Η περιπέτεια της Ισλανδίας

πηγή: Cogito ergo sum

(προσθήκη από π.κ.: με κλικ στον τίτλο κάθε άρθρου μεταφέρεσθε στην πηγή του)

Η περιπέτεια της Ισλανδίας (1)

Στο 77ο κεφάλαιο της Ανατομίας του νεοφιλελευθερισμούΗ Ισλανδία καταρρέει«) είχαμε αναφερθεί αναλυτικά στα αίτια που οδήγησαν την ισλανδική οικονομία στην καταστροφή τού 2008. Τότε, στο υστερόγραφο εκείνου του κειμένου, είπαμε ότι «η ισλανδική κυβέρνηση προσπάθησε να φορτώσει τα βάρη στις πλάτες των πολιτών αλλά κατέρρευσε από τον λαϊκό ξεσηκωμό. Αυτή η αντίδραση του ισλανδικού λαού έχει πολύ ενδιαφέρον αλλά ξεφεύγει από το πλαίσιο αυτών των σημειωμάτων». Σήμερα, πέντε χρόνια αργότερα, θα συμπληρώσουμε τα κενά που άφησε εκείνη η αφήγηση. Εννοείται ότι κρατάμε κατά νου όσα είπαμε τότε, για να μην επαναλαμβανόμαστε.

Ρέυκγιαβικ, 2009: Το κοινοβούλιο περικυκλωμένο από διαδηλωτές.

Στην Ανατομία αναλύσαμε τις αιτίες που οδήγησαν σε κατάρρευση το τραπεζικό σύστημα της Ισλανδίας και αναφερθήκαμε στην ζημιά που έπαθαν οι ξένοι επενδυτές (κυρίως άγγλοι και ολλανδοί). Όμως, τεράστια ζημιά έπαθε και η συντριπτική πλειοψηφία των ντόπιων καταθετών, όσοι δηλαδή είχαν εμπιστευτεί τις οικονομίες τους στις τρεις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας που χρεωκόπησαν, αφού η κρατική εγγύηση μόλις που ξεπερνούσε τις 20.000 ευρώ ανά καταθέτη, πράγμα που σημαίνει ότι διασώθηκε μόνο ένα μικρό μέρος τής ιδιωτικής αποταμίευσης.

Όμως, δεν ήσαν μόνο οι καταθέσεις που επλήγησαν από την τραπεζική κατάρρευση. Ήταν και το χρηματιστήριο, που γκρεμίστηκε χειρότερα από εκείνο της Νέας Υόρκης το 1929. Ηταν και η βίαιη υποτίμηση της κορώνας, που έκανε απλησίαστα όλα τα εισαγόμενα είδη (φυσικά και τα πρώτης ανάγκης). Ηταν και η ανεργία που εκτινάχτηκε, καθώς οι μεν εγκατεστημένες στην χώρα ξένες επιχειρήσεις το έβαλαν στα πόδια οι δε ντόπιες πάλευαν να αποφύγουν το λουκέτο. Ήταν και οι οκτώ χιλιάδες νέοι άνθρωποι που πήραν των ομματιών τους αναζητώντας δουλειά στα ξένα, ένας αριθμός που αντιστοιχεί στο 2,5% του συνολικού πληθυσμού τής Ισλανδίας.

Κι ενώ οι ισλανδοί προσπαθούν να καταλάβουν από πού τους ήρθε η κατακεφαλιά, την άνοιξη τού 2009 μπαίνουν μπρος οι διαπραγματεύσεις τής νεοεκλεγμένης κυβέρνησης (συνεργασία μεταξύ σοσιαλδημοκρατών, πράσινων και κινημάτων της αριστεράς) με την Βρεττανία και την Ολλανδία, προκειμένου να αποζημιωθούν οι ξένοι καταθέτες και επενδυτές που έχασαν τα λεφτά τους. Με βάση την δέσμευση του δεξιού πρώην πρωθυπουργού Γκέιρ Χάαρντε ότι οι τραπεζικές οφειλές θα εξοφληθούν πλήρως, βρεττανοί και ολλανδοί δεν απαίτησαν απλώς τα κεφάλαιά τους αλλά και τους προσδοκώμενους τόκους (!), ζητώντας οι μεν 2,4 δισ. λίρες και οι δε 1,3 δισ. ευρώ. Αυτά τα ποσά θα έπρεπε να αποδοθούν πλήρως ως το 2024, με μόνη «ευκολία» μια περίοδος χάριτος ως το 2016.

Εδώ πρέπει να κάνουμε μια στάση. Για να γίνουν πλήρως αντιληπτοί οι αριθμοί που αναφέρουμε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ισλανδία είναι μια χώρα 320.000 κατοίκων με ΑΕΠ (2008-2010) 9,7-9,9 δισ. ευρώ. Συνεπώς, μιλώντας προηγουμένως για 8.000 ισλανδούς μετανάστες, είναι σαν να μιλάμε για 275.000 έλληνες σε αντίστοιχη περίπτωση. Επίσης, όταν λέμε ότι βρεττανοί και ολλανδοί απαιτούν κάπου 4 δισ. ευρώ ως αποζημιώσεις, είναι σαν να απαιτούν 12.500 ευρώ από κάθε ισλανδό. Ακόμη, αυτά τα 4 δισ. αντιστοιχούν περίπου στο 40% του ισλανδικού ΑΕΠ, δηλαδή είναι σαν να ζητούν από μας να πληρώσουμε αποζημιώσεις κάπου 70 δισ. ευρώ. Τα εμπεδώσαμε τώρα τα νουμεράκια; Ωραία. Πάμε παρακάτω, λοιπόν.

Η κυβέρνηση της Γιοχάννας Σιγκουρδαντόττιρ κατάπιε αμάσητες τις απαιτήσεις βρεττανών και ολλανδών, προκειμένου να τους καλοπιάσει και να τους έχει συμπαραστάτες στην υλοποίηση των σχεδίων της για είσοδο της Ισλανδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με δηλώσεις σαν αυτές που έχουμε ακούσει κατ’ επανάληψη κι από τους δικούς μας ηγέτες (π.χ. «το κράτος έχει συνέχεια», «η Ισλανδία είναι μικρή χώρα αλλά σέβεται τις δεσμεύσεις της» κλπ), η Σιγκουρδαντόττιρ πάτησε με την σειρά της στην δέσμευση του προκατόχου της για εξόφληση των οφειλών και έφερε την συμφωνία στην βουλή, όπου και εγκρίθηκε με διαδικασίες κατεπείγοντος και 33 θετικές ψήφους (έναντι 30 αρνητικών).

Τα όργανα άρχισαν αμέσως μόλις υπερψηφίστηκε η συμφωνία. Την ίδια κιόλας μέρα, σχεδόν όλοι οι ισλανδοί βγήκαν στους δρόμους, παραλύοντας την χώρα. Κι όχι απλώς βγήκαν αλλά έμειναν κιόλας, ενώ σε ελάχιστο χρόνο συγκέντρωσαν 61.000 υπογραφές (!!) με τις οποίες ζητούσαν από τον πρόεδρο της χώρας Όλαφουρ Γκρίμσσον διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Ο Γκρίμσσον σεβάστηκε την λαϊκή απαίτηση και αρνήθηκε να υπογράψει τον νόμο που είχε ψηφίσει η βουλή, οδηγώντας την χώρα σε δημοψήφισμα, το οποίο ορίστηκε τελικά για τον Μάρτιο του 2010.

Το βέτο τού Γκρίμσσον προκάλεσε παγκόσμια αναταραχή. Από πότε οι πολίτες μιας χώρας είχαν δικαίωμα να αποφασίζουν για το αν η κυβέρνησή τους πρέπει να υλοποιεί τις δεσμεύσεις της ή όχι; Από πότε οι συμφωνίες κορυφής έπρεπε να εγκρίνονται και από την βάση για να καταστούν ισχυρές; Από πότε οι χρηματαγορές ήσαν υποχρεωμένες να ρωτούν τον λαό αν θέλει να του φορτώσουν την χασούρα τους ή όχι; Με δυο λόγια: από πότε σηκώθηκαν τα πόδια να βαρέσουν το κεφάλι;

Γιοχάννα Σιγκουρδαντόττιρ και Όλαφουρ Γκρίμσσον. Το ύφος τους είναι εύγλωττο.

Εννοείται ότι λυτοί και δεμένοι απ’ όλον τον κόσμο έπεσαν αμέσως πάνω στους ισλανδούς, με σκοπό να τους αναγκάσουν να ψηφίσουν «Ναι». Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατυμπάνισαν σε όλους τους τόνους ότι η αρνητική ψήφος θα σήμαινε ματαίωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, το ΔΝΤ ξεκαθάρισε ότι είχε έτοιμη μια βοήθεια 10 δισ. δολλαρίων σε περίπτωση που το αποτέλεσμα θα ήταν θετικό, οι οίκοι αξιολόγησης απείλησαν να βαθμολογήσουν ως «σκουπίδια» τα ισλανδικά ομόλογα αν έβγαινε το «Όχι» και τα ντόπια παπαγαλάκια δεν έπαψαν στιγμή να επισείουν τον κίνδυνο της εθνικής καταστροφής σε περίπτωση που ο λαός «παρασυρόταν» και δεν ενέκρινε την συμφωνία.

Εννοείται, επίσης, ότι η κυβέρνηση έκανε κι αυτή ό,τι μπορούσε. Ως την τελευταία στιγμή, ο υπουργός οικονομικών Στέινγκριμουρ Σίγκφουσσον και ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας Άρνορ Σίγκβατσσον συζητούσαν με βρεττανούς και ολλανδούς, ψάχνοντας να βρουν τρόπο να ακυρώσουν το δημοψήφισμα. Ταυτόχρονα, η προπαγάνδα υπέρ του «Ναι» εντεινόταν, ξεπερνώντας και τα όρια της τρομοκρατίας, πλην χωρίς αποτέλεσμα. Όπως είπε χαρακτηριστικά ο λογοτέχνης Έιναρς Μαρ Γκούντμουντσσον: «Μας είπαν ότι αν απορρίψουμε τους όρους, θα γίνουμε η Κούβα του Βορρά. Αλλά αν συμφωνήσουμε, θα γίνουμε η Αϊτή του Βορρά»(*).

Τελικά, κανένας δεν κατάφερε να κάμψει το λαϊκό φρόνημα. Οι ισλανδοί είχαν αποφασίσει ότι την ζημιά δεν πρέπει να την πληρώσει ο λαός αλλά οι banksters (κατά το gangsters) και η απόφασή τους αυτή διατρανώθηκε το βράδυ τής 6ης Μαρτίου 2010, όταν έκλεισαν οι κάλπες και βγήκε το αποτέλεσμα. Το χαστούκι ήταν τόσο δυνατό ώστε ακούστηκε στα πέρατα του σύμπαντος: 98,2% Όχι – 1,8% Ναι! Ποιός θα μπορούσε να αμφισβητήσει μια τόσο πανίσχυρη λαϊκή ετυμηγορία;

————————————————-
(*)  Ambrose Evans-Pritchard, «Angry Iceland defies the world«, The Telegraph, 6/1/2010.

 

Η περιπέτεια της Ισλανδίας (2)

Μετά το εκκωφαντικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, βρεττανοί και ολλανδοί υποχρεώθηκαν να ξανακαθήσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους ισλανδούς, για μια νέα συμφωνία με πιο λογικούς όρους. Η Ισλανδία θα αναλάμβανε να αποζημιώσει πλήρως τους ξένους καταθέτες εντός μιας τριακονταετίας (από το 2016 μέχρι το 2046, αντί του 2024 της πρώτης συμφωνίας) και με επιτόκιο 3% (αντί του 5,55%), ενώ σε καμμιά περίπτωση τα ετήσια τοκοχρεωλύσια δεν θα ξεπερνούσαν το 5% των δημοσίων εσόδων. Το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων υπολογίστηκε σε 4,6 δισ. ευρώ (κάπου το μισό ΑΕΠ) και η ισλανδική κυβέρνηση θα εύρισκε αυτά τα λεφτά από την ρευστοποίηση της περιουσίας τής ήδη πτωχευμένης τράπεζας Landsbanki, η οποία απετιμάτο σε 594 δισ. κορώνες (περίπου 4,5 δισ. ευρώ).

Παρένθεση. Για να κάνουμε τις απαραίτητες συγκρίσεις, πρέπει να σημειώσουμε ότι τα ετήσια έσοδα του ελληνικού δημοσίου πλησιάζουν τα 50 δισ. ευρώ και τα ετήσια τοκοχρεωλύσια που πληρώνουμε κυμαίνονται από 11,2 έως 16,5 δισ. μέχρι το 2020 ενώ το 2022 θα ξεπεράσουν τα 33,3 δισ. ευρώ. Αν ίσχυε και για μας η οροφή τού 5% επί των εσόδων, δεν θα πληρώναμε ποτέ πάνω από 2,5 δισ. ετησίως. Κλείνει η παρένθεση.

Ρέυκγιαβικ, 2010.

Η συμφωνία πήγε για έγκριση στην βουλή, όπου κυβέρνηση και αντιπολίτευση την εκτίμησαν ως εξαιρετικά συμφέρουσα και την υπερψήφισαν με μεγάλη πλειοψηφία (44 ναι επί 63 βουλευτών). Όμως, ο λαός διαμαρτυρήθηκε και πάλι. Μέσα σε λίγες μέρες συγκεντρώθηκαν 40.000 υπογραφές και ο Γκρίμσσον άσκησε και πάλι βέτο! Αρνήθηκε να υπογράψει τον σχετικό νόμο και, δηλώνοντας ότι «είναι θεμελιώδες ζήτημα να έχει ο λαός νομοθετικό ρόλο», προκήρυξε νέο δημοψήφισμα. Η απογοητευμένη Σιγκουρδαντόττιρ χαρακτήρισε ως «απογοητευτική» την στάση τού προέδρου τής χώρας, ενώ οι εκπρόσωποι της Βρεττανίας και της Ολλανδίας δήλωσαν ότι οι διαπραγματεύσεις τελείωσαν και τώρα είναι η σειρά τής Ισλανδίας να ξεκαθαρίσει την στάση της.

Η αλήθεια είναι ότι η αναγγελία τού νέου δημοψηφίσματος προκάλεσε στις διεθνείς χρηματαγορές τεράστια ανησυχία, την οποία περιγράφουν γλαφυρά οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς: «Οταν ο ισλανδικός λαός αρνήθηκε να πληρώσει για τα λάθη των τραπεζιτών του, ο ουρανός δεν έπεσε στο κεφάλι των ισλανδών. Αν κάνουν το ίδιο πάλι, τότε και άλλοι μπορεί να πάρουν κάποιες ιδέες (*)». Αν οι ισλανδοί ψήφιζαν για δεύτερη φορά «Όχι», υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να δημιουργήσουν «σχολή» με το παράδειγμά τους. Αυτό έπρεπε να αποφευχθεί πάση θυσία και τα παπαγαλάκια έπιασαν και πάλι δουλειά. Ο κόσμος έπρεπε να πειστεί ότι η απόρριψη της συμφωνίας θα ισοδυναμούσε με εθνική καταστροφή (**).

Παρά τις ισχυρές πιέσεις και την καταστροφολογία, στις 9 Απριλίου 2011 οι ισλανδοί απέρριψαν εκ νέου την συμφωνία, με μικρότερη μεν αλλά επίσης ισχυρή πλειοψηφία: 59,77% Όχι – 40,23% Ναι. Οι εξοργισμένοι με το αποτέλεσμα βρεττανοί και ολλανδοί δήλωσαν ότι δεν επρόκειτο να πάνε σε νέες διαπραγματεύσεις αλλά θα προσέφευγαν στην δικαιοσύνη. Κι επειδή η Ισλανδία είναι εκτός δικαιοδοσίας των ευρωπαϊκών δικαστηρίων ως μη μέλος τής Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσέφυγαν στην επιτροπή παρακολούθησης τής EFTA (***).

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, οι ισλανδοί υποστήριξαν ότι ποτέ δεν αρνήθηκαν να καταβάλουν τις νόμιμες αποζημιώσεις σε ξένους καταθέτες, πλην όμως τέτοια υποχρέωσή τους δεν προέκυπτε από καμμία διεθνή σύμβαση. Επίσης, υποστήριξαν ότι η χώρα τους τήρησε πάντοτε με απόλυτη συνέπεια όλες τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από οποιαδήποτε συμφωνία. Τελικά, το 2013, η επιτροπή κατέληξε στην απόφαση ότι η Ισλανδία δεν ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση σε βρεττανούς και ολλανδούς καταθέτες, ούτε καν τα ποσά που αντιστοιχούσαν στην εγγύηση ελάχιστης κατάθεσης.

Κάπου εδώ, η ιστορία με τις αποζημιώσεις έλαβε τέλος. Χάρη στα δυο δημοψηφίσματα, οι ισλανδοί δεν φορτώθηκαν το κόστος διάσωσης των βρεττανών και ολλανδών καταθετών. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη: αφού οι τράπεζες βούλιαξαν, πήραν μαζί τους τα χρήματα και των ντόπιων και των ξένων καταθετών τους, χωρίς οι μεν να καλύψουν τις ζημιές των δε από πάνω.

Και τώρα γεννιούνται καινούργια ερωτήματα. Αυτή η στάση των ισλανδών στα δυο δημοψηφίσματα τί αποτέλεσμα είχε; Δικαιώθηκαν οι καταστροφολόγοι υποστηρικτές των «Ναι» και κατά πόσο; Ο λαός βγήκε κερδισμένος ή, έστω, αλώβητος απ’ αυτή την περιπέτεια; Οι ζημιές αποκαταστάθηκαν πλήρως ή όχι; Τις απαντήσεις θα τις αναζητήσουμε στην συνέχεια.

Ο πρώην πρωθυπουργός της Ισλανδίας Γκέιρ Χάαρντε (δεξιά) συνομιλεί με τον δικηγόρο του. To 2012, o Χάαρντε πέρασε από δίκη για τις ευθύνες του στην κρίση και καταδικάστηκε.

————————————-
(*) Michael Hudson, «Will Iceland Vote “No” or commit financial suicide?«, 8/4/2011.
(**) Ακόμη και το δικό μας tvxs έγραφε στις 21/2/2011: «Η ψήφιση του σχεδίου αναμένεται να αποκαταστήσει τις σχέσεις της Ισλανδίας με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες καθώς και να ενισχύσει την πιστοληπτική της ικανότητα, σημεία απαραίτητα για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο μερίδα του πληθυσμού εξακολουθεί να θεωρεί μη απαραίτητη την οικονομική επιβάρυνση των πολιτών για να διορθώσουν τα λάθη των ιδιωτικών τραπεζών».
(***) European Free Trade Association – EFTA (Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών – ΕΖΑΣ): Ένωση που ιδρύθηκε το 1960 από χώρες που δίσταζαν να ενταχθούν στην ΕΟΚ. Μέλη της είναι σήμερα η Ελβετία, η Ισλανδία, η Νορβηγία και το Λιχτενστάιν. Αυστρία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Σουηδία, Πορτογαλία και Φινλανδία διετέλεσαν μέλη μέχρις ότου εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Η περιπέτεια της Ισλανδίας (3)

Είναι αλήθεια ότι η Ισλανδία έχει γίνει παντιέρα για πολλούς «ελληναράδες» παντογνώστες και το παράδειγμα των «περήφανων ισλανδών που είπαν όχι» προβάλλεται εντυπωσιακά και συνοδευόμενο πάντοτε με απαξιωτικές συγκρίσεις για τους δικούς μας εθελόδουλους πολιτικούς. Παράλληλα, η Ισλανδία έχει γίνει όπλο στην φαρέτρα όσων επιμένουν πως η λύση στα προβλήματά μας συνίσταται στην αποχώρηση από το ευρώ. Εδώ δεν θα ασχοληθούμε με το αν είναι εθελόδουλοι οι πολιτικοί μας ούτε με το αν η υιοθέτηση δικού μας νομίσματος αποτελεί πανάκεια. Εδώ θα δούμε τα πράγματα με ψύχραιμη ματιά ώστε να διαπιστώσουμε αν πράγματι αξίζει τον κόπο να παραδειγματιστούμε σε κάτι από τους ισλανδούς.

Ρέυκγιαβικ, Πρωτοχρονιά 2007. Ο πρόεδρος της χώρας Όλαφουρ Ράγκμαρ Γκρίμσσον απονέμει τον Σταυρό του Τάγματος του Γερακιού στον επί κεφαλής της Kaupthing Σίγουρδουρ Έιναρσσον «ως αναγνώριση της συμβολής του στην επέκταση της ισλανδικής επιχειρηματικότητας διεθνώς».

Πρώτα-πρώτα, δεν καταλαβαίνω προς τι αυτός ο θαυμασμός προς τον «αδούλωτο ισλανδικό λαό» που σε δυο απανωτά δημοψηφίσματα απέρριψε τα κυβερνητικά σχέδια. Τους θαυμάζουμε επειδή είπαν ότι δεν θέλουν να πληρώσουν; Δηλαδή, ποιός λαός θα έλεγε ότι θέλει να πληρώσει; Μήπως κι εμείς δεν είπαμε Όχι, τότε που νομίζαμε πως μας ρώτησαν το ίδιο πράγμα; Σβάρνα τους πήραμε τους μενουμευρώπηδες, άσχετα αν ψηφίσαμε δίχως να καταλαβαίνουμε τι μας περίμενε. Υπ’ αυτή την έννοια, οι ισλανδοί δεν έκαναν και τίποτε μοναδικό.

Όσο για τους εραστές τής αποχώρησης από το ευρώ, θα συμφωνήσω ότι η στάση της Ισλανδίας οφείλεται εν πολλοίς στο ότι έχει το δικό της νόμισμα. Θα τους ρωτήσω, όμως, αν έχουν υπ’ όψη τους το παρακάτω δημοσίευμα της Süddeutsche Zeitung. Μήπως το έχουν αλλά δεν το προβάλλουν διότι δεν εξυπηρετεί τα πλάνα τους;

        Καθώς ο Γκούλφι Άρνμπγιορνσσον μιλάει για το ευρώ, η φωνή του πάλλει από λαχτάρα. «Αυτό που χρειαζόμαστε εδώ στην Ισλανδία, είναι ένα ισχυρό νόμισμα», λέει ο πρόεδρος του μεγαλύτερου εργατικού συνδικάτου τής χώρας. Και για να μην υπάρξει καμμιά παρανόηση για το ποιο θα μπορούσε να είναι αυτό το νόμισμα, προσθέτει: «Χρειαζόμαστε το ευρώ».
        Ο ισλανδός, όπως και οι περισσότεροι συμπατριώτες του, είναι υπερήφανος για το μικρό νησί του στην μέση τού Ατλαντικού. Παρά ταύτα, θα ήθελε να δει πολύ σύντομα την ισλανδική κορώνα να θάβεται κάτω από αρκετά μέτρα λάβας. «Η κορώνα είναι τόσο ασταθής ώστε κάθε χρόνο μειώνει το εισόδημά μας και μαζί μ’ αυτό και το βιοτικό μας επίπεδο, κατά 25%», λέει. (*)

Όταν αυτά τα λέει ο επί κεφαλής τού μεγαλύτερου εργατικού συνδικάτου τής Ισλανδίας (το οποίο εκπροσωπεί σχεδόν 100.000 εργαζόμενους, ήτοι σχεδόν το 1/3 του πληθυσμού), όσο πουλημένος κι αν είναι, δεν μπορούμε να μη τα λάβουμε υπ’ όψη μας. Συνεπώς, ας δούμε τα γεγονότα με ψυχραιμία πριν καταλήξουμε σε συμπεράσματα.

«Aφήσαμε τις τράπεζες να χρεωκοπήσουν (…) συχνά ρωτάω γιατί ο κόσμος τις αντιμετωπίζει ως τους ιερούς ναούς τής σύγχρονης οικονομίας; (…) Γιατί δεν πρέπει να αφήνονται να καταρρεύσουν;» (**). Αυτή την δήλωση που έκανε ο ισλανδός πρόεδρος Όλαφουρ Γκρίμσσον στην Ντώυτσε Βέλλε, την έχουν πάρει όλοι οι άσχετοι και οι σπεκουλαδόροι και την έχουν κάνει σημαία. Δυστυχώς γι’ αυτούς, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά απ’ αυτό που αφήνει ο Γκρίμσσον να εννοηθεί. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ένα από τα πολλά στοιχεία που αποκρύπτονται σχετικά με την Ισλανδία είναι ότι η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού από τις αρχές τής δεκαετίας τού ’90. Από εκείνη την εποχή άρχισε η σταδιακή συρρίκνωση της απασχόλησης στην αλιεία, με το βάρος τής ανάπτυξης να μετατοπίζεται στον τουρισμό και στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Στις αρχές τής χιλιετίας ολοκληρώθηκε η μεταρρύθμιση του τελευταίου και όλες οι τράπεζες έγιναν ιδιωτικές. Σύντομα, άρχισε η κόντρα μεταξύ των τραπεζών για το ποια θα πρόσφερε τις υψηλότερες αποδόσεις ώστε να προσελκύσει και τα περισσότερα ξένα κεφάλαια. Έτσι, σε πολύ μικρό χρόνο, τα ξένα κεφάλαια κατέκλυσαν το νησί, επιτρέποντας τον χωρίς φειδώ και μέτρο δανεισμό του εγχώριου πληθυσμού, ο οποίος είδε ξαφνικά το βιοτικό του επίπεδο να απογειώνεται. Θα μπορούσε να πει κανείς, δηλαδή, ότι οι ισλανδοί άρχισαν να ζουν πάνω από τις δυνατότητες τους χάρη στα δανεικά. Ακριβώς ότι λένε και για μας.

Και όμως, εδώ εντοπίζεται η πρώτη μεγάλη διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Ισλανδίας. Εκεί, το επίπεδο ευημερίας ετροφοδοτείτο από τον εξωτερικό δανεισμό τού τραπεζικού τομέα. Εδώ, ο τραπεζικός τομέας τροφοδοτούσε το κράτος (έναντι υψηλών κερδών, φυσικά) με χρήματα που προέρχονταν κατά μείζονα λόγο από τις καταθέσεις τόσο των πολιτών της χώρας όσο και του ίδιου του ελληνικού δημοσίου, ενώ το κράτος έσπρωχνε το περισσότερο δανεικό χρήμα στον ιδιωτικό τομέα (μέσω επιδοτήσεων, συνεργασιών, δημοσίων έργων κλπ). Με άλλα λόγια, εκεί το ΑΕΠ διογκωνόταν μέσω τραπεζών με ξένο -κυρίως- χρήμα ενώ εδώ με εγχώριο. Η διαφορά έγκειται, λοιπόν, στο ότι η κατάρρευση των ισλανδικών τραπεζών ζημίωσε κυρίως τους ξένους δανειστές.

Όταν ξέσπασε η κρίση τού 2008, οι ισλανδικές τράπεζες βρέθηκαν να χρωστούν βραχυπρόθεσμα στο εξωτερικό περίπου 50 δισ. ευρώ. Παρ’ ότι το ΑΕΠ δεν ξεπερνούσε τα 9 δισ. ευρώ, το κράτος έκανε μια προσπάθεια να τις σώσει. Στις 29/9/2008, η κυβέρνηση εθνικοποίησε την τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα, την Glitnir, αποκτώντας τα στοιχεία τού ενεργητικού της αντί 600 εκατ. ευρώ. Το ίδιο επιχείρησε να κάνει και με τις δυο μεγαλύτερες, την Kaupthing και την Landsbanki, αλλά μάταια. Με τα ανοίγματα των τραπεζών να ξεπερνούν το 900% του ΑΕΠ, κάθε προσπάθεια εθνικοποίησης ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία (***). Έτσι, μόλις 10 ημέρες αργότερα, στις 9 Οκτωβρίου, η αρμόδια Αρχή Ελέγχου (Financial Supervisory Authority – FME) αποφάσισε να θέσει και τις τρεις τράπεζες σε εκκαθάριση.

Συνεπώς, η παραπάνω δήλωση του Γκρίμσσον στην Ντώυτσε Βέλλε είναι πέρα ως πέρα ανακριβής, σε σημείο ώστε να μπορούμε άνετα να την χαρακτηρίσουμε ως συγκαλυμμένο ψέμα. Πρώτον, το κράτος έκανε ό,τι μπορούσε για να σώσει τις -ιδιωτικές, μη το ξεχνάμε- τράπεζες, μέχρις ότου κατάλαβε ότι κάτι τέτοιο ήταν απολύτως αδύνατο. Και, δεύτερον, κάθε άλλο παρά τις άφησε να πτωχεύσουν. Αντίθετα, λειτούργησε εντελώς προστατευτικά ως προς τις ενδοϊσλανδικές υποχρεώσεις των τραπεζών, προκειμένου να διασώσει όσο γινόταν την εγχώρια οικονομία, εγκαταλείποντας στην τύχη τους τους αλλοδαπούς αποταμιευτές και επενδυτές.

Εδώ βρίσκεται μια δεύτερη ριζική διαφορά τής Ελλάδας με την Ισλανδία. Η Ισλανδία είχε την άνεση να κάνει ό,τι έκανε, διότι αφ’ ενός μεν δεν είχε εγγυηθεί ποτέ τα δάνεια των τραπεζών της, αφ’ ετέρου δε το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι των υποχρεώσεων των τραπεζών αφορούσε το εξωτερικό. Αντίθετα, το ελληνικό κράτος, ακολουθώντας την πολιτική και τις οδηγίες τής Ε.Ε. και της ΕΚΤ, έχει δώσει εγγυήσεις για τα δάνεια των τραπεζών του, ενώ ένα τεράστιο τμήμα των υποχρεώσεων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων του αφορά το εσωτερικό τής χώρας (ιδιώτες ή νομικά πρόσωπα του στενού ή ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως ασφαλιστικά ταμεία, επιμελητήρια, πανεπιστήμια κλπ). Το αν αυτή η εμπλοκή τού ελληνικού δημοσίου με τις τράπεζες έπρεπε να αποφευχθεί ή όχι είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης. Εδώ, το θέμα μας είναι ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να κάνει αυτό που έκανε η Ισλανδία.

Όμως, τί ακριβώς ήταν αυτό που έκαναν οι ισλανδοί με τις τράπεζές τους; Αυτό θα το δούμε αναλυτικά αύριο.

————————————————-
(*) Süddeutsche Zeitung, «Island träumt vom Euro» (Η Ισλανδία ονειρεύεται το ευρώ), 22/9/2011.
(**) Deutche Welle, «Grimsson: IMF learned new lessons in Iceland«, 31/1/2013.
(***) Το ίδιο είχε κάνει και ο υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ Χανκ Πώλσον. Προσπάθησε να σώσει τον κλυδωνιζόμενο χρηματοπιστωτικό τομέα σπρώχνοντας εκατοντάδες δισ. δολλαρίων (Fannie Mae, Freedie Mac, Goldman Sachs, AIG κλπ), ώσπου κατάλαβε ότι ήταν αδύνατο να βρεθεί αρκετό χρήμα για να σωθούν όλοι και άφησε την Lehman Brothers να καταρρεύσει.

 

Η περιπέτεια της Ισλανδίας (4)

Λέγαμε χτες ότι ο ισχυρισμός πως η ισλανδική κυβέρνηση άφησε τις τράπεζες να καταρρεύσουν είναι ψευδής. Στην πραγματικότητα, έκανε κάτι παρόμοιο με αυτό που έκανε και η Ελλάδα: «έσπασε» κάθε τράπεζα σε δυο κομμάτια, ένα καλό κι ένα κακό. Η διαφορά είναι ότι οι ισλανδοί πέταξαν το κακό κομμάτι στα σκουπίδια επειδή μπορούσαν να το κάνουν ενώ εμείς το φορτωθήκαμε. Αλλά ας δούμε τις λεπτομέρειες, μέσα από τα αρχεία τής αρμόδιας εποπτικής αρχής τής χώρας, της FME.

Πρώτα-πρώτα, στις 9 Οκτωβρίου 2008, ιδρύθηκε η Νέα Landsbanki, με κεφάλαιο 200 δισ. κορώνες σε ρευστό και 2,3 τρισ. σε λοιπά περιουσιακά στοιχεία, τα οποία προήλθαν από την παλιά τράπεζα. Κατόπιν, στις 15 Οκτωβρίου, ιδρύθηκε η Νέα Glitnir, με κεφάλαιο 110 δισ. κορώνες σε ρευστό και 1,2 τρισ. σε λοιπά περιουσιακά στοιχεία, ομοίως προερχόμενα από την παλιά Glitnir. Τέλος, στις 22 Οκτωβρίου, κατά τον ίδιο τρόπο ιδρύθηκε η Νέα Kaupthing, με κεφάλαιο 75 και 700 δισ. κορώνες αντίστοιχα. Το συνολικό ποσό των μετρητών 385 δισ. κορωνών (ουσιαστικά, δηλαδή, το ποσό που χρειάστηκε για να γίνει η ανακεφαλαιοποίηση, όπως θα λέγαμε στην γλώσσα μας) αντιστοιχούσε στο 30% του ισλανδικού ΑΕΠ και το κατέβαλε εξ ολοκλήρου το ισλανδικό δημόσιο.

Εδώ είναι η τρίτη μεγάλη διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Ισλανδίας. Η Ισλανδία (επαναλαμβάνω: επειδή μπορούσε) μετέφερε στις τρεις νέες «καλές» τράπεζες όλες τις εγχώριες δραστηριότητες των παλαιών, τις καταθέσεις των ισλανδών αποταμιευτών και τις απαιτήσεις των ντόπιων επενδυτών. Όλες οι εξωχώριες δραστηριότητες και υποχρεώσεις παρέμειναν στις παλιές, «κακές» τράπεζες. Ο όγκος αυτού του «καλού» κομματιού ανερχόταν μόλις στο 16% της περιουσίας των παλιών τραπεζών, και ανακεφαλαιοποιήθηκε πλήρως από το κράτος ενώ το υπόλοιπο 84% αφέθηκε στην τύχη του. Στην Ελλάδα φορτωνόμαστε τα «κακά» κομμάτια των τραπεζών επειδή η συντριπτική πλειοψηφία των υποχρεώσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα αφορά εμάς, τους ντόπιους.

Και το παιχνίδι συνεχίζεται. Από τις τρεις νέες τράπεζες, οι οποίες στήθηκαν με κρατικό χρήμα, οι δύο επέστρεψαν γρήγορα σε ιδιωτικά χέρια, καθαρές και υγιείς. Στις 20/11/2009 η Νέα Kaupthing μετονομάζεται σε Arion Banki και πενήντα μέρες αργότερα το 87% της μεταβιβάζεται στην Kaupskil, μια θυγατρική τής Kaupthing. Το υπόλοιπο 13% παραμένει στο κράτος αλλά η Kaupskil διατηρεί το δικαίωμα να αποκτήσει και αυτό σε μεταγενέστερο χρόνο. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Νέα Glitnir γίνεται Islandsbanki και το 95% της μεταβιβάζεται στην ISB Holding, ένα γκρουπ πιστωτών τής παλιάς τράπεζας. Μόνο η Νέα Landsbanki έμεινε υπό κρατικό έλεγχο, άλλαξε το όνομά της σε Landbankinn και περιόρισε τις δραστηριότητές της, μειώνοντας ταυτόχρονα και τους εργαζομένους της από 2.770 σε 1.233 μέχρι τέλους του 2012.

Έγκερτ Μάγκνουσσον (αριστερά) και Μάγκνους Γκούντμουνδσσον (*)

Αφού είδαμε, λοιπόν, κατά πόσο αληθεύει ο ισχυρισμός ότι η Ισλανδία άφησε τις τράπεζές της να πτωχεύσουν, ας ρίξουμε μια ματιά σε ένα άλλο «σημαιάκι» που ανεμίζουν όσοι μας συστήνουν να μιμηθούμε τους ισλανδούς. Κι αυτό δεν είναι άλλο από το ότι εκείνοι έβαλαν στην φυλακή τους τραπεζίτες και τους πολιτικούς που ήσαν υπεύθυνοι για την καταστροφή.

Κατ’ αρχήν, να ξεκαθαρίσουμε ότι κανείς πολιτικός δεν πήγε φυλακή. Στο σκαμνί τού Ειδικού Δικαστηρίου κάθησε μόνο ο πρώην πρωθυπουργός Γκέιρ Χάαρντε, ο οποίος καταδικάστηκε για μία από τις τέσσερις κατηγορίες που τον βάραιναν. Το «έγκλημα» του Χάαρντε ήταν ότι έδειξε αμέλεια και δεν συγκάλεσε υπουργικά συμβούλια για να συζητήσουν την κρίση. Σημειωτέον ότι ουδεμία ποινή φυλάκισης επεβλήθη γι’ αυτό το «έγκλημα» πέραν της επιπλήξεως. Ακόμη και γι’ αυτήν, όμως, ο Χάαρντε έχει προσφύγει στο δικαστήριο του Στρασβούργου.

Πάμε τώρα να δούμε τι έγινε με τους τραπεζίτες. Κάπου στα δυτικά τής Ισλανδίας, στους πρόποδες του σβησμένου κρατήρα Σναεφέλλσγιοκουλ, μέσα στην μέση ενός παγωμένου πουθενά, βρίσκεται η φυλακή Κβιαμπρύγκγια. Πρόκειται, ίσως, για την μόνη φυλακή τού κόσμου που δεν έχει εξωτερικό τοίχο. Οι κρατούμενοι μπορούν ελεύθερα να κόβουν βόλτες στο απολύτως αφιλόξενο τοπίο, μιας και δεν μπορούν να πάνε πουθενά. Εκεί διαβιούν 24 κρατούμενοι για μη βίαια εγκλήματα, οι τέσσερις εξ αυτών πρώην τραπεζίτες τής Kaupthing: ο πρώην πρόεδρος Σίγουρδουρ Έιναρσσον (είδαμε χτες φωτογραφία από την βράβευσή του το 2007), ο πρώην διευθύνων σύμβουλος Χρέινταρ Μαρ Σίγουρδσσον,  ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της θυγατρικής τής Kaupthing στο Λουξεμβούργο Μάγκνους Γκούντμουνδσσον και ο δεύτερος μεγαλύτερος μέτοχος της τράπεζας τον καιρό της κατάρρευσής της Όλαφουρ Όλαφσσον. Κανενός η ποινή δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια και κανενός η περιουσία δεν δημεύτηκε.

Μαζί με τους παραπάνω, έχουν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές για ελαφρύτερα παραπτώματα (κυρίως για αμέλεια) 26 ακόμη χαμηλόβαθμα τραπεζικά στελέχη, ενώ ο ειδικός εισαγγελέας ‘Ολαφουρ Χάουκσσον συνεχίζει το ψάξιμο. Κανείς απ’ αυτούς τους 26 δεν βρίσκεται στην φυλακή.

Έχω την εντύπωση ότι τα παραπάνω γεγονότα δεν δικαιώνουν επ’ ουδενί μεγαλοστομίες όπως π.χ. «στην Ισλανδία την κρίση την πλήρωσαν οι τραπεζίτες», «η Ισλανδία έβαλε στην φυλακή τούς διεφθαρμένους τραπεζίτες» κλπ. Η καταδίκη των τεσσάρων που προαναφέραμε, έγινε για παραβίαση τραπεζικής πίστης, υπεξαίρεση και χειραγώγηση, δηλαδή αφορά οικονομικά εγκλήματα που έχουν ελάχιστη σχέση με την κρίση. Δεν διαφωνώ, βεβαίως, ως προς το ότι όλοι αυτοί (και πολλοί άλλοι ακόμη) έπρεπε να τιμωρηθούν. Διαφωνώ ως προς το ότι αυτοί έχουν την ευθύνη για τα δεινά που βίωσε και εξακολουθεί να βιώνει ο ισλανδικός λαός.

Εν κατακλείδι, θα μπορούσα να πω ότι η καταδίκη μιας χούφτας μεγαλοτραπεζιτών συσκοτίζει την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι ότι η ευθύνη τής καταστροφής βαραίνει ένα ολόκληρο σύστημα το οποίο λέγεται καπιταλισμός. Αυτό το σύστημα που επέτρεπε νομίμως στους τραπεζίτες να εμπορεύονται τοξικά ομόλογα, να τροφοδοτούν με δάνεια χαμηλής εξασφάλισης την στεγαστική φούσκα, να αποδίδουν βαρβάτα μπόνους στους εαυτούς τους και, γενικά, να προβαίνουν σε κάθε δυνατή ενέργεια ώστε να αυξάνουν βραχυπρόθεσμα τα κέρδη των τραπεζών τους. Στο κάτω-κάτω, αν δεχτούμε ότι ο Έιναρσσον ήταν εγκληματίας, ας μας εξηγήσουν τι είχαν κατά νου εκείνοι που τον βράβευσαν την πρωτοχρονιά τού 2007. Υπ’ αυτή την έννοια, οι κρατούμενοι της Κβιαμπρύγκγια χρησιμοποιήθηκαν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για να ξεθυμάνει η λαϊκή αγανάκτηση.

Ισλανδία: Η φυλακή Κβιαμπρύγκγια. Στο βάθος ο μονίμως παγωμένος κρατήρας Σναεφέλλσγιοκουλ

Αύριο θα ολοκληρώσουμε την ματιά μας στην ισλανδική κρίση, με δυο λόγια για το πολυδιαφησμένο «οικονομικό θαύμα» μιας χώρας που «έφτυσε το ΔΝΤ» και σήμερα προκόβει. Στο μεταξύ, ας κλείσω για σήμερα με ένα ενδιαφέρον κερασάκι, που επίσης προβλήθηκε πολύ:

Την ώρα που οι μεγαλοτραπεζίτες πήγαιναν φυλακή, η ισλανδική κυβέρνηση εξήγγειλε ότι από την πώληση της Islandsbanki (της καθαρής και ανακεφαλαιοποιημένης με λεφτά τού ισλανδικού λαού Νέας Glitnir), θα απέδιδε σε κάθε ισλανδό μέρισμα 30.000 κορωνών (213 ευρώ). Σας θυμίζω ότι για να στηθεί η Νέα Glitnir το κράτος έβαλε σε ρευστό 110 δισ. κορώνες και σας αφήνω να κάνετε τις πράξεις για να βγάλετε μόνοι σας τα συμπεράσματά σας.

ΥΓ: Κάθε σύγκριση με την περίπτωση Λαυρεντιάδη και Proton Bank δεκτή. Κι εμείς βάλαμε τραπεζίτη στην φυλακή. 

—————————————————–
(*) Η φωτογραφία είναι από τις εξέδρες τού λονδρέζικου γηπέδου Άπτον Παρκ και από τον αγώνα Γουέστ Χαμ – Γουίγκαν στις 6/12/2006. Ο Έγκερτ Μάγκνουσσον (πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας τής Ισλανδίας), εκπροσωπώντας ένα κονσόρτσιουμ ισλανδών επενδυτών (μεταξύ αυτών και ο Μάγκνους Γκούντμουνδσσον, διευθύνων σύμβουλος της θυγατρικής τής Kaupthing στο Λουξεμβούργο) έχει μόλις αποκτήσει το πλειοψηφικό πακέττο τής Γουέστ Χαμ. Χάρη στα χρήματα που έβαλαν (νά ‘ναι καλά η Kaupthing), έγιναν μεταγραφές ποδοσφαιριστών μεγάλης αξίας (Τέβες, Μασεράνο). Με εφτά νίκες στους εννέα τελευταίους αγώνες, η καταδικασμένη ως τότε Γουεστ Χαμ απέφυγε εκείνη την χρονιά τον υποβιβασμό. Η αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία βρήκε παρατυπίες στις μεταγραφές των Τέβες-Μασεράνο και επέβαλε πρόστιμο-μαμμούθ 5,5 εκατ. στερλινών αλλά δεν αφαίρεσε βαθμούς από την ομάδα.

 

Η περιπέτεια της Ισλανδίας (5)

Πριν συνεχίσουμε την αφήγησή μας και -κυρίως- πριν αρχίσουμε τις συγκρίσεις με την Ελλάδα, είναι απαραίτητο να σημειώσουμε μερικά δομικά στοιχεία τής ισλανδικής οικονομίας. Και, πρώτα-πρώτα, να υπογραμμίσουμε ότι ο σημαντικώτερος τομέας της είναι η αλιεία, η οποία συμμετέχει στο ΑΕΠ τής χώρας πάνω από 25% (2011: 27,1%) ενώ τα αλιευτικά προϊόντα συνιστούν πάνω από το 60% των ισλανδικών εξαγωγών. Περίπου 9.000 ισλανδοί ασχολούνται ευθέως με το ψάρεμα και άλλες 30-35.000 με επαγγέλματα που έχουν έμμεση σχέση με την αλιεία. Με δεδομένο ότι ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός τής χώρας υπολογίζεται σε 180.000 άτομα περίπου, τα παραπάνω νούμερα σημαίνουν ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις ισλανδούς ζη -άμεσα ή έμμεσα- από την αλιεία.

Εδώ οφείλεται η ισχυρή αντίθεση των ισλανδών πολιτών στην ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όταν η ζωή σου εξαρτάται από το ψάρεμα, δεν έχεις καμμιά διάθεση να βάλεις στο κεφάλι σου κεχαγιά από τις Βρυξέλλες, ο οποίος θα σου επιβάλλει πόσο μπακαλιάρο θα παστώνεις, πόσες ρέγγες θα καπνίζεις ή πόσες φάλαινες θα καμακώνεις (*).

«E.E. + Ισλανδία: Όχι ευχαριστώ!» (σύνθημα των συντηρητικών στις εκλογές τής 27/4/2013).

Ένα άλλο χαρακτηριστικό τής Ισλανδίας είναι η άφθονη και πάμφθηνη ενέργεια που παράγεται από γεωθερμικές και υδροηλεκτρικές πηγές. Το σχεδόν τζάμπα ρεύμα αποτελεί πόλο ελξης για τις ηλεκτροβόρες βιομηχανίες. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ισλανδία έχουν εγκατασταθεί τρεις μεγάλες βιομηχανίες επεξεργασίας αλουμίνας, με συνολική ετήσια παραγωγή πάνω από 800.000 τόννους, ποσότητα που κατατάσσει την χώρα στην 10η θέση παγκοσμίως. Υπολογίζεται ότι τα δι’ εντάσεως ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενα προϊόντα συνιστούν το 21% των ισλανδικών εξαγωγών.

Κοντά στα παραπάνω, πρέπει να προσθέσουμε ένα ακόμη στοιχείο που χαρακτηρίζει την οικονομία τής Ισλανδίας: οι αμυντικές της δαπάνες είναι ανύπαρκτες διότι δεν έχει τακτικό στρατό! Συνεπώς, δεν χρειάζεται να ξοδεύει χρήμα για αεροπλάνα και υποβρύχια ούτε είναι υποχρεωμένη να πληρώνει συνδρομές στο ΝΑΤΟ ή να φορτώνεται το κόστος στρατιωτικών αποστολών σε Αφγανιστάν, Λιβύη, Κόσσοβο κλπ.

Τα παραπάνω στοιχεία προσφέρουν μια πειστική απάντηση στην απορία πώς κατάφερε η Ισλανδία και ανέκαμψε τόσο σύντομα από την πτώχευση. Διότι όντως ανέκαμψε πολύ σύντομα, όπως δείχνει η εξέλιξη του ΑΕΠ (2006: 4,6% / 2007: 6% / 2008: 1,3% / 2009: -6,8% / 2010: -4,1% / 2011: 2,7% / 2012: 1,4% / 2013: 1,7%). Μόνο που εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο, διότι αφ’ ενός μεν δεν έχουμε ούτε τόσο ισχυρό πρωτογενή τομέα ούτε τόσο άφθονη και φτηνή ενέργεια, αφ’ ετέρου δε και μέλη του ΝΑΤΟ είμαστε και υψηλές αμυντικές δαπάνες έχουμε.

Πάμε παρακάτω. Λένε πολλοί ότι η Ισλανδία δεν ανακάτεψε το ΔΝΤ στο πρόβλημά της και δεν υπέγραψε μνημόνια αλλά στηρίχτηκε στις δικές της δυνάμεις για να ανακάμψει. Πρόκειται για ψέμα, για καραμπινάτο ψέμα! Όταν η Ισλανδία έπαιρνε δανεικά από το ΔΝΤ και αποδεχόταν σχέδιο διάσωσης, εμείς δεν ξέραμε καν τι είναι το ΔΝΤ! Ας ξαναπάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή, λοιπόν, μπας και καταφέρουμε να τα βάλουμε σε μια σειρά.

Είπαμε στα προηγούμενα ότι οι ισλανδικές τράπεζες κατέρρευσαν στις αρχές φθινοπώρου τού 2009. Όμως, οι επικίνδυνοι κλυδωνισμοί στην ισλανδική οικονομία είχαν αρχίσει έναν χρόνο πρωτύτερα. Καθώς ο άμετρος τραπεζικός δανεισμός είχε διογκώσει υπερβολικά την στεγαστική φούσκα, αμέσως μόλις σωριάστηκε η Lehman Brothers (15/9/2008) η φούσκα έσκασε και στην Ισλανδία.

Τον Οκτώβριο του 2008, η κυβέρνηση του Γκέιρ Χάαρντε πήρε τα πρώτα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και ταυτόχρονα ζήτησε βοήθεια από το ΔΝΤ (2,1 δισ. δολλ.), από τις Σκανδιναβικές χώρες (2,5 δισ. δολλ.) και από την Ρωσσία (στην αρχή αρνήθηκε αλλά, τελικά, έδωσε 200 εκατ. δολλ.). Το συνολικό πακέττο βοήθειας (Stand-by Arrangement) που έδωσε η «τρόικα» ανερχόταν στο 40% του ΑΕΠ, τον δε έλεγχο υλοποίησης της συμφωνίας ανέλαβε το ΔΝΤ, το οποίο είχε εκπονήσει και το σχετικό τριετές πρόγραμμα (εμείς θα το λέγαμε «μνημόνιο») τριών αξόνων:

Ο πρώτος άξονας περιλάμβανε ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής σταθεροποίησης. Επειδή, ως έλληνες, γνωρίζουμε άριστα τι σημαίνει αυτό το πράγμα (δραστική μείωση των δημοσίων δαπανών, επιβολή νέων φόρων και αύξηση των ήδη υφισταμένων κλπ) δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Αρκεί μόνο να σημειώσουμε ότι ο ΦΠΑ έμεινε αμετάβλητος (πόσο να αυξηθεί, όταν ήδη ήταν 25,5%;) αλλά μέσα σε μια τριετία σχεδόν 100 διαφορετικοί φόροι είτε αυξήθηκαν είτε επιβλήθηκαν για πρώτη φορά.

Ο δεύτερος άξονας περιλάμβανε μια δέσμη μέτρων για την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, όπως την περιγράψαμε στα προηγούμενα σημειώματα. Σημειωτέον ότι η επιλογή να μείνουν στις «κακές» τράπεζες οι καταθέσεις των αλλοδαπών ώστε να μην αποζημιωθούν, περιλαμβανόταν στα μέτρα που σχεδίασε το ΔΝΤ (!)

Ο τρίτος άξονας περιλάμβανε μέτρα περιορισμού στην κίνηση κεφαλαίων, ώστε να αποφευχθεί η πλήρης απαξίωση της κορώνας. Δηλαδή, η Ισλανδία επέβαλε αυτό που στα ελληνικά λέγεται capital control (!) πριν καν εμείς μάθουμε ότι υπάρχει τέτοιος όρος! Αν αναρωτιέστε πόσο διήρκεσε αυτός ο έλεγχος, τί θα λέγατε αν μαθαίνατε ότι η άρση του έγινε αφορμή για να γραφτούν αυτά τα κείμενα που διαβάζετε τώρα; Λοιπόν: τα capital control στην Ισλανδία επιβλήθηκαν το 2008 και, μετά από διαδοχικές χαλαρώσεις, ήρθησαν τελείως την περασμένη εβδομάδα, στις 14 Μαρτίου 2017.

Μαζί με όλα αυτά τα μέτρα και πάντοτε καθ’ υπόδειξη του ΔΝΤ, στις 16/7/2009 η Ισλανδία υπέβαλε στις Βρυξέλλες αίτημα ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν, παρά την δεδομένη ισχυρή αντίθεση του ισλανδικού λαού (σύμφωνα με το σύνταγμα, η ένταξη πρέπει να επικυρωθεί με δημοψήφισμα). Τελικά, στις 12/3/2015 η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι «η Ισλανδία δεν είναι πλέον μια υποψήφια χώρα και ζητεί από την Ευρωπαϊκή Ενωση να ενεργεί σύμφωνα με αυτό από τώρα και στο εξής». Πάντως, όλο αυτό το σκηνικό ένταξης που στήθηκε, μάλλον βόηθησε την αξιοπιστία της χώρας και την επιστροφή της στις αγορές μετά την λήξη τού προγράμματος διάσωσης το καλοκαίρι τού 2011.

Ρέυκγιαβικ, 15/3/2015: Ισλανδοί «μενουμερώπηδες» διαμαρτύρονται για την απόσυρση του αιτήματος ένταξης.

Λογάριαζα να ολοκληρώσω σήμερα αυτό το μικρό αφιέρωμα στην ισλανδική κρίση. Όμως, κάτι που έχω μερικές σημειώσεις ακόμη και κάτι που με «κουρδίζουν» τα σχόλιά σας και τα μηνύματά σας, φοβάμαι ότι θα χρειαστεί να με ανεχτείτε και αύριο.

 

Η περιπέτεια της Ισλανδίας (6)

Πριν ολοκληρώσουμε αυτό το μικρό αφιέρωμά μας, πρέπει να ξεκαθαρίσω μια λεπτομέρεια, την οποία κακώς άφησα απαρατήρητη. Είπαμε ότι η κυβέρνηση Σιγκουρδαντόττιρ έφερε τον νόμο περί αποζημίωσης των ξένων καταθετών και τον πέρασε από την βουλή με ψήφους 33-30 αλλά ο πρόεδρος Γκρίμσσον αρνήθηκε να τον υπογράψει και προκήρυξε δημοψήφισμα. Αυτή είναι η αλήθεια, μόνο που είναι μισή και οφείλουμε να την συμπληρώσουμε.

Όλα αυτά που μόλις αναφέραμε, συνέβησαν τον Δεκέμβριο του 2009. Όμως, στις 28 Αυγούστου η κυβέρνηση είχε φέρει έναν άλλο νόμο, βάσει του οποίου η Ισλανδία έπρεπε να καταβάλει σε βρεττανούς και ολλανδούς περίπου 5 δισ. δολλάρια ως αποζημιώσεις για τις χαμένες καταθέσεις τους. Εκείνος ο νόμος πέρασε με 34-15 ψήφους (14 αποχές) και ο Γκρίμσσον τον υπέγραψε στις 2 Σεπτεμβρίου.

Μέχρις εδώ όλα πήγαιναν μέλι-γάλα αλλά βρεττανοί και ολλανδοί ήθελαν το «κάτι παραπάνω». Ζήτησαν να μπει ορίζοντας εξόφλησης ως το 2026 και οι αποζημιώσεις να καταβληθούν έντοκα, με επιτόκιο 5,5%. Η εξόφληση θα επιβάρυνε κάθε ισλανδό πολίτη με 100 ευρώ μηνιαίως επί 15 χρόνια. Η κυβέρνηση δέχτηκε τις εν λόγω απαιτήσεις και τον Δεκέμβριο έφερε στην βουλή έναν καινούργιο νόμο, ο οποίος ουσιαστικά τροποποιούσε τον ήδη υφιστάμενο. Αυτός ο νέος νόμος είναι που προκάλεσε αντιδράσεις και αυτόν δεν υπέγραψε ο Γκρίμσσον.

«16% των ισλανδόπουλων ζουν σε φτώχεια ή κοντά στο όριο της φτώχειας» (icelandmag.visir.is)

Λέγαμε χτες ότι η οικονομία της Ισλανδίας κατάφερε και βγήκε σχετικά γρήγορα από την ύφεση, στην οποία βούλιαξε κατά την τριετία 2008-2010. Όπως σημειώσαμε, η ταχεία ανάκαμψη οφείλεται εν πολλοίς στο ότι η ισλανδική οικονομία στηρίζεται σε δυο πηγές αφειδώλευτης παραγωγής πλούτου: στην αλιεία και στην πάμφθηνη γεωθερμική ενέργεια. Προς τούτοις, σημαντικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι η χώρα αναγκάστηκε να επιβάλει ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων πριν ξεσπάσει η κρίση στην υπόλοιπη Ευρώπη και έτσι τα αποθεματικά της βρέθηκαν θωρακισμένα όταν οι υπόλοιποι ευρωπαίοι άρχισαν να τρέχουν.

Εκείνο που «ξεχνούν» να πουν οι διάφοροι αναλυτές και που, δυστυχώς, παραβλέπουμε συχνά κι εμείς, είναι ότι η ανάκαμψη μιας οικονομίας δεν συνεπάγεται απαραιτήτως ότι ανακάμπτουν και οι πολίτες. Πρόκειται για το συνηθέστατο φαινόμενο, το οποίο περιγράφεται με την λακωνική φράση «ευημερούν οι αριθμοί και δυστυχούν οι άνθρωποι». Αυτό είναι ο κανόνας και οι ισλανδοί δεν απετέλεσαν εξαίρεση.

Καθώς έσκαγε η στεγαστική φούσκα και η κορώνα έχανε την μισή της αξία, η αξία των ακινήτων κατρακύλησε, με συνέπεια τα στεγαστικά δάνεια που χρωστούσαν οι πολίτες να υπερβαίνουν κατά πολύ την αξία των σπιτιών τους. Ταυτόχρονα, η απόσυρση των ξένων επιχειρήσεων από την χώρα (ως και η McDonald’s έφυγε) εκτίναξε την ανεργία από το 2% στο 8,5%. Παράλληλα, η υποτίμηση του νομίσματος οδήγησε σε αύξηση των τιμών, με συνέπεια ο πληθωρισμός να υπερακοντιστεί από 2,5% στο ασύλληπτο 17,1%.

Παρένθεση. Η κατρακύλα που περιγράφεται στην προηγούμενη παράγραφο, άρχισε με την πτώση τής Lehman Brothers, στις 15/9/2008. Συνεπώς, ο νόμος που έφερε η κυβέρνηση τον Δεκέμβριο του 2009 και -υποτίθεται πως- έβγαλε τους «περήφανους ισλανδούς» στον δρόμο, δεν ήταν παρά η σταγόνα που έκανε το ποτήρι τής λαϊκής αγανάχτησης να ξεχειλίσει. Κλείνει η παρένθεση.

Μπροστά σ’ αυτό το χάλι, η κυβέρνηση επιδόθηκε στο γνωστό κόλπο που λέγεται «διαχείριση της ακραίας φτώχειας». Για παράδειγμα, κατά την διετία 2009-2010 μείωσε την άμεση φορολογία στα πολύ χαμηλά εισοδήματα, μεταφέροντας τις απώλειες στα υψηλότερα. Επίσης, αύξησε την επιδότηση επιτοκίου (μέχρι και το 1/3) των στεγαστικών δανείων ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα κάθε νοικοκυριού, αρνούμενη το οριζόντιο κούρεμα. Τα μόνα στεγαστικά δάνεια που δέχτηκε να κουρέψει, ήσαν εκείνα των οποίων το κυμαινόμενο επιτόκιο ήταν συνδεδεμένο με τον πληθωρισμό. Ακόμη, σε συνεργασία με τις τράπεζες και τα εργατικά σωματεία, προώθησε μια σειρά προγραμμάτων ανακούφισης των πολιτών από τα υπόλοιπα χρέη (κάτι σαν τις δικές μας 100 δόσεις).

Σήμερα, η οικονομία της Ισλανδίας έχει όντως ανακάμψει: το ΔΝΤ αποτελεί παρελθόν εδώ και χρόνια, ο πληθωρισμός βρίσκεται στο 2%, το εξωτερικό ισοζύγιο είναι θετικό, η ανεργία έχει υποχωρήσει και το ΑΕΠ φλερτάρει με το ιστορικό υψηλό τού 2008. Όμως, καθώς η αξία της κορώνας έχει παγιωθεί στα 2/3 της αξίας που είχε προ κρίσης, το επίπεδο ζωής των κατοίκων εξακολουθεί να υστερεί αισθητά από το επίπεδο εκείνης της περιόδου. Φυσικά, η φορολογία που επιβλήθηκε «λόγω κρίσης» δεν λέει να υποχωρήσει (*). Με δυο λόγια: η παραγωγή πλούτου πήρε πάλι μπρος (έστω και αναιμικά) αλλά το trickle down παρουσιάζει πρόβλημα. Καπιταλισμός γαρ…

Άποψη του Ρέυκγιαβικ από το καμπαναριό τής Χαλλγκρίμσκιρκγια.
__________________

Παράρτημα. Προχτές, κάποιος αναγνώστης έθεσε υπ’ όψη μου ένα παλιότερο κείμενο του Δημήτρη Καζάκη σχετικά με την Ισλανδία, ζητώντας μου να το σχολιάσω. Τί να σχολιάσω; Πρόκειται για κλασσικό κείμενο Καζάκη, γεμάτο με ανακρίβειες, λάθη και αυθαιρεσίες. Γράφει για παράδειγμα: «Η Βρετανία κυρίως, αλλά και η Γερμανία απειλούσαν την Ισλανδία…» (βέβαια, δεν υπάρχει καμμιά εμπλοκή τής Γερμανίας στο ζήτημα αλλά στην εποχή μας, όπως και να το κάνουμε, είναι πιασάρικο να της τα χώνεις). Εν πάση περιπτώσει, παραβλέπω τόσο τα καραμπινάτα ψεύδη (π.χ. η Κομμισσιόν μπορεί να έχει μυριάδες κακά αλλά μποϋκοτάζ κατά της Ισλανδίας δεν οργάνωσε ποτέ) όσο και τα φαιδρά «επιστημονικά» συμπεράσματα του κειμένου και παραδίδω στην κρίση σας τα εξής δυο αποσπάσματα:

(α) «… η απόφαση της Ισλανδίας να επιβάλει 39% φόρο στις εξαγωγές κεφαλαίου, δηλαδή σ’ όλους όσοι θέλουν να βγάλουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό». Αυτό κατάλαβε ο Καζάκης επειδή αυτό βολεύει την «ανάλυση» που κάνει παρακάτω. Το σωστό είναι ότι ο φόρος επιβλήθηκε μόνο στα κεφάλαια που θα αποσύρονταν από τις τρεις τράπεζες που πτώχευσαν και θα μεταφέρονταν στο εξωτερικό κατά παρέκκλιση των περιορισμών των capital control.

(β) «Ακολούθησε η άγρια επίθεση στο νόμισμα της Ισλανδίας. Από 90 Ισλανδικές κορόνες (ΙΣΚ) ανά ευρώ πριν το 2008, εκτινάχθηκε η ισοτιμία έως το 2009 στις 390 κορόνες ανά ευρώ. Πάνω από 430% υποτίμηση. Το ίδιο και με το δολάριο. Από 80 κορόνες ανά δολάριο πριν το 2008, έφτασε στις 138 κορόνες ανά δολάριο στις αρχές του 2009. Πάνω από 170% υποτίμηση». Στις 3/1/2008, η ισοτιμία ήταν ακριβώς 62,64 κορώνες ανά δολλάριο αλλά δεν είναι εκεί το πρόβλημα (ξέρουμε ότι ο Καζάκης τό ‘χει σε κακό να ξεστομίσει σωστό νούμερο). Το πρόβλημα έγκειται στο ότι ένας «οικονομολόγος» τολμάει να γράφει ότι η κορώνα υποτιμήθηκε 170% έναντι ενός νομίσματος Α και 430% έναντι ενός νομίσματος Β, την ώρα που η σχέση των Α και Β παραμένει αδιατάρακτη. Η επιστημονικότητα στα καλύτερά της.

————————————————-
(*) Οι ισλανδοί καταβάλλουν στο κράτος φόρο εισοδήματος με συντελεστές από 22,86% έως 31,80% και επί πλέον τοπικούς φόρους 14,44%. Συνολικά, δηλαδή, η φορολογική επιβάρυνση φτάνει ως το 46,24% με την χώρα σε πλήρη ανάπτυξη, όταν στην καταματωμένη Ελλάδα των μνημονίων, των θυσιών και της ύφεσης φτάνει ως το 48% (μαζί με την εισφορά αλληλεγγύης). Συνυπολογίζοντας την διαφορά του ΦΠΑ (25,5% εκεί, 24% εδώ), ο λαός πληρώνει τα ίδια είτε σε ανάπτυξη είναι η χώρα είτε σε ύφεση.

Advertisements

Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: