαφέρον και μάλλον θα προβληματίσει όσους επιχειρήσουν να τον «χρωματίσουν» πολιτικά. Επιγραμματικά: γεννήθηκε το 1925, τελείωσε την ΑΣΟΕΕ, στα 26 του διορίστηκε διευθυντής στο υπουργείο συντονισμού (είχε προσωπική σχέση με τον υπουργό Γεώργιο Καρτάλη, του οποίου ήταν και σύμβουλος), στα 29 του πήρε υποτροφία για να κάνει μεταπτυχιακές σπουδές οικονομικής ανάπτυξης στο Καίμπριτζ και στα 32 του τον κάλεσε ο Ζολώτας για να τον βάλει στην διεύθυνση οικονομικών μελετών της ΤτΕ.

Προσωπογραφία του Δημήτρη Χαλικιά [Έργο του Μιχαήλ Βαφειάδη για την ΤτΕ]

Το 1964, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου του πρότεινε να αναλάβει γενικός γραμματέας στο υπουργείο συντονισμού. Ο Χαλικιάς δέχτηκε με τον όρο να μη φεύγει κανένα χαρτί από το υπουργείο δίχως την υπογραφή του. Ο όρος έγινε δεκτός και ο Χαλικιάς υπηρέτησε επί υπουργείας Στέφανου Στεφανόπουλου και υφυπουργείας Αθανάσιου Κανελλόπουλου. Όταν, με την αποστασία του 1965, ανέλαβε υπουργός ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Χαλικιάς παραιτήθηκε (παρ’ ότι ο Μητσοτάκης τον πίεσε να μείνει στην θέση του) και επέστρεψε στην ΤτΕ, στην θέση που τον είχε βάλει ο Ζολώτας. Εκεί δεν έκανε σχεδόν τίποτε άλλο εκτός από έρευνα επί θεμάτων οικονομικής ανάπτυξης, με οικονομική ενίσχυση από το Ίδρυμα Φορντ των ΗΠΑ.

Στην μεταπολίτευση του 1974 συνεργάστηκε με τον τότε προσωρινό διοικητή της ΤτΕ και αργότερα υπουργό συντονισμού Παναγή Παπαληγούρα στην εκπόνηση του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησης εθνικής ενότητας (το οποίο, βέβαια, απετέλεσε και τον μπούσουλα για το αντίστοιχο πρόγραμμα της κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, που προέκυψε από τις εκλογές του Νοεμβρίου). Ο Παπαληγούρας εντυπωσιάστηκε τόσο από τον Χαλικιά ώστε του ανέθεσε να του γράψει τον λόγο που θα εκφωνούσε στην γενική συνέλευση των μετόχων τής ΤτΕ. Μετά από αυτά, ο Χαλικιάς πήρε προαγωγή σε οικονομικό σύμβουλο της ΤτΕ με ευρείες αρμοδιότητες. Το 1981 ορίστηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου ως Α’ υποδιοικητής τής τράπεζας και τον Φεβρουάριο του 1984 διαδέχθηκε τον Γεράσιμο Αρσένη στην θέση τού διοικητού.

Πρώτη δουλειά του Χαλικιά ως υποδιοικητού ήταν να εισηγηθεί την κατάργηση της Νομισματικής Επιτροπής, κάτι που έγινε αμέσως δεκτό από τον Αρσένη, ο οποίος ήταν και υπουργός συντονισμού. Έτσι, οι ευρύτατες και πολύπλευρες αρμοδιότητες της Ν.Ε. πέρασαν στην Τράπεζα της Ελλάδος, κάτι που διευκόλυνε αργότερα τον Χαλικιά να επηρεάσει ριζικά την νομισματική πολιτική.

Ως διοικητής, ο Χαλικιάς προκάλεσε την μήνη των πασόκων διότι επέστρεψε στην πολιτική Ζολώτα, δηλαδή στην νομισματική σταθερότητα και στην ενίσχυση του σταθεροποιητικού ρόλου τής ΤτΕ. Με απλά λόγια, αυτό σήμαινε ότι έκλεινε η κάνουλα για το δημόσιο. Μέχρι τότε, το δημόσιο μάζευε κάθε χρόνο τα ελλείμματά του και έπαιρνε ισόποσο δάνειο από την ΤτΕ με συμβολικό επιτόκιο 1%, κάτι που αύξανε την νομισματική κυκλοφορία και πυροδοτούσε τον πληθωρισμό. Ο Χαλικιάς αρνήθηκε να συνεχίσει το ίδιο βιολί, οχυρωμένος πίσω από το καταστατικό τής τράπεζας (*) που προέβλεπε ότι η χρηματοδότηση της ΤτΕ προς το δημόσιο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% του ελλείμματος. Έτσι, για να βρει λεφτά, το δημόσιο υποχρεώθηκε να εκδώσει έντοκα γραμμάτια με πολύ υψηλότερο επιτόκιο. Το ίδιο έγινε και με την χρηματοδότηση των εμπορικών τραπεζών, οι οποίες μέχρι τότε έπαιρναν φτηνό χρήμα από την ΤτΕ και το σκόρπιζαν σε αλόγιστες πιστοδοτήσεις, διευρύνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τον κύκλο των υπερχρεωμένων και προβληματικών επιχειρήσεων. Χάρη στον Χαλικιά, οι εμπορικές τράπεζες (Αγροτική, Κτηματική, ΕΤΒΑ, ΕΤΕΒΑ, Εμπορική κλπ) υποχρεώθηκαν να βγουν στην αγορά για να βρουν λεφτά, πληρώνοντας φυσικά πολύ υψηλότερο τίμημα, πράγμα που τις υποχρέωνε να προσέχουν περισσότερο το πού τα διέθεταν.

Το 1986, ο Χαλικιάς παρουσίασε στη έκθεσή του τον καινοφανή όρο «διαρθρωτικές αλλαγές». Με σαφή επήρεια από τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές θεωρίες, πρότεινε αποκρατικοποίηση της οικονομίας, απελευθέρωση της αγοράς με κατάργηση των κλειστών επαγγελμάτων, ελευθερία στην κίνηση κεφαλαίων και εργαζομένων με κατάργηση των σχετικών προστατευτικών διατάξεων, σφιχτή δημοσιονομική πολιτική (λιτότητα) και γενναία μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων.

Οι προτάσεις Χαλικιά ξεσήκωσαν εναντίον του σχεδόν όλες τις πτέρυγες του ΠαΣοΚ. Απέναντί του στάθηκαν όχι μόνο οι λεγόμενοι «λαϊκιστές» του Κουτσόγιωργα αλλά και οι «ιδεολόγοι» του Γεννηματά, που έβλεπαν ότι ενδεχόμενη υιοθέτηση αυτών των προτάσεων θα οδηγούσε σε πλήρη απομάκρυνση από τις αρχές και την ιδεολογία τού κόμματος. Απέναντί του βρέθηκε ακόμη και ο Σημίτης, ο οποίος προσπάθησε να του φορτώσει την «εκτροπή από τον σοσιαλισμό» του προγράμματος σταθερότητας. Μάλιστα δε, ο Σημίτης έθεσε ευθέως θέμα Χαλικιά στον Ανδρέα. «Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι ανεξάρτητη από την κυβέρνηση», απάντησε ήρεμα ο Χαλικιάς, «αλλά αν σας δημιουργώ πρόβλημα δεν έχετε παρά να ζητήσετε την παραίτησή μου». Αντί για απάντηση, ο Ανδρέας στράφηκε στον Σημίτη: «Άκου Κώστα, τον Δημήτρη τον ξέρω από πολύ παλιά και καλό είναι εσείς οι νεώτεροι να διαβάζετε και να μελετάτε κείμενά του» (**).

Η αλήθεια είναι ότι ο Ανδρέας κατέληξε στο πρόγραμμα σταθερότητας του 1985 μετά από ισχυρή παραίνεση του Χαλικιά, ο οποίος του είχε υποβάλει αναλυτική έκθεση με προτάσεις για το τι θα έπρεπε να περιλαμβάνει ένα τέτοιο πρόγραμμα (***). Από την μεριά του, ο Χαλικιάς ανέλαβε να αλλάξει εκ βάθρων τους κανόνες λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού χώρου, απελευθερώνοντας την τραπεζική αγορά και καταργώντας τον διοικητικό έλεγχο στα επιτόκια. Επρόκειτο περί ιστορικής αλλαγής που προκάλεσε σεισμό. Από την εποχή Χαλικιά το ύψος των επιτοκίων καθορίζεται από τους νόμους της αγοράς και όχι με υπουργικές αποφάσεις.

Ο Χαλικιάς παρέμεινε στην θέση του και την περίοδο που στην κυβέρνηση βρέθηκε η ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Το 1992, όταν έληξε η θητεία του ως διοικητού, ο Μητσοτάκης θέλησε να του την ανανεώσει για άλλα τέσσερα χρόνια. Στα 67 του χρόνια πια, ο Χαλικιάς είπε για δεύτερη φορά όχι στον Μητσοτάκη και προτίμησε να συνταξιοδοτηθεί.

1990: Ιωάννης Παλαιοκρασάς (υπουργός οικονομικών), Γιώργος Σουφλιάς (υπουργός εθνικής οικονομίας), Δημήτρης Χαλικιάς και Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συνεδριάζουν.

Επίλογος. Καρτάλης επί κυβέρνησης ΕΠΕΚ του Πλαστήρα, Ζολώτας επί κυβέρνησης ΕΡΕ του Καραμανλή, υπουργείο συντονισμού επί κυβέρνησης Ενώσεως Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, Παπαληγούρας επί Νέας Δημοκρατίας του Καραμανλή, διοικητής στην ΤτΕ επί κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου και Μητσοτάκη… Ποιός μπορεί να πει με βεβαιότητα από ποιόν εξαρτιόταν ο Δημήτρης Χαλικιάς; Μήπως να τελειώνουμε πια με το ποιος εξαρτάται από ποιον και να αρχίσουμε να αναζητούμε ποιας τάξης τα συμφέροντα εξυπηρετεί ο καθένας;

——————————————————-
(*) Το καταστατικό τής Τράπεζας της Ελλάδος έχει ισχύ νόμου τού κράτους.

(**) Τους διαλόγους παραθέτει ο Νίκος Νικολάου στις «Αφηγήσεις» του (Καθημερινή, 3/5/2008).

(***) Ο Ανδρέας Παπανδρέου γνωρίστηκε με τον Δημήτρη Χαλικιά το 1964, όταν ο πρώτος ήταν αναπληρωτής υπουργός συντονισμού και ο δεύτερος γενικός γραμματέας. Παρά το βέτο που έβαλε ο Χαλικιάς για την υπογραφή του στα έγγραφα, οι δυο άνδρες αλληλοεκτιμήθηκαν. Σχετικά με το περίφημο «πρόγραμμα σταθερότητας», η συνεργασία του Ανδρέα με τον Χαλικιά ήταν τόσο στενή ώστε είναι μάλλον απίθανο η αντικατάσταση του Αρσένη από τον Σημίτη να έγινε δίχως την προτροπή ή, έστω, την σύμφωνη γνώμη του διοικητού τής ΤτΕ. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που ο Ανδρέας άδειασε με τόσο εμφανή τρόπο τον Σημίτη μπροστά στον Χαλικιά.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 24. Η καταστροφική τριετία 1989-1991

Η κατάρρευση της Τράπεζας Κρήτης και το σκάνδαλο Κοσκωτά οδήγησαν στο γνωστό πολιτικό χάος της περιόδου 1989-1990. Το χάος ήταν τόσο μεγάλο ώστε στην λίαν κρίσιμη σύνοδο κορυφής τής Μαδρίτης (Ιούνιος 1989), όπου συζητήθηκαν η «έκθεση Ντελόρ» για την ΟΝΕ (τότε αποφασίστηκαν οι λεπτομέρειες για την εισαγωγή κοινού νομίσματος) αλλά και οι εξελίξεις στις σοσιαλιστικές χώρες τού Ανατολικού Μπλοκ, η χώρα εκπροσωπήθηκε από τον τότε πρόεδρο της δημοκρατίας Χρήστο Σαρτζετάκη.

Φυσικά, αυτό το χάος είχε επιπτώσεις και στην οικονομία. Το ΠαΣοΚ, προσπαθώντας να παραμείνει στην εξουσία, ακολούθησε μια πολιτική υπέρμετρων παροχών, με την προτροπή τού ίδιου του Ανδρέα Παπανδρέου προς τον υπουργό οικονομικών «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα!» (*) (σε ομιλία του στο Περιστέρι) να μένει παροιμιώδης. Την κατηφορική πορεία δεν μπόρεσε να ανακόψει ούτε η οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα. Στην έκθεσή του για το 1989, ο διοικητής της ΤτΕ ήταν σαφής:

Ο Δημήτρης Τσοβόλας ως υπουργός οικονομικών 1985-1989 (άκρη δεξιά). Δίπλα του με την σειρά: Άκης Τσοχατζόπουλος, Ανδρέας Παπανδρέου, Αναστάσιος Πεπονής, Κάρολος Παπούλιας. Όρθιος ο Δημήτρης Μαρούδας.

«Το κύριο χαρακτηριστικό της πορείας της οικονομίας στη διάρκεια του 1989 είναι η μεταστροφή της προόδου που σημειώθηκε, μετά την εφαρμογή του διετούς σταθεροποιητικού προγράμματος 1986-1987, στιςεξελίξεις των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών και η σοβαρή επιδείνωση των οικονομικών ανισορροπιών. Ιδιαίτερα δυσμενής εξέλιξη κατά το 1989 ήταν η περαιτέρω σοβαρή διόγκωση των ελλειμμάτων του δημόσιου τομέα και του δημόσιου χρέους. Παράλληλα σημειώθηκε χειροτέρευση του ισοζυγίου πληρωμών (…) Η επιδείνωση των οικονομικών ανισορροπιών είναι κατά κύριο λόγο συνέπεια της επεκτατικής δημοσιονομικής και εισοδηματικής πολιτικής που εφαρμόστηκε από την αρχή του 1988 και μετά. Ειδικότερα, η συνεχής αύξηση των δημόσιων δαπανών, η αυξημένη φοροδιαφυγή, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και η ταχεία άνοδος των πραγματικών εισοδημάτων ήταν αναπόφευκτο να οδηγήσουν στην υπερθέρμανση της οικονομίας, και μέσω αυτής στην ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων και στη διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών».

Ο Χαλικιάς ήταν ακριβής. Οι δανειακές ανάγκες του δημοσίου, που είχαν πέσει στο 13,5% του ΑΕΠ, πήγαν το 1988 στο 16% και το 1989 στο 18,1%, παρ’ ότι η κυβέρνηση «μαϊμούδεψε» τα νούμερα, μεταφέροντας σημαντικές δαπάνες στην επόμενη χρονιά και προεγγράφοντας στο 1989 κοινοτικές μεταβιβάσεις του 1990. Παράλληλα, ο πληθωρισμός ξαναξέφυγε, ανεβαίνοντας στο 14% το 1988 και στο 14,5% το 1989.

Ο Μητσοτάκης ήρθε το 1990 με την υπόσχεση πως θα έβαζε τάξη στο χάος. Ο ίδιος επαίρεται ακόμη και σήμερα ότι η κυβέρνησή του έκανε ό,τι ήταν δυνατόν και θα έκανε ακόμη περισσότερα αν τον άφηναν να ολοκληρώσει το έργο του. Όμως, η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική και οι αριθμοί αποδεικνύουν ότι επί των ημερών του η κατάσταση χειροτέρεψε. Στην έκθεσή του για το 1990, ο Χαλικιάς είναι σαφής, αν και χρησιμοποιεί διπλωματική γλώσσα για να μη στενοχωρήσει τον πρωθυπουργό: «Οι δυσμενείς τάσεις συνεχίστηκαν και κατά το 1990, με αποτέλεσμα την περαιτέρω σοβαρή επιδείνωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Τα κύρια χαρακτηριστικά των οικονομικών εξελίξεων είναι τα υψηλά δημόσια ελλείμματα, η έξαρση του πληθωρισμού, η σοβαρή περαιτέρω διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και η κάμψη του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος».

Ο διοικητής της ΤτΕ αναγνωρίζει την δυσμενή διεθνή συγκυρία αλλά επιμένει ότι για τις άσχημες εξελίξεις «κύρια αιτία εξακολούθησαν να είναι οι σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες, οι πληθωριστικές πιέσεις που συσσωρεύτηκαν στο οικονομικό σύστημα τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της σοβαρής διόγκωσης των ελλειμμάτων του δημόσιου τομέα και της αύξησης της ρευστότητας και των χρηματικών εισοδημάτων, και η εξασθένηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας». Προσθέτει μια καλή κουβέντα για την κυβέρνηση αλλά την κατηγορεί και για ατολμία: «από τον Απρίλιο του 1990 η οικονομική πολιτική άρχισε να παίρνει περιοριστική κατεύθυνση (…) οι προσαρμογές δεν αποδείχθηκαν επαρκείς για να ανακόψουν την περαιτέρω επιδείνωση».

Τα στοιχεία που παραθέτει ο Χαλικιάς είναι συντριπτικά. Οι καθαρές δανειακές ανάγκες του δημοσίου αυξήθηκαν από 18,3% του ΑΕΠ στο 19% και ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε από 14,8% στο 17,9% (κάτι που εν μέρει οφειλόταν στην αύξηση φόρων και τιμολογίων ΔΕΚΟ). Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είχε αυξηθεί σημαντικά από 2,57 δισ. δολλάρια το 1989 σε 3,56 δισ. δολλάρια το 1990. Αποτέλεσμα ήταν η ελληνική οικονομία να εισέλθει σε φάση οικονομικής καθόδου. «Η επιβράδυνση του ανοδικού ρυθμού της οικονομίας, που είχε αρχίσει προοδευτικά από το πρώτο εξάμηνο του 1989, τελικά εξελίχθηκε το 1990 σε οικονομική κάμψη (…) το ΑΕΠ μειώθηκε το 1990 κατά 0,4%», σημειώνεται στην έκθεση.

Τραγική είναι η κατάσταση και με το ισοζύγιο πληρωμών, το οποίο επιδεινώνεται με αυξανόμενο ρυθμό. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών εξακοντίζεται κατά 38% σε σχέση με το 1989 και ξεπερνάει τα 2,5 δισ. δολλάρια. Ο διοικητής ανησυχεί και για την υστέρηση της πρωτογενούς παραγωγής και διαπιστώνει ότι «η ουσιαστική βελτίωση του αγροτικού εισοδήματος τα τελευταία δέκα χρόνια έχει προέλθει κατά κύριο λόγο από τις επιδοτήσεις». Τέλος, κατακεραυνώνει την κυβέρνηση, κρούοντας σαφώς τον κώδωνα του κινδύνου: «τα δημόσια ελλείμματα κινούνται σε επίπεδα που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο σε ειρηνική περίοδο».

Ο Αντώνης Σαμαράς ως υπουργός οικονομικών στην κυβέρνηση Τζαννή Τζαννετάκη. Στις 100 ημέρες της υπουργείας του (2/7-12/10/1989) πρόλαβε να σκορπίσει άφθονο χρήμα σε προεκλογικά ρουσφέτια.

Ο Χαλικιάς ξέρει ότι αυτή είναι η τελευταία του έκθεση ως διοικητού της ΤτΕ και κάνει μια φιλότιμη προσπάθεια να «σπρώξει» τις ρυθμίσεις τις οποίες θεωρεί αναγκαίες, όπως οι ιδιωτικοποιήσεις («ο προϋπολογισμός προβλέπει πρόσθετα έσοδα 300 δισ. δρχ. από την εκποίηση προβληματικών επιχειρήσεων και τη διάθεση κτηματικών ομολόγων και μετοχών επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας»), η περιστολή των κοινωνικών δαπανών («προγραμματίζεται περικοπή των ελλειμμάτων των ΔΕΚΟ») και η μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος μέσω της συγκράτησης της αμοιβής της εργασίας («το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στη μεταποίηση αυξήθηκε κατά 21% περίπου»).

Ο Μητσοτάκης εμπιστεύθηκε στους νεοφιλελεύθερους Ανδρέα Ανδριανόπουλο και Στέφανο Μάνο την υλοποίηση των -έτσι κι αλλιώς, νεοφιλεύθερης φιλοσοφίας- υποδείξεων του Χαλικιά αλλά απέτυχε. Στις 20 Φεβρουαρίου 1992, ο απογοητευμένος Δημήτρης Χαλικιάς παρέδωσε τα ηνία της ΤτΕ στον Τίμο Χριστοδούλου.

—————————————-
(*) Ο Δημήτρης Τσοβόλας υπήρξε ίσως ο πιο αδικημένος υπουργός τής πρώτης πασοκικής περιόδου και η φράση τού Παπανδρέου βόηθησε στο να αδικηθεί ακόμη περισσότερο. Εξαιρετικά εργατικός, υπηρέτησε στο υπουργείο οικονομικών ως υφυπουργός, αναπληρωτής υπουργός και υπουργός καθ’ όλη την περίοδο 1981-1989. Για να εκφέρουμε σωστή κρίση, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Τσοβόλας ήταν απλώς υπουργός οικονομικών ενώ η οικονομία τής χώρας ελεγχόταν από τους υπουργούς συντονισμού και εθνικής οικονομίας. Κατά την περίοδο της υπουργείας του έκανα τα πρώτα επαγγελματικά μου βήματα και, χωρίς να θέλω να τον αγιοποιήσω, θυμάμαι ότι δύσκολα βρίσκαμε λόγο να πούμε κακή κουβέντα γι’  αυτόν. Χειρίστηκε με άψογο τρόπο την μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση του 1987 (την 1/1/1987 μπήκε στην ζωή μας ο ΦΠΑ, αντικαθιστώντας δεκάδες φόρων και τελών, ανάμεσα στα οποία ο Φόρος Κύκλου Εργασιών και το χαρτόσημο) ενώ η καθιέρωση των μοναδικών συντελεστών καθαρού κέρδους και η θέσπιση των αντικειμενικών αξιών (και για τα δυο είχε μιλήσει πολλά χρόνια πριν ο Ζολώτας) έβαλαν τέλος στο αλισβερίσι μεταξύ φορολογουμένων και εφορίας, το οποίο ταλάνιζε τον τόπο επί πολλές δεκαετίες. Η καταδίκη του στο ειδικό δικαστήριο θεωρήθηκε τόσο άδικη ώστε προκάλεσε ειρωνικά σχόλια ακόμη και από πολιτικούς του αντιπάλους.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 25. Η διετία Χριστοδούλου και ο δρόμος προς την ΟΝΕ

Ο Ευθύμιος (Τίμος) Χριστοδούλου διαδέχθηκε τον Δημήτρη Χαλικιά στις 20 Φεβρουαρίου 1992. Δυο βδομάδες νωρίτερα, στις 7 του μηνός, είχε υπογράψει, ως υπουργός οικονομικών, για λογαριασμό τής Ελλάδας την περίφημη συνθήκη τού Μάαστριχτ (μαζί με τον τότε υπουργό εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά). Ο νέος διοικητής της ΤτΕ προσπάθησε να μείνει στα χνάρια του Χαλικιά, επιμένοντας κι αυτός να μιλάει για ιδιωτικοποιήσεις, μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και δημοσιονομική προσαρμογή, αν και η κομματική του τοποθέτηση φαινόταν έντονα (*), καθώς στις δυο εκθέσεις που πρόλαβε να κάνει ως διοικητής της ΤτΕ, έστρεψε τα βέλη του κατά του ΠαΣοΚ ενώ ήταν πολύ συγκαταβατικός με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Στην έκθεση για το 1991, αφού επισημαίνει ότι το δημόσιο χρέος έφτασε από το 32,8 του ΑΕΠ το 1981 στο 98,3% το 1991, αναφέρει, μεταξύ άλλων:

«Οι επιδόσεις αυτές της ελληνικής οικονομίας οφείλονται, σε σημαντικό βαθμό, στην οικονομική πολιτική που ασκήθηκε κατά το μεγαλύτερο τμήμα αυτής της περιόδου (ενν. την προηγούμενη δεκαετία). Οι προσπάθειες που έγιναν κατά καιρούς, ιδιαίτερα κατά τη διετία της εφαρμογής του σταθεροποιητικού προγράμματος 1986-1987, αποδείχθηκαν βραχείες -επειδή εγκαταλείφθηκαν πρόωρα- και ανεπαρκείς. (…) Αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής αυτής της περιόδου ήταν η ελληνική οικονομία να αποκλίνει αντί να συγκλίνει προς τις επιδόσεις των κοινοτικών μας εταίρων».

Μάαστριχτ, Φεβρουάριος 1992. Ο Κ. Μητσοτάκης ανάμεσα στον Α. Σαμαρά και τον Ε. Χριστοδούλου

Την επόμενη χρονιά, ο Χριστοδούλου αφήνει το ΠαΣοΚ και επαινεί την κυβέρνηση: «Μετά από τρία έτη συνεχούς προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της οικονομίας, έχουν εμφανιστεί ενθαρρυντικά σημεία και διαγράφονται θετικές προοπτικές, παρά τις γενικά αντίξοες συνθήκες που επικρατούν στην παγκόσμια οικονομία. (…) Η απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος και της κίνησης κεφαλαίων έχει επιταχυνθεί. Μεγάλα έργα υποδομής έχουν ξεκινήσει, στηριζόμενα εν μέρει στους κοινοτικούς χρηματοοικονομικούς πόρους, οι οποίοι προβλέπεται να αυξηθούν σημαντικά στα επόμενα έτη».

Όμως, είναι σαφές ότι ο Χριστοδούλου τα λέει όλα αυτά για να χρησιμεύσουν ως κομματικές «αβάντες». Καθώς η χώρα έχει ήδη μπει σε διαδικασία ένταξης στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) και, συνεπώς, οφείλει να προβεί στις απαραίτητες προσαρμογές, ο διοικητής τής ΤτΕ δεν μπορεί να μη σημειώσει αποκλίσεις και προβλήματα: «Ωστόσο, οι κεντρικοί στόχοι της οικονομικής πολιτικής, συγκεκριμένα η δραστική μείωση του πληθωρισμού και η επίτευξη ικανοποιητικού, σταθερού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, δεν έχουν ακόμα επιτευχθεί. Σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα, που συνδέονται με τη δομή της εγχώριας παραγωγής, την έλλειψη σύγχρονης υποδομής, το εκπαιδευτικό σύστημα, την κοινωνική ασφάλιση, τη λειτουργία της αγοράς εργασίας και την αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, δεν έχουν επιλυθεί».

Αξίζει τον κόπο να μείνουμε λίγο στα παραπάνω λόγια. Η πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να δείξει ότι ο διοικητής της ΤτΕ κάνει αυστηρές παρατηρήσεις στην κυβέρνηση. Όμως, μια δεύτερη, πιο προσεκτική ανάγνωση δείχνει ότι ο Χριστοδούλου «σπρώχνει» τον Μητσοτάκη να επιταχύνει τις -νεοφιλελεύθερης φιλοσοφίας, επαναλαμβάνω- προσαρμογές που ήθελε κι ο Χαλικιάς. Σημειώστε ότι εδώ μπαίνουν ζητήματα που από τότε είχε στο μάτι η ενωμένη Ευρώπη, όπως το ασφαλιστικό, το εκπαιδευτικό και το «λιγώτερο κράτος».

Στο μεταξύ, η ΟΝΕ τρίζει. Το Σεπτέμβριο του 1992, η Αγγλία με την Ιταλία εγκαταλείπουν τον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών ενώ μέσα σε λίγους μήνες αναπροσαρμόζονται οι κεντρικές ισοτιμίες της λιρέττας, του μάρκου, του γαλλικού φράγκου και του ολλανδικού φιορινιού (**). Η αβεβαιότητα δημιουργεί έντονη κρίση και η δραχμή δέχεται ισχυρές πιέσεις, που έχουν τις ανάλογες επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία. Η ΤτΕ αναπροσαρμόζει την νομισματική της πολιτική και η κυβέρνηση την φορολογική της και ο κίνδυνος αποσοβείται, έστω και με απώλειες: «η άμβλυνση των οικονομικών ανισορροπιών δεν ήταν σύμφωνη με τις αρχικές προβλέψεις (…) η περιστολή των κρατικών δαπανών ήταν μόνο εν μέρει αποτέλεσμα μέτρων για την εξυγίανση του δημόσιου τομέα και, σε σημαντικό βαθμό, οφειλόταν στην επιβολή πρόσθετης φορολογίας και αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών. Αυτό όμως προκάλεσε επιτάχυνση της ανόδου του δείκτη τιμών καταναλωτή, με αποτέλεσμα να μην περιοριστεί τελικά ο πληθωρισμός στο επίπεδο που είχε αρχικά προβλεφθεί».

Όσο κι αν ο Χριστοδούλου προσπαθεί να μη κακοκαρδίσει την κυβέρνηση, τα στοιχεία είναι σαφή. Ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει μεν στο 15,8% (από 22,9% το 1990 και 18% το 1991) αλλά στην Κοινότητα τρέχει μόνο με 4,3% ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ξεπερνάει για πρώτη φορά τα 2 δισ. δολλάρια (από 1,5 δισ. το 1991). Το ευχάριστο, κατά τον διοικητή της ΤτΕ, ήταν ότι «ο κρατικός προϋπολογισμός για πρώτη φορά το 1992 εμφάνισε πρωτογενές πλεόνασμα 253 δισ. δραχμών», όμως αυτό οφειλόταν σε δυο χοντρά κονδύλια που εισέρρευσαν στα δημόσια ταμεία από τις περιβόητες πωλήσεις της «ΑΓΕΤ Ηρακλής» (που είχε κρατικοποιηθεί επί Αρσένη) στην ιταλική Καλτσεστρούτσι και των δικαιωμάτων κινητής τηλεφωνίας στην Πάναφον και την Τελεστέτ (στον κρατικό ΟΤΕ απαγορεύτηκε η συμμετοχή στον διαγωνισμό!). Πάντως, εν όψει αυτών των πωλήσεων, στον προϋπολογισμό προβλεπόταν πλεόνασμα 380 δισ. δραχμών, άρα σημειώθηκε αστοχία περίπου 130 δισεκατομμυρίων.

Λίγους μήνες αργότερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη απώλεσε την δεδηλωμένη και παραιτήθηκε. Οι εκλογές τής 10ης Οκτωβρίου 1993 επανέφεραν το ΠαΣοΚ στην εξουσία και έστειλαν τον Ευθύμιο Χριστοδούλου σπίτι του (τρόπος του λέγειν). Στην θέση του, ο Ανδρέας Παπανδρέου τοποθέτησε τον παλιό καραμανλικό βουλευτή και υπουργό Γιάννη Μπούτο (***) με Α’ υποδιοικητή τον μέχρι τότε οικονομικό σύμβουλο της τράπεζας Λουκά Παπαδήμο.

25/6/2010: Ο Ευθύμιος Χριστοδούλου στην ετήσια γενική συνέλευση της Eurobank EFG

————————————-
(*) Ο Τίμος Χριστοδούλου είχε διατελέσει επί κυβερνήσεως Γεωργίου Ράλλη διοικητής της Εθνικής Τράπεζας (1979-1981). Με την Νέα Δημοκρατία εκλέχτηκε τρεις φορές ευρωβουλευτής (1984, 1989, 1994) ενώ την περίοδο 1990-1992 διετέλεσε αναπληρωτής υπουργός εθνικής οικονομίας. Από το 2004 μέχρι το 2009 ήταν πρόεδρος της «Ελληνικά Πετρέλαια – ΕΛΠΕ» (με ετήσιες αποδοχές 140.000 ευρώ, αφού το 2007 δεν δέχτηκε την αύξηση σε 200.000 που του πρότεινε η εταιρεία) συμφερόντων Λάτση ενώ έχει διατελέσει και πρόεδρος της Eurobank, επίσης συμφερόντων Λάτση.

(**) Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1979 ως το 1990, το μάρκο ανατιμήθηκε έξι φορές, ακριβώς όσες υποτιμήθηκε η λιρέττα κατά την ίδια περίοδο. Επειδή οι ανατιμήσεις και οι υποτιμήσεις ενός νομίσματος μιας χώρας αντανακλούν την δυναμική τής οικονομίας της, αυτό και μόνο το φαινόμενο αρκεί για να καταδείξει το σαθρό υπόβαθρο του ευρώ.

(***) Ο Γιάννης Μπούτος αποχώρησε το 1989 από την Νέα Δημοκρατία λόγω διαφωνίας του με τον Μητσοτάκη και πήρε μεταγραφή στο ΠαΣοΚ με το οποίο εκλέχτηκε αμέσως βουλευτής επικρατείας.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 26. Η περίοδος Μπούτου και η Β’ φάση της ΟΝΕ

«Απαγορεύονται οι υπεραναλήψεις ή οποιουδήποτε άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις από την ΕΚΤ ή από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, οι οποίες εφεξής αποκαλούνται «Εθνικές κεντρικές τράπεζες», προς κοινοτικά όργανα ή οργανισμούς, κεντρικές κυβερνήσεις, περιφερειακές, τοπικές ή άλλες δημόσιες αρχές, άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή δημόσιες επιχειρήσεις των κρατών μελών’ απαγορεύεται επίσης να αγοράζουν απευθείας χρεώγραφα από τους οργανισμούς ή τους φορείς αυτούς η ΕΚΤ ή οι εθνικές κεντρικές τράπεζες» [Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (γνωστή ως συνθήκη του Μάαστριχτ), άρθρο 104, παράγραφος 1].

«Απαγορεύεται κάθε μέτρο που θεσπίζει προνομιακή πρόσβαση των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών, των κεντρικών κυβερνήσεων, των περιφερειακών, τοπικών ή άλλων δημόσιων αρχών, των άλλων οργανισμών δημοσίου δικαίου ή των δημόσιων επιχειρήσεων των κρατών μελών στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εφόσον δεν υπα­γορεύεται από λόγους προληπτικής εποπτείας. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 189Γ, προσδιορίζει, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, τους ορισμούς για την εφαρμογή της απαγόρευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1» [ό.π., άρθρο 104Α, παράγραφοι 1 και 2].

10/12/1975: Ο αναπληρωτής υπουργός συντονισμού Ιωάννης Μπούτος (δεξιά) προεδρεύει στην 4η σύνοδο της διυπουργικής ελληνοβουλγαρικής επιτροπής. Δίπλα του ο υφυπουργός εμπορίου Γιώργος Παναγιωτόπουλος.

Βρισκόμαστε στο 1993. Από τότε που ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος, όποτε είχε ανάγκη από λεφτά, έπαιρνε βερεσέδια από την κεντρική του τράπεζα με την γνωστή διαδικασία τού μπακαλοδέφτερου: δώσε μου και γράφτα. Έτσι, το ελληνικό δημόσιο τηρεί στην Τράπεζα της Ελλάδος τρία δεφτέρια, τρεις λογαριασμούς: έναν για τα πετρελαιοειδή, έναν για τις συναλλαγματικές διαφορές και έναν όπου συγκεντρώνονται όλες οι εισπράξεις και οι πληρωμές του. Κι επειδή στο διάβα των χρόνων τα γράψε ήταν περισσότερα από τα σβήσε, το τέλος τού 1993 βρίσκει αυτά τα δεφτέρια φεσωμένα με 3,1 τρισεκατομμύρια δραχμών!

Παρένθεση. Το κόλπο δούλευε μια χαρά και έχουμε ήδη αναφερθεί σ’ αυτό σε τούτα τα κείμενα. Η Τράπεζα της Ελλάδος έμπαινε μπροστά, έπαιρνε δάνεια απ’ όπου εύρισκε βολικούς όρους και τα εκχωρούσε στο δημόσιο. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το κράτος πετύχαινε δυο τρυγόνια: αφ’ ενός μεν εύρισκε ρευστό αμέσως όποτε το χρειαζόταν και δίχως να παρακαλάει τις αγορές αφ’ ετέρου δε το δημόσιο χρέος δεν αυξανόταν αφού τα δάνεια δεν τα έπαιρνε το ίδιο το κράτος αλλά η ΤτΕ. Όμορφα πράγματα και νοικοκυρεμένα. Κλείνει η παρένθεση.

Όμως, έφτασε πλέον η στιγμή όλα τούτα να τελειώσουν μιας και από 1ης Ιανουαρίου 1994 η ΟΝΕ θα έμπαινε στην δεύτερη φάση της, πράγμα που σήμαινε πως θα άρχιζε να ισχύει το άρθρο 104 της συνθήκης του Μάαστριχτ, που είδαμε στον πρόλογο. Επί σχεδόν έναν χρόνο η Τράπεζα της Ελλάδος διαβουλευόταν με το υπουργείο οικονομικών γι’ αυτό το θέμα. Τελικά, ο κύβος ερρίφθη στην γενική συνέλευση της ΤτΕ την 28/12/1993, όταν εγκρίθηκε η απόφαση να μετατραπούν οι απαιτήσεις τής τράπεζας κατά του ελληνικού δημοσίου (δηλαδή, τα υπόλοιπα των δεφτεριών) σε ομόλογα και μακροπρόθεσμα δάνεια, με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εξόφλησης τριάντα ετών (δηλαδή, όλοι μας χρωστάμε στην ΤτΕ και θα ξοφλήσουμε το 2023) και συγκεκριμένο επιτόκιο. Η ρύθμιση αυτή ξεκαθάρισε την πραγματικότητα για το δημόσιο χρέος, εκτοξεύοντάς το εν μια νυκτί από το 93,3% στο 119,6% του ΑΕΠ. Παράλληλα δε, εξυγίανε τον ισολογισμό τής Τράπεζας της Ελλάδος, ώστε η τράπεζα να μπει θωρακισμένη στο ευρωσύστημα.

Στις 27 Απριλίου 1994, ο Γιάννης Μπούτος παρουσιάζει την έκθεσή του, η οποία δεν είναι πιο ευχάριστη από εκείνες των προκατόχων του. «Η χειροτέρευση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και η διόγκωση του δημόσιου χρέους το 1993, με δεδομένες τις συνθήκες που επικρατούν στην οικονομία, κυρίως τα υψηλά πραγματικά επιτόκια και το βραδύ ρυθμό οικονομικής ανόδου, καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη τη σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ και ανατρέπουν τις αρχικές συνθήκες εφαρμογής του προγράμματος σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας προς τις οικονομίες των λοιπών χωρών της Ε.Ε.». Ο Μπούτος είναι μάλλον μετριοπαθής στις εκφράσεις του: αντί του στόχου για αύξηση 2%, το ΑΕΠ μειώθηκε μέσα στο 1993 κατά 1,6%.

Ο διοικητής της ΤτΕ στρέφεται και κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη: «Οι προσπάθειες που έγιναν για τη σταθεροποίηση και την προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία έτη, είχαν τελικά περιορισμένα και, σε ορισμένα μεγέθη, πρόσκαιρα αποτελέσματα. Η πρόοδος που σημειώθηκε αποδείχθηκε όχι μόνον ανεπαρκής αλλά, αντίθετα, μεταστράφηκε στον κρίσιμο τομέα της δημοσιονομικής προσαρμογής, που ήταν η κεντρική επιδίωξη του προγράμματος οικονομικής σταθεροποίησης της περιόδου 1990-1993. Αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών είναι η συμμετοχή της χώρας στη διαδικασία της ΟΝΕ να γίνεται διαρκώς δυσκολότερη».

Κι επειδή ένας διοικητής ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας δεν επιτρέπεται να μη κάνει μερικές συστάσεις νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα, ο Μπούτος δεν παραλείπει να ζητήσει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, μείωση των ελλειμμάτων, αποκλιμάκωση του πληθωρισμού κλπ και να προτείνει την εφαρμογή ενός νέου, αυστηρού μεσοπρόθεσμου σταθεροποιητικού προγράμματος.

Αυτή έμελλε να είναι η πρώτη και η τελευταία έκθεση που θα έκανε ο Γιάννης Μπούτος ως διοικητής της ΤτΕ. Ο εξ απορρήτων του Ανδρέα «υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ» Αντώνης Λιβάνης συγκρούστηκε ανοιχτά μαζί του, εξωθώντας τον σε παραίτηση. Στις 26 Οκτωβρίου 1994, ο μεσσήνιος διοικητής τής ΤτΕ παρέδωσε την θέση του στον μέχρι τότε α’ υποδιοικητή, τον Λουκά Παπαδήμο.

19/9/1962: Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παναγιώτης Κανελλόπουλος εγκαινιάζει το εργοστάσιο της Ελληνικής Χημικής Βιομηχανίας Ντάου στο Λαύριο. Δεξιά του ο υφυπουργός συντονισμού Ιωάννης Μπούτος.

Υστερόγραφο. Το 2014, ο ΣΔΟΕ ανακοίνωσε πως ο έλεγχος στην λίστα Λαγκάρντ αποκάλυψε ότι ο Ιωάννης Μπούτος και η σύζυγός του Μαίρη είχαν αποκρύψει μέχρι το 2004 (χρονιά που πέθανε ο Μπούτος) 3.700.000 ευρώ. Πάντως, το 2007 και ενώ το ζεύγος Μπούτου δεν βρισκόταν πλέον στην ζωή, ο λογαριασμός που δημοσιεύθηκε ήταν μηδενισμένος.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 27. Προαναγγελίες μνημονίων

Το 1996 μπαίνει με φούρια, καθώς στις 18 Ιανουαρίου ο Σημίτης βρίσκεται στην εξουσία (μετά την παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου για λόγους υγείας) ενώ περί τα τέλη του μηνός κορυφώνεται η κρίση των Ιμίων, η οποία είχε αρχίσει από τις 26 Δεκεμβρίου 1995. Τον Απρίλιο, στην έκθεσή του για το 1995, ο διοικητής της ΤτΕ δεν ξεφεύγει από την τακτική των τελευταίων προκατόχων του: επαινεί την κυβέρνηση για το έργο της αλλά της τραβάει και το αφτί σε κάποια ζητήματα: «Κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας το 1995 ήταν η σημαντική πρόοδος που σημειώθηκε προς τη σταθεροποίηση, σε συνδυασμό με ταχύτερη άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και η περιορισμένη διαρθρωτική προσαρμογή, η οποία δεν επέτρεψε την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των βαθύτερων αδυναμιών της οικονομίας».

Κώστας Σημίτης – Λουκάς Παπαδήμος. Οι δυο άνδρες είχαν ανέκαθεν άριστες σχέσεις.

Ο Παπαδήμος διαπιστώνει «περαιτέρω υποχώρηση του πληθωρισμού κατά 3 περίπου εκατοστιαίες μονάδες (…),  περιστολή του ελλείμματος του ευρύτερου κυβερνητικού τομέα κατά 3 περίπου εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (…), περιορισμό στο 3% του ρυθμού διολίσθησης της δραχμής έναντι της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Μονάδας (ECU)» και συμπεραίνει ότι όλα αυτά συνετέλεσαν «στην εισροή επιχειρηματικών κεφαλαίων από το εξωτερικό, με αποτέλεσμα να συμπιεστεί ακόμη περισσότερο το μέσο κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας». Από την άλλη, όμως, «δύο οικονομικά μεγέθη τα οποία δεν εξελίχθηκαν ικανοποιητικά ήταν η ανεργία και το ισοζύγιο πληρωμών». Ο Παπαδήμος εκτιμά ότι για την αύξηση της ανεργίας φταίνε «η εισροή μεταναστών» και «η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό» (αν και διαπιστώνει ότι οι επιχειρήσεις δεν αύξησαν τις θέσεις εργασίας όσο θα έπρεπε) ενώ για το ισοζύγιο πληρωμών ευθύνεται το ότι καλύψαμε πολλές από τις ανάγκες μας όχι με αύξηση της παραγωγής αλλά με εισαγωγές.

Πατώντας στις τελευταίες διαπιστώσεις, ο διοικητής της ΤτΕ συστήνει «άμεση προώθηση μέτρων που θα ενισχύουν την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας», όπως διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (λιγώτερο κράτος), ιδιωτικοποιήσεις, εισοδηματικοί περιορισμοί (μείωση του πραγματικού εισοδήματος των εργαζομένων), ελάφρυνση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, μείωση του μη μισθολογικού κόστους, κίνητρα για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας (επιδοτήσεις) κλπ.

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να σταθούμε λίγο για να κάνουμε μια διαπίστωση, την οποία θα βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας. Αν μέχρι και τον Ζολώτα η Τράπεζα της Ελλάδος είχε ως πυξίδα την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, από εκεί και πέρα η πολιτική της στοχεύει στην «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», δηλαδή στην συμμόρφωση προς όσα εντέλλονται οι Βρυξέλλες (συνθήκες Μάαστριχτ και αργότερα Λισαβόνας, οικονομική και νομισματική ένωση κλπ). Συνεπώς, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι εκθέσεις όλων των μετά Ζολώτα διοικητών της προτείνουν την λήψη μέτρων που πολλά χρόνια αργότερα λήφθηκαν και λαμβάνονται στα πλαίσια των μνημονίων.

Κατ’ επέκταση, δεν υπάρχει λόγος να κουράζω πλέον τον αναγνώστη αποδελτιώνοντας τις εκθέσεις αυτές ως προς το συγκεκριμένο σημείο. Το δείγμα που διαβάσατε πιο πάνω επαναλαμβάνεται (είτε ακριβώς είτε σε παραλλαγή) σε όλες σχεδόν τις εκθέσεις τού Παπαδήμου και των διαδόχων του μέχρι και σήμερα. Το μοτίβο είναι μονότονο: ιδιωτικοποιήσεις, λιγώτερο κράτος, δημοσιονομική προσαρμογή με μείωση της δημόσιας δαπάνης, μείωση του κόστους εργασίας ως απαραίτητο μέτρο για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, ελάφρυνση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων κλπ. Με δυο λόγια, μιλάμε για εκθέσεις που σχεδόν προανναγγέλουν τα μνημόνια.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στην έκθεση για το 1995, όπου ο Παπαδήμος διαπιστώνει κάτι ενδιαφέρον: «Το δημοσιονομικό έλλειμμα, παρά τον αισθητό περιορισμό του το 1995, εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο μεταξύ όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ευρίσκεται σε επίπεδο περίπου τριπλάσιο της τιμής αναφοράς που καθορίζει η Συνθήκη του Μάαστριχτ για συμμετοχή στη νομισματική ένωση. Επιπλέον, η απόκλιση του δημόσιου χρέους από το αντίστοιχο κριτήριο σύγκλισης παραμένει μεγάλη. Παρά τη μείωση των δανειακών αναγκών του ευρύτερου κυβερνητικού τομέα, εκτιμάται ότι το δημόσιο χρέος αυξήθηκε σε 111,7% του ΑΕΠ στο τέλος του 1995, από 110,4% στο τέλος του 1994 (…) Το μέγεθος της δημοσιονομικής προσαρμογής δεν έφθασε ακόμη στο επίπεδο που απαιτείται για να αποτραπεί η περαιτέρω άνοδος του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν» (*).

Πού είναι το ενδιαφέρον; Βρισκόμαστε στις αρχές τού 1996 και ο Παπαδήμος ξέρει ότι σε πέντε χρόνια η χώρα θα ενταχθεί πλήρως στην ΟΝΕ. Επίσης, ξέρει ότι οι χώρες της ΟΝΕ δεν πρέπει να έχουν έλλειμμα μεγαλύτερο από 3% και χρέος μεγαλύτερο από 60% του ΑΕΠ. Καθώς το χρέος αυξάνεται διαρκώς, πώς περίμενε ο διοικητής της ΤτΕ την κατακόρυφη μείωσή του σε μια πενταετία; Κρατήστε τώρα μια σημείωση κι αυτό θα το δούμε όταν έρθει η ώρα.

1997: Η επιτροπή διεκδίκησης των ολυμπιακών αγώνων του 2004. Από αριστερά: Κώστας Λιάσκας (αντιπρόεδρος), Λουκάς Παπαδήμος, Γιάννα Αγγελοπούλου (πρόεδρος), Ανδρέας Ποταμιάνος, Γιάννης Σγουρός.

Πάντως, η έκθεση της επόμενης χρονιάς διαπιστώνει τα ίδια προβλήματα με το 1995: «το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε, ενώ η ανεργία σημείωσε μικρή περαιτέρω άνοδο, παρά την αύξηση της απασχόλησης». Και, φυσικά, προτείνει τα ίδια φάρμακα: «πρέπει να δοθεί πολύ μεγάλη έμφαση στον έλεγχο των δημόσιων δαπανών (…) ο περιορισμός των δημόσιων ελλειμμάτων σε μόνιμη βάση θα απαιτήσει σημαντική διεύρυνση του πεδίου και επιτάχυνση της διαδικασίας αποκρατικοποιήσεων (…) «μέχρι σήμερα έχουν καταβληθεί μεγάλα ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή από το κοινωνικό σύνολο, για τη διατήρηση σε λειτουργία δημόσιων επιχειρήσεων, τραπεζών, ναυπηγείων, αγροτικών συνεταιρισμών κλπ (…) πέρα από τον περιορισμό των ελλειμμάτων, οι αποκρατικοποιήσεις θα βοηθήσουν στη βελτίωση τόσο της κατανομής των παραγωγικών πόρων όσο και της αποτελεσματικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας (…) τα μεγάλα ελλείμματα των βασικών ασφαλιστικών ταμείων αποτελούν ένα επιπλέον σημαντικό διαρθρωτικό πρόβλημα, η επίλυση του οποίου θα είναι καθοριστική για την ουσιαστική μείωση των δημόσιων ελλειμμάτων σε μακροπρόθεσμη βάση».

Πριν κλείσουμε για σήμερα, ας ξαναρίξουμε μια ματιά στην πρώτη παράγραφο. Άραγε, με τις εκθέσεις τους οι διοικητές της ΤτΕ όντως τραβούν το αφτί των εκάστοτε κυβερνήσεων ή, απλώς, γίνονται λαγοί συγκεκριμένων επιλογών προσδίδοντάς τους κύρος; Η απάντηση στο δίλημμα αυτό επαφίεται στην κρίση του αναγνώστη.

————————————————-
(*) Ενδιαφέρουσα διατύπωση! «Δεν έφθασε ακόμη στο επίπεδο που απαιτείται για να αποτραπεί η περαιτέρω άνοδος». Φανταστείτε πόσο μακρυά βρίσκεται (πάντα κατά τον Παπαδήμο) το επίπεδο απ’ όπου θα άρχιζε η κάθοδος…

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 28. Η σύγκλιση για ένταξη στην ΟΝΕ

Κατά την πενταετία 1997-2001 οι προσπάθειες για σύγκλιση και επίτευξη των προϋποθέσεων για πλήρη ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ εντάθηκαν. Ο πληθωρισμός μπήκε σιγά-σιγά υπο έλεγχο και τα δημοσιονομικά ελλείμματα άρχισαν να κάμπτονται. Όμως, τα προβλήματα με το εξωτερικό ισοζύγιο και με την σταθερά αυξανόμενη ανεργία δεν έλεγαν με τίποτε να λυθούν. Ο Παπαδήμος επιμένει ότι «η διαρθρωτική προσαρμογή της οικονομίας ήταν βραδεία και ανεπαρκής, ενώ η εξέλιξη του κόστους εργασίας, ιδιαίτερα η πολιτική αμοιβών στο δημόσιο τομέα, εμπόδισε την ταχύτερη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, επηρέασε δυσμενώς τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας και δεν συνέβαλε σε αύξηση της απασχόλησης». Τ’ είχες Γιάννη – ο,τ’ είχα πάντα. Για τον διοικητή της ΤτΕ, το πλέον ακανθώδες πρόβλημα της οικονομίας είναι οι αμοιβές των εργαζομένων και «ιδιαίτερα» των δημοσίων υπαλλήλων.

Πρωτοχρονιά 1999: Το γιορτινό Παρίσι υποδέχεται το ευρώ

Το 1997 ψηφίζεται ο Ν.2548, ο οποίος στρώνει τον δρόμο για την ριζική αλλαγή της ΤτΕ, προκειμένου η τράπεζα να ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών, αυτό που σήμερα λέμε Ευρωσύστημα. Σημειωτέον ότι η ΤτΕ θα συμμετείχε στο ΕΣΚΤ από τον Ιούνιο του 1998, άσχετα από το πότε θα εντασσόταν η χώρα στην ΟΝΕ. Σύμφωνα με τον νόμο, πρωταρχικός σκοπός της τράπεζας είναι η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και, δευτερευόντως, η στήριξη της γενικής οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης αλλά μόνον εφ’ όσον αυτή η στήριξη δεν αντιβαίνει προς τον πρωταρχικό σκοπό. Επίσης, συστήνεται από την τράπεζα Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής, το οποίο αποφασίζει για την χάραξη νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής. Με απλά λόγια, δηλαδή, η ΤτΕ ανεξαρτητοποιείται περαιτέρω από το ελληνικό κράτος αλλά ταυτόχρονα αποκτά μεγαλύτερη εξουσία ελέγχου και χάραξης της κρατικής πολιτικής.

Την άνοιξη του 1997 ξέσπασε η κρίση στα χρηματιστήρια της Άπω Ανατολής («Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού – 42. Οι ασιατικές τίγρεις αρρωσταίνουν«), γεγονός που άσκησε πιέσεις στην δραχμή, οι οποίες κράτησαν σχεδόν έναν χρόνο. Έτσι, η δραχμή εντάχθηκε στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ) στις 16/3/1998 με ισοτιμία 357/ECU, υποτιμημένη κατά 12,3% σε σχέση με την προγενέστερη τιμή των 313,05 δρχ ανά ECU. Η ένταξη αυτή εκτιμήθηκε ως πολύ θετική για την συνολική προσπάθεια προς ένταξη στην ΟΝΕ, κυρίως επειδή έτσι άνοιγε ο δρόμος για πλήρη τιθάσσευση του πληθωρισμού σε επίπεδα κάτω του 2%.

Η ΤτΕ έδειχνε ενθουσιασμένη από τις εξελίξεις. Στην έκθεσή του για το 1998, ο Παπαδήμος δηλώνει ευχαριστημένος αλλά παρατηρεί ότι «η ικανοποίηση, το 1999, των προϋποθέσεων για την υιοθέτηση του ευρώ είναι εφικτή και πολύ πιθανή αλλά δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη». Οι επιφυλάξεις του διοικητού είναι γνωστές και αφορούν την συμπεριφορά των κοινωνικών εταίρων και τις αυξήσεις των μισθών. «Η συμβολή των εργαζομένων, πέρυσι και εφέτος, στην προσπάθεια σταθεροποίησης των τιμών είναι σημαντική και δεδομένη», σημειώνει ο διοικητής στην έκθεσή του. Προσοχή στο «δεδομένη».

Το 1999 χαρακτηρίστηκε από την εισαγωγή του ευρώ σε ένδεκα ευρωπαϊκές χώρες (*) και την δημιουργία της πολυπόθητης νομισματικής ένωσης, στην αρχική φάση της οποίας δεν συμμετείχε η Ελλάδα. Η δραχμή μπήκε στον νέο ΜΣΙ ελαφρά υπερτιμημένη (353,109), προκειμένου να γίνει πιο εύκολη η μείωση του πληθωρισμού. Για τον ίδιο λόγο, τον Ιανουάριο του 2000 ανατιμήθηκε κατά 3,5% ακόμη, οριστικοποιώντας την σύνδεσή της με το ευρώ στην ισοτιμία των 340,75 δραχμών. Με τούτα και μ’ εκείνα, ο πληθωρισμός έπεσε τελικά κάτω από το 2% και η χώρα έπιασε το όριο για ένταξη στο ευρώ.

Τι γινόταν, όμως, με το θέμα του ελλείμματος; Στην έκθεσή του για το 1999, ο Παπαδήμος υποστηρίζει ότι έχει επιτευχθεί τόσο εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή ώστε το έλλειμμα να βρίσκεται στο 1,6% του ΑΕΠ, από 16% το 1990 και 9% το 1996(!). Ακούγεται απίστευτο αλλά ο διοικητής είναι κατηγορηματικός. Παρατηρεί δε ότι «οι τάσεις των δημοσιονομικών μεγεθών και η διεξοδικότερη ανάλυσή τους υποδηλώνουν ότι η προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης θα πρέπει μελλοντικά να βασιστεί περισσότερο στη συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών παρά στην αύξηση των εσόδων, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η σκοπιμότητα μιας φορολογικής μεταρρύθμισης για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και της απασχόλησης στο νέο περιβάλλον φορολογικού ανταγωνισμού και φορολογικής προσέγγισης που διαμορφώνεται σταδιακά στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Με απλά λόγια, δηλαδή, ο διοικητής λέει ότι καλά τα πήγαμε και, αν θέλουμε να συνεχίσουμε έτσι, πρέπει να επιμείνουμε στην μείωση των δαπανών (ενν. για μισθούς, κοινωνικές παροχές κλπ) και στην μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων.

Το Απρίλιο του 2001, ο περιχαρής Παπαδήμος σημειώνει στην έκθεσή του: «Η ονομαστική σύγκλιση έως το 2000 και η ένταξη της Ελλάδος στην ΟΝΕ ήταν ένας στόχος ο οποίος εθεωρείτο ιδιαίτερα φιλόδοξος, αν όχι ανέφικτος, ακόμη και πριν από μερικά χρόνια. Το δύσκολο αυτό εγχείρημα ολοκληρώθηκε με επιτυχία, επειδή εφαρμόστηκε η κατάλληλη πολιτική, καταβλήθηκαν οι αναγκαίες προσπάθειες από τους κοινωνικούς εταίρους και υπήρχε ευρεία κοινωνική αποδοχή».

Η πρώτη φάση της ΟΝΕ. Με σκούρο μπλε οι 11 χώρες που εντάχθηκαν την 1/1/1999. Η Ελλάδα εντάχθηκε το 2001.

Όλα καλά, λοιπόν. Όμως σε όλα τούτα υπάρχουν μερικά σημεία που θέλουν περαιτέρω εξηγήσεις. Για παράδειγμα, αυτά τα γενικόλογα «κατάλληλη πολιτική» και «κοινωνική αποδοχή» δεν εξηγούν πώς επιτεύχθηκε η κατακόρυφη μείωση του ελλείμματος. Επίσης, δεν γίνεται καμμιά αναφορά και δεν δίνεται καμμιά εξήγηση για το τι έγινε με το δημόσιο χρέος, το οποίο πρέπει να έπεσε κάτω από το όριο σύγκλισης που είχε οριστεί στο 60% του ΑΕΠ. Πώς επιτεύχθηκε αυτή η μείωση, όταν πέντε χρόνια πρωτύτερα το χρέος βρισκόταν κοντά στο 120% του ΑΕΠ και είχε τάσεις ανόδου; Στο επόμενο σημείωμα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε κάποιες απαντήσεις, έστω κι αν χρειαστεί να κινηθούμε στα όρια της συνωμοσιολογίας.

————————————————–
(*) Το ευρώ εκδόθηκε και τέθηκε σε κυκλοφορία ως νόμισμα την 1/1/2002 σε όλες τις χώρες που είχαν ενταχθεί σ’ αυτό. Μέχρι τότε οι συναλλαγές γίνονταν μεν σε ευρώ αλλά σε επίπεδο απλών ισοτιμιών.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 29. Πάση θυσία στο ευρώ

Ο εικοστός αιώνας πλησιάζει στο τέλος του. Με το χρέος της να κινείται κοντά στο 120% του ΑΕΠ και τα ελλείμματα του προϋπολογισμού της να παίζουν στο 9%, δεν φαίνεται πώς η Ελλάδα θα μπορέσει να πιάσει τα όρια που προβλέπει η συνθήκη της Λισαβόνας (60% και 3% αντίστοιχα) για να μπει το 2001 στην ΟΝΕ. Έτσι, επιστρατεύονται τα μεγάλα μέσα.

Σημαντικό εργαλείο σ’ αυτή την προσπάθεια ήταν η ανάληψη της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων τού 2004 από την Αθήνα. Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, οι αγώνες αύξησαν το ΑΕΠ εκείνης της χρονιάς κατά 2,5%. Επειδή, όμως, τα ολυμπιακά έργα άρχισαν από το 1998, υπήρξε αύξηση και στο ΑΕΠ της επταετίας 1998-2004. Κατά την περίοδο 1998-2001, το ΑΕΠ αυξήθηκε περίπου κατά 12% συνολικά, με το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης (η μεγαλύτερη σε ολόκληρη την Ευρώπη!) να οφείλεται στους αγώνες. Εννοείται ότι η αύξηση του ΑΕΠ ρίχνει τα ποσοστά χρεών και ελλειμμάτων.

Ο Υβ-Τιμπώ ντε Σιλγκύ (αριστερά) με τον Μουαμμάρ Καντάφι (12/12/2007). Προφανώς, εκείνη την εποχή, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Καντάφι δεν είχε γίνει ακόμη αιμοσταγής δικτάτορας.

Παρ’ όλα αυτά, οι αγώνες δεν φτάνουν για να δώσουν λύση στο πρόβλημα. Πολύ δραστικώτερη ως λύση θα ήταν η αλλοίωση των στοιχείων περί χρέους και ελλείμματος, αν υπήρχε η δυνατότητα. Αλλά γιατί να μην υπάρχει; Σ’ αυτό βοηθάει η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση! Πώς;

Εν όψει της ΟΝΕ, γάλλοι και γερμανοί κάνουν ό,τι μπορούν να εδραιώσουν το επερχόμενο ευρώ ως ισχυρό νόμισμα, ώστε να αποτρέψουν τις βέβαιες επιθέσεις που θα εξαπολύσουν οι ανά τον κόσμο κερδοσκόποι μόλις εμφανιστεί το νέο νόμισμα. Όσο περισσότερες χώρες μπουν στην ΟΝΕ, λοιπόν, τόσο καλύτερα. Μόνο που αυτό το νέο νόμισμα δεν το βλέπουν με καλό μάτι ούτε το δολλάριο ούτε η στερλίνα. Το Σίτυ και η Γουώλ Στρητ δεν θα αισθάνονται ιδιαίτερη χαρά αν μπει ένας νέος μεγάλος παίκτης, η Φρανκφούρτη, στο παιχνίδι. Πιστός στους αγγλοσάξωνες, ο πρόεδρος της Κομμισσιόν Ρομάνο Πρόντι δεν ενθουσιάζεται με την ιδέα μιας διερυμένης ευρωζώνης. Όμως, επίτροπος για τις οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις είναι ο γάλλος Υβ-Τιμπώ ντε Σιλγκύ, ο οποίος όχι απλώς «σπρώχνει» όλες τις χώρες να μπουν στην ΟΝΕ αλλά κάνει και πως δεν βλέπει τίποτε όταν αυτές μαγειρεύουν τα νούμερα για να πιάσουν τα όρια. Γιατί, ό,τι και να λέμε, στο μαγείρεμα επιδόθηκαν όλες οι χώρες που μπήκαν στην ΟΝΕ. Χωρίς εξαίρεση.

Και πώς να μη γίνει κάτι τέτοιο; Αν ο έλεγχος ήταν αυστηρός και απέτρεπε τις αλλοιώσεις, η ΟΝΕ θα έμενε ένα ξεφούσκωτο μπαλόνι και με το όλο εγχείρημα της ΟΝΕ θα γέλαγε ο κάθε πικραμένος σε όλον τον πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι την κρίσιμη αυτή περίοδο η Eurostat βρίσκεται σχεδόν τελείως αποδιοργανωμένη, έχει παραλύσει και κανένα τμήμα της δεν λειτουργεί σωστά. Εντελώς συμπτωματικά, η υπηρεσία συγκλονίζεται από το ξέσπασμα ενός εσωτερικού σκανδάλου και τίποτε δεν λειτουργεί. Έτσι, αναγκαστικά, δέχονται άκριτα τα νούμερα που τους δίνουν οι κρατικές στατιστικές υπηρεσίες. Κι αφού η Ελλάδα λέει ότι το έλλειμμά της είναι 1,6% (και, μάλιστα, αυτό το νούμερο το υιοθετεί κι ο διοικητής τής κεντρικής της τράπεζας), έτσι πρέπει να είναι (*). Πλέον, το «είσαι ό,τι δηλώσεις» ισχύει και στην Eurostat.

Παράλληλα, κυβέρνηση και Τράπεζα της Ελλάδος (δηλαδή, Σημίτης και Παπαδήμος), σε αγαστή συνεργασία, ετοίμασαν και το colpo grosso, με την βοήθεια της Goldman Sachs. Η Τράπεζα (σ.σ.: προκειμένου για την Goldman Sachs, το Τ στην λέξη «τράπεζα» πρέπει να γράφεται κεφαλαίο) δεν είχε λόγο να αρνηθεί. Πού θα εύρισκε πιο εύκολο πελάτη από την Ελλάδα; Το τραπεζικό της σύστημα ήταν αδύναμο, το χρηματιστήριό της λειτουργούσε δίχως κανόνες που να αποτρέπουν τις δαιδαλώδεις παρασκηνιακές συμφωνίες, το ίδιο το κράτος θόλωνε τα νερά στην αγορά και, το σπουδαιότερο, η φύση του χρέους της επέτρεπε τα παιγνίδια.

Πράγματι, το ελληνικό χρέος δεν είναι όπως π.χ. το γαλλικό, δηλαδή απλό, ξεκάθαρο, με σαφείς όρους και χρονοδιαγράμματα που κάνουν προβλέψιμη την εξέλιξή του, προγραμματιζόμενη την ροή του και εύκολη την ρευστοποίησή του. Το ελληνικό χρέος συντίθεται στο μεγαλύτερο τμήμα του από σύνθετα και δομημένα ομόλογα, αποτιμημένα με ασαφή κριτήρια και απροσδιόριστη δυνατότητα προεξόφλησης, δηλαδή αποτελούν βούτυρο στο ψωμί των κερδοσκόπων.

Ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον μιλήσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες για το πώς παίχτηκε το παιγνίδι. Προς το παρόν, για να μη ξεφύγουμε από την ιδέα αυτών των κειμένων, αρκεί να πούμε ότι μέσω των περίφημων CDS και ενός currency swap το έλλειμμα μειώθηκε τεχνητά κατά 1,6% και ένα μεγάλο κομμάτι του χρέους εξαφανίστηκε από τα χαρτιά (**). Το πόσα εκατομμύρια έβγαλε η Τράπεζα απ’ αυτή την δουλειά και πόσα δισεκατομμύρια επιβαρυνθήκαμε εμείς για τόκους και προμήθειες είναι άλλη συζήτηση.

Η Ελλάδα στο ευρώ! Ο πρόεδρος της ΕΚΤ Βιμ Ντούισενμπεργκ, ο διοικητής της ΤτΕ Λουκάς Παπαδήμος και ο υπουργός εθνικής οικονομίας Γιάννος Παπαντωνίου έχουν κάθε λόγο να είναι χαρούμενοι.

Το ερώτημα που προκύπτει απ’ όλη τούτη την ιστορία είναι αμείλικτο για τον Λουκά Παπαδήμο: επειδή είναι αδύνατον να μη τα ήξερε όλα τούτα, μιας και τίποτε απ’ αυτά δεν θα μπορούσε να γίνει δίχως την συνεργασία του, τί είναι αυτό που τον ώθησε να συναινέσει στην χρήση αθέμιτων μέσων (αν δεν τα υπέδειξε ο ίδιος) για να μπει πάση θυσία η Ελλάδα στην ΟΝΕ; Κι ένα δευτερεύον ερώτημα: Πόση σχέση έχουν όλα τούτα με την μεταπήδησή του το 2002 στην αντιπροεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας;

—————————————–
(*) Το 2004, ο νέος διευθυντής τής Eurostat, ο βαρώνος Μισέλ Βάν ντεν Αμπέελε, αρνήθηκε να πιστοποιήσει τους λογαριασμούς τής Ελλάδας, διαπιστώνοντας σφάλματα στις λογιστικές εγγραφές στρατιωτικών δαπανών και στις λογιστικές απεικονίσεις των κοινοτικών κονδυλίων. Η υπόθεση κουκουλώθηκε από το Γιούρογκρουπ για έναν απλό λόγο: όλοι είχαν κάνει τις κουτσουκέλες τους και το σκάλισμα δεν συνέφερε κανέναν. Γι’ αυτό, άλλωστε, κόντεψαν να πνίξουν τον τότε υπουργό οικονομίας Γιώργο Αλογοσκούφη, όταν εκείνος προχώρησε στην περίφημη «απογραφή».

(**) Για να προλάβω τις απορίες, το εξηγώ σύντομα και μπακαλίστικα. Η Goldman Sachs πήρε ένα μεγάλο κομμάτι του χρέους μας και έπαιξε με τις ισοτιμίες μετατρέποντας τα γιεν σε δολλάρια πριν τα κάνει ευρώ (currency swap) αλλά χρησιμοποιώντας ισοτιμίες διαφόρων χρονικών περιόδων, ανάλογα με το τι βόλευε. Είπαμε ότι η περίπλοκη και αδιαφανής δομή του χρέους μας επέτρεπε τέτοια παιγνίδια. Ταυτόχρονα άλλαξε τις προθεσμίες εξόφλησης, μεταθέτοντάς τες στο μέλλον (έναντι κάποιων τόκων, φυσικά). Για το τι σημαίνει αυτό, δείτε περισσότερα στο «Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού – 80. Η δημιουργική λογιστική«.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 30. Το τέλος της εποχής Σημίτη

Έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του με την ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη, στις 27 Μαΐου 2002 ο Λουκάς Παπαδήμος παραιτείται από την Τράπεζα της Ελλάδος και διορίζεται αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στην οποία προεδρεύει ο πρώην διοικητής τής ολλανδικής κεντρικής τράπεζας Βιμ Ντούισενμπεργκ. Στην θέση του προωθείται ο μέχρι τότε Α’ αντιπρόεδρος Νίκος Γκαργκάνας. Αν μη τι άλλο, στην διοίκηση της ΤτΕ ξαναβρίσκεται κάποιος που έχει σπουδάσει οικονομικά (ο Παπαδήμος είχε σπουδάσει φυσική στο ΜΙΤ με μεταπτυχιακές σπουδές ως ηλεκτρολόγος μηχανικός ενώ ο Μπούτος ήταν πτυχιούχος Νομικής).

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ Βιμ Ντούισνμπεργκ συνομιλεί με τον αντιπρόεδρό του Λουκά Παπαδήμο. Αριστερά, ο Βίτορ Κοστάντσιο, διοικητής της Banco de Portugal και μελλοντικός διάδοχος του Παπαδήμου στην αντιπροεδρία της ΕΚΤ.

Ο Γκαργκάνας συνέχισε και καθιέρωσε την στρατηγική που είχε εισαγάγει ο προκάτοχός του, σύμφωνα με την οποία ο διοικητής της ΤτΕ δρα ως επιτετραμμένος των Βρυξελλών. Στην πρώτη έκθεσή του, τον Απρίλιο του 2003, ο Γκαργκάνας σημειώνει την εντυπωσιακή άνοδο του ΑΕΠ κατά 4% παρά την αρνητική διεθνή συγκυρία, αποδίδοντάς την στον υψηλό βαθμό σταθερότητας και αξιοπιστίας λόγω συμμετοχής στην ΟΝΕ αλλά ξεχνάει να σημειώσει την συμβολή των ολυμπιακών αγώνων σ’ αυτή την άνοδο. Παρά την άνοδο του ΑΕΠ, όμως, ο διοικητής παρατηρεί ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν λέει με τίποτε να πέσει κάτω από 6% ενώ η ανεργία αρνείται πεισματικά να υποχωρήσει. Έτσι, επαναλαμβάνει τις γνωστές παραινέσεις για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και για δημοσιονομική προσαρμογή, ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκτίμηση που κάνει ο διοικητής της ΤτΕ για τον δανεισμό των νοικοκυριών. Σύμφωνα με την έκθεση, η μείωση των επιτοκίων συνέτεινε στην αύξηση αυτού του δανεισμού. Έτσι, κατά το 2002 οι χορηγήσεις προς τα νοικοκυριά έφτασαν το 61,4% της συνολικής πιστωτικής επέκτασης, έναντι 46,7% του 2001 και 34,7% του 2000. Όμως, ο Γκαργκάνας δεν βλέπει τίποτε κακό σ’ αυτό, διότι το συνολικό ιδιωτικό χρέος προς τις τράπεζες ανέρχεται σε 22,3% έναντι 47% της ευρωζώνης. Σημειωτέον ότι η ΤτΕ είχε αναθέσει σε ιδιωτική εταιρεία σχετική δειγματοληπτική έρευνα, σύμφωνα με την οποία το μεγαλύτερο τμήμα των οφειλετών ήταν οικογένειες με περιουσία και υψηλά εισοδήματα. Κανείς δεν διαβλέπει κίνδυνο από το ότι η πολιτική του εύκολου δανεισμού αλλάζει την παλιά συνήθεια των ελλήνων να απλώνουν τα πόδια τους μέχρις εκεί όπου φτάνει το πάπλωμα.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει το γεγονός ότι για πρώτη φορά ο διοικητής της ΤτΕ θίγει το θέμα του ασφαλιστικού συνιστώντας την επιτάχυνση των διαδικασιών για δημιουργία ενός συστήματος τριών πυλώνων. Προαναγγέλλει, δηλαδή, τα μέτρα που 10-12 χρόνια αργότερα υποτίθεται πως μας τα επιβάλλει η αναλγησία των πιστωτών μας. Σύμφωνα με τον Γκαργκάνα, το σύστημα των τριών πυλώνων «(α) θα έδινε μεγαλύτερες δυνατότητες στους εργαζομένους να επιλέξουν τη μορφή της ασφαλιστικής κάλυψης που επιθυμούσαν, (β) θα οδηγούσε σε μείωση των υποχρεωτικών ασφαλιστικών εισφορών και των δημόσιων δαπανών για συντάξεις και (γ) θα ενίσχυε την ανταποδοτικότητα του ασφαλιστικού συστήματος». Αν κάτι σας θυμίζουν όλα αυτά, είναι επειδή τα ακούσατε τώρα τελευταία από τον Γιώργο Κατρούγκαλο.

Ο Νίκος Γκαργκάνας επανέλαβε τα ίδια και στην επόμενη έκθεσή του, για το 2003: πάλι τι καλά που περνάμε με το ευρώ, πάλι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, πάλι η ανεργία, πάλι η ανάγκη για προσαρμογές και μεταρρυθμίσεις προς αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Μόνο που τούτη την φορά  ο διοικητής παρατηρεί χειροτέρευση των δημοσιονομικών μεγεθών, με το έλλειμμα του προϋπολογισμού να πλησιάζει το όριο του 3% και με το δημόσιο χρέος να μη πέφτει κάτω από το 100% του ΑΕΠ.

Ας αφήσουμε κατά μέρος το παραμύθι περί ελλείμματος 3% (ας είναι καλά η ΕλΣτατ). Με το χρέος, όμως, τί συμβαίνει; Πάνω από 100% το 1997, πάνω από 100% και το 2003; Μόνο την περίοδο που ήταν να μπούμε στο ευρώ έπεσε σε αποδεκτά επίπεδα; Ποτέ δεν πήραμε μια πειστική εξήγηση αυτού του παραδόξου φαινομένου.

Είναι σαφές ότι με την έκθεσή του ο Γκαργκάνας επιχειρεί να υποδείξει στην νέα κυβέρνηση την πολιτική που θα πρέπει να ακολουθήσει. Άλλωστε, οι προτάσεις του είναι πεντακάθαρες: (α) προώθηση μεταρρυθμίσεων προς την κατεύθυνση μιας πιο ευέλικτης αγοράς εργασίας, καθώς και ενεργητικές πολιτικές για την απασχόληση έτσι ώστε να συνδυάζονται η ευελιξία στην απασχόληση και η ασφάλεια για τους εργαζομένους και να ενθαρρύνονται τόσο η ζήτηση όσο και η προσφορά εργασίας, (β) ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, με έμφαση στην έρευνα και την ανάπτυξη, καθώς και την κυοφορία καινοτόμων ιδεών, (γ) επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, (δ) άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων και ενίσχυση του ρόλου της επιτροπής ανταγωνισμού, (ε) αναβάθμιση της εκπαίδευσης (στ) εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, (ζ) δημοσιονομική εξυγίανση, σε συνάρτηση με την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος της κοινωνικής ασφάλισης, (η) σταθερότητα των τιμών, σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους. «Οι μεταρρυθμίσεις όμως είναι αναγκαίες για ταχεία και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη (…) Στην αντίθετη περίπτωση, το τίμημα της αδράνειας θα ήταν βαρύ», συμπληρώνει ο διοικητής.

Ουάσιγκτον, 03/10/2002: Εγκαίνια έκθεσης έργων ζωγραφικής της ΤτΕ στην Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ. Ο διοικητής της Fed Άλαν Γκρήσπαν κάτι λέει στον γερουσιαστή Πωλ Σαρμπάνη (αριστερά), υπό τα βλέμματα των Νίκου Γκαργκάνα (κέντρο) και Λουκά Παπαδήμου (δεξιά)

Κάπως έτσι περάσαμε από την εποχή Κώστα Σημίτη στην εποχή Κώστα Καραμανλή αφού στις εκλογές της 7ης Μαρτίου 2004 το ΠαΣοΚ έχασε την εξουσία από την Νέα Δημοκρατία. Η περίοδος μιας «σεμνής και ταπεινής» διακυβέρνησης μόλις άρχιζε.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 31. Η τριετία Κώστα Καραμανλή 2004-2007

Είπαμε στο προηγούμενο ότι, με την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη, οι διοικητές της ΤτΕ αρχίζουν να συμπεριφέρονται ως επιτετραμμένοι των Βρυξελλών, οι οποίοι έχουν ως κύριο μέλημά τους την προώθηση των επιλογών τής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό έρχεται να επαληθεύσει στην έκθεσή του για το 2004, ο Νίκος Γκαργκάνας, καθώς στοχεύει ευθέως στο ασφαλιστικό. Αναφέρεται αναλυτικά στην γήρανση του πληθυσμού λόγω υπογεννητικότητας, αύξησης του μέσου όρου ζωής και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης, η οποία θα οδηγούσε σε αύξηση των δαπανών για συντάξεις από 12,4% του ΑΕΠ το 2005 σε 22,6% το 2050 και προτείνει ως λύσεις την νομιμοποίηση της εργασίας των μεταναστών, την μείωση των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων και την παράταση του εργασιακού βίου.

Στην ίδια έκθεση, ο διοικητής της ΤτΕ πιστοποιεί ότι η συνεχιζόμενη μείωση των επιτοκίων δανεισμού προς ιδιώτες έχει εκτοξεύσει την δανειακή επιβάρυνση των νοικυριών. Στα τέλη του 2004, αυτά τα δάνεια ξεπέρασαν το 44% των συνολικών δανείων, με τα καταναλωτικά δάνεια να σημειώνουν ετήσια αύξηση 37,9%. Παρά ταύτα, κανένα καμπανάκι κινδύνου δεν ακούγεται.

 

Ο διοικητής της Fed Άλαν Γκρήνσπαν με τον διοικητή της ΤτΕ Νίκο Γκαργκάνα

Τον Απρίλιο του 2006, στην έκθεσή του για το 2005, ο Γκαργκάνας σημειώνει ότι η αύξηση του ΑΕΠ, παρά την μικρή μείωσή της στο 3,7%, παραμένει για δέκατη στην σειρά χρονιά η υψηλότερη στην Ε.Ε. αλλά εξακολουθεί να παραβλέπει τον ρόλο που έπαιξαν οι ολυμπιακοί αγώνες σ’ αυτό. Επίσης, παρατηρεί ότι η ανεργία εξακολουθεί να διατηρείται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα και ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε, αγγίζοντας το 8% του ΑΕΠ. Ως εξήγηση της αύξησης του ελλείμματος, ο διοικητής προβάλλει τον ισχυρισμό ότι για το φαινόμενο αυτό ευθύνεται η… αύξηση των επενδύσεων. Οι προτεινόμενες λύσεις είναι γνωστές: μειώστε το κόστος εργασίας, μειώστε τις κρατικές δαπάνες: «Οι άνισες επιδόσεις της οικονομίας αντικατοπτρίζουν αφενός τις χαλαρές νομισματικές συνθήκες που επικρατούν, στην τρέχουσα συγκυρία, στη ζώνη του ευρώ και αφετέρου τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, τον σχετικά υψηλό ετήσιο ρυθμό αύξησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος επί σειρά ετών και τις σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας». Τέλος, ο διοικητής φροντίζει να υπενθυμίσει στην κυβέρνηση ότι στο EcoFin της 17/2/2005 είχε δεσμευτεί να διορθώσει το υπερβολικό έλλειμμα ως τα τέλη του 2006.

Στο μεταξύ, τα επιτόκια καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων συνεχίζουν να πέφτουν, κάνοντας εμφανή τον πόλεμο ανάμεσα στις εμπορικές τράπεζες για το ποια θα καρπωθεί μεγαλύτερο ποσοστό από την σχετική αγορά. Έτσι, στα τέλη του 2005, τα νοικοκυριά βρίσκονται να έχουν απορροφήσει το 61,6% του συνόλου των χορηγήσεων. Το καμπανάκι κινδύνου, όμως, εξακολουθεί να σιωπά.

Η επόμενη έκθεση του Νίκου Γκαργκάνα πιστοποιεί ότι το 2006 ήταν καλή χρονιά: η αύξηση του ΑΕΠ ξεπέρασε κάθε αισιόδοξη πρόβλεψη φτάνοντας στο 4,1% (πάλι η μεγαλύτερη στην Ε.Ε.), οι εξαγωγές αυξήθηκαν και ο πληθωρισμός μειώθηκε, έστω και ελάχιστα, ενώ μειώθηκε και η ανεργία κατά μία μονάδα, αν και οι συνθήκες ευνοούσαν πολύ μεγαλύτερη μείωση. Στο μεταξύ, ο δανεισμός των ιδιωτών έδειξε να ανακόπτει κάπως τον ρυθμό του αλλά η ουσία είναι ότι στα τέλη του 2006 το συνολικό χρέος των νοικοκυριών έφτασε το 44% του ΑΕΠ (ίσως ο αναγνώστης να θυμάται ότι το 2002 το εν λόγω ποσοστό ήταν μόλις 22,3%). Φυσικά, η έκθεση του διοικητού δεν μπορεί να μη περιλαμβάνει και το γνωστό «τράβηγμα του αφτιού» αλλά και τις απαραίτητες συστάσεις για συμμόρφωση προς τις επιδιώξεις και τα σχέδια των Βρυξελλών:

«Απαιτείται η συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε ευρύ φάσμα τομέων της οικονομίας, οι οποίες θα αποσκοπούν στη μείωση των δυσκαμψιών στις αγορές εργασίας και προϊόντων, την αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και τελικά την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Έτσι θα καταστεί δυνατό να μετασχηματιστεί η ελληνική οικονομία ώστε η μελλοντική ανάπτυξή της να στηρίζεται στις εξαγωγές και τις επιχειρηματικές επενδύσεις πολύ περισσότερο από ό,τι τώρα. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα αυξήσουν τις ευκαιρίες όλων για συμμετοχή σε μια διευρυμένη αναπτυξιακή διαδικασία. Ειδικότερα, για να καταστεί δυνατόν να αυξηθεί η παραγωγικότητα, να ενισχυθεί σημαντικά η απασχόληση, να μειωθεί το ποσοστό ανεργίας και να περιοριστεί η ανισοκατανομή του εισοδήματος, έχει ιδιαίτερη σημασία να αναδιαρθρωθεί το εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες τις βαθμίδες, ώστε να παρέχει στους αποφοίτους του τα εφόδια που θα τους επιτρέπουν να παρακολουθούν τις εξελίξεις της τεχνολογίας, να συμβάλλουν στην ανάπτυξη τεχνολογικά προηγμένων κλάδων οικονομικής δραστηριότητας αλλά και να επωφελούνται από αυτήν βελτιώνοντας έτσι τις εισοδηματικές τους προοπτικές».

Προσέξτε με πόσο τακτ μια έκθεση διοικητού της ΤτΕ βάζει για πρώτη φορά θέμα αναδιάρθρωσης του εκπαιδευτικού συστήματος προς την κατεύθυνση όχι της βελτίωσης της παρεχόμενης μόρφωσης αλλά της εξυπηρέτησης της αγοράς: «να αναδιαρθρωθεί το εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες τις βαθμίδες, ώστε να παρέχει στους αποφοίτους του τα εφόδια που θα τους επιτρέπουν να παρακολουθούν τις εξελίξεις της τεχνολογίας, (ώστε) να συμβάλλουν στην ανάπτυξη τεχνολογικά προηγμένων κλάδων οικονομικής δραστηριότητας». Άραγε, μόνος του τα σκέφτηκε αυτά ο Γκαργκάνας ή τα είδε κάπου γραμμένα;

Αξίζει να σημειώσουμε και ένα συμπέρασμα που διατυπώνει ο διοικητής, σχετικά με την εργασία των μεταναστών: «Γενικά, η οικονομική δραστηριότητα των μεταναστών συμβάλλει στην αύξηση του ΑΕΠ, ενισχύει την ευελιξία στην αγορά εργασίας, συντελεί στη συγκράτηση του κόστους εργασίας και επιβραδύνει τη γήρανση του πληθυσμού. Οι πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες για τη νομιμοποίηση των μεταναστών κρίνονται γενικά θετικά από τους κοινωνικούς εταίρους, δεδομένου ότι απλοποιούν τις σχετικές διαδικασίες». Με απλά λόγια: για την Ευρωπαϊκή Ένωση του 2006, όταν οι μετανάστες συμβάλλουν στο να φτηνύνει η εργασία, είναι καλοδεχούμενοι.

Ο υπουργός οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης συσκέπτεται με τον Νίκο Γκαργκάνα.

Κι ενώ το 2006 γίνονταν αυτά τα ωραία, το 2007 η κατάσταση άρχισε να στραβώνει. Καθώς τα νέα από την αγορά ακινήτων στις ΗΠΑ δεν είναι πολύ ευχάριστα, οι χρηματαγορές γίνονται νευρικές και η τιμή του πετρελαίου αρχίζει να ανεβαίνει. Είναι σαφές ότι έρχεται καταιγίδα. Κι εκείνη την στιγμή, έρχεται ο υπουργός οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης (σε συνεργασία με την στατιστική υπηρεσία) να αναθεωρήσει το ΑΕΠ προς τα πάνω κατά 26%, προσμετρώντας σ’ αυτό εισοδήματα κατ’ εκτίμηση (παραοικονομία, ιερόδουλες, ταξιτζήδες κλπ). Αφού γέλασε μαζί μας η υφήλιος και γίναμε στόχος πειραγμάτων και ανεκδότων («οι έλληνες πλούτισαν από τις πουτάνες»), τελικά η Eurostat δέχθηκε να αναπροσαρμόσει το ΑΕΠ της περιόδου 2000-2007 κατά 9,6%.

Για το τι έγινε τότε στις ΗΠΑ, δείτε περισσότερα στο «Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού – 73. Η φούσκα των ακινήτων σκάει«. Στην Ελλάδα, ο Κώστας Καραμανλής βλέπει τα μαύρα σύννεφα να πυκνώνουν και αποφασίζει να πάει σε εκλογές στις 15 Σεπτεμβρίου.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 32. Το ξέσπασμα της κρίσης

Έχουμε φτάσει στο 2007 και όλα δείχνουν πως πλησιάζει η μεγαλύτερη χρηματοοικονομική καταιγίδα που γνώρισε ο κόσμος μετά το 1929. Όχι πως μέσα σ’ αυτά τα 80 χρόνια υπήρξε νηνεμία, μα τούτη την φορά απειλείται η κεντρική κολώνα τού καπιταλιστικού συστήματος: το τραπεζικό του σύστημα. Από τον Φεβρουάριο, οι τράπεζες των ΗΠΑ αρχίζουν να μπαίνουν η μια μετά την άλλη στην εντατική, με το κράτος να προσπαθεί να αποτρέψει την καταστροφή. Μόνο που οι κινήσεις τού κράτους γίνονται σε κινούμενη άμμο: όσο περισσότερο προσπαθεί, τόσο ταχύτερα το σύστημα βουλιάζει.

Πρώτο θύμα της καταστροφής είναι ο επενδυτικός κολοσσός Bear Stearns, η μετοχή του οποίου είχε φτάσει τα 150 δολλάρια τον Μάρτιο του 2007: δώδεκα μήνες αργότερα, με την παρέμβαση της Fed και του υπουργείου οικονομικών των ΗΠΑ, η JPMorgan εξαγοράζει την Bear Stearns με 2 δολλάρια την μετοχή.

Ο διοικητής της ΤτΕ Γιώργος Προβόπουλος με τον πρόεδρο της βουλής Φίλιππο Πετσάλνικο.

Στην Ελλάδα, ο Νίκος Γκαργκάνας βλέπει το κακό να πλησιάζει. Έτσι, όταν λήγει η θητεία του στις 14 Ιουνίου 2008, αποχωρεί και στην θέση του προωθείται ο επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη Α’ υποδιοικητής Γιώργος Προβόπουλος (*). Από τον περασμένο Σεπτέμβρη, η φούσκα των ακινήτων έχει σκάσει στις ΗΠΑ και το ωστικό της κύμα έχει περάσει τον Ατλαντικό κι έχει χτυπήσει την Ευρώπη. Δυο γερμανικές τράπεζες (ΙΚΒ και Sachsen Landesbank) ζητούν απεγνωσμένα βοήθεια, ενώ η βρεττανική κυβέρνηση σπεύδει να κρατικοποιήσει την Northern Rock. Η πολιτειακή κυβέρνηση προωθεί μια δέσμη φοροαπαλλαγών ύψους 168 δισ. δολλαρίων ενώ εγκρίνει και το ένα πακέτο διάσωσης μετά το άλλο, καθώς μια σειρά χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ο Χανκ Πώλσον (υπουργός οικονομικών) υπολογίζει ότι η διάσωση θα στοιχίσει μισό τρισ. δολλάρια.

Ο Πώλσον είναι μακρυά νυχτωμένος. Μόνο ο ασφαλιστικός γίγαντας AIG χρειάζεται 85 δισ. για να αποφύγει την χρεωκοπία. Σειρά παίρνουν δυο επενδυτικές εταιρείες που έχουν πλημμυρίσει την αγορά με στεγαστικά δάνεια, η Fannie Mae και η Freedie Mac, οι οποίες κρατικοποιούνται με κόστος 200 δισ. δολλάρια. Μια βδομάδα αργότερα, ζητάει βοήθεια και η διαβόητη Goldman Sachs, το κόστος διάσωσης της οποίας φτάνει το αστρονομικό ποσό των 700 δισ. δολλαρίων. Ο Πώλσον σηκώνει τα χέρια ψηλά. Είναι σαφές ότι, για να σωθούν όλες οι τράπεζες από την καταστροφή, θα χρειαστούν πολλά τρισεκατομμύρια. Έτσι, όταν με την σειρά της ζητάει βοήθεια η Lehman Brothers, ο Πώλσον αρνείται. Την Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008, λοιπόν, η Lehman Brothers κηρύσσει πτώχευση. Το τσουνάμι της κρίσης ξεσπάει.

Μπορεί η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που συγκλονίστηκε απ’ αυτό το τσουνάμι να ήταν η Ισλανδία («Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού – 77. Η Ισλανδία καταρρέει«) αλλά πληγές ανοίγουν και στην Ελλάδα. Και πώς να μη γίνει κάτι τέτοιο, σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όπου -εμφανείς και μη- δίαυλοι ενώνουν τα χρηματιστήρια όλου του κόσμου; Με παρέμβαση της ΤτΕ και στέλνοντας περίπατο τιην νεοφιλελεύθερη ιδεολογία καθώς και την ελευθερία και την ανεξαρτησία τού τραπεζικού συστήματος, οι τράπεζες αποφασίζουν να μειώσουν τις παρεχόμενες πιστώσεις ενώ η κυβέρνηση αποφασίζει να τις ενισχύσει με 28 δισ. ευρώ (Ν.3723/9-12-2008). Όπως ακριβώς συνέβη με τον Πώλσον, κανείς δεν μπορούσε τότε να φανταστεί ότι αυτά τα λεφτά αποτελούσαν σταγόνα στον ωκεανό.

Στην πρώτη του έκθεση, που αφορά το 2008, ο Γιώργος Προβόπουλος δεν δείχνει να καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει. Όλα βοούν ότι πάμε για φούντο (το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει περάσει πλέον το 14% του ΑΕΠ και ο πληθωρισμός πάει με φόρα για 4%) αλλά αυτός, πιστός στις νεοφιλελεύθερες δοξασίες, επαναλαμβάνει την γνωστή συνταγή: μείωση της δημόσιας δαπάνης και επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με στόχο το «λιγώτερο κράτος» και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Η συμβουλή τού διοικητού είναι να θεσπιστεί ένα νέο τριετές πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης, παρ’ ότι η ύφεση χτυπάει πια την πόρτα σε όλες τις χώρες του πλανήτη.

Όμως, ο διοικητής πάει κι ένα βήμα πιο πέρα: ενώ συνιστά συσταλτική δημοσιονομική πολιτική, παράλληλα προτρέπει σε αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, κάτι που είναι προφανές πως αποτελεί ευχή και επιθυμία όλων των εργολάβων οι οποίοι κατηγορούν μεν το κράτος για ανεπάρκεια αλλά δυσκολεύονται να κάνουν μια δουλειά της προκοπής δίχως κρατική μέριμνα και στήριξη. Ο Προβόπουλος έχει και μια πρωτότυπη εξήγηση για την πρότασή του: «μια εκ πρώτης όψεως συσταλτική δημοσιονομική πολιτική μπορεί τελικά να έχει επεκτατικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, στις σημερινές συνθήκες της Ελλάδος, μια εκ πρώτης όψεως επεκτατική δημοσιονομική πολιτική θα είχε πολλαπλάσιο δημοσιονομικό κόστος, τόσο άμεσα όσο και μεσοπρόθεσμα και επομένως εκ των πραγμάτων θα κατέληγε να είναι συσταλτική». Δηλαδή; Συσταλτική που μπορεί να γίνει επεκτατική, διότι η επεκτατική θα καταλήξει σίγουρα συσταλτική; Ομολογώ ότι αδυνατώ να συλλάβω την λογική αλλά δεν παραπονιέμαι που δεν μπορώ να καταλάβω έναν ολόκληρο διοικητή κεντρικής τράπεζας.

Εκδήλωση του ΣΕΒ: Ο πρόεδρος Δ.Δασκαλόπουλος ανάμεσα στους Μ.Σάλλα (δεξιά) και Γ.Προβόπουλο (αριστερά).

Από πολιτικής πλευράς, ο Κώστας Καραμανλής δείχνει να τα έχει χαμένα. Διώχνει κακήν-κακώς τον Γιώργο Αλογοσκούφη και τοποθετεί στο υπουργειο οικονομίας και οικονομικών τον Γιάννη Παπαθανασίου, έναν ηλεκτρολόγο-μηχανολόγο του Μετσοβίου, ο οποίος μέχρι το 2002 ήταν έμπορος ειδών τεχνολογικού εξοπλισμού κτηρίων. Ο Παπαθανασίου προσπαθεί να δουλέψει με φιλότιμο αλλά είναι σαφές ότι οι καταστάσεις ξεπερνούν τις δυνάμεις του. Τελικά, ο απηυδισμένος Καραμανλής οδηγεί την χώρα σε πρόωρες εκλογές, διεξάγοντας μια προεκλογική εκστρατεία που άφησε διάχυτη την εντύπωση στον κόσμο ότι «κάνει ότι μπορεί για να τις χάσει». Έτσι, πολύ φυσιολογικά, στις 4 Οκτωβρίου 2009 το ΠαΣοΚ του Γιώργου «λεφτά υπάρχουν» Παπανδρέου κερδίζει την εξουσία. Ο κόσμος περιμένει να δει τα λεφτά που υπάρχουν, αλλά…

———————————————-
(*) Όταν το ΠαΣοΚ επέστρεψε στην εξουσία το 1993, ο Προβόπουλος πήγε στην AlphaBank ως οικονομικός σύμβουλος. Το 2004, όταν η εξουσία πέρασε πάλι στην Νέα Δημοκρατία, ο Καραμανλής τον έστειλε ως πρόεδρο στην Εμπορική Τράπεζα, όπου κανόνισε την πώλησή της στους γάλλους τής Credit Agricole (σατανική λεπτομέρεια: στην Εμπορική Τράπεζα ο Προβόπουλος διαδέχθηκε τον Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος δέκα χρόνια αργότερα τον διαδέχθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος). Μετά την πώληση της Εμπορικής το 2006, ο Προβόπουλος εξελέγη (δηλαδή, ορίστηκε από τον Μιχάλη Σάλλα) αντιπρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, θέση στην οποία έμεινε μέχρι που πήγε στην ΤτΕ ως διοικητής. Αν και από την Πειραιώς έφυγε οικειοθελώς, η τράπεζα του ενέκρινε 2.775.000 ευρώ ως αποζημίωση για τα δυο χρόνια που δούλεψε σ’ αυτήν. Εκείνη την χρονιά, ο Προβόπουλος μάζεψε συνολικά πάνω από 4 εκατ. ευρώ («Το αποκορύφωμα της προστυχιάς«).

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 33. Ο σκοτεινός κύριος Προβόπουλος

Τα όσα ακολούθησαν την ανάρρηση του Γιώργου Παπανδρέου στον πρωθυπουργικό θώκο της χώρας συνιστούν ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον κεφάλαιο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, το οποίο, όμως, δεν είναι δυνατόν να γραφτεί ακόμη. Η ιστορία δεν γράφεται ποτέ εν θερμώ, πριν μελετηθούν όλα τα στοιχεία, διότι αλλιώς εκτρέπεται εύκολα σε συνωμοσιολογία. Παράδειγμα πρώτο: υπήρξε ή όχι προσυνεννόηση του Γιώργου Παπανδρέου με τον επί κεφαλής τού ΔΝΤ Ντομινίκ Στρως-Καν, ώστε να συρθεί η χώρα στις δαγκάνες των πιστωτών; Παράδειγμα δεύτερο: μήπως, αντί να ψάχνουμε για το πόσο εσκεμμένη ήταν η χρήση λανθασμένου πολλαπλασιαστή ώστε να αποτύχει το «πρόγραμμα διάσωσης», θα έπρεπε να δούμε αν το πρόγραμμα πέτυχε, ακριβώς επειδή αυτοί που το συμφώνησαν είχαν κατά νου αυτά τα συγκεκριμένα -και καταστροφικά για τον λαό και την χώρα- αποτελέσματα;

Εν πάση περιπτώσει, μπορεί το ιστολόγιο να αρνείται εκ πεποιθήσεως τις συνωμοσιολογικές αναλύσεις αλλά όλα αυτά τα χρόνια έχει δημοσιεύσει αναρίθμητα κείμενα σχετικά με την οικονομία, στα οποία μπορεί να προστρέξει ο αναγνώστης. Εξ άλλου, από την στιγμή που η Τράπεζα της Ελλάδος ανήκει στο Ευρωσύστημα υπό την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, (*) η οποία είναι ένας από τους δανειστές μας (δηλαδή, ένας από τους «θεσμούς»), είναι λογικό να υπηρετεί τα συμφέροντα των προϊσταμένων της και όχι του ελληικού λαού. Συνεπώς, δεν παρουσιάζει πλέον ενδιαφέρον να αναλύουμε την στάση της διότι απλώς επαναλαμβανόμαστε.

Πάντως, θα συνεχίσουμε λίγο ακόμη αυτή την σειρά κειμένων, ασχολούμενοι με θέματα που έχουν σχέση με την Τράπεζα της Ελλάδος, επιχειρώντας να φωτίσουμε ορισμένες πλευρές της που δεν είναι ευρέως γνωστές. Σήμερα, λοιπόν, θα ρίξουμε μια καλύτερη ματιά στην προσωπικότητα που λέγεται Γιώργος Προβόπουλος, ο οποίος είναι σίγουρα ο πιο σκοτεινός διοικητής που είχε ποτέ η Τράπεζα της Ελλάδος. Η εξαετής θητεία του (2008-2014) είναι γεμάτη σκιές, πολλές από τις οποίες συνιστούν σκάνδαλα ή απλώς θεωρήθηκαν ως τέτοια. Ας δούμε τις σημαντικώτερες απ’ αυτές τις σκιές επί τροχάδην:

Όταν ένας πρωθυπουργός υποκλίνεται σε έναν τραπεζίτη…

(α) Υπόθεση Proton Bank

Στην υπόθεση αυτή, η οποία συγκλόνισε την χώρα όταν αποκαλύφθηκε η δράση τού ιδιοκτήτη της Λαυρέντη Λαυρεντιάδη, κάναμε αναφορά όταν μιλούσαμε για τον Μιχάλη Σάλλα («… 14. Proton και… κύριος«), ένα κείμενο στο οποίο αξίζει ο κόπος να ανατρέξετε. Εδώ θα μείνουμε σε μια φράση που είπε ο Λαυρεντιάδης στον εισαγγελέα, όπως την διαβάζουμε στους New York Times της 16/10/2013: «Αν είμαι ένοχος, τότε είναι το ίδιο ένοχοι ο κ. Σάλλας και ο κ. Προβόπουλος».

(β) Υπόθεση Marfin

Πριν ξεσπάσει το σκάνδαλο της Proton, ξέσπασε το σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Κατά την διερεύνηση αυτού του σκανδάλου, προέκυψε ένα άλλο σκάνδαλο: η Marfin Egnatia Bank (μέλος του ομίλου MIG του Βγενόπουλου) είχε δανείσει με ύποπτους όρους πάνω από 150 εκατ. ευρώ την μονή Βατοπεδίου. Ψάχνοντας την υπόθεση, η αρμόδια επιτροπή της Βουλής ανακάλυψε ότι η Marfin είχε χορηγήσει δάνεια πάνω από 1,8 δισ. ευρώ σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που συνδέονταν με την τράπεζα. Για την ακρίβεια, η Marfin Egnatia Bank έδινε δάνεια σε κάποιους, οι οποίοι αγόραζαν μ’ αυτά τα λεφτά μετοχές εταιρειών τού ομίλου Marfin με εγγύηση τις ίδιες τις μετοχές. Ουσιαστικά, δηλαδή, η Marfin είτε χρηματοδοτούσε τις αυξήσεις των κεφαλαίων της χωρίς εγγύηση είτε (σε περίπτωση που ο δανειολήπτης δεν πλήρωνε, άρα οι μετοχές-εγγυήσεις θα περιέρχονταν στην τράπεζα) αύξανε τα κεφάλαιά της με αέρα κοπανιστό.

Η επιτροπή κάλεσε τον Προβόπουλο να δώσει εξηγήσεις κι εκείνος είπε πως όλα ήσαν μια χαρά, ενώ στις περιπτώσεις που κάτι δεν είχε γίνει σωστά, η ΤτΕ είχε επιβάλει κυρώσεις. Μόνο που ο διοικητής ξέχασε να πει στους βουλευτές ότι υπήρχε ένα παλιότερο πόρισμα ελέγχου, τον οποίο είχαν κάνει από κοινού οι κεντρικές τράπεζες Ελλάδας και Κύπρου και το οποίο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Marfin είχε υποπέσει σε πολύ σοβαρές παραβάσεις σχετικά με τα δάνεια που έδινε.

Όταν ο πρόεδρος της επιτροπής Δημήτρης Τσιρώνης κατηγόρησε τον Προβόπουλο ότι δεν έκανε τίποτε όταν διαπιστώθηκε πως η Marfin Egnatia Bank είχε δώσει δάνεια 700 εκατ. ευρώ για να αγοραστούν μετοχές σε αύξηση κεφαλαίου της MIG, ο Προβόπουλος απάντησε ότι δεν υπάρχει τίποτε παράνομο σ’ αυτό διότι (εδώ γελάστε με την καρδιά σας) «δεν προκύπτει ότι η MIG ασκεί κυρίαρχη επιρροή επί των δυο τραπεζών (Marfin Popular Bank και Marfin Egnatia Bank) ούτε ότι αυτές υπάγονται σε ενιαία διεύθυνση»(!!). Δηλαδή, ο διοικητής της ΤτΕ δεν έβλεπε σχέση ανάμεσα σε δυο τράπεζες που λέγονταν Marfin και στην Marfin Investment Group (MIG).

Παρένθεση. Αν διαβάσατε το κείμενο για τον Σάλλα και την Proton, στο οποίο σας παρέπεμψα πιο πάνω, ρίξτε μια ματιά και στο επόμενο («… 15. Μια ενδιαφέρουσα αύξηση κεφαλαίου«), όπου τα δυο σκάνδαλα Proton και Marfin συνδέονται. Κλείνει η παρένθεση.

(γ) Υπόθεση «Τ+10»

Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, η ιστορία με το «Τ+10» συνιστά το μεγαλύτερο σκάνδαλο του Γιώργου Προβόπουλου και ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί κατά της ελληνικής οικονομίας. Θα σας παραπέμψω και πάλι σε δυο παλιότερα κείμενα αυτού του ιστολογίου (από το 2010 παρακαλώ!), όπου αναλύονται όλες οι λεπτομέρειες αυτού του πρωτοφανούς εγκλήματος, για το οποίο κανείς δεν πήγε ποτέ φυλακή. Διαβάστε, λοιπόν, τα κείμενα «Παρθενώνες και τσαντίρια» και «Ξεφτιλίσαμε και τις παράγκες» και φρίξτε, βλαστημήστε, κλάψτε ή μουτζώστε κατά βούληση.

(δ) Υπόθεση Καρούζου

Στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας αποκαλύπτεται ότι οι υπό πτώχευση εταιρείες του Καρούζου έχουν πάρει θαλασσοδάνεια 250 εκατομμυρίων, κατά παράβαση κάθε νόμου και κανόνα. Μια σειρά υψηλόβαθμα τραπεζικά στελέχη τεσσάρων τραπεζών (Πειραιώς, Εμπορική, Αττικής, Millenium) βρίσκονται κατηγορούμενα για απιστία σε βαθμό κακουργήματος. Και τότε έρχεται ένα πόρισμα της ΤτΕ να τους βγάλει όλους λάδι, δικαιολογώντας τα θαλασσοδάνεια: «Ο λόγος (ενν.: που δόθηκαν τα δάνεια) ήταν ότι σημαντικό ρόλο στις εγκριτικές αποφάσεις διαδραμάτισε η εμπειρία και η γνώση του αντικειμένου από τον φορέα, καθώς και η λήψη καλυμμάτων – εξασφαλίσεων υψηλής διασφαλιστικής αξίας. Επισημαίνεται η προαναφερθείσα ιδιαιτερότητα του κλάδου real estate και η διαφορετικότητα των συνθηκών στον τραπεζικό κλάδο κατά την υπό εξέταση χρονική περίοδο, δεδομένου ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ακολουθούσαν εν γένει επεκτατική πιστωτική πολιτική». Δηλαδή: οι άνθρωποι δεν φταίνε γιατί όλες οι τράπεζες μοίραζαν δάνεια όπου και όπως προλάβαιναν!

Βέβαια, εδώ υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: ο όμιλος Καρούζου άρχισε να παίρνει δάνεια το 2003 από την Εμπορική αλλά τα χοντρά λεφτά τα πήρε την εποχή που πρόεδρος της τράπεζας ήταν ο Γιώργος Προβόπουλος. Αργότερα, πήρε επίσης χοντρά λεφτά από την Πειραιώς και την Millenium (την αγόρασε η Πειραιώς), τότε που αντιπρόεδρος της Πειραιώς ήταν ο Γιώργος Προβόπουλος. Συμπτώσεις.

(ε) Η απάτη με το PSI

Κάποια στιγμή θα αναφερθούμε αναλυτικά σ’ αυτή την ιστορία. Εδώ θα αναφέρουμε επιγραμματικά ότι η Τράπεζα της Ελλάδος συνεπικούρησε το «κούρεμα» Βενιζέλου (δηλαδή το PSI) της 9/3/2012, με το οποίο τα ασφαλιστικά ταμεία έχασαν πάνω από τα μισά αποθεματικά τους. Και τα έχασαν επειδή λίγο νωρίτερα η Τράπεζα της Ελλάδος είχε υποχρεώσει τα ταμεία να μετατρέψουν τα αποθεματικά τους σε ομόλογα του δημοσίου.

Λεπτομέρεια πρώτη: Τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου που κατείχε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι άλλες τράπεζες του Ευρωσυστήματος (ανάμεσά τους και η Τράπεζα της Ελλάδος, φυσικά), είχαν εξαιρεθεί από το κούρεμα. Με απλά λόγια: ο Προβόπουλος δεν είχε αντίρρηση να κουρευτούν τα ομόλογα των ασφαλιστικών ταμείων, αρκεί να μη πειράζονταν τα ομόλογα του μαγαζιού το οποίο διοικούσε. Ωραία μαγκιά;

Λεπτομέρεια δεύτερη: «Η απόφαση συμμετοχής ή μη του Κ.Κ. Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. σε πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, ή άλλης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, κατ’ εφαρμογή προγράμματος για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος ως διαχειριστή του Κ. Κ., η οποία, καθώς και τα στελέχη της, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, δεν υπέχουν καμία ευθύνη, ποινική, αστική, διοικητική ή άλλη». (Ν.4046/2012, άρθρο 3, παράγραφος 8). Άλλη ωραία μαγκιά, ε; Η ΤτΕ αποφασίζει ποιανού τα λεφτά θα γίνουν ομόλογα (που στην συνέχεια θα κουρευτούν) αλλά κανένας από τα στελέχη της δεν έχει την παραμικρή ευθύνη για ό,τι κι αν συμβεί! Μη μου πείτε ότι πίσω απ’ αυτή την διάταξη δεν βλέπετε τον Βενιζέλο και τον Προβόπουλο σκασμένους στα γέλια!

Οι επιτυχημένες προβλέψεις ενός αρχιτραπεζίτη.

Σταματώ εδώ, κλείνοντας με το παραπάνω κολλάζ, το οποίο πιστοποιεί την επιστημονική επάρκεια του Γιώργου Προβόπουλου. Αύριο θα συνεχίσουμε μεν με την ΤτΕ αλλά θα αλλάξουμε τελείως θέμα.

———————————————————-
(*) Έχουμε υποστηρίξει κατ’ επανάληψη ότι, στην εποχή της ΟΝΕ, ο τίτλος «Τράπεζα της Ελλάδος» είναι ψευδεπίγραφος. Το αληθές θα ήταν «Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – Υποκατάστημα Ελλάδος».

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 34. Θεωρίες συνωμοσίας

Είναι αλήθεια ότι σε τούτη την σειρά των σημειωμάτων στήσαμε την Τράπεζα της Ελλάδος, τους διοικητές της και πολλούς από όσους είχαν γενικώτερα σχέσεις μαζί της στον τοίχο. Επειδή, όμως, αυτό το ιστολόγιο ασπάζεται απολύτως την σολωμική παραίνεση που λέει ότι «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές», δεν μπορούμε να ολοκληρώσουμε το αφιέρωμά μας δίχως να μιλήσουμε και για τις μπούρδες (τουλάχιστον, για κάποιες εξ αυτών) που ακούγονται και γράφονται σχετικά με την κεντρική τράπεζα της χώρας.

Στις 14/4/2011, στην συχνότητα της ΝΕΤ, ο Κώστας Βαξεβάνης αφιέρωσε το «Κουτί της Πανδώρας» στην Τράπεζα της Ελλάδος, με μια εκπομπή που είχε τίτλο «Η σιωπή είναι χρυσός;» και στην οποία αναφερθήκαμε ήδη στο 13ο κείμενο της σειράς. Δεν ξέρω πόσο καλός δημοσιογράφος είναι ο κ. Βαξεβάνης αλλά σίγουρα είναι κακός οικονομολόγος. Από τα πολλά λάθη που ακούγονται σ’ αυτή την εκπομπή, τόσο από τον ίδιο όσο και από τους συνομιλητές του, σταχυολογώ μερικά (εκτός από όσα αναφέραμε ήδη στο παραπάνω σημείωμα).

Λέει ο Βαξεβάνης (στο 3′.36» του βίντεο): «Το 1918 η Ελλάδα ετοιμαζόταν ήδη για την εκστρατεία στην Μ. Ασία και αναζητούσε πόρους. Η κυβέρνηση αποφάσισε να δώσει εντολή στην Εθνική Τράπεζα να τυπώσει χρήμα χωρίς όμως αντίκρυσμα σε χρυσό. Έτσι οι ξένοι δανειστές και επόπτες αποφάσισαν να αναγκάσουν την Ελλάδα να δημιουργήσει την Τράπεζα της Ελλάδος…». Ας μη κολλήσουμε στο ότι η ιδέα ίδρυσης της ΤτΕ είναι τουλάχιστον εννιά χρόνια μεταγενέστερη (κάτι που ήδη γνωρίζει ο αναγνώστης αυτού του ιστολογίου) και ας μείνουμε στο «αντίκρυσμα σε χρυσό».

Όπως έχουμε πει παλιότερα σ’ αυτό το ιστολόγιο («Πώς φτάσαμε στο »δυστυχώς επτωχεύσαμεν» (6)«, το 1866 αποφασίστηκε η αναγκαστική κυκλοφορία χρήματος. Σε απλά ελληνικά, αυτό σημαίνει ότι οι εκδότριες τράπεζες (τότε η Εθνική, η Ιονική και η Προνομιούχος Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας) ήταν αναγκασμένες να εκδίδουν χρήμα, έστω κι αν δεν είχαν αντίστοιχο κάλυμμα σε χρυσό. Αυτή η αναγκαστική κυκλοφορία δεν έληξε ποτέ. Συνεπώς, ούτε το 1918 υπήρχε λόγος να αναστατωθούν οι δανειστές μας ούτε -πολύ περισσότερο- το 1927, όταν πράγματι άρχισε να γίνεται κουβέντα για την ίδρυση της ΤτΕ. Το Μπρέττον Γουντς αργεί πολύ ακόμη.

Προχωρούμε. Στην εισαγωγή της εκπομπής, ο Βαξεβάνης αναρωτιέται για το ποιοι είναι οι μέτοχοι της ΤτΕ. Λίγο αργότερα (6′.52»), ο Δημήτρης Καζάκης ισχυρίζεται ότι κατά την ίδρυση της ΤτΕ «ένα μεγάλο πακέτο των μετοχών της Τραπέζης της Ελλάδος πέρασε σε μεγάλους χρηματιστές της εποχής: τον oίκο Rothschild, τον oίκο Hambro, τον oίκο του JPMorgan. Αυτό το γνωρίζουμε από την ιστορία, έχει καταγραφεί. Δεν γνωρίζουμε σήμερα τι απέγιναν αυτά τα πακέτα ή πού έχουν μεταφερθεί…».

Ατυχώς για τον -τελείως ντεφορμέ σ’ αυτή την εκπομπή- Καζάκη, η πραγματικότητα είναι μάλλον διαφορετική. Όπως αποκαλύπτει ο Θανάσης Μπούνταλης («Το χρήμα στην Ελλάδα, 1821-2001», έκδοση MIG), τα δύο τρίτα των 80.000 μετοχών της ΤτΕ αγοράστηκαν από απλούς ανθρώπους των μεσαίων και άνω κοινωνικών τάξεων σε μικροποσότητες ενώ τα μεγάλα πακέτα αγοράστηκαν από οργανισμούς του δημοσίου, ασφαλιστικά ταμεία κλπ. Οι Ρόθτσιλντ αγόρασαν με ειδική τιμή όσες μετοχές δικαιούνταν, βάσει του προνομίου που τους έδιναν οι μετοχές της ΕτΕ, τις οποίες κατείχαν (ο κλάδος της Αυστρίας αγόρασε μόλις 4 μετοχές και ο κλάδος της Γαλλίας λιγώτερες από όσες πήρε μόνος του ο Τσουδερός!). Οι Χάμπρο πήραν κάτι λίγες, μέσω μιας εταιρείας που είχαν φτιάξει με την ΕτΕ. Οι Μόργκαν δεν καταγράφονται καν. Έτσι, ο ισχυρισμός ότι έπεσαν πάνω μας οι ξένοι και μας έφαγαν την ΤτΕ, στερείται σοβαρότητος και πρέπει να εκλαμβάνεται ως συνωμοσιολογία.

Στην ίδια εκπομπή, διάφοροι ομιλητές εκφράζουν την απορία πώς γίνεται και οι μετοχές μιας κεντρικής τράπεζας αποτελούν αντικείμενο χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης. Η απορία είναι ακατανόητη. Όχι επειδή η ΤτΕ είναι ιδιωτική ανώνυμη εταιρεία, οπότε είναι δικαίωμά της να μπει σε όποιο χρηματιστήριο θέλει. Είναι ακατανόητη, επειδή το ίδιο κάνουν πολύ μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες σε όλον τον κόσμο, όπως η Bank of Japan, η Swiss National Bank ή η South African Reserve Bank. Το ότι η Fed ή η Bundensbank μένουν εκτός χρηματιστηρίου, δεν σημαίνει ότι η επιλογή τής ΤτΕ είναι απαράδεκτη.

Από την γενική συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας της Ελλάδος στις 25/2/2016. Ο διοικητής Γιάννης Στουρνάρας παρουσιάζει την έκθεσή του για το 2015.

Ας πούμε δυο λόγια και για την αποστροφή τού Καζάκη πως «δεν γνωρίζουμε σήμερα τι απέγιναν αυτά τα πακέτα ή πού έχουν μεταφερθεί». Η απάντηση είναι απλή: Ε, και; Τί σημασία έχει σε ποιών επενδυτών τα χέρια βρίσκονται οι οποιεσδήποτε μετοχές της ΤτΕ; Και μη μου πείτε ότι έχει σημασία (διότι π.χ. τι θα γίνει αν τις αγοράσουν τούρκοι ή άλλοι εχθροί της χώρας κλπ;), σας παρακαλώ. Ηρεμήστε. Βάσει του άρθρου 14 του καταστατικού της ΤτΕ (το οποίο σας θυμίζω ότι έχει ισχύ νόμου), «δεν δύνανται να ασκήσωσι τα δικαιώματα μετόχων εν Γενικαίς Συνελεύσεσιν, ούτε αυτοπροσώπως ούτε δι’ αντιπροσώπου, (…) οι μη έχοντες την ελληνικήν υπηκοότητα ή την υπηκοότητα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου». Όλοι οι άλλοι δεν έχουν λόγο στις αποφάσεις. Συνεπώς, όσες μετοχές κι αν έχουν στα χέρια τους οι εχθροί της πατρίδας μας, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να παίρνουν το μέρισμα που τους αναλογεί ή να τις πουλήσουν.

Επίσης: «Ουδείς μέτοχος, εκτός του ∆ημοσίου και όσων εμπίπτουν στο άρθρο 2 του νόμου 2292/1953, δύναται να ασκήσει στη Γενική Συνέλευση δικαίωμα ψήφου για αριθμό ψήφων υπερβαίνοντα το αντιστοιχούν σε δύο εκατοστά του μετοχικού κεφαλαίου ποσοστό». Άρα ούτε κίνδυνος υπάρχει να γίνει κάποιος αφεντικό της τράπεζας, όπως έγιναν στις τράπεζές τους ο Κοσκωτάς, ο Λαυρεντιάδης κλπ. Μην ανησυχείτε. Οι κεντρικές τράπεζες εξυπηρετούν ταξικά συμφέροντα, όχι προσωπικά.

Πάντως, όσοι επιμένουν να βλέπουν συνωμοσίες και δαίμονες εκεί όπου δεν υπάρχουν, ας ξέρουν ότι στις γενικές συνελεύσεις της ΤτΕ εμφανίζονται καμμιά ογδονταριά μέτοχοι, οι οποίοι κατέχουν αθροιστικά κάπου 40% των μετοχών της τράπεζας. Οι συνελεύσεις αυτές είναι ανοιχτές, οπότε όποιος έχει τέτοιου είδους απορίες μπορεί να πάει να δει ποιοι έχουν τις μετοχές. Όσο για το ποια είναι η πραγματική δύναμη που έχει αυτή η γενική συνέλευση, θα μιλήσουμε στην συνέχεια.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 35. Ιδιωτική είπατε; Ναι, καλά!

Από το ξεκίνημα αυτής της σειράς σημειωμάτων ξεκαθαρίσαμε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος είναι μια ιδιωτική τράπεζα και όχι δημόσια. Βεβαίως, το ελληνικό δημόσιο συμμετέχει στο κεφάλαιο της τράπεζας αλλά με τον περιορισμό που ορίζει το άρθρο 8 του καταστατικού: «Το ∆ημόσιον και αι ∆ημόσιαι Επιχειρήσεις δεν δύνανται να κατέχωσιν αμέσως ή εμμέσως μετοχάς της Τραπέζης κατά ποσόν υπερβαίνον εν συνόλω τα τριανταπέντε εκατοστά του εκδεδομένου ονομαστικού κεφαλαίου». Σε απλά ελληνικά, το κράτος δεν μπορεί να κατέχει πάνω από το 35% της τράπεζας.

Χτες, εξηγήσαμε ότι είναι πρακτικά αδύνατο να καταστεί οποιοσδήποτε άλλος μέτοχος (ή ακόμη και ομάδα μετόχων) της τράπεζας ισχυρότερος από το κράτος, επειδή κανένας πλην δημοσίου δεν μπορεί να συμμετέχει στην λήψη αποφάσεων με εκπροσώπηση πάνω από 2%. Σήμερα θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε το γιατί σ’ αυτή την -ιδιωτική, κατά τα άλλα- τράπεζα, το ελληνικό κράτος μπορεί να κάνει σχεδόν ό,τι θέλει.

15/12/2014: Εκδήλωση της ΤτΕ για τα 110 χρόνια από την γέννηση του Ξενοφώντα Ζολώτα. Ο διοικητής Γιάννης Στουρνάρας χαιρετά τον Τίμο Χριστοδούλου υπό τα βλέμματα των Νίκου Γκαργκάνα και Γιώργου Προβόπουλου

Ας ξεκινήσουμε ανάποδα. Αφού θυμηθούμε ότι στην Τράπεζα της Ελλάδος έχει εκχωρηθεί από της ιδρύσεώς της το εκδοτικό προνόμιο, πάμε πάλι στο καταστατικό, τμήμα XV με τίτλο «Διάλυσις της τραπέζης», άρθρο 74, να δούμε τι λέει: «Εν περίπτωσει ανακλήσεως του εκδοτικού προνομίου της Τραπέζης της Ελλάδος (άρθρον 2), η Τράπεζα διαλύεται, το δε ενεργητικόν και παθητικόν αυτής εκτιμάται υπό τριών εμπειρογνωμόνων (…) Μετά την ως άνω εξακρίβωσιν της αξίας του ενεργητικού και παθητικού της Τραπέζης, θα καταβληθή πρώτον εις τους μετόχους η ονομαστική αξία των μετοχών, παν δε καθαρόν πλεόνασμα της αξίας ταύτης θα διανεμηθή εξ ημισείας μεταξύ Κυβερνήσεως και μετόχων». Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό κράτος μπορεί να κλείσει την Τράπεζα της Ελλάδος όποια ώρα και στιγμή γουστάρει, αρκεί να ανακαλέσει το εκδοτικό προνόμιο που της έχει εκχωρήσει. Αυτό το δεδομένο δίνει απάντηση στην εύλογη απορία των αδαών για το τι νόημα έχει το εκδοτικό προνόμιο τώρα που είμαστε στην ευρωζώνη.

Προχωρούμε. Στο «Κουτί της Πανδώρας», ο Βαξεβάνης αναρωτήθηκε αν οι μέτοχοι της ιδιωτικής αυτής τράπεζας κοιτάνε το συμφέρον της χώρας ή το συμφέρον της τσέπης τους. Εννοείται ότι ο τηλεθεατής καταλαβαίνει τι πρέπει να απαντήσει σ’ αυτό το τεχνητό δίλημμα. Είναι όμως έτσι; Πάμε πάλι στο καταστατικό, τμήμα XIII με τίτλο «Διάθεσις κερδών», άρθρο 71:

«(…) μετά την πληρωμήν εκ των καθαρών κερδών της Τραπέζης μερίσματος προς δώδεκα τοίς εκατόν (12%), ετησίως επί του κεφαλαίου, το ήμισυ του πλεονάσματος διατίθεται υπέρ του τακτικού αποθεματικού μέχρις ου τούτο εξισωθή προς το κεφάλαιον, το δε απομένον ήμισυ καταβάλλεται εις το ∆ημόσιον. Εφ’ όσον το τακτικόν αποθεματικόν είναι εξισωμένον προς το κεφάλαιον, δύναται να καταβληθή εις τους μετόχους από της χρήσεως 1973 και εφεξής, μετ’ απόφασιν της Γενικής Συνελεύσεως του έτους 1974 κ.ε., λαμβανομένην απαραιτήτως μετά πρότασιν του Γενικού Συμβουλίου, και ισχύουσαν μόνον διά το έτος εις ο αφορά, ως πρόσθετον μέρισμα, ποσοστόν των καθαρών κερδών, του υπολοίπου αυτών περιερχομένου εις το ∆ημόσιον». Και για να μη μένουν απορίες, «ως κεφάλαιον εν τη προηγουμένη παραγράφω νοείται το εν άρθρο 8 του Καταστατικού, ως εκάστοτε ισχύει, οριζόμενον». Κι αυτό το κεφάλαιο είναι σήμερα «111.243.361,60 ευρώ, διαιρούμενο σε 19.864.886 μετοχές ονομαστικής αξίας ευρώ 5,60 η καθεμία».

Να κάνουμε λιανά τί σημαίνουν τα παραπάνω; Σημαίνουν ότι, όσα κέρδη και να βγάλει η τράπεζα, η μεγαλύτερη απαίτηση που έχουν οι μέτοχοι είναι το 12% του ονομαστικού κεφαλαίου, ήτοι 5,60 Χ 12% = 0,672 ευρώ ανά μετοχή. Αυτά και… πάπαλα! Τα υπόλοιπα πάνε στο κράτος. Βέβαια, το συμβούλιο της τράπεζας «δύναται» να εγκρίνει πρόσθετο μέρισμα αλλά τέτοιες γαλαντομίες δεν μπορούν πρακτικά να γίνουν αν δεν θέλει το κράτος. Πέρυσι, λοιπόν, που η τράπεζα έβγαλε κέρδη 1,162 δισ. ευρώ, μοίρασε ως μέρισμα 13.349.203,39 (19.864.886 μετοχές Χ 0,672 ανά μετοχή) και τα υπόλοιπα 1,149 δισ. τα πήρε το κράτος. Το οποίο κράτος, φυσικά, πήρε και το 35% των μερισμάτων, εφ’ όσον κατέχει το 35% των μετοχών. Φαντάζομαι πως δεν υπάρχει κάτι που δεν καταλάβαμε, έτσι; Μπράβο! Μήπως επί πλέον καταλάβαμε καλύτερα και το γιατί κάτι Ρόθτσιλντ και κάτι Μόργκαν δεν ενδιαφέρθηκαν και δεν πρόκειται να ενδιαφερθούν για τις μετοχές της Τράπεζας της Ελλάδος; Ξανά μπράβο.

Λεπτομέρεια: Από τα 13.349.203,39 ευρώ που πήραν οι μέτοχοι ως μερίσματα, πλήρωσαν το 20% (ήτοι 2.669.840,68) ως φόρο διανεμόμενων κερδών και ό,τι αναλογούσε στον καθένα ως έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης. Χαίρετε.

Να προσθέσουμε μια-δυο παρατηρήσεις ακόμη. Σε περίπτωση που διαλυθεί η Τράπεζα της Ελλάδος, οι μέτοχοι εχουν εξασφαλίσει από την εκκαθάριση την ονομαστική αξία των  μετοχών τους, δηλαδή τα 5,60 ευρώ. Με άλλα λόγια: ό,τι κι αν γίνει στο χρηματιστήριο, η μετοχή τής ΤτΕ αποκλείεται να πέσει κάτω από 5,60. Σε ποια άλλη -εισηγμένη ή μη- εταιρεία υπάρχει αυτή η απόλυτη σιγουριά (*); Προσέξτε, επίσης, ότι το υπόλοιπο που τυχόν αφήσει η εκκαθάριση τής λύσης, δεν το μοιράζονται ολόκληρο οι μέτοχοι αλλά το κράτος παίρνει από χέρι τα μισά. Πόσο «ιδιωτικό» σας φαίνεται όλο αυτό;

Η πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της ΕΚΤ Ντανιέλ Νουί με τον διοικητή της ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα, κατά την επίσκεψή της στην Αθήνα στις αρχές Φεβρουαρίου.

Νομίζω ότι αρκούν τα παραπάνω για να γίνει σαφές ότι, αν και τύποις ιδιωτική ανώνυμη εταιρεία, η Τράπεζα της Ελλάδος είναι στημένη έτσι ώστε να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ελληνικού κράτους, μετά δε την ένταξή της στο Ευρωσύστημα (η ΤτΕ συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με ποσοστό 1,9%), εξυπηρετεί τα συμφέροντα ενός ελληνικού κράτους ενταγμένου στην Ευρωζώνη.

Αύριο θα λύσουμε και τις τελευταίες ενστάσεις που μπορεί να έχουν απομείνει σχετικά με το αν και κατά πόσο η ΤτΕ μπορεί να γίνει «εργαλείο» εις βάρος της χώρας μας από κάποιους που μας επιβουλεύονται με οποιονδήποτε τρόπο, για να βάλουμε μια και καλή τα πράγματα στην σωστή τους διάσταση.

——————————————————-
(*) Για να γίνουν συγκρίσεις: Οι μεριδιούχοι της «Αχαϊκής Συνεταιριστικής Τράπεζας», της οποίας η άδεια έχει ανακληθεί και βρίσκεται υπό εκκαθάριση, ευθύνονται στο διπλάσιο των μεριδίων που κατέχουν. Δηλαδή, δεν φτάνει που έχασαν όσα λεφτά είχαν επενδύσει σε μερίδια, έχουν κι από πάνω ευθύνη για άλλα τόσα.

 

Τράπεζα της Ελλάδος – 36. Επίλογος και συμπεράσματα

Για να ολοκληρώσουμε αυτά που λέγαμε χτες και να τελειώνουμε οριστικά με τα παραμύθια και τις ιστορίες συνωμοσίας, ας δούμε σήμερα ποιοι και πώς διοικούν την Τράπεζα της Ελλάδος, πάντοτε με οδηγό μας το καταστατικό της, το οποίο ορίζει με το άρθρο 20: «Η γενική διαχείρισις των υποθέσεων της Τραπέζης ανατίθεται εις το Γενικόν Συμβούλιον υπεύθυνον προς την Γενικήν Συνέλευσιν. Το Συμβούλιον δικαιούται να λαμβάνη πάσαν απόφασιν και να ασκή πάσαν εξουσίαν, εντός των ορίων του Καταστατικού (…)».

20/11/1933: Το Γενικό Συμβούλιο της ΤτΕ συνεδριάζει στο οικόπεδο όπου πρόκειται να ανεγερθεί το σημερινό κτήριο της τράπεζας. Στο κέντρο ο διοικητής Εμμ. Τσουδερός και δεξιά του ο υποδιοικητής Κυρ. Βαρβαρέσος.

Ποιοί αποτελούν, όμως, το Γενικό Συμβούλιο; Αυτό το ξεκαθαρίζει το άρθρο 21: «Το Γενικόν Συμβούλιον αποτελείται εκ του ∆ιοικητού, των δύο Υποδιοικητών, των λοιπών μελών τού Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής και έξι Συμβούλων, τρεις τουλάχιστον εκ των οποίων θα εκλέγονται εκ των περί την βιομηχανίαν, το εμπόριον και την γεωργίαν ειδικώς ασχολουμένων». Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα με την σειρά:

(α) Ο διοικητής και οι δύο υποδιοικητές, σύμφωνα με το άρθρο 29, «διορίζονται για μία εξαετία, με Προεδρικό ∆ιάταγμα, μετά πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας».

(β) Το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής, σύμφωνα με το άρθρο 35Α, «αποτελείται από το ∆ιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, τους δύο Υποδιοικητές και άλλα τρία μέλη που διορίζονται με Προεδρικό ∆ιάταγμα, εκδιδόμενο μετά πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από γνώμη του ∆ιοικητή».

(γ) Οι έξι σύμβουλοι, σύμφωνα με το άρθρο 21, «εκλέγονται υπό της Γενικής Συνελεύσεως δια τρία έτη και είναι επανεκλέξιμοι».

Επομένως, στο δωδεκαμελές Γενικό Συμβούλιο που διοικεί την ΤτΕ, τα μισά μέλη διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, μετά από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, άρα μιλάμε για έξι άτομα που απολαμβάνουν πλήρως κυβερνητικής εμπιστοσύνης. Τα άλλα έξι μέλη εκλέγονται από την Γενική Συνέλευση, στην οποία το δημόσιο συμμετέχει κατά 35%, ποσοστό πρακτικά αρκετό για να έχει κυρίαρχη γνώμη σ’ αυτήν, μιας που για να μειοψηφήσει θα πρέπει η συμμετοχή στην Γ.Σ. να ξεπεράσει το 70% και όλοι οι άλλοι μέτοχοι να συνασπιστούν εναντίον του κράτους.

Όμως, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι στο Γενικό Συμβούλιο εκλέγονται έξι μέλη που αντιτίθενται στις κυβερνητικές επιλογές, ας έχουμε υπ’ όψη μας ότι κατά την λήψη αποφάσεων, «εν περιπτώσει ισοψηφίας η ψήφος του Προέδρου νικά». (άρθρο 26). Άρα, η πιθανότητα να πάρει η διοίκηση της ΤτΕ απόφαση κόντρα στις κυβερνητικές επιθυμίες (υπό την προϋπόθεση ότι οι επιθυμίες αυτές δεν αντιτίθενται στις κατευθύνσεις και οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) είναι πρακτικά μικρότερη από την πιθανότητα να πέσει τον Ιούλιο στου Φιλοπάππου μπλε μαραίν χιόνι με κίτρινες βούλες. Τελεία και παύλα.

Από εκδήλωση της ΤτΕ: Στο βήμα ο Ηλίας Βενέζης, στην πρώτη σειρά ο Ξενοφών Ζολώτας. Ο Ηλίας Βενέζης είχε εργαστεί επί 27 χρόνια ως υπάλληλος της ΤτΕ, αρχικά στην Μυτιλήνη και από το 1932 στην Αθήνα.

Κάπου εδώ, ολοκληρώνεται το δίμηνο ταξίδι μας στο «μοναδικό σημείο της Ελλάδας στο οποίο δεν έχει καμμιά δικαιοδοσία το ελληνικό κράτος», στην «πιο γνωστή άγνωστη τράπεζα», στην οποία «το κράτος δεν έχει κανένα δικαίωμα ελέγχου» και η οποία «έχει το δικαίωμα να μη δημοσιοποιεί τίποτε από όσα την αφορούν», όπως διατυμπάνισε στην εισαγωγή της εκπομπής του ο Κώστας Βαξεβάνης, εμφανώς παρασυρμένος από τις κουταμάρες και τις ανακρίβειες ορισμένων εκ των συνομιλητών του. Προσωπικά, πάντως, αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω τον καλό δημοσιογράφο, διότι με αιτία αυτήν ακριβώς την εκπομπή άρχισα να συγκεντρώνω όλο το υλικό, το οποίο παρουσίασα σε τούτη την σειρά κειμένων. Ελπίζω ότι μέσα σ’ αυτό το δίμηνο λύσαμε πολλές απορίες και κάναμε περισσότερο γνωστή μας αυτή την «άγνωστη» τράπεζα, ρίχνοντας παράλληλα μια ενδιαφέρουσα ματιά στην νεώτερη οικονομική ιστορία αυτού του τόπου.

Θα κλείσω με ένα γενικό συμπέρασμα, στο οποίο μάλλον έχουν καταλήξει και οι περισσότεροι (αν όχι όλοι) αναγνώστες και το οποίο ίσως έχει τα ελαττώματα που αναμένονται από κάθε λιγόλογο συμπέρασμα μιας τόσο μακροσκελούς αφήγησης. Στην ενενηντάχρονη σχεδόν ιστορία της, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει να παρουσιάσει και καλές και κακές σελίδες. Από την ηγεσία της παρήλασαν φωτισμένα μυαλά αλλά και απλές μαριονέττες. Η ουσία είναι ότι η ΤτΕ απετέλεσε και αποτελεί έναν μακρύ βραχίονα του ελληνικού κράτους, ενός κράτους ταγμένου να υπηρετεί τα συμφέροντα της αστικής τάξης που το διαφεντεύει. Σήμερα, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΟΝΕ, η ΤτΕ συνεργάζεται άψογα μ’ αυτό το κράτος ώστε να υλοποιούνται όσο το δυνατόν καλύτερα οι ευρωενωσιακές αποφάσεις.

Και για όσους καταλαβαίνουν καλύτερα με νούμερα, η ΤτΕ είναι μια τράπεζα η οποία συνιστά και προτείνει πιστή τήρηση των αντιλαϊκών μνημονιακών μέτρων, την ώρα που, με κεφάλαιο 111 εκατ. ευρώ, έβγαλε πέρυσι κέρδη 1,162 δισ., δηλαδή πάνω από 10 φορές το κεφάλαιό της. Pas mal, κύριε Στουρνάρα… Pas mal. Αυτός δεν είναι ο καπιταλισμός, άλλωστε;

Υστερόγραφο: Θερμές ευχαριστίες στον ανώνυμο αναγνώστη, που ρώτησε σε σχόλιό του «μήπως έχεις γράψει κάποιο κείμενο για την Τράπεζα της Ελλάδος;». Αν η εκπομπή του Βαξεβάνη ήταν η αιτία να μαζέψω το υλικό, το σχόλιό του έγινε η αφορμή να το δημοσιεύσω. Κι αν κάπου μου ξέφυγε κάποιο λάθος ή κάποια ανακρίβεια, ζητώ ειλικρινά συγγνώμη και δηλώνω έτοιμος να επανορθώσω.

Advertisements

One response to “Τράπεζα της Ελλάδος

Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: