Η υπόθεση του Τάσου Θεοφίλου σε ένα video (2 άρθρα)

(προσθήκη από π.κ.): ακολουθεί άρθρο με συμβουλές προς ανακρινόμενους.

πηγή: Infowar

theofilou_diki

This post is also available in: English

Η υπόθεση του φυλακισμένου Τάσου Θεοφίλου δεν έχει λήξει.

Το video παρουσιάζει ένα λεπτομερές χρονικό της υπόθεσης, με πληροφορίες για τη σύλληψη, τη δίκη, τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την καταδίκη του και την αντιέφεση.

Την ώρα της …ανάκρισης

το βρήκαμε εδώ: Anarchy press

 

%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%83%ce%b7Κα­τά τη διάρ­κεια μιας «τυ­πι­κής» α­νά­κρι­σης, (η ο­ποί­α ο­νο­μά­ζε­ται α­πό τους μπά­τσους προ­α­νά­κρι­ση, «φι­λι­κή κου­βε­ντού­λα» ή «ε­ξέ­τα­ση μάρ­τυ­ρα»), η ε­πι­μο­νή των μπά­τσων συ­νί­στα­ται συ­νή­θως στην α­πο­δο­χή κάποιας κα­τη­γο­ρί­ας α­πό τον α­να­κρι­νό­με­νο ή του­λά­χι­στον στην ε­ξεύ­ρε­ση ό­σο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρων στοι­χεί­ων, που θα ι­σχυ­ρο­ποι­ή­σουν τη στοι­χειο­θέ­τη­ση μιας κα­τη­γο­ρί­ας. Σε πε­ρί­πτω­ση, δη­λα­δή, που εί­ναι σί­γου­ροι πως η ο­ποια­δή­πο­τε κα­τη­γο­ρί­α θα εί­ναι αρ­κε­τά ευ­στα­θής στο δι­κα­στή­ριο, τό­τε η α­νά­κρι­ση λαμ­βά­νει τε­λεί­ως τυ­πι­κό χα­ρα­κτή­ρα, χω­ρίς πί­ε­ση κ.λπ., μό­νο και μό­νο για να συ­μπλη­ρω­θούν τα α­νά­λο­γα έ­ντυ­πα.

Η έν­νοια της τυ­πι­κό­τη­τας χρη­σι­μο­ποιεί­ται προ­κει­μέ­νου να γί­νει ο δια­χω­ρι­σμός με­τα­ξύ ε­ξει­δι­κευ­μέ­νων μορ­φών α­νά­κρι­σης, ό­που για πα­ρά­δειγ­μα χρη­σι­μο­ποιού­νται διά­φο­ρες χη­μι­κές ου­σί­ες, οι ο­ποί­ες ε­ξα­σθε­νούν βιο­λο­γι­κά και πιο ά­με­σα τον ορ­γα­νι­σμό. Άλ­λω­στε, η ό­λη δια­δι­κα­σί­α μιας α­νά­κρι­σης α­πο­σκο­πεί α­κρι­βώς στο να «σπά­σει» ο α­να­κρι­νό­με­νος και να δε­χτεί να συ­νερ­γα­στεί με τους α­να­κρι­τές, προ­κει­μέ­νου να ξε­φύ­γει α­πό τη «δύ­σκο­λη» θέ­ση.

Το πα­ρα­πά­νω, μπο­ρεί να α­κού­γε­ται α­πλό, αλ­λά στην πρά­ξη εμ­φα­νί­ζε­ται αρ­κε­τά πιο πε­ρί­πλο­κο. Κα­τά τη διάρ­κεια της, ο α­να­κρι­νό­με­νος βρί­σκε­ται σε ει­δι­κά δια­μορ­φω­μέ­νους χώ­ρους, έ­χο­ντας α­πέ­να­ντι του ε­παγ­γελ­μα­τί­ες του εί­δους. Η α­πώ­λεια της αί­σθη­σης του χώ­ρου και του χρό­νου, εί­ναι δε­δο­μέ­νη, προ­κει­μέ­νου να υ­πάρ­ξει μια πρώ­τη κα­τα­πό­νη­ση του ορ­γα­νι­σμού.

Η θέ­ση μέ­σα στο α­να­κρι­τι­κό δω­μά­τιο, εί­ναι έ­τσι δια­μορ­φω­μέ­νη ώ­στε να α­φή­νει έκ­θε­το τον α­να­κρι­νό­με­νο α­πέ­να­ντι στους α­να­κρι­τές, δί­νο­ντας τους πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κά με το αν αυ­τά τα ο­ποί­α λέ­ει, εί­ναι α­λη­θή ή ό­χι, προ­σαρ­μό­ζο­ντας α­νά­λο­γα την τα­κτι­κή που α­κο­λου­θούν. Και αυ­τό, για­τί ό­ταν κά­ποιος λέ­ει ψέμμα­τα τό­τε το σώ­μα α­ντι­δρά, υ­ιο­θε­τώ­ντας για πα­ρά­δειγ­μα α­μυ­ντι­κή στά­ση, (π.χ. χέ­ρια ή πό­δια, σταυ­ρώ­νουν). Α­πό την άλ­λη, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τον έ­λεγ­χο του σώ­μα­τος του, έ­νας άν­θρω­πος ο ο­ποί­ος λέ­ει ψέ­μμα­τα α­ντι­δρά και α­συ­ναί­σθη­τα. Μυ­ϊ­κές συ­σπά­σεις στο πρό­σω­πο, συ­στο­λή και δια­στο­λή της κό­ρης των μα­τιών κα­θώς και αύ­ξη­ση ρυθ­μού α­νοι­γο­κλει­σί­μα­τος των μα­τιών, ε­φί­δρω­ση στο φρύ­δι, κοκ­κί­νι­σμα στα μά­γου­λα και πολ­λές άλ­λες μι­κρο­σκο­πι­κές κι­νή­σεις οι ο­ποί­ες δεν μπο­ρούν να ε­λεγ­χθούν, δί­νουν τις πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κά με το τι πι­στεύ­ει αυ­τός που μι­λά­ει, για αυ­τά που λέ­ει. Άλ­λω­στε, α­κό­μη και κά­με­ρες βρα­δεί­ας λή­ψε­ως χρη­σι­μο­ποιού­νται, προ­κει­μέ­νου να εί­ναι ευ­διά­κρι­τες και οι πιο α­νε­παί­σθη­τες κι­νή­σεις.

Α­κό­μη, η θέ­ση στο δω­μά­τιο λει­τουρ­γεί ε­πι­βο­η­θη­τι­κά μέ­σα στο γε­νι­κό­τε­ρο πλαί­σιο εκ­φο­βι­σμού, έ­χο­ντας όρ­θιους γύ­ρω τους αν­θρώ­πους οι ο­ποί­οι τον α­πει­λούν, μη μπο­ρώ­ντας να α­ντι­δρά­σει. Η συ­μπε­ρι­φο­ρά των α­να­κρι­τών εί­ναι συ­γκε­κρι­μέ­νη, ό­που για πα­ρά­δειγ­μα υ­πάρ­χει ο «κα­λός» και ο «κα­κός». Ο έ­νας δη­λα­δή α­να­κρι­τής, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ο «ε­πι­κίν­δυ­νος» για τον α­να­κρι­νό­με­νο ε­νώ ο άλ­λος ως ο «φί­λος», ο ο­ποί­ος προ­σπα­θεί να τον βγά­λει α­πό την δύ­σκο­λη κα­τά­στα­ση, πιέ­ζο­ντας τον να συ­νερ­γα­στεί, προ­κει­μέ­νου να ξε­πε­ρά­σει τη δύ­σκο­λη θέ­ση και να πά­ψει να α­πει­λεί­ται α­πό τον «κα­κό». Με στά­ση δη­λα­δή του εί­δους, «ο συ­νά­δελ­φος α­πό ε­δώ εί­ναι ευέ­ξα­πτος και χτυ­πά­ει, πέ­στα να τε­λειώ­νου­με, ε­γώ μα­ζί σου εί­μαι», (πρό­βλη­μα του, άλ­λω­στε και ε­γώ θέ­λω να φύ­γω). Η λο­γι­κή του «κα­λού» α­να­κρι­τή-μπά­τσου στο­χεύ­ει ε­πί­σης στη γε­φύ­ρω­ση του χά­σμα­τος με­τα­ξύ αυ­τού και του α­να­κρι­νό­με­νου. Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι ο­ποια­δή­πο­τε κου­βέ­ντα που γί­νε­ται δε­κτή α­πό τον α­να­κρι­νό­με­νο, α­κό­μα και θε­ω­ρη­τι­κά ά­σχε­τες κου­βε­ντού­λες, στο­χεύ­ουν στο να «πλη­σιά­σει» ο μπά­τσος αυ­τόν που έ­χει α­πέ­να­ντί του, να τον κά­νει να νιώ­σει ό­τι συ­νο­μι­λεί με «δι­κούς» του αν­θρώ­πους.

Μέ­σα α­πό ε­πί­σης πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­ρω­τή­σεις, με α­νά­λο­γο τό­νο στη φω­νή, α­σκεί­ται μια ψυ­χο­λο­γι­κή πί­ε­ση, ό­που ε­πι­χει­ρεί­ται να τρο­μο­κρα­τη­θεί ο α­να­κρι­νό­με­νος σε τέ­τοιο βαθ­μό, ό­που πλέ­ον α­συ­νεί­δη­τα θα αρ­χί­σει να συ­νερ­γά­ζε­ται. Προ­σεγ­γί­σεις του εί­δους, «έ­λα τα ξέ­ρου­με ό­λα, πέ­στα να τε­λειώ­νου­με», (ω­ραί­α, α­φού τα ξέ­ρε­τε, α­πο­δείξ­τε τα και α­φή­στε με ή­συ­χο, για­τί με ρω­τά­τε;), «ο φί­λος σου τα ξέ­ρα­σε ό­λα», (α­λή­θεια, το ί­διο δεν θα μπο­ρού­σαν να πού­νε σε αυ­τόν και για μέ­να;), «έ­λα, φαί­νε­σαι κα­λό παι­δί», (τό­τε α­φή­στε με να φύ­γω) και «ά­ντε να τε­λειώ­νου­με, έ­χου­με και δου­λειές / οι­κο­γέ­νεια κ.λπ.», (τό­τε να πά­τε ε­κεί, δεν ζή­τη­σα ε­γώ να εί­μαι ε­δώ), εί­ναι μέ­ρος της ό­λης α­να­κρι­τι­κής δια­δι­κα­σί­ας, μέ­ρος της προ­σπά­θειας σπα­σί­μα­τος και ό­χι φι­λι­κές ή μη κου­βέ­ντες, α­πό κά­ποιους φαι­νο­με­νι­κά ά­σχε­τους.

Βά­σει των πα­ρα­πά­νω, γί­νε­ται κα­τα­νο­η­τό, πως η ε­πο­χή ό­που η α­ντί­στα­ση του α­να­κρι­νό­με­νου σχε­τι­ζό­τα­ν μό­νο με την α­ντο­χή του στο ξύ­λο, έ­χει πε­ρά­σει σχε­δόν α­νε­πι­στρε­πτί. Οι μέ­θο­δοι οι ο­ποί­οι χρη­σι­μο­ποιού­νται, με τη βο­ή­θεια της τε­χνο­λο­γί­ας, δί­νουν αρ­κε­τές πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κά με το χα­ρα­κτή­ρα ε­νός αν­θρώ­που, μό­νο και μό­νο μέ­σα α­πό μια «α­πλή κου­βέ­ντα» με κά­ποιον ε­παγ­γελ­μα­τί­α α­να­κρι­τή, ει­δι­κό­τε­ρα μέ­σα στο χώ­ρο του. Το να θε­ω­ρεί κά­ποιος ό­τι μπο­ρεί να κά­νει «ι­δε­ο­λο­γι­κή συ­ζή­τη­ση» με κά­ποιον α­πό αυ­τούς ή να παί­ξει το παι­χνί­δι τους, συμ­με­τέ­χο­ντας σε μια α­νά­κρι­ση, (α­πα­ντώ­ντας στις ε­ρω­τή­σεις κ.λπ.), κο­ρο­ϊ­δεύ­ο­ντας τους και «νι­κώ­ντας» τους, εί­ναι το λι­γό­τε­ρο πα­ρά­λο­γο. Εν α­ντι­θέ­σει, βο­η­θά στο να γί­νει ό­σο το δυ­να­τόν πλη­ρέ­στε­ρος ο φά­κε­λος του, να α­να­λυ­θεί ο χα­ρα­κτή­ρας του, φέρ­νο­ντας τον ε­αυ­τό του σε δυ­σκο­λό­τε­ρη θέ­ση. Κά­θε προ­σπά­θεια που κά­νει ο α­να­κρι­τής ή ο μπά­τσος να «πλη­σιά­σει» τον α­να­κρι­νό­με­νο, πρέ­πει να συ­να­ντά έ­ναν α­δια­πέ­ρα­στο τοί­χο. Κα­λό εί­ναι να αρ­νη­θεί κά­θε κου­βέ­ντα ο­ποιου­δή­πο­τε ζη­τή­μα­τος, α­κό­μα και προ­σω­πι­κού που ί­σως ε­κεί­νη τη στιγ­μή να φαί­νε­ται ά­σχε­το.

Α­κό­μη και στο γρα­φεί­ο του ε­πί­ση­μου α­να­κρι­τή, (δηλ. ό­χι στην α­στυ­νο­μί­α), ι­σχύ­ει η ί­δια κα­τά­στα­ση, με τη δια­φο­ρά ό­τι η πα­ρου­σί­α δι­κη­γό­ρου και η προ­ε­τοι­μα­σί­α πριν τη δια­δι­κα­σί­α, βο­η­θά στο να μην δυ­σχε­ραί­νε­ται η θέ­ση του α­να­κρι­νό­με­νου. Σε ο­ποια­δή­πο­τε μορ­φής α­νά­κρι­ση, το κτή­νος το ο­ποί­ο έ­χει κά­ποιος α­πέ­να­ντι του, σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δεν «θέ­λει το κα­λό του». Η δου­λειά του εί­ναι να κα­τη­γο­ρεί αν­θρώ­πους και να τους στέλ­νει στην φυ­λα­κή και η ε­μπει­ρί­α η ο­ποί­α έ­χει, σε σχέ­ση με την ι­κα­νό­τη­τα «σπα­σί­μα­τος» ε­νός αν­θρώ­που, εί­ναι δε­δο­μέ­νη και δύ­σκο­λα α­ντι­λη­πτή.

%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%83%ce%b71Α­πό ε­κεί και πέ­ρα, ο φό­βος εί­ναι κά­τι το φυ­σι­κό, δε­δο­μέ­νο και σί­γου­ρα πε­ρί­ερ­γο ά­μα δεν υ­πάρ­χει. Το θέ­μα εί­ναι να μη δο­θεί η δυ­να­τό­τη­τα κα­τα­νό­η­σης α­πό πού προ­έρ­χε­ται αυ­τός ο φό­βος, (πέ­ρα α­πό το ό­τι βρί­σκε­ται ο α­να­κρι­νό­με­νος στα χέ­ρια του κρά­τους). Το λι­γό­τε­ρο που μπο­ρεί να κά­νει έ­νας άν­θρω­πος, βρι­σκό­με­νος σε αυ­τή την κα­τά­στα­ση, εί­ναι να δια­τη­ρή­σει την ψυ­χραι­μί­α του. Η α­πο­δο­χή της θέ­σης του κα­τη­γο­ρου­μέ­νου, εί­ναι το βα­σι­κό­τε­ρο και ου­σια­στι­κό­τε­ρο βή­μα μιας α­νά­κρι­σης. Α­πό ε­κεί και πέ­ρα, ο α­να­κρι­νό­με­νος μπαί­νει στο πε­τσί του ρό­λου που προ­σπα­θούν να του ε­πι­βάλ­λουν, μειώ­νο­ντας τις α­ντι­στά­σεις του, φορ­τί­ζε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κά και γί­νε­ται πιο ευά­λω­τος στις α­να­κρι­τι­κές τε­χνι­κές.

Η ου­σί­α, βρί­σκε­ται α­κρι­βώς στην α­ντί­λη­ψη του ό­τι το μο­να­δι­κό που έ­χει ση­μα­σί­α, εί­ναι να κρα­τη­θεί η ψυ­χραι­μί­α, να μην προ­κλη­θεί πα­νι­κός εί­τε α­πό τις α­να­κρι­τι­κές με­θό­δους εί­τε α­πό λο­γι­κές «α­θω­ό­τη­τας». Η ε­ντύ­πω­ση του ό­τι α­φού «εί­μαι α­θώ­ος, δεν έ­χω να κρύ­ψω τί­πο­τε», α­πο­τε­λεί μια α­κό­μη κερ­κό­πορ­τα συμ­με­το­χής στην ό­λη δια­δι­κα­σί­α, με α­πο­τέ­λε­σμα τη συ­νερ­γα­σί­α στο να α­πα­ντη­θούν οι ε­ρω­τή­σεις (που θα α­ξιο­λο­γη­θούν αρ­γό­τε­ρα σε συν­δυα­σμό με άλ­λα στοι­χεί­α), να υ­πο­γρα­φεί η κά­θε κα­τά­θε­ση, να δο­θούν α­πο­τυ­πώ­μα­τα κ.λπ.

Η μη συμ­με­το­χή σε αυ­τό το παι­χνί­δι, μέ­σω μιας συ­νε­χούς α­πά­ντη­σης, η ο­ποί­α δεν δί­νει πε­ρι­θώ­ρια δια­λό­γου, σε κά­θε ε­ρώ­τη­ση, (π.χ. δεν έ­χω να δη­λώ­σω τί­πο­τα, αν κα­τη­γο­ρού­μαι για κά­τι να μου το πεί­τε, α­φή­στε με να φύ­γω κ.λπ.) βο­η­θά. Ό­πως και η α­παί­τη­ση πα­ρου­σί­ας δι­κη­γό­ρου εί­ναι ί­σως ο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρος τρό­πος αφ’ ε­νός στο να ξε­πε­ρα­στεί αυ­τή η δια­δι­κα­σί­α και α­φ’  ε­τέ­ρου να μη δο­θεί η ο­ποια­δή­πο­τε ευ­και­ρί­α στα γου­ρού­νια, εί­τε εν­δυ­νά­μω­σης μιας ο­ποιασ­δή­πο­τε κα­τη­γο­ρί­ας, εί­τε ευ­χα­ρί­στη­σης στο ό­τι «έ­σπα­σες».

Η μη υ­πο­γρα­φή ο­ποιου­δή­πο­τε χαρ­τιού, α­κό­μα και αν γρά­φο­νται ε­πα­κρι­βώς οι φρά­σεις του ε­κά­στο­τε «α­να­κρι­νό­με­νου», δεν δί­νει την δυ­να­τό­τη­τα στις αρ­χές, συ­μπλή­ρω­σης εί­τε κά­ποιων στοι­χεί­ων και ε­ρω­τη­μά­των που «ξέ­χα­σαν» να ρω­τή­σουν εί­τε του φα­κέ­λου με τον γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα του α­να­κρι­νό­με­νου, για πα­ρά­δειγ­μα. Πο­τέ δεν ξέ­ρει κα­νείς τι πράγ­μα­τα μπο­ρούν να προ­στε­θούν σε κά­θε τέ­τοιο χαρ­τί, ε­νώ ε­πί­σης μια υ­πο­γρα­φή δεί­χνει την α­πο­δο­χή του ρό­λου ως «κα­τη­γο­ρού­με­νος», «μάρ­τυ­ρας», «ε­ξε­τα­ζό­με­νος» κ.λπ. Το ί­διο ι­σχύ­ει και ό­σον α­φο­ρά τα α­πο­τυ­πώ­μα­τα. Η άρ­νη­ση του να δο­θούν α­πο­τυ­πώ­μα­τα, τη στιγ­μή μά­λι­στα που δεν έ­χει α­παγ­γελ­θεί η ο­ποια­δή­πο­τε κα­τη­γο­ρί­α (1) α­πο­τε­λεί ε­πί­σης άρ­νη­ση συμ­με­το­χής σε αυ­τό το πα­νη­γύ­ρι. Το κλα­σι­κό «ά­ντε να τα δώ­σεις και να φύ­γεις» α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με την ε­πι­μο­νή πα­ρου­σί­ας δι­κη­γό­ρου (2), ο ο­ποί­ος γνω­ρί­ζει τον χειρισμό α­νά­λο­γων κα­τα­στά­σεων σε νο­μι­κό ε­πί­πε­δο. Αν πά­λι α­παγ­γελ­θούν οι κα­τη­γο­ρί­ες, τό­τε η ε­πι­μο­νή για συ­νεν­νό­η­ση με κά­ποιον δι­κη­γό­ρο, πέ­ρα α­πό «δι­καί­ω­μα», α­πο­τε­λεί και α­νά­γκη, για να γί­νει του­λά­χι­στον γνω­στή η κα­τά­στα­ση ο­μη­ρί­ας πα­ρα­έ­ξω.

Στο μυα­λό του κά­θε αν­θρώ­που πρέ­πει να υ­πάρ­χει έ­να πράγ­μα. Ό­τι αυ­τοί εί­ναι Α­ΠΕ­ΝΑ­ΝΤΙ του και δεν εί­ναι για κα­λό. Ό­σο δύ­σκο­λη ή πιε­στι­κή και αν φαί­νε­ται πως εί­ναι μια κα­τά­στα­ση, το λι­γό­τε­ρο που μπο­ρεί να κά­νει κά­ποιος εί­ναι να δια­τη­ρεί την ψυ­χραι­μί­α του. Άλ­λω­στε και ό­σον α­φο­ρά κυ­ρί­ως τις «προ­σα­γω­γές υ­πό­πτων», τις «ε­ξα­κρι­βώ­σεις στοι­χεί­ων» κ.λπ., αν πραγ­μα­τι­κά υ­πάρ­χουν στοι­χεί­α ε­νο­χής, ό­λα τα πα­ρα­πά­νω θα έ­παιρ­ναν α­πλά γρα­φειο­κρα­τι­κή μορ­φή. Η ε­μπει­ρί­α έ­χει δεί­ξει, πως ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρη λύσ­σα δεί­χνουν, ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρη πί­ε­ση α­σκούν, τό­σο λι­γό­τε­ρα πράγ­μα­τα έ­χουν στα χέ­ρια τους.

Θα πρέ­πει να ξε­κα­θα­ρι­στεί, πως ό­λα τα πα­ρα­πά­νω δεν α­πο­τε­λούν κά­ποιο εί­δους «κα­νό­νων συ­μπε­ρι­φο­ράς». Άλ­λω­στε, ο κά­θε άν­θρω­πος εί­ναι και αυ­τός που θα ε­πι­λέ­ξει τη στά­ση που θα κρα­τή­σει. Ση­μα­σί­α έ­χει, ό­μως, να γί­νει κα­τα­νο­η­τό, πως η «προ­σα­γω­γή υ­πό­πτου για ε­ξα­κρί­βω­ση στοι­χεί­ων» ή η «προ­σα­γω­γή μάρ­τυ­ρα» (ό­πως α­ρέ­σκο­νται να την ο­νο­μά­ζουν τε­λευ­ταί­α) στο­χεύ­ει στην τρο­μο­κρά­τη­ση του α­να­κρι­νό­με­νου. Μέ­σα α­πό την «ε­πι­λο­γή» του να συμ­με­τά­σχει στην ό­λη δια­δι­κα­σί­α, κα­τα­γρά­φε­ται ο ί­διος, δί­νει την δυ­να­τό­τη­τα στις διω­κτι­κές αρ­χές, να έ­χουν μια πλη­ρέ­στε­ρη ει­κό­να κά­ποιων πραγ­μά­των και σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις, να στοι­χειο­θε­τού­νται κα­τη­γο­ρί­ες ε­νά­ντια του.

Ό­λα τα πα­ρα­πά­νω, εί­ναι α­πλά μια α­πό­πει­ρα κα­τα­γρα­φής της ε­μπει­ρί­ας α­πό α­νά­λο­γες κα­τα­στά­σεις, βα­σι­σμέ­νης σε δύ­ο ση­μεί­α: Α­φ’ ε­νός στην προ­στα­σί­α του αν­θρώ­που που τε­λεί υ­πό ο­μη­ρί­α και (κυ­ριο­λε­κτι­κά μό­νος του) α­ντι­με­τω­πί­ζει το κρά­τος σε μια α­πό τις σκλη­ρό­τε­ρες μορ­φές του και α­φ’ ε­τέ­ρου στο –έ­στω και με αυ­τό τον τρό­πο– σα­μπο­τά­ρι­σμα κρα­τι­κών λει­τουρ­γιών.

————————–

(1) Έ­χει κά­ποια ση­μα­σί­α, να α­να­φερ­θούν κά­ποια πράγ­μα­τα σε σχέ­ση με τα α­πο­τυ­πώ­μα­τα, τη στιγ­μή που λέ­γο­νται πολ­λά και έ­χουν α­κου­στεί α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρα. Κατ’ αρ­χήν, κα­νείς δεν υ­πο­χρε­ώ­νε­ται σε νο­μι­κό ε­πί­πε­δο –και τη στιγ­μή που δεν έ­χουν α­παγ­γελ­θεί κα­τη­γο­ρί­ες– να δώ­σει τα α­πο­τυ­πώ­μα­τα του. Α­πό την στιγ­μή που αυ­τές α­παγ­γέλ­λο­νται, τα πράγ­μα­τα εί­ναι λί­γο μπερ­δε­μέ­να, με δε­δο­μέ­νο του ό­τι η κά­θε πε­ρί­πτω­ση / δι­κη­γό­ρος / κα­τη­γο­ρού­με­νος εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κά. Έ­χει α­να­φερ­θεί για πα­ρά­δειγ­μα πε­ρί­πτω­ση ό­που κα­τη­γο­ρού­με­νος αρ­νή­θη­κε να δώ­σει α­πο­τυ­πώ­μα­τα, με το αι­τιο­λο­γι­κό ό­τι έ­χει ξα­να­δώ­σει, και ό­ντως (με τον δι­κη­γό­ρο να βά­ζει το… χε­ρά­κι του, στην ε­πε­ξή­γη­ση του… Κώ­δι­κα Ποι­νι­κής Δι­κο­νο­μί­ας) να μην δί­νει. Ό­πως ε­πί­σης έ­χουν α­να­φερ­θεί πε­ρι­πτώ­σεις, ό­που χρη­σι­μο­ποιεί­ται βί­α προ­κει­μέ­νου να α­να­γκα­στεί ο «ύ­πο­πτος» και ό­χι κατ’ α­νά­γκη κα­τη­γο­ρού­με­νος να δώ­σει τα α­πο­τυ­πώ­μα­τα του, χω­ρίς φυ­σι­κά την… πα­ρου­σί­α κά­ποιου δι­κη­γό­ρου. Σ’ αυ­τή την πε­ρί­πτω­ση, η δη­μο­σιο­ποί­η­ση του γε­γο­νό­τος α­πο­τε­λεί και μια πρώ­τη μορ­φή α­ντί­δρα­σης. Η α­λή­θεια πά­ντως, εί­ναι πως ε­ξαρ­τά­ται α­πό πολ­λούς πα­ρά­γο­ντες, με κυ­ριό­τε­ρους τη φύ­ση της υ­πό­θε­σης, την ε­μπει­ρί­α και τη θέ­λη­ση του «υ­πό­πτου» ή κα­τη­γο­ρού­με­νου και την ι­κα­νό­τη­τα του δι­κη­γό­ρου, στο να βρε­θούν «πα­ρα­θυ­ρά­κια» α­κό­μη και α­πο­φυ­γής αυ­τής της… με­λα­νής δια­δι­κα­σί­ας.

(2) Εν­νο­εί­ται φυ­σι­κά, πως σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση α­να­κρι­νό­με­νου ή κα­τη­γο­ρού­με­νου, ο δι­κη­γό­ρος θα εί­ναι άν­θρω­πος ε­μπι­στο­σύ­νης, που δεν θα κά­νει τα… δι­κά του, «για το κα­λό» του κα­τη­γο­ρου­μέ­νου.

Ση­μα­ντι­κή ση­μεί­ω­ση:

Κα­λό θα εί­ναι ε­πί­σης να α­πο­φεύ­γο­νται οι διά­φο­ρες προ­σφο­ρές και τα κε­ρά­σμα­τα κα­φέ­δων, σά­ντου­ιτ­ς κλπ. Α­κό­μα και το νε­ρό που θ’ α­να­γκα­στεί να πιεί κά­ποιος (α­να­γκα­στι­κά με­τά α­πό πο­λυ­ή­με­ρη πα­ρα­μο­νή) θα πρέ­πει προηγουμένως να βε­βαιω­θεί πως δεν έ­χει υ­πο­στεί ε­πεμ­βά­σεις. και αλ­λοιώ­σεις. Για να μη βρε­θεί στη δυ­σά­ρε­στη θέ­ση ό­που δεν θα μπο­ρεί να ε­ξη­γή­σει μια «ευ­κοί­λια λό­γου», που εν­δε­χο­μέ­νως θα του προ­κύ­ψει…

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 8, Νοέμβριος 2002

%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%83%ce%b7Κα­τά τη διάρ­κεια μιας «τυ­πι­κής» α­νά­κρι­σης, (η ο­ποί­α ο­νο­μά­ζε­ται α­πό τους μπά­τσους προ­α­νά­κρι­ση, «φι­λι­κή κου­βε­ντού­λα» ή «ε­ξέ­τα­ση μάρ­τυ­ρα»), η ε­πι­μο­νή των μπά­τσων συ­νί­στα­ται συ­νή­θως στην α­πο­δο­χή κάποιας κα­τη­γο­ρί­ας α­πό τον α­να­κρι­νό­με­νο ή του­λά­χι­στον στην ε­ξεύ­ρε­ση ό­σο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρων στοι­χεί­ων, που θα ι­σχυ­ρο­ποι­ή­σουν τη στοι­χειο­θέ­τη­ση μιας κα­τη­γο­ρί­ας. Σε πε­ρί­πτω­ση, δη­λα­δή, που εί­ναι σί­γου­ροι πως η ο­ποια­δή­πο­τε κα­τη­γο­ρί­α θα εί­ναι αρ­κε­τά ευ­στα­θής στο δι­κα­στή­ριο, τό­τε η α­νά­κρι­ση λαμ­βά­νει τε­λεί­ως τυ­πι­κό χα­ρα­κτή­ρα, χω­ρίς πί­ε­ση κ.λπ., μό­νο και μό­νο για να συ­μπλη­ρω­θούν τα α­νά­λο­γα έ­ντυ­πα.

Η έν­νοια της τυ­πι­κό­τη­τας χρη­σι­μο­ποιεί­ται προ­κει­μέ­νου να γί­νει ο δια­χω­ρι­σμός με­τα­ξύ ε­ξει­δι­κευ­μέ­νων μορ­φών α­νά­κρι­σης, ό­που για πα­ρά­δειγ­μα χρη­σι­μο­ποιού­νται διά­φο­ρες χη­μι­κές ου­σί­ες, οι ο­ποί­ες ε­ξα­σθε­νούν βιο­λο­γι­κά και πιο ά­με­σα τον ορ­γα­νι­σμό. Άλ­λω­στε, η ό­λη δια­δι­κα­σί­α μιας α­νά­κρι­σης α­πο­σκο­πεί α­κρι­βώς στο να «σπά­σει» ο α­να­κρι­νό­με­νος και να δε­χτεί να συ­νερ­γα­στεί με τους α­να­κρι­τές, προ­κει­μέ­νου να ξε­φύ­γει α­πό τη «δύ­σκο­λη» θέ­ση.

Το πα­ρα­πά­νω, μπο­ρεί να α­κού­γε­ται α­πλό, αλ­λά στην πρά­ξη εμ­φα­νί­ζε­ται αρ­κε­τά πιο πε­ρί­πλο­κο. Κα­τά τη διάρ­κεια της, ο α­να­κρι­νό­με­νος βρί­σκε­ται σε ει­δι­κά δια­μορ­φω­μέ­νους χώ­ρους, έ­χο­ντας α­πέ­να­ντι του ε­παγ­γελ­μα­τί­ες του εί­δους. Η α­πώ­λεια της αί­σθη­σης του χώ­ρου και του χρό­νου, εί­ναι δε­δο­μέ­νη, προ­κει­μέ­νου να υ­πάρ­ξει μια πρώ­τη κα­τα­πό­νη­ση του ορ­γα­νι­σμού.

Η θέ­ση μέ­σα στο α­να­κρι­τι­κό δω­μά­τιο, εί­ναι έ­τσι δια­μορ­φω­μέ­νη ώ­στε να α­φή­νει έκ­θε­το τον α­να­κρι­νό­με­νο α­πέ­να­ντι στους α­να­κρι­τές, δί­νο­ντας τους πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κά με το αν αυ­τά τα ο­ποί­α λέ­ει, εί­ναι α­λη­θή ή ό­χι, προ­σαρ­μό­ζο­ντας α­νά­λο­γα την τα­κτι­κή που α­κο­λου­θούν. Και αυ­τό, για­τί ό­ταν κά­ποιος λέ­ει ψέμμα­τα τό­τε το σώ­μα α­ντι­δρά, υ­ιο­θε­τώ­ντας για πα­ρά­δειγ­μα α­μυ­ντι­κή στά­ση, (π.χ. χέ­ρια ή πό­δια, σταυ­ρώ­νουν). Α­πό την άλ­λη, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τον έ­λεγ­χο του σώ­μα­τος του, έ­νας άν­θρω­πος ο ο­ποί­ος λέ­ει ψέ­μμα­τα α­ντι­δρά και α­συ­ναί­σθη­τα. Μυ­ϊ­κές συ­σπά­σεις στο πρό­σω­πο, συ­στο­λή και δια­στο­λή της κό­ρης των μα­τιών κα­θώς και αύ­ξη­ση ρυθ­μού α­νοι­γο­κλει­σί­μα­τος των μα­τιών, ε­φί­δρω­ση στο φρύ­δι, κοκ­κί­νι­σμα στα μά­γου­λα και πολ­λές άλ­λες μι­κρο­σκο­πι­κές κι­νή­σεις οι ο­ποί­ες δεν μπο­ρούν να ε­λεγ­χθούν, δί­νουν τις πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κά με το τι πι­στεύ­ει αυ­τός που μι­λά­ει, για αυ­τά που λέ­ει. Άλ­λω­στε, α­κό­μη και κά­με­ρες βρα­δεί­ας λή­ψε­ως χρη­σι­μο­ποιού­νται, προ­κει­μέ­νου να εί­ναι ευ­διά­κρι­τες και οι πιο α­νε­παί­σθη­τες κι­νή­σεις.

Α­κό­μη, η θέ­ση στο δω­μά­τιο λει­τουρ­γεί ε­πι­βο­η­θη­τι­κά μέ­σα στο γε­νι­κό­τε­ρο πλαί­σιο εκ­φο­βι­σμού, έ­χο­ντας όρ­θιους γύ­ρω τους αν­θρώ­πους οι ο­ποί­οι τον α­πει­λούν, μη μπο­ρώ­ντας να α­ντι­δρά­σει. Η συ­μπε­ρι­φο­ρά των α­να­κρι­τών εί­ναι συ­γκε­κρι­μέ­νη, ό­που για πα­ρά­δειγ­μα υ­πάρ­χει ο «κα­λός» και ο «κα­κός». Ο έ­νας δη­λα­δή α­να­κρι­τής, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ο «ε­πι­κίν­δυ­νος» για τον α­να­κρι­νό­με­νο ε­νώ ο άλ­λος ως ο «φί­λος», ο ο­ποί­ος προ­σπα­θεί να τον βγά­λει α­πό την δύ­σκο­λη κα­τά­στα­ση, πιέ­ζο­ντας τον να συ­νερ­γα­στεί, προ­κει­μέ­νου να ξε­πε­ρά­σει τη δύ­σκο­λη θέ­ση και να πά­ψει να α­πει­λεί­ται α­πό τον «κα­κό». Με στά­ση δη­λα­δή του εί­δους, «ο συ­νά­δελ­φος α­πό ε­δώ εί­ναι ευέ­ξα­πτος και χτυ­πά­ει, πέ­στα να τε­λειώ­νου­με, ε­γώ μα­ζί σου εί­μαι», (πρό­βλη­μα του, άλ­λω­στε και ε­γώ θέ­λω να φύ­γω). Η λο­γι­κή του «κα­λού» α­να­κρι­τή-μπά­τσου στο­χεύ­ει ε­πί­σης στη γε­φύ­ρω­ση του χά­σμα­τος με­τα­ξύ αυ­τού και του α­να­κρι­νό­με­νου. Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι ο­ποια­δή­πο­τε κου­βέ­ντα που γί­νε­ται δε­κτή α­πό τον α­να­κρι­νό­με­νο, α­κό­μα και θε­ω­ρη­τι­κά ά­σχε­τες κου­βε­ντού­λες, στο­χεύ­ουν στο να «πλη­σιά­σει» ο μπά­τσος αυ­τόν που έ­χει α­πέ­να­ντί του, να τον κά­νει να νιώ­σει ό­τι συ­νο­μι­λεί με «δι­κούς» του αν­θρώ­πους.

Μέ­σα α­πό ε­πί­σης πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­ρω­τή­σεις, με α­νά­λο­γο τό­νο στη φω­νή, α­σκεί­ται μια ψυ­χο­λο­γι­κή πί­ε­ση, ό­που ε­πι­χει­ρεί­ται να τρο­μο­κρα­τη­θεί ο α­να­κρι­νό­με­νος σε τέ­τοιο βαθ­μό, ό­που πλέ­ον α­συ­νεί­δη­τα θα αρ­χί­σει να συ­νερ­γά­ζε­ται. Προ­σεγ­γί­σεις του εί­δους, «έ­λα τα ξέ­ρου­με ό­λα, πέ­στα να τε­λειώ­νου­με», (ω­ραί­α, α­φού τα ξέ­ρε­τε, α­πο­δείξ­τε τα και α­φή­στε με ή­συ­χο, για­τί με ρω­τά­τε;), «ο φί­λος σου τα ξέ­ρα­σε ό­λα», (α­λή­θεια, το ί­διο δεν θα μπο­ρού­σαν να πού­νε σε αυ­τόν και για μέ­να;), «έ­λα, φαί­νε­σαι κα­λό παι­δί», (τό­τε α­φή­στε με να φύ­γω) και «ά­ντε να τε­λειώ­νου­με, έ­χου­με και δου­λειές / οι­κο­γέ­νεια κ.λπ.», (τό­τε να πά­τε ε­κεί, δεν ζή­τη­σα ε­γώ να εί­μαι ε­δώ), εί­ναι μέ­ρος της ό­λης α­να­κρι­τι­κής δια­δι­κα­σί­ας, μέ­ρος της προ­σπά­θειας σπα­σί­μα­τος και ό­χι φι­λι­κές ή μη κου­βέ­ντες, α­πό κά­ποιους φαι­νο­με­νι­κά ά­σχε­τους.

Βά­σει των πα­ρα­πά­νω, γί­νε­ται κα­τα­νο­η­τό, πως η ε­πο­χή ό­που η α­ντί­στα­ση του α­να­κρι­νό­με­νου σχε­τι­ζό­τα­ν μό­νο με την α­ντο­χή του στο ξύ­λο, έ­χει πε­ρά­σει σχε­δόν α­νε­πι­στρε­πτί. Οι μέ­θο­δοι οι ο­ποί­οι χρη­σι­μο­ποιού­νται, με τη βο­ή­θεια της τε­χνο­λο­γί­ας, δί­νουν αρ­κε­τές πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κά με το χα­ρα­κτή­ρα ε­νός αν­θρώ­που, μό­νο και μό­νο μέ­σα α­πό μια «α­πλή κου­βέ­ντα» με κά­ποιον ε­παγ­γελ­μα­τί­α α­να­κρι­τή, ει­δι­κό­τε­ρα μέ­σα στο χώ­ρο του. Το να θε­ω­ρεί κά­ποιος ό­τι μπο­ρεί να κά­νει «ι­δε­ο­λο­γι­κή συ­ζή­τη­ση» με κά­ποιον α­πό αυ­τούς ή να παί­ξει το παι­χνί­δι τους, συμ­με­τέ­χο­ντας σε μια α­νά­κρι­ση, (α­πα­ντώ­ντας στις ε­ρω­τή­σεις κ.λπ.), κο­ρο­ϊ­δεύ­ο­ντας τους και «νι­κώ­ντας» τους, εί­ναι το λι­γό­τε­ρο πα­ρά­λο­γο. Εν α­ντι­θέ­σει, βο­η­θά στο να γί­νει ό­σο το δυ­να­τόν πλη­ρέ­στε­ρος ο φά­κε­λος του, να α­να­λυ­θεί ο χα­ρα­κτή­ρας του, φέρ­νο­ντας τον ε­αυ­τό του σε δυ­σκο­λό­τε­ρη θέ­ση. Κά­θε προ­σπά­θεια που κά­νει ο α­να­κρι­τής ή ο μπά­τσος να «πλη­σιά­σει» τον α­να­κρι­νό­με­νο, πρέ­πει να συ­να­ντά έ­ναν α­δια­πέ­ρα­στο τοί­χο. Κα­λό εί­ναι να αρ­νη­θεί κά­θε κου­βέ­ντα ο­ποιου­δή­πο­τε ζη­τή­μα­τος, α­κό­μα και προ­σω­πι­κού που ί­σως ε­κεί­νη τη στιγ­μή να φαί­νε­ται ά­σχε­το.

Α­κό­μη και στο γρα­φεί­ο του ε­πί­ση­μου α­να­κρι­τή, (δηλ. ό­χι στην α­στυ­νο­μί­α), ι­σχύ­ει η ί­δια κα­τά­στα­ση, με τη δια­φο­ρά ό­τι η πα­ρου­σί­α δι­κη­γό­ρου και η προ­ε­τοι­μα­σί­α πριν τη δια­δι­κα­σί­α, βο­η­θά στο να μην δυ­σχε­ραί­νε­ται η θέ­ση του α­να­κρι­νό­με­νου. Σε ο­ποια­δή­πο­τε μορ­φής α­νά­κρι­ση, το κτή­νος το ο­ποί­ο έ­χει κά­ποιος α­πέ­να­ντι του, σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δεν «θέ­λει το κα­λό του». Η δου­λειά του εί­ναι να κα­τη­γο­ρεί αν­θρώ­πους και να τους στέλ­νει στην φυ­λα­κή και η ε­μπει­ρί­α η ο­ποί­α έ­χει, σε σχέ­ση με την ι­κα­νό­τη­τα «σπα­σί­μα­τος» ε­νός αν­θρώ­που, εί­ναι δε­δο­μέ­νη και δύ­σκο­λα α­ντι­λη­πτή.

%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%83%ce%b71Α­πό ε­κεί και πέ­ρα, ο φό­βος εί­ναι κά­τι το φυ­σι­κό, δε­δο­μέ­νο και σί­γου­ρα πε­ρί­ερ­γο ά­μα δεν υ­πάρ­χει. Το θέ­μα εί­ναι να μη δο­θεί η δυ­να­τό­τη­τα κα­τα­νό­η­σης α­πό πού προ­έρ­χε­ται αυ­τός ο φό­βος, (πέ­ρα α­πό το ό­τι βρί­σκε­ται ο α­να­κρι­νό­με­νος στα χέ­ρια του κρά­τους). Το λι­γό­τε­ρο που μπο­ρεί να κά­νει έ­νας άν­θρω­πος, βρι­σκό­με­νος σε αυ­τή την κα­τά­στα­ση, εί­ναι να δια­τη­ρή­σει την ψυ­χραι­μί­α του. Η α­πο­δο­χή της θέ­σης του κα­τη­γο­ρου­μέ­νου, εί­ναι το βα­σι­κό­τε­ρο και ου­σια­στι­κό­τε­ρο βή­μα μιας α­νά­κρι­σης. Α­πό ε­κεί και πέ­ρα, ο α­να­κρι­νό­με­νος μπαί­νει στο πε­τσί του ρό­λου που προ­σπα­θούν να του ε­πι­βάλ­λουν, μειώ­νο­ντας τις α­ντι­στά­σεις του, φορ­τί­ζε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κά και γί­νε­ται πιο ευά­λω­τος στις α­να­κρι­τι­κές τε­χνι­κές.

Η ου­σί­α, βρί­σκε­ται α­κρι­βώς στην α­ντί­λη­ψη του ό­τι το μο­να­δι­κό που έ­χει ση­μα­σί­α, εί­ναι να κρα­τη­θεί η ψυ­χραι­μί­α, να μην προ­κλη­θεί πα­νι­κός εί­τε α­πό τις α­να­κρι­τι­κές με­θό­δους εί­τε α­πό λο­γι­κές «α­θω­ό­τη­τας». Η ε­ντύ­πω­ση του ό­τι α­φού «εί­μαι α­θώ­ος, δεν έ­χω να κρύ­ψω τί­πο­τε», α­πο­τε­λεί μια α­κό­μη κερ­κό­πορ­τα συμ­με­το­χής στην ό­λη δια­δι­κα­σί­α, με α­πο­τέ­λε­σμα τη συ­νερ­γα­σί­α στο να α­πα­ντη­θούν οι ε­ρω­τή­σεις (που θα α­ξιο­λο­γη­θούν αρ­γό­τε­ρα σε συν­δυα­σμό με άλ­λα στοι­χεί­α), να υ­πο­γρα­φεί η κά­θε κα­τά­θε­ση, να δο­θούν α­πο­τυ­πώ­μα­τα κ.λπ.

Η μη συμ­με­το­χή σε αυ­τό το παι­χνί­δι, μέ­σω μιας συ­νε­χούς α­πά­ντη­σης, η ο­ποί­α δεν δί­νει πε­ρι­θώ­ρια δια­λό­γου, σε κά­θε ε­ρώ­τη­ση, (π.χ. δεν έ­χω να δη­λώ­σω τί­πο­τα, αν κα­τη­γο­ρού­μαι για κά­τι να μου το πεί­τε, α­φή­στε με να φύ­γω κ.λπ.) βο­η­θά. Ό­πως και η α­παί­τη­ση πα­ρου­σί­ας δι­κη­γό­ρου εί­ναι ί­σως ο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρος τρό­πος αφ’ ε­νός στο να ξε­πε­ρα­στεί αυ­τή η δια­δι­κα­σί­α και α­φ’  ε­τέ­ρου να μη δο­θεί η ο­ποια­δή­πο­τε ευ­και­ρί­α στα γου­ρού­νια, εί­τε εν­δυ­νά­μω­σης μιας ο­ποιασ­δή­πο­τε κα­τη­γο­ρί­ας, εί­τε ευ­χα­ρί­στη­σης στο ό­τι «έ­σπα­σες».

Η μη υ­πο­γρα­φή ο­ποιου­δή­πο­τε χαρ­τιού, α­κό­μα και αν γρά­φο­νται ε­πα­κρι­βώς οι φρά­σεις του ε­κά­στο­τε «α­να­κρι­νό­με­νου», δεν δί­νει την δυ­να­τό­τη­τα στις αρ­χές, συ­μπλή­ρω­σης εί­τε κά­ποιων στοι­χεί­ων και ε­ρω­τη­μά­των που «ξέ­χα­σαν» να ρω­τή­σουν εί­τε του φα­κέ­λου με τον γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα του α­να­κρι­νό­με­νου, για πα­ρά­δειγ­μα. Πο­τέ δεν ξέ­ρει κα­νείς τι πράγ­μα­τα μπο­ρούν να προ­στε­θούν σε κά­θε τέ­τοιο χαρ­τί, ε­νώ ε­πί­σης μια υ­πο­γρα­φή δεί­χνει την α­πο­δο­χή του ρό­λου ως «κα­τη­γο­ρού­με­νος», «μάρ­τυ­ρας», «ε­ξε­τα­ζό­με­νος» κ.λπ. Το ί­διο ι­σχύ­ει και ό­σον α­φο­ρά τα α­πο­τυ­πώ­μα­τα. Η άρ­νη­ση του να δο­θούν α­πο­τυ­πώ­μα­τα, τη στιγ­μή μά­λι­στα που δεν έ­χει α­παγ­γελ­θεί η ο­ποια­δή­πο­τε κα­τη­γο­ρί­α (1) α­πο­τε­λεί ε­πί­σης άρ­νη­ση συμ­με­το­χής σε αυ­τό το πα­νη­γύ­ρι. Το κλα­σι­κό «ά­ντε να τα δώ­σεις και να φύ­γεις» α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με την ε­πι­μο­νή πα­ρου­σί­ας δι­κη­γό­ρου (2), ο ο­ποί­ος γνω­ρί­ζει τον χειρισμό α­νά­λο­γων κα­τα­στά­σεων σε νο­μι­κό ε­πί­πε­δο. Αν πά­λι α­παγ­γελ­θούν οι κα­τη­γο­ρί­ες, τό­τε η ε­πι­μο­νή για συ­νεν­νό­η­ση με κά­ποιον δι­κη­γό­ρο, πέ­ρα α­πό «δι­καί­ω­μα», α­πο­τε­λεί και α­νά­γκη, για να γί­νει του­λά­χι­στον γνω­στή η κα­τά­στα­ση ο­μη­ρί­ας πα­ρα­έ­ξω.

Στο μυα­λό του κά­θε αν­θρώ­που πρέ­πει να υ­πάρ­χει έ­να πράγ­μα. Ό­τι αυ­τοί εί­ναι Α­ΠΕ­ΝΑ­ΝΤΙ του και δεν εί­ναι για κα­λό. Ό­σο δύ­σκο­λη ή πιε­στι­κή και αν φαί­νε­ται πως εί­ναι μια κα­τά­στα­ση, το λι­γό­τε­ρο που μπο­ρεί να κά­νει κά­ποιος εί­ναι να δια­τη­ρεί την ψυ­χραι­μί­α του. Άλ­λω­στε και ό­σον α­φο­ρά κυ­ρί­ως τις «προ­σα­γω­γές υ­πό­πτων», τις «ε­ξα­κρι­βώ­σεις στοι­χεί­ων» κ.λπ., αν πραγ­μα­τι­κά υ­πάρ­χουν στοι­χεί­α ε­νο­χής, ό­λα τα πα­ρα­πά­νω θα έ­παιρ­ναν α­πλά γρα­φειο­κρα­τι­κή μορ­φή. Η ε­μπει­ρί­α έ­χει δεί­ξει, πως ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρη λύσ­σα δεί­χνουν, ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρη πί­ε­ση α­σκούν, τό­σο λι­γό­τε­ρα πράγ­μα­τα έ­χουν στα χέ­ρια τους.

Θα πρέ­πει να ξε­κα­θα­ρι­στεί, πως ό­λα τα πα­ρα­πά­νω δεν α­πο­τε­λούν κά­ποιο εί­δους «κα­νό­νων συ­μπε­ρι­φο­ράς». Άλ­λω­στε, ο κά­θε άν­θρω­πος εί­ναι και αυ­τός που θα ε­πι­λέ­ξει τη στά­ση που θα κρα­τή­σει. Ση­μα­σί­α έ­χει, ό­μως, να γί­νει κα­τα­νο­η­τό, πως η «προ­σα­γω­γή υ­πό­πτου για ε­ξα­κρί­βω­ση στοι­χεί­ων» ή η «προ­σα­γω­γή μάρ­τυ­ρα» (ό­πως α­ρέ­σκο­νται να την ο­νο­μά­ζουν τε­λευ­ταί­α) στο­χεύ­ει στην τρο­μο­κρά­τη­ση του α­να­κρι­νό­με­νου. Μέ­σα α­πό την «ε­πι­λο­γή» του να συμ­με­τά­σχει στην ό­λη δια­δι­κα­σί­α, κα­τα­γρά­φε­ται ο ί­διος, δί­νει την δυ­να­τό­τη­τα στις διω­κτι­κές αρ­χές, να έ­χουν μια πλη­ρέ­στε­ρη ει­κό­να κά­ποιων πραγ­μά­των και σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις, να στοι­χειο­θε­τού­νται κα­τη­γο­ρί­ες ε­νά­ντια του.

Ό­λα τα πα­ρα­πά­νω, εί­ναι α­πλά μια α­πό­πει­ρα κα­τα­γρα­φής της ε­μπει­ρί­ας α­πό α­νά­λο­γες κα­τα­στά­σεις, βα­σι­σμέ­νης σε δύ­ο ση­μεί­α: Α­φ’ ε­νός στην προ­στα­σί­α του αν­θρώ­που που τε­λεί υ­πό ο­μη­ρί­α και (κυ­ριο­λε­κτι­κά μό­νος του) α­ντι­με­τω­πί­ζει το κρά­τος σε μια α­πό τις σκλη­ρό­τε­ρες μορ­φές του και α­φ’ ε­τέ­ρου στο –έ­στω και με αυ­τό τον τρό­πο– σα­μπο­τά­ρι­σμα κρα­τι­κών λει­τουρ­γιών.

————————–

(1) Έ­χει κά­ποια ση­μα­σί­α, να α­να­φερ­θούν κά­ποια πράγ­μα­τα σε σχέ­ση με τα α­πο­τυ­πώ­μα­τα, τη στιγ­μή που λέ­γο­νται πολ­λά και έ­χουν α­κου­στεί α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρα. Κατ’ αρ­χήν, κα­νείς δεν υ­πο­χρε­ώ­νε­ται σε νο­μι­κό ε­πί­πε­δο –και τη στιγ­μή που δεν έ­χουν α­παγ­γελ­θεί κα­τη­γο­ρί­ες– να δώ­σει τα α­πο­τυ­πώ­μα­τα του. Α­πό την στιγ­μή που αυ­τές α­παγ­γέλ­λο­νται, τα πράγ­μα­τα εί­ναι λί­γο μπερ­δε­μέ­να, με δε­δο­μέ­νο του ό­τι η κά­θε πε­ρί­πτω­ση / δι­κη­γό­ρος / κα­τη­γο­ρού­με­νος εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κά. Έ­χει α­να­φερ­θεί για πα­ρά­δειγ­μα πε­ρί­πτω­ση ό­που κα­τη­γο­ρού­με­νος αρ­νή­θη­κε να δώ­σει α­πο­τυ­πώ­μα­τα, με το αι­τιο­λο­γι­κό ό­τι έ­χει ξα­να­δώ­σει, και ό­ντως (με τον δι­κη­γό­ρο να βά­ζει το… χε­ρά­κι του, στην ε­πε­ξή­γη­ση του… Κώ­δι­κα Ποι­νι­κής Δι­κο­νο­μί­ας) να μην δί­νει. Ό­πως ε­πί­σης έ­χουν α­να­φερ­θεί πε­ρι­πτώ­σεις, ό­που χρη­σι­μο­ποιεί­ται βί­α προ­κει­μέ­νου να α­να­γκα­στεί ο «ύ­πο­πτος» και ό­χι κατ’ α­νά­γκη κα­τη­γο­ρού­με­νος να δώ­σει τα α­πο­τυ­πώ­μα­τα του, χω­ρίς φυ­σι­κά την… πα­ρου­σί­α κά­ποιου δι­κη­γό­ρου. Σ’ αυ­τή την πε­ρί­πτω­ση, η δη­μο­σιο­ποί­η­ση του γε­γο­νό­τος α­πο­τε­λεί και μια πρώ­τη μορ­φή α­ντί­δρα­σης. Η α­λή­θεια πά­ντως, εί­ναι πως ε­ξαρ­τά­ται α­πό πολ­λούς πα­ρά­γο­ντες, με κυ­ριό­τε­ρους τη φύ­ση της υ­πό­θε­σης, την ε­μπει­ρί­α και τη θέ­λη­ση του «υ­πό­πτου» ή κα­τη­γο­ρού­με­νου και την ι­κα­νό­τη­τα του δι­κη­γό­ρου, στο να βρε­θούν «πα­ρα­θυ­ρά­κια» α­κό­μη και α­πο­φυ­γής αυ­τής της… με­λα­νής δια­δι­κα­σί­ας.

(2) Εν­νο­εί­ται φυ­σι­κά, πως σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση α­να­κρι­νό­με­νου ή κα­τη­γο­ρού­με­νου, ο δι­κη­γό­ρος θα εί­ναι άν­θρω­πος ε­μπι­στο­σύ­νης, που δεν θα κά­νει τα… δι­κά του, «για το κα­λό» του κα­τη­γο­ρου­μέ­νου.

Ση­μα­ντι­κή ση­μεί­ω­ση:

Κα­λό θα εί­ναι ε­πί­σης να α­πο­φεύ­γο­νται οι διά­φο­ρες προ­σφο­ρές και τα κε­ρά­σμα­τα κα­φέ­δων, σά­ντου­ιτ­ς κλπ. Α­κό­μα και το νε­ρό που θ’ α­να­γκα­στεί να πιεί κά­ποιος (α­να­γκα­στι­κά με­τά α­πό πο­λυ­ή­με­ρη πα­ρα­μο­νή) θα πρέ­πει προηγουμένως να βε­βαιω­θεί πως δεν έ­χει υ­πο­στεί ε­πεμ­βά­σεις. και αλ­λοιώ­σεις. Για να μη βρε­θεί στη δυ­σά­ρε­στη θέ­ση ό­που δεν θα μπο­ρεί να ε­ξη­γή­σει μια «ευ­κοί­λια λό­γου», που εν­δε­χο­μέ­νως θα του προ­κύ­ψει…

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 8, Νοέμβριος 2002
Advertisements

Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: