Ένας βρόμικος πόλεμος

πηγή: Cogito ergo sum

(προσθήκη από π.κ.): με κλικ στον τίτλο κάθε άρθρου μεταφέρεσθε στην πηγή του.

Ένας βρόμικος πόλεμος – 1. Η γέννηση της Ινδοκίνας

Τούτες τις μέρες συμπληρώνονται 42 χρόνια από την ημέρα που τελείωσε οριστικά ένας από τους πιο βρόμικους πολέμους της Ιστορίας. Ήταν η 30η Απριλίου 1975 όταν από την Σαϊγκόν αποχωρούσε και ο τελευταίος πολιτειακός στρατιώτης, δίνοντας τέλος στον περίφημο πόλεμο του Βιετνάμ, έναν πόλεμο που έληξε με την ολοκληρωτική ήττα των ΗΠΑ, δίχως να υπογραφεί οποιαδήποτε συμφωνία.

Είναι αλήθεια πως γι’ αυτόν τον πόλεμο λίγα πράγματα είναι γνωστά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μιλάμε για την ντροπιαστικώτερη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, οπότε είναι λογικό άλλα πράγματα να παραβλέπονται, άλλα να αποκρύπτονται, άλλα να υποτιμώνται και άλλα να παραποιούνται. Όμως, έχω την πεποίθηση ότι η ιστορία εκείνης της γωνιάς τού πλανήτη έχει πολλά να μας διδάξει. Έτσι, παίρνοντας αφορμή από την μεθαυριανή επέτειο, λέω να βάλω μπρος άλλη μια αφήγηση. Δεν έχω ιδέα πόσο χρόνο θα μου πάρει να την ολοκληρώσω αλλά θα την πιάσω από παλιά, από πολύ παλιά. Συνεπώς, προσδεθείτε και επιστρατεύστε την υπομονή σας.

Καμπόιτζη: Ο ναός του Άνγκορ Βατ σε φωτογραφία του 1931

Η ιστορία μας ξεκινάει κάπου στα τέλη του 18ου αιώνα. Νότια της Κίνας και προς την πλευρά τής ομώνυμης θαλασσας εκτείνεται το Βασίλειο του Βιετνάμ, όπου κάνει κουμάντο επί δυόμισυ σχεδόν αιώνες η δυναστεία των Τριν. Δίπλα του, προς το εσωτερικό, βρίσκεται η Αυτοκρατορία των Χμερ και νοτιώτερα, στην χερσόνησο Κοχινκίνα, το Βασίλειο των Κάμπα, το οποίο διαφεντεύουν οι άρχοντες Νγκουγιέν. Δεν είναι δύσκολο σ’ όποιον έχει ιστορική παιδεία να υποψιαστεί ότι το μικρό Βασίλειο των Κάμπα μπήκε στο μάτι των ισχυρότερων γειτόνων του. Έτσι, άρχισαν οι κόντρες ανάμεσα στους Τριν και τους Χμερ για το ποιος θα θέσει τους Νγκουγιέν υπό τον έλεγχό του. Τελικά, τα κατάφεραν οι πρώτοι και το μεγαλύτερο μέρος τής Κοχινκίνας ενώθηκε με το Βιετνάμ.Όμως, οι Νγκουγιέν δεν το έβαλαν κάτω. Εκείνη την εποχή η Γαλλία των Λουδοβίκων έλαμπε στην Ευρώπη και οι γάλλοι είχαν ξαμολυθεί σ’ όλα τα μέρη του κόσμου για να φτιάξουν αποικίες και να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία των άγγλων. Έτσι, βρέθηκαν να έχουν βάσεις και στην περιοχή για την οποία συζητάμε. Πολύ λογικά, λοιπόν, οι κυνηγημένοι Νγκουγιέν στράφηκαν για βοήθεια στους γάλλους. Εξ ίσου λογικά, οι γάλλοι δέχτηκαν να τους βοηθήσουν, αφού διέβλεψαν την ευκαιρία να απλώσουν το πόδι τους και λίγο παραπέρα. Και κάπως έτσι, το 1792 οι Νγκουγιέν ξαναπήραν την Κοχινκίνα από τους βιετναμέζους και το βασίλειό τους κατάντησε γαλλική αποικία.

[Σχεδιασμός χάρτη: Cogito ergo sum]

Το κόλπο των Νγκουγιέν άρεσε και σε έναν φιλόδοξο βιετναμέζο στρατιωτικό, τον Γκία Λονγκ, ο οποίος αποφάσισε να το υιοθετήσει. Το λοιπόν, πάει κι αυτός στους γάλλους και τους ζητάει να τον βοηθήσουν να πάρει την εξουσία στο Βιετνάμ. Άλλο που δεν ήθελαν οι γάλλοι, οι οποίοι είχαν ήδη γλυκαθεί με την Κοχινκίνα. Κι έτσι, με την βοήθεια των φραντσέζων στρατιωτών, ο Γκία Λονγκ γίνεται το 1802 «Αυτοκράτορας του Βιετνάμ». Εννοείται, βέβαια, ότι κάτι πήρε και η Γαλλία ως αντάλλαγμα, έτσι; Κάθε τόσο πήγαιναν στον αυτοκράτορα, «δεν μας δίνεις αυτό το λιμάνι, που το θέλουμε για τα καράβια μας;», «πάρτε το καλέ, έχω κι άλλα», «δεν μας δίνεις κι εκείνο το χωριό να πηγαίνουμε για διακοπές τα καλοκαίρια;», «όλο δικό σας κι αν θέλετε κι άλλο, πείτε μου», σιγά-σιγά άρχισαν να απλώνουν κανονικά και τα δυο τους τα ποδάρια έξω από το πάπλωμα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά μεσάζει ο 19ος αιώνας και οι γάλλοι όλο και επεκτείνονται προς βορρά. Μέχρι που φτάνουμε στο 1857 και ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ’ καλεί τους συμβουλάτορές του. «Ρε σεις, έτσι που πάμε χωριό-χωριό, θα πάει ο άνθρωπος στο φεγγάρι κι εμείς δεν θα έχουμε φάει το Βιετνάμ ακόμη»«Και τι να κάνουμε, μεγαλειώτατε;»«Να σκεφτείτε ρε, τί σας πληρώνω;». Κι εκείνοι σκέφτηκαν και ξανασκέφτηκαν, ώσπου το βρήκαν. «Να πάμε να γλιτώσουμε τους χριστιανούς από τους διωγμούς των κομφουκιανιστών, μεγαλειώτατε». Ξετρελάθηκε ο Ναπολέων, «βρε, αυτό το κόλπο δεν κάναμε και με την Κριμαία;», «αυτό και πήγε καλά, μεγαλειώτατε», υπογράφει τα σχετικά χρυσόβουλα και, πριν βγει η χρονιά, νάσου τα γαλλικά στρατεύματα στην Άπω Ανατολή, για να βοηθήσουν τους διωκόμενους χριστιανούς. Προσοχή: δεν είναι πλάκα, ιστορία είναι!

Με την βοήθεια του Θεού και με τον σταυρό και το τουφέκι στο χέρι, λοιπόν, οι γάλλοι σημειώνουν επιτυχίες. Το 1863 καταλαμβάνουν το κομμάτι τού βασιλείου των Κάμπα που είχαν πάρει οι Χμερ και ιδρύουν την Καμπότζη, ως γαλλικό προτεκτοράτο. Το 1867 προσαρτούν στην Καμπότζη και την Κοχινκίνα. Εν συνεχεία καταλαμβάνουν το Αννάμ στο νότιο Βιετνάμ, προτεκτοράτο κι αυτό. Κατόπιν κινούνται βόρεια της Καμπότζης διαλύοντας τους Χμερ, προτεκτοράτο και το Λάος. Ίσαμε το 1885 θα έχουν καταλάβει όλα τα εδάφη μέχρι τα σύνορα της Κίνας, ιδρύοντας και στο Τονκίνο άλλο ένα προτεκτοράτο. Τελικά, το 1887 η Γαλλία συνενώνει όλα αυτά τα εδάφη ως Γαλλική Ένωση Ινδοκίνας, αναβιώνοντας ουσιαστικά την παλιά Αυτοκρατορία του Αννάμ και τοποθετώντας ως αυτοκράτορα έναν απόγονο των Νγκουγιέν, που πήρε το αυτοκρατορικό όνομα Ντονγκ Χαν.

Ο αυτοκράτωρ Κάι Ντιν, γυιος και διάδοχος του αυτοκράτορα Ντονγκ Χαν

Εννοείται ότι επιβάλλεται ο καθολικισμός, όπως εννοείται και ότι η διοίκηση και η οικονομία οργανώνονται κατά τα γαλλικά συμφέροντα και πρότυπα, με το μεγαλύτερο τμήμα της αγροτικής παραγωγής (τσάι, καφές, καπνός κλπ) να εξάγεται στην Γαλλία. Τα μαθήματα που είχε παραδώσει η Αγγλία, τόσο με την Ινδία όσο και με τους πολέμους τού οπίου, δεν πήγαν χαμένα.

Η Γαλλία έμελλε να κυριαρχήσει στην περιοχή μέχρι το 1940, όταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος άναψε το φυτήλι που θα δημιουργούσε μια έκρηξη, τα θραύσματα της οποίας θα τραυμάτιζαν ανεπούλωτα το κύρος των ΗΠΑ τριάντε πέντε χρόνια αργότερα.

 

Ένας βρόμικος πόλεμος – 2. Ο Χο Τσι Μινχ και η ανεξαρτησία του Βιετνάμ

Καθώς μπαίνει το 1940, η Ινδοκίνα δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από τα σχέδια των ιαπώνων, οι οποίοι ονειρεύονται την κυριαρχία τους στον Ειρηνικό και σε ολόκληρη την ανατολική Ασία. Η Ιαπωνία προσπαθεί από το 1937 να καταβάλει την Κίνα, αποσπώντας της κομμάτια-κομμάτια, στα οποία εγκαθιδρύει καθεστώτα τύπου Μαντσουκουό. Σκοπός της δεν είναι να προσαρτήσει κινεζικά εδάφη (πλην της Ταϊβάν, την οποία έχει προσαρτήσει από το 1895) ούτε να διαμελίσει την Κίνα. Εκείνο που θέλει είναι μια ενιαία Κίνα στα πλαίσια μιας περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης με την Ιαπωνία να ηγεμονεύει.

Στην Κίνα, όμως, το καθεστώς των εθνικιστών τού Κουόμιτανγκ, υπό την ηγεσία τού Τσανγκ Κάι-Σεκ, επιμένει να αντιστέκεται. Μαζί του και οι κομμουνιστές τού Μάο Τσε-Τουνγκ, που άφησαν στην άκρη τον αγώνα τους κατά των εθνικιστών και συνέπηξαν μαζί τους το Ενιαίο Μέτωπο Κίνας, για να αντιμετωπίσουν από κοινού τους εισβολείς. Τον Σεπτέμβριο του 1939 οι ιάπωνες εξαπολύουν ισχυρή επίθεση κατά των καθεστωτικών δυνάμεων, με σκοπό να εκκαθαρίσουν και να καταλάβουν την επαρχία Γιουνάν, στα νότια της χώρας. Δυστυχώς γι’ αυτούς, το Ενιαίο Μέτωπο καταφέρνει όχι μόνο να αποκρούσει την επίθεση αλλά να περάσει και στην αντεπίθεση περί τα τέλη τού 1939.

Παρίσι, 1920: Ο 30χρονος Νγκουγιέν Κουόκ στην ιδρυτική συνέλευση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας.

Οι ιάπωνες βλέπουν ότι ούτε οι χερσαίες επιθέσεις τους έχουν αποτέλεσμα ούτε οι συχνοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί των κινεζικών πόλεων κάμπτουν το ηθικό των αμυνόμενων. Έτσι, στα μέσα του 1940 αποφασίζουν να ρίξουν το βάρος στον αποκλεισμό των κινέζων. Ξέρουν ότι είναι δύσκολο να αποκλείσουν την διακίνηση τροφίμων και άλλων καταναλωτικών αγαθών, αφού τα εξαιρετικά εκτεταμένα σύνορα ευνοούν το λαθρεμπόριο. Μπορούν, όμως, να αποκλείσουν τις προσβάσεις ττων κινέζων σε πολεμοφόδια και άλλες στρατηγικές ύλες από τον υπόλοιπο κόσμο, αρκεί να ελέγξουν τις σιδηροδρομικές επικοινωνίες με την Ινδοκίνα και τον δρόμο της Βιρμανίας.

Έτσι, τον Ιούλιο του 1940, η Ιαπωνία βάζει μπρος ένα πρόγραμμα επέκτασης του ελέγχου της σε όλη τη νοτιοανατολική Ασία. Ο σκοπός αυτού του αποκλεισμού είναι διττός: από την μια σφίγγει τον αποκλεισμό τής Κίνας κι από την άλλη δίνει πρόσβαση στην Ιαπωνία στις στρατηγικές ύλες τής περιοχής (π.χ. στο πετρέλαιο της Ινδονησίας). Εκείνος ο Ιούλιος του 1940 σήμανε την αρχή τού τέλους για τους γάλλους στην Ινδοκίνα. Οι ιάπωνες άρχισαν να καταλαμβάνουν πρώτα το ένα λιμάνι μετά το άλλο, μετά τα στρατηγικά σημεία τής ενδοχώρας και κατόπιν ολόκληρη την περιοχή. Η Γαλλία, με τα τόσα προβλήματα που αντιμετώπιζε στην Ευρώπη, ήταν αδύνατον να προβάλει σοβαρή αντίσταση. Μέχρι τον Σεπτέμβριο, θα έφευγε από την Ινδοκίνα και ο τελευταίος γάλλος στρατιώτης.

Εκείνη την περίοδο κάνει την είσοδό του στην Ιστορία ο -πενηντάχρονος πλέον- Νγκουγιέν Άι Κουόκ, επονομαζόμενος και Τατ Ταν, που θα πει «ολοκληρωμένος». Ο πατέρας τού Κουόκ ήταν αυτοκρατορικός διοικητής σε μια βιετναμέζικη επαρχία αλλά τον ξήλωσαν οι γάλλοι, επειδή τα παιδιά του είχαν επιδοθεί σε αντιγαλλικές δραστηριότητες στο σχολείο. Όταν ο Κουόκ τελείωσε το σχολείο, έφυγε για την Μασσαλία, όπου έκανε διάφορες δουλειές τού ποδαριού αλλά ταυτόχρονα μελετούσε και εμβάθαινε στον πολιτισμό και την πολιτική τού δυτικού κόσμου. Το 1912 έφυγε για Νέα Υόρκη και Βοστώνη, όπου έκανε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Αργότερα πήγε στην Αγγλία, όπου συνέχισε να δουλεύει ως σερβιτόρος και να διαβάζει. Ξαναγύρισε στην Γαλλία το 1919 και το 1923 έφυγε για Μόσχα, όπου έπιασε δουλειά στην Κομιντέρν και άρχισε να σπουδάζει στο πανεπιστήμιο.

Ανήσυχο μυαλό, ο Κουόκ άφησε το 1924 την Μόσχα και πήγε στην Κίνα για να βοηθήσει το κομμουνιστικό κίνημα. Με την άνοδο του Τσανγκ Κάι-Σεκ στην εξουσία, το 1927, ο Κουόκ έφυγε πάλι για την Μόσχα. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς ξαναπήγε στο Παρίσι… μετά στις Βρυξέλλες… μετά στο Βερολίνο… στην Ελβετία… στην Ιταλία… στην Ταϊλάνδη… στην Ινδία… στην Σαγκάη… στο Χονγκ-Κονγκ. Εκεί, το 1931, έβαλε μπρος τις διαδικασίες με άλλους βιετναμέζους κομμουνιστές για την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Βιετνάμ (το οποίο μετονομάζεται σχεδόν αμέσως σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδοκίνας) αλλά συνελήφθη από τους άγγλους και κατέληξε στην φυλακή. Μετά την αποφυλάκισή του, τον Ιανουάριο του 1933, ο Κουόκ επέστρεψε στην Μόσχα, όπου σπούδασε και δίδαξε στο Ινστιτούτο Λένιν μέχρι το 1938. Τότε αποφάσισε να επιστρέψει στην Κίνα, για να αγωνιστεί στο πλευρό των κομμουνιστών. Εκεί υιοθέτησε τον ψευδώνυμο με το οποίο πέρασε στην Ιστορία: Χο Τσι Μινχ. Ο φωτισμένος.

Ο Χο Τσι Μινχ αντιλαμβάνεται πολύ νωρίς ότι οι ιάπωνες θα χάσουν τον πόλεμο και θα αφήσουν τα εδάφη που έχουν καταλάβει. Αντιλαμβάνεται, επίσης, ότι χωρίς την γαλλική συνδετική ουσία, η Ινδοκίνα θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη, με αποτέλεσμα να επανασυσταθούν τα παλιά κράτη. Το κυριώτερο που αντιλαμβάνεται, όμως, είναι ότι όλα αυτά θα δημιουργήσουν ένα αναπόφευκτο κενό εξουσίας. Έτσι, αποφασίζει να οργανώσει το κομμουνιστικό κίνημα στο Βιετνάμ, ώστε να βρεθεί έτοιμο όταν παρουσιαστεί αυτό το κενό εξουσίας.

Ο Χο Τσι Μινχ κινείται γρήγορα και αποφασιστικά. Το 1939 αναδιοργανώνει εκ βάθρων το Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδοκίνας, συσπειρώνοντας μία προς μία όλες τις παράνομες κομμουνιστικές οργανώσεις τής περιοχής. Δυο χρόνια αργότερα, αυτό το κόμμα γίνεται η ψυχή ενός λαϊκού μετώπου που έχει ως σκοπό του την αντίσταση στην ιαπωνική κατοχή, το περίφημο Βιέτ-Μινχ. Η ανταπόκριση που βρήκε το Βιέτ-Μινχ στις μεγάλες λαϊκές μάζες ήταν τέτοια ώστε μέχρι το 1945 είχε καταστεί μια μεγάλη εθνική δύναμη και ένας ιδιαίτερα υπολογίσιμος αντίπαλος για τους ιάπωνες.

Η άσχημη εξέλιξη του πολέμου και ο ασίγαστος ανταρτοπόλεμος του Βιέτ-Μινχ υποχρέωσαν τους Ιάπωνες να αποχωρήσουν από την Ινδοκίνα τον Σεπτέμβριο του 1945. Όπως σωστά είχε προβλέψει ο Χο Τσι Μινχ, η Ινδοκίνα διαλύθηκε αμέσως. Ο αυτοκράτορας Μπάο Ντάι επιχείρησε να επανέλθει στον θρόνο του, αλλά δεν ήταν δυνατόν να τα καταφέρει απέναντι στο πανίσχυρο Βιέτ-Μινχ, ειδικά τώρα που δεν είχε πίσω του την στήριξη των γάλλων. Μοιραία, η ιστορία θα άλλαζε ρότα. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, οι Βιέτ-Μινχ μπήκαν στο Ανόι, συγκρότησαν κυβέρνηση και κήρυξαν την εθνική ανεξαρτησία τής χώρας τους, η οποία πήρε το όνομα Βιετναμέζικη Λαϊκή Δημοκρατία.

Ανόι, 2/9/1945: Ο Χο Τσι Μινχ διαβάζει την διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Βιετνάμ.

Από την μεριά τους οι γάλλοι, αντιλαμβανόμενοι την αδυναμία τους προ αυτών των εξελίξεων, καταφεύγουν στην διπλωματία. Ενώ το 1946 πλησιάζει στο τέλος του, η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση τού Λεό Μπλουμ δηλώνει ότι θα αναγνωρίσει το νεοσύστατο κράτος, υπό τον όρο η Βιετναμέζικη Λαϊκή Δημοκρατία να γίνει μέλος τής Γαλλικής Ένωσης, δηλαδή τής συμπολιτείας στην οποία ανήκαν όλες οι γαλλικές αποικίες.

Ο Χο Τσι Μινχ καταλάβαινε ότι οι γάλλοι έστηναν παγίδα. Από τη μια υπήρχε ένα απλό ερώτημα: πώς στα κομμάτια θα μπορούσε να σταθεί μια λαϊκή δημοκρατία κάτω από την αποικιακή ομπρέλλα μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης; Από την άλλη, όμως, η άρνησή του θα οδηγούσε την διαπραγμάτευση σε κατάρρευση για την οποία θα εθεωρείτο αυτός υπεύθυνος. Έτσι, συνέλαβε την δαιμόνια ιδέα να παγιδεύσει τους γάλλους στην δική τους παγίδα: έκανε κατ’ αρχήν δεκτή την απαίτηση του Μπλουμ και πήγε μέχρι το Παρίσι για να συζητήσει τις λεπτομέρειες.

Η γαλλική διπλωματία αιφνιδιάστηκε. Για αλλού το πήγαινε και αλλού της βγήκε. Αν το Βιετνάμ έμπαινε στην Γαλλική Ένωση, η Γαλλία θα βρισκόταν στην παράξενη θέση να προστατεύει μια λαϊκή δημοκρατία! Έπρεπε, λοιπόν, να βρει έναν τρόπο να τορπιλλίσει την υπόθεση. Και τον βρήκε: θα αναγνώριζε το νεοσύστατο κράτος αλλά χωρίς την Κοχινκίνα, η οποία θα έπρεπε να μείνει ανεξάρτητη. Είναι λογικό ότι κανένας ηγέτης κράτους δεν θα μπορούσε να κάνει δεκτή μια τέτοια απαίτηση χωρίς να θεωρηθεί προδότης τής πατρίδας του. Φυσικά, ο Χο Τσι Μινχ δεν απετέλεσε εξαίρεση και αποχώρησε από την διαπραγμάτευση.

Οι γάλλοι -υποτίθεται πως- θύμωσαν. Τώρα τον λόγο θα τον έπαιρναν τα όπλα. Λίγο πριν ανατείλει το 1947, ο πόλεμος της Ινδοκίνας ξέσπασε…

 

Ένας βρόμικος πόλεμος – 3. Η Ινδοκίνα αλλάζει

Στις αρχές τού 1946 και καθώς ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του, οι πάλαι ποτέ μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις δυσκολεύονται να συνειδητοποιήσουν ότι ο κόσμος αλλάζει και μαζί του αλλάζει και η Ινδοκίνα. Παρ’ ότι οι ιάπωνες έχουν εγκαταλείψει την νοτιοανατολική Ασία, τα βρεττανικά τάγματα που έχουν έλθει από την Ινδία δεν εννοούν να φύγουν από την περιοχή. Υπό την διοίκηση του υποστράτηγου Ντάγκλας Γκρέισυ, παραμένουν με σκοπό να βοηθήσουν τους γάλλους να ανακτήσουν την κυριαρχία τους. Από την μεριά του, το Παρίσι εκτιμά ότι οι Βιέτ-Μινχ δεν διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό, οπότε είναι πεπεισμένο ότι δεν θα δυσκολευτεί να καθυποτάξει μερικούς ξυπόλυτους. Σύντομα, βρεττανοί και γάλλοι συνειδητοποιούν την πλάνη τους. Από τον βορρά, ο Χο Τσι Μινχ διακηρύσσει την απαίτηση του βιετναμέζικου λαού να αποχωρήσουν όλοι οι αποικιοκράτες από την χώρα και αναθέτει στον στρατηγό του Βο Νγκιέν Γκιαπ την προετοιμασία για μακρόχρονο και σκληρό πόλεμο.

Ο Γκιαπ δεν είχε πάρει καμμιά στρατιωτική μόρφωση. Γεννημένος από φτωχούς ρυζοκαλλιεργητές γονείς το 1911, κατάφερε να μπει στο πανεπιστήμιο, όπου πήρε διδακτορικό στην ιστορία. Από νωρίς εντάχθηκε σε αντιγαλλικές οργανώσεις και γι’ αυτό κυνηγήθηκε από τους γάλλους. Στα τέλη τής δεκαετίας τού ’30 κατάφερε να διαφύγει στην Κίνα. Εκεί γνώρισε τον Χο Τσι Μινχ, ο οποίος διέβλεψε τις ικανότητές του και του ανέθεσε την στρατιωτική οργάνωση του Βιετ-Μινχ. Λένε πως ο Γκιαπ μπορούσε να σχεδιάσει από μήμης τις διατάξεις όλων των παρατάξεων στις μεγάλες μάχες τής ιστορίας.

Σαϊγκόν, 28/1/1946: Ο βρεττανός υποστράτηγος Ντάγκλας Γκρέισυ (δεξιά) παραδίδει την διοίκηση των αποικιοκρατικών δυνάμεων στο γάλλο στρατηγό Ζακ Λεκλέρκ.

Για να αντιμετωπίσει τους γάλλους, ο πανούργος Γκιαπ καταστρώνει ένα πρωτοποριακό πλάνο: αντιλαμβανόμενος ότι ο πόλεμος θα τραβήξει σε μάκρος, αποφασίζει να διασπάσει τις δυνάμεις του και να ανοίξει πολλά μικρά μέτωπα σε όλη την χώρα. Με τον τρόπο αυτό, θα εμποδίζει την συγκέντρωση ισχυρής γαλλικής δύναμης σε ένα σημείο ενώ οι δικές του δυνάμεις θα διαθέτουν το πλεονέκτημα του καλύτερου και ευκολώτερου εφοδιασμού. Η ευφυΐα του Γκιαπ αποδεικνύεται με τρόπο αργό αλλά σαφή και επώδυνο για τους γάλλους. Δίχως την παραμικρή βιασύνη, ο βιετναμέζος αρχιστράτηγος ξηλώνει τις γαλλικές θέσεις μία προς μία, επιμένοντας περισσότερο στον νότο ώστε να περικυκλώσει και να στριμώξει τους αντιπάλους του στον βορρά. Και καθώς οι μήνες και τα χρόνια περνούν, οι μεγάλες δυνάμεις του δυτικού κόσμου αρχίζουν να ανησυχούν.

Οι ΗΠΑ θεωρούν την νοτιοανατολική Ασία ως χώρο ζωτικής σημασίας για τα συμφέροντά τους. Η περιοχή διαθέτει σημαντικές πηγές πρώτων υλών καθώς και εμπορικές αγορές απαραίτητες για την ανοικοδόμηση των διαλυμένων από τον πόλεμο οικονομιών των συμμάχων τους, της Βρεττανίας και της Γαλλίας. Επίσης, η Ιαπωνία, η οποία εξελίσσεται σε σημαντικό σύμμαχο των ΗΠΑ στον αγώνα τους κατά του κομμουνισμού, είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τη νοτιοανατολική Ασία για την οικονομική της ανάκαμψη. Μια κομμουνιστική νίκη στην περιοχή, κατά πάσα πιθανότητα θα αναγκάσει τους ιάπωνες να έρθουν σε συμβιβασμό με την ΕΣΣΔ και την Κίνα, υπονομεύοντας έτσι την παρουσία τής Ουάσιγκτον όχι μόνο στην ανατολική Ασία αλλά και στον Ειρηνικό ευρύτερα. Ο Λευκός Οίκος είναι απολύτως σίγουρος ότι το Κρεμλίνο θα επιχειρήσει να επεκταθεί στην περιοχή, ενισχύοντας την στρατιωτική ισχύ των κατά τόπους κομμουνιστικών στοιχείων.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ένα ιστορικό χαρακτηριστικό. Πριν ακόμη τελειώσει ο Β’ Παγκόσμιος, οι ΗΠΑ έχουν αντιληφθεί ότι οι παραδοσιακές αποικιοκρατικές δυνάμεις έχουν ξεδοντιαστεί και προετοιμάζονται για να καλύψουν το κενό που εκείνες θα αφήσουν πίσω τους. Έτσι, η πολιτική τους ενθαρρύνει έμμεσα (ενίοτε δε και άμεσα) τις δυνάμεις αυτές (πρωτίστως μεν την Βρεττανία και την Γαλλία , δευτερευόντως δε την Πορτογαλία και την Ισπανία) να αποχωρήσουν από τις αποικίες τους. Ωστόσο, σε όσες από τις αποικίες αυτές φαίνεται ότι υπάρχουν απελευθερωτικά κινήματα με κομμουνιστικές τάσεις, οι πολιτειακοί υποστηρίζουν ευθέως τους ευρωπαίους.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, οι ΗΠΑ ανησυχούν για την εξάπλωση του κομμουνισμού στην Ασία, ειδικά μετά την κατάληψη της εξουσίας στην Κίνα από τον Μάο Τσε-Ντουνγκ το 1949. Στις 17 Μαΐου 1951, η αρμόδια για θέματα Ασίας υπηρεσία τού πολιτειακού υπουργείου εξωτερικών εκτιμά (*):

Το κενό εξουσίας που μένει από την ήττα της Ιαπωνίας είναι ζωτικής σημασίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Κρεμλίνο μπορεί να προσπαθήσει να εξασφαλίσει τον έλεγχο της Ιαπωνίας και έτσι να γεμίσει το κενό είτε με μια ανοικτή επίθεση είτε με τις βραδύτερες έμμεσες μεθόδους ανατροπής και διείσδυσης. Όσο αμερικανικά στρατεύματα σταθμεύουν στην Ιαπωνία, μια επίθεση της ΕΣΣΔ θα προκαλούσε σύγκρουση με τις δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών και αναμφισβήτητα τον πόλεμο μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών. Ως εκ τούτου, εκτός εάν το Κρεμλίνο έχει αποφασίσει να ξεκινήσει τον 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε μια επίθεση στην Ιαπωνία θα είναι μέρος μιας παγκόσμιας στρατηγικής, η σοβιετική πολιτική έναντι της Ιαπωνίας πιθανότατα θα κατευθυνθεί προς την προώθηση και εκμετάλλευση των πολιτικών και στρατιωτικών αδυναμιών της χώρας (…) Η απώλεια της Ινδοκίνας από κομμουνιστικό έλεγχο θα αυξήσει σημαντικά την απειλή για τα άλλα ηπειρωτικά κράτη της νοτιοανατολικής Ασίας και την Ινδονησία. Το Βιέτ-Μινχ, με την βοήθεια ισχυρής κινεζικής κομμουνιστικής στρατιωτικής παρέμβασης, μπορεί να κατακτήσει την Ινδοκίνα. Ως εκ τούτου, οι δυνάμεις που αντιτίθενται στο Βιέτ-Μινχ πρέπει να αυξήσουν ταχύτατα την στρατιωτική τους δύναμη. Πρέπει να αναζητηθεί αυξημένο αντικομμουνιστικό εργατικό δυναμικό από τα συνδεδεμένα κράτη, κυρίως το Βιετνάμ.

Tο ίδιο έγγραφο επισείει τον κίνδυνο ενός φαινομένου ντόμινο, σημειώνοντας ότι, αν η Ινδοκίνα πέσει στα χέρια των κομμουνιστών, αυτό θα θέσει τα αμερικανικά συμφέροντα παγκοσμίως σε σοβαρό κίνδυνο. Όπως συμβαίνει συνήθως, οι πολιτειακοί βλέπουν φαντάσματα. Η αλήθεια είναι πως ούτε η ΕΣΣΔ ούτε η Κίνα επιθυμούν να εμπλακούν σε μεγάλο βαθμό στην Ινδοκίνα. Αν και η Μόσχα αναγνώρισε το καθεστώς του Χο Τσι Μινχ το 1950, το ενδιαφέρον της στη νοτιοανατολική Ασία παραμένει μηδαμινό, όντας επικεντρωμένο στην ανατολική Ευρώπη. Στο δε Πεκίνο, ο Μάο Τσε-Ντουνγκ και το κομμουνιστικό κόμμα είναι απορροφημένοι με την εδραίωση της ισχύος τους στο εσωτερικό μέτωπο και δεν έχουν λόγο να ασχοληθούν με την Ινδοκίνα, εκτός -ίσως- από το να στέλνουν περιορισμένη υλική και οικονομική βοήθεια στον Χο Τσι Μινχ. Ουσιαστικά, δηλαδή, οι Βιέτ-Μινχ δεν βασίζονται σε εξωτερική βοήθεια.

Απρίλιος 1946: Στρατιώτες Βιέτ-Μινχ παρελαύνουν στους δρόμους του Ανόι.

Παρά ταύτα, ο αγώνας ενάντια στο βιετναμέζικο αντάρτικο αρχίζει να αναδεικνύεται σε βασικό μέλημα της κυβέρνησης Τρούμαν. Το πρόβλημα είναι ότι οι πολιτειακοί δεν θέλουν να εμπλακούν στρατιωτικά στην νοτιοανατολική Ασία επειδή προτιμούν να ρίξουν το βάρος τους στην ανατολική Ευρώπη, όπου φοβούνται στρατιωτική δραστηριότητα των σοβιετικών. Έτσι, ο αγώνας τους κατά του Βιέτ-Μινχ περιορίζεται σε πολιτική και οικονομική στήριξη του αυτοκράτορα Μπάο Ντάι, τον οποίο επανέφεραν οι γάλλοι, με παράλληλη ενίσχυση των γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων με αεροσκάφη και στρατιωτικό υλικό.

Όλα αυτά, όμως, δεν φαίνεται να στενοχωρούν ιδιαίτερα τον Γκιαπ, ο οποίος συνεχίζει απτόητος τον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία, στριμώχνοντας τους γάλλους όλο και περισσότερο. Καθώς φτάνουμε στο 1954, οι στρατιωτικές δυνάμεις των γάλλων περιορίζονται προς νότο στην περιοχή τής Σαϊγκόν και προς βορρά στο Τονκίνο. Κάπου εκεί στον βορρά, όχι πολύ μακρυά από τα σύνορα με την Κίνα και πολύ κοντά στα σύνορα με το Λάος, ο γαλλικός στρατός κρατάει με νύχια και δόντια μια φυσικά οχυρωμένη περιοχή: το Ντιεν Μπιεν Φου…

——————————————————
(*) Απόρρητο έγγραφο NSC 48/5 – 17/5/1951

 

Ένας βρόμικος πόλεμος – 4. Ντιεν Μπιεν Φου

Τον Μάιο του 1953, ο γάλλος πρωθυπουργός Ρενέ Μαγιέρ καλεί τον έμπιστο φίλο του στρατηγό Ανρί Ναβάρ για να του αναθέσει την διοίκηση των γαλλικών δυνάμεων στην Ινδοκίνα. Η οδηγία που δίνει ο Μαγιέρ στον Ναβάρ είναι απλή: να φτιάξει τις κατάλληλες στρατιωτικές συνθήκες που θα οδηγούσαν σε μια ένδοξη πολιτική λύση.

Ο Ναβάρ απογοητεύεται από την κατάσταση που βρίσκει φτάνοντας στην Ινδοκίνα και εξοργίζεται όταν διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει στρατηγικό σχέδιο αντιμετώπισης των ανταρτών. Όλα γίνονται με βάση ημερήσια σχέδια. Έτσι, ο Ναβάρ βάζει το κεφάλι κάτω, μελετά επισταμένως τα δεδομένα και συλλαμβάνει το σχέδιο «σκαντζόχοιρος», που θα του έδινε την δυνατότητα να ξεμπερδεύει με τον εκνευριστικό πόλεμο φθοράς τού Γκιαπ και να τσακίσει για τα καλά το Βιέτ-Μινχ. Οι πληροφορίες του λένε ότι οι βιετναμέζοι αντάρτες ανεφοδιάζονται από τα βορειοδυτικά σύνορα της χώρας με το Λάος, σε μια περιοχή που λέγεται Ντιεν Μπιεν Φου. Το σχέδιο είναι απλό αλλά μεγαλοφυές: οι γαλλικές μονάδες θα κλείσουν τους δρόμους ανεφοδιασμού ενισχύοντας τον έλεγχό τους στην περιοχή και θα συγκεντρώσουν ισχυρές δυνάμεις ώστε να παρασύρουν τους Βιέτ-Μινχ σε μια ευρεία σύγκρουση, στην οποία θα υπερίσχυε ο ανώτερος πολεμικός τους εξοπλισμός και, κυρίως, ο πλήρης έλεγχος από αέρος, μιας και οι Βιέτ-Μινχ δεν διέθεταν ούτε αεροπλάνα ούτε αντιαεροπορικό πυροβολικό.

Χο Τσι Μινχ – Βο Νγκιεν Γκιαπ

Ο δυστυχής Ναβάρ δεν ήταν δυνατόν να υποψιαστεί ότι το «σπουδαίο» σχέδιό του δεν ήταν παρά μια αριστοτεχνικά στημένη παγίδα ενός από τους μεγαλύτερους στρατηγούς που πέρασαν ποτέ από την Ιστορία (ίσως του μεγαλύτερου, κατά την γνώμη τού γράφοντος), του Βο Νγκιέν Γκιαπ. Οι περί ανεφοδιασμού μέσω Λάος «πληροφορίες» είχαν σκηνοθετηθεί έντεχνα από τον Γκιαπ, για να παρασύρει τους αντιπάλους του στην περιοχή. Όσο δε για αντιαεροπορικά και λοιπά βαρειά πυροβόλα, ο Γκιαπ είχε στην διάθεσή του αρκετά από εκείνα που άφησαν πίσω τους οι ιάπωνες φεύγοντας αλλά τόσα χρόνια δεν τα χρησιμοποιούσε, θέλοντας να δώσει στους γάλλους την εντύπωση ότι δεν είχε ούτε κάννη. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή.

Οι γάλλοι έβαλαν μπρος το σχέδιό τους. Σιγά-σιγά, χάρη στον μικρό αεροδιάδρομο που έφτιαξαν στην περιοχή, ανάμεσα στους λόφους που περικλείουν το Ντιεν Μπιεν Φου μαζεύτηκαν πάνω από δώδεκα χιλιάδες στρατιώτες, ενώ τα αεροπλάνα πηγαινοέρχονταν φέρνοντας πυρομαχικά, τρόφιμα και κάθε είδους άλλο εφόδιο. Στα γύρω υψώματα στήθηκαν οχυρωματικές θέσεις, στις οποίες οι γάλλοι έδωσαν γυναικεία ονόματα, σαν να βρίσκονταν σε καμπαρέ: Μπεατρίς, Ανν-Μαρί, Ντομινίκ, Ελιάν, Υζέτ, Κλωντίν, Γκαμπριέλ, Ιζαμπέλ… Καθώς έμπαινε πλέον το 1954, το βαθυπέδιο του Ντιεν Μπιεν Φου μεταμορφωνόταν σε απόρθητο οχυρό.

Στο μεταξύ, ο Γκιαπ ετοιμαζόταν για την τελική σύγκρουση. Οι «ξυπόλυτοι» Βιέτ-Μινχ, κινούμενοι μόνο την νύχτα, μέσα από δύσβατα εδάφη και από αυτοσχέδιες σήραγγες που άνοιξαν στα βουνά, μετέφεραν με μουλάρια ή και με τα χέρια, όλο τον βαρύ οπλισμό που διέθεταν και τον παρέταξαν στα βουνά γύρω από τις γαλλικές θέσεις. Ο Γκιαπ δεν βιαζόταν. Αν πέρασε στην ιστορία ως ο στρατηγός που δεν έχασε ποτέ μάχη, ήταν επειδή ποτέ δεν έκανε ο,τιδήποτε με βιασύνη.

Parisien, 8/5/1954: «Το Ντιεν Μπιεν Φου έπεσε»

Τελικά, η επίθεση των Βιέτ-Μινχ εκδηλώθηκε την νύχτα τής 13ης Μαρτίου, με σφοδρό βομβαρδισμό των γαλλικών θέσεων. Για να σπάσει τα νεύρα των αντιπάλων του αλλά και για να μη τους επιτρέψει να προσδιορίσουν με ακρίβεια τις θέσεις του, ο Γκιαπ πολεμούσε μόνο την νύχτα. Κατά την διάρκεια της ημέρας δεν έπεφτε ούτε τουφεκιά. Οι γάλλοι κόντεψαν να τρελαθούν, καθώς πλήττονταν από έναν αντίπαλο που δεν τον έβλεπαν. Κάποιοι τρελάθηκαν πραγματικά. Μεταξύ τους, ο διοικητής τού γαλλικού πυροβολικού αντισυνταγματάρχης Σαρλ Πιρό, ο οποίος αυτοκτόνησε στις 15 Μαρτίου.

Ο Γκιαπ συνέχισε το κρυφτούλι για αρκετό καιρό. Βομβαρδισμοί την νύχτα, ανάπαυση την ημέρα. Δεν βιαζόταν. Εκτός από ηθικό, οι πολιορκημένοι θα ξέμεναν -αργά ή γρήγορα- και από εφόδια, καθώς τα αντιαεροπορικά πυροβόλα των ανταρτών δεν επέτρεπαν στα γαλλικά αεροπλάνα να πλησιάσουν. Στο μεταξύ, οι επιθέσεις κατά των τριγύρω οχυρωμένων γαλλικών θέσεων ήσαν καταιγιστικές και αποφασιστικές, μη επιτρέποντας στους αμυνόμενους να ανακαταλάβουν έστω και μια χαμένη θέση. Στις 14 του μηνός έπεσε η Μπεατρίς, στις 15 η Γκαμπριέλ, στις 17 η Ανν-Μαρί, στις 30 η Ντομινίκ, στις αρχές Απριλίου η Ελιάν, στα τέλη η Ιζαμπέλ, την πρωτομαγιά η Υζέτ…

Ουσιαστικά, τα πάντα είχαν κριθεί. Όταν στις 7 Μαΐου ο Γκιαπ διατάσσει ολομέτωπη επίθεση στο κεντρικό στρατόπεδο, από τα γύρω βουνά ξεχύνονται 25.000 Βιέτ-Μινχ κατά των 3.000 γάλλων που έχουν απομείνει. Στις 5 το απόγευμα, ο επί κεφαλής των αμυνομένων στρατηγός Κριστιάν ντε Καστρ τηλεφωνεί στην γενική γαλλική διοίκηση του Ανόι, στον στρατηγό Ρενέ Κονύ: «Οι Βιέτ-Μινχ βρίσκονται παντού. Η κατάσταση είναι τραγική. Ο αγώνας είναι σκληρός και συνεχίζεται. Πιστεύω ότι το τέλος πλησιάζει αλλά θα πολεμήσουμε ως το τέρμα». Ο Κονύ απαντά: «Φυσικά θα πολεμήσετε ως το τέρμα. Δεν έχει νόημα να υψώσετε λευκή σημαία μετά την ηρωική σας αντίσταση».

Πριν νυχτώσει, όλα είχαν τελειώσει. Το τελευταίο μήνυμα που μετέδωσαν οι γάλλοι ήταν σαφές: «Ο εχθρός μάς ισοπέδωσε. Χάσαμε τα πάντα. Ζήτω η Γαλλία!». Κάποιοι από τους αμυνόμενους κατάφεραν να ξεφύγουν από το στρατόπεδο αλλά δεν μπόρεσαν να γλιτώσουν από τους αντάρτες που βρίσκονταν στα βουνά. Από τους 12.000 στρατιώτες που βρίσκονταν στην περιοχή πριν δυο μήνες, μόνο 70 από την απομακρυσμένη Ιζαμπέλ κατάφεραν να διαφύγουν δυτικά και να περάσουν στο Λάος. Ο ντε Καστρ δεν έκανε το χατήρι τού Κονύ και βρέθηκε ανάμεσα σ’ εκείνους που, τελικά, παραδόθηκαν (αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και πέθανε το 1991, λίγο πριν κλείσει τα 90 του χρόνια).

Ντιεν Μπιεν Φου, 7/5/1954: Βιέτ-Μινχ υψώνουν την σημαία του Βιετνάμ στο γαλλικό διοικητήριο.

Η ήττα στο Ντιεν Μπιεν Φου σήμανε την αρχή τού τέλους τής γαλλικής παρουσίας στην Ινδοκίνα. Την επόμενη ακριβώς μέρα, 8 Μαΐου 1954, άρχισε η συνδιάσκεψη της Γενεύης, με την παρουσία του Χο Τσι Μινχ. Η συνδιάσκεψη αποφάσισε να κόψει στα δυο το Βιετνάμ κατά μήκος του 17ου παράλληλου και να δημιουργήσει την Βιετναμέζικη Λαϊκή Δημοκρατία στον βορρά και την Πολιτεία του Βιετνάμ στον νότο, η οποία θα ανήκε στην Γαλλική Ένωση αλλά υποχρεωνόταν να διεξαγάγει δημοψήφισμα μέσα στο 1956 για την ένωσή της με την Βιετναμέζικη ΛΔ.

Δυστυχώς, χάρη στις ΗΠΑ που δεν έβλεπαν με καθόλου καλό μάτι την κομμουνιστική επικράτηση στην περιοχή, οι εξελίξεις ήσαν διαφορετικές. Με την βοήθεια της Ουάσινγκτον, η διακυβέρνηση της Πολιτείας του Βιετνάμ ανατέθηκε στον πρώην αυτοκράτορα Μπάο Ντάι και τον πρωθυπουργό του Νγκο Ντιν Ντιέμ, οι οποίοι, παραβιάζοντας την απόφαση της Γενεύης, στις 26/10/1955 ανακήρυξαν την Πολιτεία ως αυτόνομο κράτος με την ονομασία Δημοκρατία του Βιετνάμ, το οποίο εννοείται ότι αναγνωρίστηκε αμέσως από τις ΗΠΑ. [Λεπτομέρεια. Η απόφαση της αυτονομίας πάρθηκε με… δημοκρατικό τρόπο, αφού οι κυβερνήτες οργάνωσαν σχετικό δημοψήφισμα, στο οποίο υπερίσχυσε η αυτονομία με ποσοστό… 98,91%. Το ότι σ’ αυτό το δημοψήφισμα ψήφισε το… 108,42% των εγγεγραμμένων αποτελεί στοιχείο ανάξιο λόγου σε μια δημοκρατία.]

Φυσικά, ο Χο Τσι Μινχ και οι βιετναμέζοι δεν θα μπορούσαν να δεχτούν αδιαμαρτύρητα τον ακρωτηριασμό της χώρας τους, για την ελευθερία τής οποίας αγωνίζονταν επί δεκαετίες. Το φυτίλι που άναψαν οι ΗΠΑ στην περιοχή δεν γινόταν να μη προκαλέσει εκρήξεις. Οι Βιέτ-Μινχ θα αναλάμβαναν και πάλι δράση, μόνο που τώρα θα γίνονταν γνωστοί με το όνομα Βιέτ-Κονγκ, δηλαδή βιετναμέζοι κομμουνιστές.

 

Ένας βρόμικος πόλεμος – 5. Οι ΗΠΑ διαδέχονται την Γαλλία

Πρόκειται για ένα διαφορετικό είδος πολέμου. Δεν υπάρχουν πολεμικές στρατιές ή επίσημες δηλώσεις. Μερικές φορές, κάποιοι πολίτες του Νότιου Βιετνάμ, με κατανοητό παράπονο, πήραν μέρος στην επίθεση κατά της κυβέρνησής τους. Αλλά αυτό δεν πρέπει να κρύβει το βασικό γεγονός ότι εδώ έχουμε πραγματικό πόλεμο, ο οποίος καθοδηγείται από το Βόρειο Βιετνάμ και προκαλείται από την κομμουνιστική Κίνα. Στόχος του είναι να κατακτήσει τον νότο, να νικήσει την πολιτειακή εξουσία και να επεκτείνει την κυριαρχία του κομμουνισμού στην Ασία. Το διακύβευμα είναι μεγάλο. Τα περισσότερα από τα μη κομμουνιστικά έθνη της Ασίας δεν μπορούν από μόνα τους να αντισταθούν στην αυξανόμενη δύναμη και στη φιλοδοξία του ασιατικού κομμουνισμού.
Επομένως, η ισχύς μας είναι ζωτικής σημασίας. Αν αποσυρθούμε από το Βιετνάμ, τότε κανένα έθνος δεν μπορεί να έχει και πάλι την ίδια εμπιστοσύνη στην πολιτειακή υπόσχεση ή στην πολιτειακή προστασία. Σε κάθε χώρα οι δυνάμεις ανεξαρτησίας θα εξασθενίσουν σημαντικά και μια απειλούμενη από την κομμουνιστική κυριαρχία Ασία θα έθετε βεβαίως σε κίνδυνο την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών.

        Δεν επιλέξαμε να είμαστε οι κηδεμόνες στην πύλη, αλλά δεν υπάρχει κανένας άλλος. Ούτε θα παραδοθούμε στο Βιετνάμ για να έλθει η ειρήνη, επειδή μάθαμε από τον Χίτλερ στο Μόναχο ότι η επιτυχία τροφοδοτεί μόνο την όρεξη της επιθετικότητας. Η μάχη θα ανανεωθεί σε μια άλλη χώρα και στη συνέχεια σε μια άλλη, φέρνοντας μαζί της ίσως ακόμα μεγαλύτερη και πιο σκληρή σύγκρουση, όπως μάθαμε από τα διδάγματα της ιστορίας.
        Επί πλέον, βρισκόμαστε στο Βιετνάμ για να εκπληρώσουμε μία από τις πιο επίσημες υποσχέσεις του πολιτειακού έθνους. Τρεις πρόεδροι -ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ, ο πρόεδρος Κέννεντυ και ο σημερινός πρόεδρός σας- εδώ και 11 χρόνια έχουν δεσμευτεί και έχουν υποσχεθεί να βοηθήσουν στην υπεράσπιση αυτού του μικρού και γενναίου έθνους. Ενισχυμένος από αυτή την υπόσχεση, ο λαός του Νοτίου Βιετνάμ έχει αγωνιστεί για πολλά χρόνια. Χιλιάδες από αυτούς έχουν πεθάνει. Χιλιάδες ακόμα έχουν τραυματιστεί από τον πόλεμο. Δεν μπορούμε τώρα να αθετήσουμε τον λόγο μας ή να εγκαταλείψουμε τη δέσμευσή μας ή να αφήσουμε όσους μας πίστεψαν και μας εμπιστεύθηκαν, στην τρομοκρατία και στην καταπίεση και στις δολοφονίες που θα ακολουθούσαν.
        Αυτός, λοιπόν, συμπατριώτες μου, είναι ο λόγος για τον οποίο βρισκόμαστε στο Βιετνάμ.

 

Σαϊγκόν, 12/5/1961: Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Λύντον Τζόνσον συναντιέται με τον Νγκο Ντιν Ντιέμ

Τα παραπάνω λόγια ειπώθηκαν από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Λύντον Τζόνσον σε συνέντευξη που παραχώρησε στις 28/7/1965, προκειμένου να δικαιολογήσει την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Φυσικά, ο Τζόνσον δεν αποκαλύπτει την πραγματικότητα αλλά καλύπτει με τον παλιό, γνωστό αντικομμουνιστικό λόγο την επιθυμία των ΗΠΑ να βάλουν χέρι στον πλούτο της περιοχής και κρύβει την παρατήρηση που περιλαμβανόταν στο απόρρητο έγγραφο NSC 48/5 :

Αν οι κομμουνιστές αποκτήσουν τον έλεγχο (ενν.: στο Βιετνάμ) τότε η θέση των ΗΠΑ στο νησιωτικό σύμπλεγμα του Ειρηνικού θα γίνει επισφαλής, ενώ θα κινδυνεύσουν τα θεμελιώδη συμφέροντά μας στην Άπω Ανατολή (…) Η νοτιοανατολική Ασία και ιδιαίτερα η Μαλαισία και η Ινδονησία αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή φυσικού καουτσούκ και κασσίτερου παγκοσμίως ενώ παράγουν, επίσης, πετρέλαιο και άλλα προϊόντα στρατηγικής σημασίας.

Παράλληλα, καθώς ο Τζόνσον αναφέρεται σε τρεις προέδρους, αφήνει εσκεμμένα απ’ έξω τον Τρούμαν. Καθ’ ότι επί προεδρίας Τρούμαν πήραν μυρωδιά οι ΗΠΑ ότι, αργά ή σύντομα, οι γάλλοι θα αποχωρούσαν από την Ινδοκίνα και άρχισαν να προετοιμάζονται για την διαδοχή. Γι’ αυτό, άλλωστε, ο Τρούμαν πέταξε στο καλάθι των αχρήστων τις εκκλήσεις για βοήθεια που του έστελνε τότε ο Χο Τσι Μινχ, αν και ο τελευταίος είχε βρεθεί στο πλευρό των ΗΠΑ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς το Βιέτ-Μινχ πολεμούσε κατά των ιαπώνων:

Μεταξύ Οκτωβρίου 1945 και Φεβρουαρίου 1946, ο Χο Τσι Μινχ έγραψε οκτώ επιστολές προς τον πρόεδρο Τρούμαν, υπενθυμίζοντάς του τις υποσχέσεις τής Χάρτας του Ατλαντικού για αυτοδιάθεση. Μία από τις επιστολές στάλθηκε και στον Τρούμαν και στα Ηνωμένα Έθνη: «Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή τής Εξοχότητάς σας για αυστηρά ανθρωπιστικούς λόγους στο ακόλουθο ζήτημα. Δύο εκατομμύρια βιετναμέζοι πέθαναν από πείνα από το χειμώνα του 1944 ως την άνοιξη του 1945 εξ αιτίας της πολιτικής πείνας των γάλλων, οι οποίοι κατάσχεσαν και αποθήκευσαν για ελεγχόμενη διάθεση όλα τα αποθέματα ρυζιού (…) Τα τρία τέταρτα της καλλιεργήσιμης γης πλημμύρισαν το καλοκαίρι τού 1945, γεγονός που ακολουθήθηκε από μεγάλη ξηρασία. Χάθηκαν τα πέντε έκτα μιας κανονικής συγκομιδής (…) Πολλοί άνθρωποι πεινούν (…) Αν οι μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις και οι διεθνείς οργανισμοί αρωγής δεν μας φέρουν άμεση βοήθεια, θα αντιμετωπίσουμε επικείμενη καταστροφή (…)». Ο Τρούμαν δεν απάντησε ποτέ. (*)

«Ο Τρούμαν δεν απάντησε ποτέ»… Σιγά μην απαντούσε, δηλαδή, αφού την ίδια στιγμή ενίσχυε τις γαλλικές δυνάμεις στην Ινδοκίνα με όπλα και χρήμα. Για την Ουάσιγκτον, η αποχώρηση των γάλλων από την περιοχή ήταν βέβαιη, όμως δεν έπρεπε να αφήσουν πίσω τους καμμένη γη. Για να το πούμε σχηματικά, δεν έπρεπε να γίνει κατάληψη από τις ΗΠΑ ενός χώρου που θα είχε πρωτύτερα αδειάσει η Γαλλία αλλά θα έπρεπε να υπάρξει ομαλή διαδοχή (ακριβώς όπως έγινε στην Ελλάδα με την Βρεττανία, για να καταλαβαινόμαστε καλύτερα). Στο Νότιο Βιετνάμ, αυτή η διαδικασία διαδοχής είναι ξεκάθαρη: η νεοσύστατη Πολιτεία παραμένει στην Γαλλική Ένωση αλλά οι ΗΠΑ διορίζουν ως κυβερνήτη της τον Νγκο Ντιν Ντιέμ, μόνιμο κάτοικο Νέας Υόρκης και πολιτειακό υπήκοο. Στο κάτω-κάτω, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι πολιτειακοί παραβιάζουν την συμφωνία τής Γενεύης εφ’ όσον ποτέ δεν την υπέγραψαν!

Ουάσιγκτον, 8/5/1957: Ο πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ με τον υπουργό εξωτερικών Τζων Φόστερ Ντάλλες υποδέχονται στο αεροδρόμιο τον Νγκο Ντιν Ντιέμ, ο οποίος φτάνει με στρατιωτικό αεροπλάνο των ΗΠΑ

Ο Ντιέμ είναι μια σκέτη μαριονέττα, δίχως ιδιαίτερα προσόντα. Ο υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Τζων Φόστερ Ντάλλες είχε πει ότι η επιλογή τού Ντιέμ έγινε επειδή δεν υπήρχε κανείς καλύτερος. Η βασική υποχρέωση του Ντιέμ είναι απλή: να μη γίνει ποτέ το δημοψήφισμα για ένωση της Πολιτείας με την Βιετναμέζικη Λαϊκή Δημοκρατία. Οι πολιτειακοί γνωρίζουν καλά ότι το αποτέλεσμα ενός τέτοιου δημοψηφίσματος δεν θα είναι σύμφωνο με τις επιθυμίες τους:

Ποτέ δεν μίλησα με κάποιον γνώστη των πραγμάτων της Ινδοκίνας, ο οποίος να μη συμφωνούσε στο ότι, αν πραγματοποιούνταν εκλογές, ήταν πολύ πιθανό ένα 80% του πληθυσμού να ψήφιζε τον κομμουνιστή Χο Τσι Μινχ ως ηγέτη του. (**)

Το καλοκαίρι του 1955 ο Ντιέμ βάζει μπρος την επιχείρηση «Καταγγέλλουμε τους κομμουνιστές», κατά την διάρκεια της οποίας συλλαμβάνονται, φυλακίζονται, βασανίζονται ή εκτελούνται χιλιάδες κομμουνιστές ή απλοί συμπαθούντες. Τον Αύγουστο του 1956 ο Ντιέμ καθιερώνει την θανατική ποινή για οποιονδήποτε καταδικαζόταν λόγω κομμουνιστικής δραστηριότητας. Μέσα σε δυο χρόνια εκτελούνται 12.000 άτομα και μέχρι τέλους τού 1958 πάνω από 40.000 βρίσκονται στις φυλακές. Κι όλα αυτά, ενώ οι ΗΠΑ όχι μόνο τον ενισχύουν οικονομικά με πακτωλό χρημάτων αλλά στέλνουν και εκπαιδευτές για να οργανώσουν τον στρατό και τις υπηρεσίες ασφαλείας του (***). Για να μη παίζουμε με τις λέξεις, μπορούμε να πούμε ευθέως ότι οι ΗΠΑ απέσπασαν ένα κομμάτι τού Βιετνάμ όπου εγκατέστησαν και στήριξαν την δικτατορία τού Ντιέμ.

Με το 80% του νοτιοβιετναμέζικου λαού να αντιτίθεται στα σχέδια των ΗΠΑ και να προσβλέπει στον Χο Τσι Μινχ (σύμφωνα με την παραδοχή των ίδιων των πολιτειακών), είναι πλέον αδύνατον να διατηρηθεί η -έτσι κι αλλιώς, εύθραυστη- ηρεμία στην περιοχή. Χωρίς να καταλάβει κανείς το πότε, ο πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ και τους Βιέτ-Κονγκ φουντώνει, δίχως να κηρυχτεί ποτέ επίσημα.

——————————————–
(*) Howard Zinn, «A people’s history of the United States», εκδόσεις Harper. Το απόσπασμα παρατίθεται σε μετάφραση από το πρωτότυπο αν και το εξαιρετικό αυτό βιβλίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αιώρα.
(**) Dwight D. Eisenhower, «Mandate for Change – The White House years 1953-1956».
(***) Gabriel Kolko, «Anatomy of a War: Vietnam, the United States and the Modern Historical Experience». Άφθονες πληροφορίες και στοιχεία υπάρχουν και στο «The Pentagon Papers – Gravel Edition, Volume 1, Chapter 5, ‘Origins of the Insurgency in South Vietnam, 1954-1960’«.

 

Ένας βρόμικος πόλεμος – 6. Η CIA μπαίνει στο παιχνίδι

Πριν συνεχίσουμε, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Με δεδομένο ότι η εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ κράτησε μια ολόκληρη εικοσαετία, θα ήταν αδύνατο να μιλήσουμε στο ιστολόγιο αναλυτικά και με λεπτομέρειες γι’ αυτήν. Άλλωστε, έχουν γραφτεί τόσα και τόσα για τούτη την ντροπή των ΗΠΑ, ώστε ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να βρει όσες πληροφορίες θέλει. Εμείς εδώ θα περιοριστούμε σε σημαντικά και κομβικά γεγονότα αλλά και σε λεπτομέρειες λιγώτερο σημαντικές αλλά άγνωστες και μάλλον δύσκολα προσπελάσιμες στον μέσο αναγνώστη. Έχοντας αυτά κατά νου, ας συνεχίσουμε την αφήγησή μας.

Η δεκαετία τού ’50 οδεύει προς το τέλος της. Τόσο η εσωτερική αντίσταση όσο και η εξωτερική (με τους Βιέτ-Κονγκ) κατά του Ντιέμ συνεχίζονται ανυποχώρητα, όταν, τον Δεκέμβριο του 1958, ο Χο Τσι Μινχ βάζει σε εφαρμογή το μεγάλο κόλπο. Προκειμένου να εξασφαλίσει καλύτερο ανεφοδιασμό των ανταρτικών ομάδων που δρουν στο Νότιο Βιετνάμ, συνεργάζεται με το κομμουνιστικό κίνημα Πάθετ Λάο, το οποίο μάχεται για την κατάληψη της εξουσίας στο γειτονικό Λάος. Με την βοήθεια των ντόπιων κομμουνιστών, τριάντα χιλιάδες Βιέτ-Κονγκ αρχίζουν να φτιάχνουν δρόμους και μονοπάτια μέσα στα κακοτράχαλα βουνά, με σκοπό να φτάνουν οι ενισχύσεις από το Βόρειο στο Νότιο Βιετνάμ μέσω Λάος και Καμπότζης. Μέχρι το 1961, το περίφημο «Μονοπάτι του Χο Τσι Μινχ« ήταν έτοιμο. Σύμφωνα με την Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας (NSA) των ΗΠΑ, το Μονοπάτι ήταν «ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της στρατιωτικής μηχανικής τού 20ού αιώνα» (*).

28/11/1961: Ο Τζων Κέννεντυ απονέμει το Μετάλλιο Εθνικής Ασφαλείας στον διευθυντή τής CIA Άλλεν Φόστερ Ντάλλες. Σήμερα υπάρχουν ακόμη υπόνοιες ότι ο Ντάλλες οργάνωσε την δολοφονία τού Κέννεντυ

.

Η νέα δεκαετία ανατέλλει. Πίσω, στις ΗΠΑ, ο νεοεκλεγμένος και πολυδιαφημισμένος πρόεδρος Τζων Φιτζέραλντ Κέννεντυ έχει ένα σωρό πονοκεφάλους. Κατ’ αρχήν, τα μέσα ενημέρωσης όλου του κόσμου εκτίμησαν ότι από την πρώτη του συνάντηση με τον Νικήτα Χρουτσόφ στην Βιέννη, βγήκε κερδισμένος ο Σοβιετικός ηγέτης. Κι από δίπλα, έρχονται το στραπάτσο τού «Κόλπου των Χοίρων» στην Κούβα, η κατασκευή τού Τείχους στο Βερολίνο και οι νίκες τού Πάθετ Λάο στο Λάος. Δεν θέλει πολύ για να κολλήσει στον Κέννεντυ η ρετσινιά τού «loser», του χαμένου στις κόντρες με τους κομμουνιστές. Ο πρόεδρος πρέπει να κάνει αμέσως κάτι που θα τονώσει και την φήμη του και την αξιοπιστία των ΗΠΑ. Όπως λένε οι πολιτειακοί, «he is determined to draw a line in the sand». Έτσι, αμέσως μετά την συνάντησή του με τον Χρουτσόφ, δηλώνει στον Τζέημς Ρέστον των New York Times: «Τώρα έχουμε πρόβλημα στο να κάνουμε την ισχύ μας αξιόπιστη και το Βιετνάμ μοιάζει το κατάλληλο μέρος (ενν.: για να το επιχειρήσουμε)» (**).

Επί τρία χρόνια ο Κέννεντυ κάνει ό,τι μπορεί για να στηρίξει το Νότιο Βιετνάμ στον αγώνα κατά των κομμουνιστών, στέλνοντας όλο και περισσότερο χρήμα, όλο και περισσότερους στρατιώτες. Τον Μάιο του 1961, ο αντιπρόεδρος Λύντον Τζόνσον επισκέπτεται την Σαϊγκόν και συναντιέται με τον δικτάτορα Ντιέμ, χαρακτηρίζοντάς τον στις δηλώσεις του ως «Ουίνστον Τσώρτσιλ της Ασίας» (***). Το κακό με τον «Τσώρτσιλ της Ασίας» είναι ότι από την μια τον έχουν πάρει όλοι χαμπάρι ότι είναι άχρηστος και βλαμμένος κι από την άλλη έχει ξεφύγει τόσο με τις σφαγές ώστε προκαλεί ως και την επέμβαση του Πάπα, ο οποίος προσπαθεί να τον νουθετήσει. Στο μεταξύ, ο Κέννεντυ συνεχίζει να στέλνει στρατό. Μέχρι τον Νοέμβριο του 1963 θα έχουν μαζευτεί στο Νότιο Βιετνάμ πάνω από 16.000 πολιτειακοί στρατιώτες. Ανήσυχος, ο Τζων Κέννεθ Γκαλμπραίηθ (τότε πρέσβυς στην Ινδία) προσπαθεί να αφυπνήσει τον πρόεδρο: «Υπάρχει συνεπώς κίνδυνος να αντικαταστήσουμε τους γάλλους ως αποικιακή δύναμη στην περιοχή και να ματώσουμε όπως μάτωσαν οι γάλλοι». Αξίζει τον κόπο να σημειώσουμε ότι η σχέση τού Γκαλμπραίηθ με τον Κέννεντυ ήταν τόσο στενή ώστε τα γράμματα του πρέσβυ έφταναν κατ’ ευθείαν στα χέρια τού προέδρου, χωρίς να ανοιχτούν πριν από οποιονδήποτε.

Ο κόμπος με τον Ντιέμ φτάνει στο χτένι όταν, στις 2 Ιανουαρίου 1963, μια μικρή ομάδα Βιέτ-Κονγκ εξοντώνει μια νοτιοβιετναμεζική μεραρχία, την οποία διοικούσε ο πλέον έμπιστος στρατηγός τού Ντιέμ. Γίνεται πλέον σαφές ότι ο Ντιέμ προωθεί ανίκανους στην στρατιωτική ηγεσία, αρκεί να είναι φίλοι του. Σιγά-σιγά αρχίζει να γεννιέται μεταξύ των υπόλοιπων αξιωματικών καρριέρας η ιδέα ενός πραξικοπήματος που θα ανέτρεπε τον δικτάτορα. Η ιδέα αυτή θεριεύει το καλοκαίρι του 1963, όταν ο καθολικός Ντιέμ στρέφεται χωρίς λόγο κατά των βουδδιστών, οι οποίοι αρχίζουν να αυτοκτονούν, συγκλονίζοντας την παγκόσμια κοινή γνώμη. O υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Ντην Ρασκ βλέπει με καλό μάτι την λύση ενός πραξικοπήματος αλλά ο συνάδελφός του στο υπουργείο αμύνης Ρόμπερτ Μακναμάρα επιμένει στην στήριξη του Ντιέμ, λέγοντας ότι «μπορεί να είναι ανίκανος αλλά είναι καλός εθνικιστής».

Τότε μπαίνει στο παιχνίδι και η CIA. Ο διαβόητος διευθυντής της Άλλεν Ντάλλες συναντιέται με τους στρατηγούς που σχεδιάζουν την ανατροπή τού Ντιέμ και τους διαβεβαιώνει προσωπικά ότι οι ΗΠΑ δεν αντιτίθενται στα σχέδιά τους και δεν σκοπεύουν ούτε να τους τιμωρήσουν ούτε να διακόψουν την παροχή βοήθειας. Η αντίστροφη μέτρηση για τον παρανοϊκό δικτάτορα αρχίζει. Το πραξικόπημα εκδηλώνεται στις 2 Νοεμβρίου 1963 και ο Νγκο Ντιν Ντιέμ μαζί με τον αδελφό του Νου εκτελούνται εν ψυχρώ από τους κινηματίες. Ο πρέσβυς των ΗΠΑ Χένρυ Κάμποτ Λοτζ καλεί αμέσως τους επί κεφαλής τού πραξικοπήματος στην πρεσβεία και τους συγχαίρει.

Το αξιοσημείωτο στην όλη αυτή υπόθεση είναι ότι ο Ντάλλες και οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ κινήθηκαν εν κρυπτώ, με δική τους πρωτοβουλία. Ο Κέννεντυ δεν είχε ιδέα! Ο στρατηγός Μάξουελ Ταίυλορ, σύμβουλος τότε του προέδρου, αφηγείται στον δημοσιογράφο Στάνλεϋ Κάρνοου την αντίδραση του Κέννεντυ μόλις τον ενημέρωσε για το πραξικόπημα: «βγήκε από το δωμάτιο με το σοκ και την απογοήτευση ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του». Ο Λοτζ αναλαμβάνει να καθησυχάσει τον πρόεδρο, μηνύοντάς του ότι τώρα υπάρχουν προοπτικές να τελειώσει συντομώτερα ο πόλεμος. Στις 6 Νοεμβρίου, ο Κέννεντυ απαντά στον Λοτζ, επαινώντας τον με ενθουσιασμό:

      (…) Η ηγεσία σας στην οργάνωση και διοίκηση της όλης πολιτειακής επιχείρησης στο Νότιο Βιετνάμ κατά τους τελευταίους μήνες είναι υψίστης σπουδαιότητος και πρέπει να γνωρίζετε ότι αυτό το επίτευγμα αναγνωρίζεται εδώ από ολόκληρη την κυβέρνηση. (…)
      Με ανανεωμένη εκτίμηση λόγω της καλής δουλειάς,
      Τζων Φ. Κέννεντυ

Παρένθεση. Ο δημοκράτης πρόεδρος δεν θα προλάβαινε να δει το αποτέλεσμα της «καλής δουλειάς» του Λοτζ. Δεκαέξι μέρες αργότερα, στις 22 Νοεμβρίου, θα πήγαινε να συναντήσει τον Ντιέμ, δολοφονημένος κι αυτός σαν τον δικτάτορα. Ποτέ δεν θα συνειδητοποιούσε ότι στην κατ’ εξοχήν «χώρα της δημοκρατίας» έχουν γίνει περισσότερες δολοφονικές επιθέσεις κατά του αρχηγού τού κράτους από κάθε άλλη χώρα του κόσμου… Κλείνει η παρένθεση.

2/9/1963: Το πτώμα του δολοφονημένου νοτιοβιετναμέζου δικτάτορα Νγκο Ντιν Ντιέμ.

Πίσω, στο Νότιο Βιετνάμ, η εκδήλωση του πραξικοπήματος φέρνει χάος. Το Ανόι αυξάνει την υποστήριξή του στους αντάρτες, την ώρα που οι κυβερνήσεις των πραξικοπηματιών ανατρέπονται η μια μετά την άλλη. Ο τύπος σε ολόκληρο τον κόσμο αρχίζει να παρατηρεί ότι οι ΗΠΑ προσπαθούν να εγκαταστήσουν κυβέρνηση-μαριονέττα στην χώρα ενώ ο Μακναμάρα φωνάζει πως είχε δίκιο όταν επέμενε να μη πειράξουν τον Ντιέμ.

Και ενώ ο Λύντον Τζόνσον διαδέχεται τον Κέννεντυ και προσπαθεί να πάρει τις πρώτες του αποφάσεις, η CIA βάζει σε εφαρμογή το Πρόγραμμα «Φοίνιξ», μια ιδέα τού σταθμάρχη της στην Σαϊγκόν Πηρ ντε Σίλβα (****), η οποία προβλέπει την οργάνωση, την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό αντικομμουνιστικών παραστρατιωτικών ομάδων σε Καμπότζη και Λάος, οι οποίες θα χτυπούν τις δυνάμεις τού Πάθετ Λάο και των Βιέτ-Κονγκ. Όλα δείχνουν ότι η πολυπόθητη ειρήνη στην περιοχή όλο και απομακρύνεται…

 

Ένας βρόμικος πόλεμος – 7. Ο προσωπικός πόλεμος του Λύντον Τζόνσον

Τυπικά, μέχρι το καλοκαίρι τού 1964 ο πόλεμος στην πρώην Ινδοκίνα διεξαγόταν μεταξύ Βορείου και Νοτίου Βιετνάμ, με τις ΗΠΑ απλώς να βοηθούν τους νότιους. Όμως, όλα άλλαξαν την νύχτα της 4ης Αυγούστου, όταν βορειοβιετναμέζικες δυνάμεις χτύπησαν το πολιτειακό αντιτορπιλλικό Μάντοξ, το οποίο έπλεε στα διεθνή ύδατα του κόλπου τού Τονκίνου. Οι πολιτειακοί βγήκαν αλώβητοι από το επεισόδιο αλλά ο πρόεδρος Τζόνσον βρήκε την αφορμή να πείσει το Κονγκρέσσο να ψηφίσει την «Απόφαση του κόλπου του Τονκίνου», σύμφωνα με την οποία Βουλή και Γερουσία εξουσιοδοτούσαν εν λευκώ τον πρόεδρο να λάβει «κάθε αναγκαίο μέτρο για την προστασία των δυνάμεων στην περιοχή». Ουσιαστικά, δηλαδή, η εν λόγω «Απόφαση» έδινε στον Τζόνσον το δικαίωμα να κηρύξει ανοιχτά τον πόλεμο κατά της Βιετναμέζικης Λ.Δ. του Χο Τσι Μινχ. Ήταν πλέον σαφές ότι ο Λύντον Τζόνσον έπαιρνε αυτον τον πόλεμο πολύ προσωπικά.

Λεπτομέρεια: Αργότερα διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο για οποιαδήποτε επίθεση κατά του Μάντοξ, ούτε καν καταγραφή εχθρικού πλοίου από τα ραντάρ. Αυτό κίνησε υποψίες ότι το επεισόδιο της 4ης Αυγούστου ήταν στημένο από τις ΗΠΑ. «Νομίζω είναι λάθος να πιστεύουμε ότι ο Τζόνσον ήθελε πόλεμο», δήλωσε αργότερα ο Ρόμπερτ Μακναμάρα, «αλλά σκεφτήκαμε ότι είχαμε στοιχεία πως το Βόρειο Βιετνάμ κλιμάκωνε την αντιπαράθεση». (*)

20/11/1969: Οι εφημερίδες των ΗΠΑ ανακαλύπτουν επί τέλους μαζικές σφαγές στο Βιετνάμ. (βλ. υπόμνημα)

Tο 1965, ο πόλεμος φουντώνει. Από 23.000 τον Ιανουάριο, οι πολιτειακοί στρατιώτες στην περιοχή αγγίζουν τις 200.000 στο τέλος της χρονιάς. Οι αξιωματικοί των ΗΠΑ έχουν πάρει χαμπάρι ότι οι νοτιοβιετναμέζοι συνάδελφοί τους είναι ανίκανοι και οι στρατιώτες τους δεν έχουν καμμιά διάθεση για πόλεμο, οπότε οι ΗΠΑ παίρνουν το παιχνίδι πάνω τους και αναλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερες πρωτοβουλίες.

Στις 30 Μαρτίου, μια Σιτροέν παγιδευμένη με εκρηκτικά καταφέρνει να περάσει κάτω από την μύτη αστυνομικών και στρατιωτών, να μπει στον περίβολο της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Σαϊγκόν και να την τινάξει στον αέρα, σκοτώνοντας 21 άτομα και τραυματίζοντας 175. Ο Τζόνσον σκύλιασε και άρχισε να φορτώνει: πεζοναύτες, αλεξιπτωτιστές, μια τεθωρακισμένη και μια αερομεταφερόμενη μεραρχία, βομβαρδιστικά Β-52, δυο πυρηνοκίνητα πλοία και το μεγαλύτερο πλοίο του κόσμου, το αεροπλανοφόρο Εντερπράιζ, κατέφθασαν σε λίγες εβδομάδες κι έπιασαν αμέσως δουλειά. Καταιγιστικοί βομβαρδισμοί στρατιωτικών και βιομηχανικών στόχων αλλά και πυκνοκατοικημένων περιοχών (ακόμη και μέσα στο Ανόι), εφιαλτικές βόμβες ναπάλμ που έκαιγαν τα πάντα στο διάβα τους, δηλητηριώδη αέρια που είχαν χρησιμοποιηθεί και εναντίον των κυπρίων αγωνιστών της ανεξαρτησίας από τους άγγλους, βίαιες εκκενώσεις και πυρπολήσεις χωριών που υποστήριζαν τους Βιέτ-Κονγκ και καταστροφή των καλλιεργειών (είτε με εμπρηστικές βόμβες είτε με χημικές ουσίες) μπήκαν στην ημερήσια διάταξη.

Παρ’ όλα αυτά, το ηθικό των βορειοβιετναμέζων παρέμενε αλώβητο. Ο Μακναμάρα επισκέφθηκε δυο φορές την περιοχή μέσα στην χρονιά κι έφυγε και τις δυο τόσο απογοητευμένος ώστε σύστησε στον Τζόνσον να στείλει ακόμη 300.000 στρατιώτες. Αντίθετα, ο Χο Τσι Μινχ διώχνει σχεδόν τους μισούς από τους 1.200.000 κατοίκους του Ανόι για να τους προφυλάξει από τους βομβαρδισμούς αλλά δηλώνει: «Ο πόλεμος μπορεί να κρατήσει άλλα 5, 10 ή 20 χρόνια ή και παραπάνω. Το Ανόι, το Χαϊφόγκ κι άλλες πόλεις μπορεί να καταστραφούν, αλλά ο λαός του Βιετνάμ δεν θα λυγίσει. Τίποτα δεν είναι πιο πολύτιμο από την ανεξαρτησία και την ελευθερία!».

Όσο αντιστέκονται οι Βιέτ-Κονγκ, τόσο σκυλιάζουν οι πολιτειακοί. Στα τέλη του 1967, απέναντι σε 300.000 Βιέτ-Κονγκ βρίσκονται 1.300.000 στρατιώτες με σαφώς ανώτερο εξοπλισμό, οι οποίοι μάταια αναζητούν τρόπο να κάμψουν τους αντιπάλους τους. Στην προσπάθειά τους αυτή επιστρατεύουν την τακτική τής «καμμένης γης»: ολόκληρες περιοχές καίγονται, τα χωριά τους σβήνουν από τον χάρτη και το σύνολο των κατοίκων τους εξολοθρεύεται, ώστε να αποκοπούν οι Βιέτ-Κονγκ από τα στηρίγματά τους. Αποτέλεσμα; Μηδέν. Στις 30 Ιανουαρίου 1968, οι Βιέτ-Κονγκ εξαπολύουν την περίφημη «επίθεση του Τετ», χτυπώντας ταυτόχρονα 36 από τις 44 πρωτεύουσες επαρχιών του Νοτίου Βιετνάμ, καμμιά εξηνταριά άλλες πόλεις, 23 αεροδρόμια, πολλές άλλες στρατιωτικές βάσεις, το προεδρικό μέγαρο στην Σαϊγκόν, το Γενικό Επιτελείο Στρατού και την ίδια την πρεσβεία των ΗΠΑ!

Από στρατιωτικής απόψεως, η «επίθεση του Τετ» ήταν αποτυχημένη, αφού οι Βιέτ-Κονγκ δεν κατάφεραν τελικά να διατηρήσουν τον έλεγχο σε κανένα από τα σημεία που χτύπησαν ενώ οι απώλειές τους ξεπέρασαν τους 50.000 νεκρούς (έναντι 4.000 πολιτειακών). Όμως, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι αυτή η επίθεση σήμανε την αρχή της ήττας των ΗΠΑ. Κι αυτό, χάρη στην… τηλεόραση! Δείτε πώς:

Οι πολιτειακοί δημοσιογράφοι έμεναν κοντά στην πρεσβεία, οπότε έτρεξαν να καλύψουν την επίθεση των Βιέτ-Κονγκ. Κάποιος έστειλε τηλεγράφημα ότι η πρεσβεία καταλήφθηκε και, λίγο αργότερα, οι εικόνες των κομμουνιστών να πυροβολούν μέσα στον χώρο τής πρεσβείας έκαναν τους κατοίκους των ΗΠΑ να κοιτάζουν τις τηλεοπτικές τους οθόνες με γουρλωμένα μάτια. Τόσα χρόνια πόλεμος, τόσα χρόνια ανηλεείς βομβαρδισμοί, μισό εκατομμύριο στρατιώτες, τόσες απώλειες και ο εχθρός όχι μόνο δεν έχει καταρρεύσει αλλά μας χτυπάει μέσα στο ίδιο μας το σπίτι; Το ηθικό των πολιτειακών έπεσε στο ναδίρ. Όσο κι αν προσπαθούσε η πολιτική και στρατιωτική τους ηγεσία να τους πείσει για το αντίθετο, για τους κατοίκους των ΗΠΑ ο πόλεμος είχε πια χαθεί.

Στις 16 Μαρτίου 1968, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε άλλη μια επιχείρηση «καμμένης γης». Αυτή την φορά θα έσβηναν από τον χάρτη το χωριό Μυ-Λάι, κοντά στα σύνορα των δυο Βιετνάμ. Συνηθισμένα πράγματα: φωτιά παντού και εκτέλεση και των 507 κατοίκων αδιακρίτως φύλου ή ηλικίας. Το κακό ήταν ότι αυτή την φορά υπήρχε στην αποστολή και δημοσιογράφος, ο οποίος απαθανάτισε την σφαγή. Οι εικόνες φρίκης, οι αφηγήσεις από την σφαγή και η περίφημη φωτογραφία που δείχνει τον αρχηγό της νοτιοβιετναμικής αστυνομίας ταξίαρχο Νγκουγιέν Νγκοκ Λοάν να εκτελεί εν ψυχρώ, πυροβολώντας στο κεφάλι, αιχμάλωτο Βιετκόνγκ, έκαναν το γύρο του κόσμου προκαλώντας απέραντη φρίκη και οργή και σηματοδοτώντας την οριστική ηθική ήττα των Η.Π.Α. στον βρόμικο αυτό πόλεμο.

Αριστερά, o Νγκουγιέν Νγκοκ Λοάν εκτελεί εν ψυχρώ Βιέτ-Κονγκ κρατούμενο (Σαϊγκόν, 1/2/1968). Πάνω δεξιά, ο εκτελεστής βάζει το πιστόλι στην θήκη μερικές στιγμές μετά την εκτέλεση. Κάτω δεξιά, ο ίδιος με την σύζυγό του στην πιτσαρία τους στην Βιρτζίνια, το 1976 (***).

Το Μυ-Λάι ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Ξαφνικά, όλος ο κόσμος μάθαινε ότι οι ΗΠΑ είχαν ρίξει ως εκείνη στο Βιετνάμ περισσότερες βόμβες από όσες στην Ευρώπη κατά την διάρκεια ολόκληρου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το Βόρειο Βιετνάμ βομβαρδίστηκε περισσότερο από όσο η Γερμανία και η Ιαπωνία μαζί σ’ εκείνον τον πόλεμο. Παράλληλα, το καταδικασμένο στην ανθρώπινη συνείδηση δηλητήριο Zyclon-B, με το οποίο οι ναζί εξολόθρευαν τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επανήλθε από τους πολιτειακούς ως Agent Orange για να ραντιστούν οι βιετναμέζοι με σχεδόν ογδόντα χιλιάδες τόννους απ’ αυτό.

Με όλα αυτά, η παγκόσμια κατακραυγή κατά των ΗΠΑ έγινε αφόρητη. Πιεσμένος, απογοητευμένος και εξουθενωμένος πλέον, με τηλεοπτικό διάγγελμά του στις 31 Μαρτίου ο Λύντον Τζόνσον ανήγγειλε την διακοπή των βομβαρδισμών, καλώντας τον Χο Τσι Μινχ σε διαπραγματεύσεις και αναγγέλοντας ταυτόχρονα το τέλος της πολιτικής του σταδιοδρομίας: «Δεν θα επιδιώξω και δεν θα αποδεχθώ το χρίσμα του κόμματός µου για άλλη µία θητεία ως πρόεδρός σας» (**).

Ο Χο Τσι Μινχ είχε σημειώσει μια καθοριστική νίκη. Όμως το οριστικό τέλος του πολέμου ήταν ακόμη μακρυά.

Υπόμνημα στην πρώτη φωτογραφία: 
Η λεζάντα που έχει βάλει η εφημερίδα στην πρωτοσέλιδη φωτογραφία της, γράφει «σωρός πτωμάτων σε κάποιον δρόμο του Νοτίου Βιετνάμ» αλλά θέλει συμπλήρωση. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Μυ-Λάι στις 16/3/1968 από τον στρατιωτικό φωτογράφο Ρόναλντ Χαίμπερλε και δείχνει εκτελεσμένους αμάχους (κυρίως παιδιά) από τους στρατιώτες των ΗΠΑ. Ο Χαίμπερλε είχε πάντοτε δύο κάμερες μαζί του, μία που του είχε δώσει η υπηρεσία και μία προσωπική. Με την υπηρεσιακή τραβούσε «ανώδυνες» φωτογραφίες αλλά με την προσωπική του απαθανάτισε εκατοντάδες στιγμιότυπα από εκτελέσεις και σφαγές αμάχων. Όλο αυτό το «οδυνηρό» υλικό το έστειλε για δημοσίευση σε πολλά ΜΜΕ (Times, Life κλπ), χωρίς να ζητήσει αμοιβή.

—————————————————–
(*) Scott Shane, «Vietnam Study, CastingDoubts, Remains Secret«, New York Times, 31/10/2005.
(**) Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της ήττας του Τζόνσον, πρέπει α σημειώσουμε ότι στις προεδρικές εκλογές του 1964 είχε εκλεγεί με ποσοστό 61,1% των ψήφων, κερδίζοντας 44 πολιτείες έναντι μόλις 6 του ρεπουμπλικανού υποψηφίου Μπάρρυ Γκολντγουώτερ. Πρόκειται για την ευρύτερη νίκη υποψηφίου προεδρικών εκλογών στην ιστορία των ΗΠΑ.
(***) Ο Λοάν αναγκάστηκε να κλείσει το μαγαζί του το 1991, επειδή αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του και έχασε όλη την πελατεία του ενώ δέχτηκε και απειλές για την ζωή του. Πέθανε από καρκίνο το 1998 στα 67 του χρόνια. Η διάσημη φωτογραφία τής εκτέλεσης έφερε το βραβείο Πούλιτζερ στον φωτογράφο Έντι Άνταμς το 1969. Αργότερα, ο Άνταμς ζήτησε συγγνώμη από τον Λοάν επειδή τον κατέστρεψε μ’ αυτή την φωτογραφία και θυμάται ότι την τελευταία φορά που πήγε στην πιτσαρία του, είδε γραμμένο στην τουαλέτα: «Ξέρουμε ποιος είσαι, γαμιόλη».

 

Ένας βρόμικος πόλεμος – 8. Η περίοδος Νίξον και το τέλος του πολέμου

Μετά το διάγγελμα του Τζόνσον στις 31/3/1968, η πολιτειακή ηγεσία βρέθηκε σε αδιέξοδο. Από την μια έπρεπε να δείξει σε διακόσια εκατομμύρια πολίτες ότι τερματίζει τον πόλεμο κι από την άλλη έπρεπε να βρει εναλλακτικό τρόπο να διασφαλίσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην νοτιοανατολική Ασία, μετριάζοντας τις επιπτώσεις της ήττας. Έτσι, ξεκίνησε μεν μια διαδικασία απεμπλοκής αλλά με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, αφού τα στρατεύματα που επέστρεφαν στις ΗΠΑ αναπληρώνονταν με νοτιοβιετναμέζικες μονάδες, οι οποίες χρειάζονταν εξοπλισμό και εκπαίδευση. Μ’ αυτόν τον ρυθμό, στα τέλη τού 1970 βρίσκονταν ακόμη στην περιοχή περί τους 300.000 πολιτειακούς στρατιώτες. Οι τελευταίες μάχιμες μονάδες των ΗΠΑ αποσύρθηκαν μόλις τον Αύγουστο του 1972 ενώ ο στρατός τού Νοτίου Βιετνάμ αριθμούσε πλέον 900.000 άνδρες.

Ουάσιγκτον, 30/4/1970: Ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον εξηγεί σε συνέντευξη τύπου τι ακριβώς έκαναν εκείνη την ημέρα τα βομβαρδιστικά των ΗΠΑ στην Καμπότζη.

Στο μεταξύ, στις ΗΠΑ, οι εκλογές τής 5ης Νοεμβρίου 1968 ανέδειξαν ως 37ο πρόεδρο της χώρας τον αντιπρόεδρο του Αϊζενχάουερ Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος κατάφερε να κερδίσει τον υποψήφιο των -καταρρακωμένων λόγω Βιετνάμ- δημοκρατικών Χιούμπερτ Χάμφρυ με διαφορά μόλις 335.000 ψήφων, μια από τις μικρότερες διαφορές στην ιστορία των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ. Ο Λύντον Τζόνσον, ακούγοντας κάποια προεκλογική ομιλία τού Νίξον, σχολίασε για τον διαδοχό του: «Μοιάζει με άλογο που τρέχει γρηγορώτερα από όλα τα άλλα στην αρχή αλλά μετά κάνει αναστροφή κι αρχίζει να τρέχει προς τα πίσω. Θα δείτε, θα κάνει κάποιο λάθος στο τέλος. Πάντοτε κάνει». (*)

Ο Νίξον φρόντισε να δικαιώσει τον Τζόνσον, κάνοντας όχι ένα αλλά πολλά λάθη. Το πρώτο μεγάλο λάθος του ήταν ότι, αντί να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα με τον πόλεμο στο Βιετνάμ, τον επέκτεινε και στις γειτονικές χώρες, εφαρμόζοντας ένα σχέδιο που ονομάστηκε «Δόγμα Νίξον» (Nixon Doctrine) και μια πολιτική που ονομάστηκε «βιετναμοποίηση» (vietnamization), την οποία παρουσίασε ο ίδιος ο Νίξον σε ομιλία του από τηλεοράσεως στις 3/11/1969. Βασική ιδέα αυτής της πολιτικής είναι αυτό που ξεκίνησε ο Τζόνσον: αποσύρω τις δικές μου δυνάμεις και αφήνω τους ντόπιους να κάνουν την δουλειά για μένα, έστω με την βοήθειά μου.

Σε μια προσπάθεια να αποκόψουν τις οδούς ανεφοδιασμού των Βιέτ-Κονγκ, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν μια σειρά μυστικών επιδρομών στο Λάος και την Καμπότζη, παραβιάζοντας κατάφωρα κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Κι όταν αυτές οι μυστικές επιδρομές έγιναν φανερές, τα πολιτειακά αεροπλάνα ξεκίνησαν τους βομβαρδισμούς, με αυξανόμενη σφοδρότητα. Αποκορύφωμα αυτών των βομβαρδισμών ήταν η ισοπέδωση της Καμπότζης στις 30 Απριλίου 1970, γεγονός που πυροδότησε μεγάλες διαδηλώσεις στις ΗΠΑ, οι οποίες πνίγηκαν στο αίμα από την εθνοφρουρά. Υπολογίζεται ότι τα Β-52 έρριξαν στην Καμπότζη κάπου 3.000.000 τόννους βομβών, σκοτώνοντας περισσότερους από μισό εκατομμύριο ανθρώπους μόνο στην πρωτεύουσα Πνομ-Πενχ. Πρόκειται για ένα από τα φρικωδέστερα εγκλήματα πολέμου στην ιστορία.

Το αφτί του Νίξον δεν ίδρωσε πολύ από την κατακραυγή και συνέχισε την «βιετναμοποίησή» του: ενώ οι πολιτειακοί στρατιώτες αποχωρούσαν από το Βιετνάμ (δεν έπρεπε να επιστρέψουν άλλα φέρετρα στις ΗΠΑ, αρκούσαν τα μέχρι τότε 58.000) και οι επιχειρήσεις εδάφους διεξάγονταν πλέον από νοτιοβιετναμέζους, τα βομβαρδιστικά έσπερναν τον θάνατο σε ολόκληρη την πρώην Ινδοκίνα. Ο πυρετός τού πολέμου όχι απλώς δεν υποχωρούσε αλλά χτύπησε κόκκινο τα Χριστούγεννα του 1972, όταν επί δώδεκα ολόκληρες ημέρες τα αεροπλάνα των ΗΠΑ εξαπέλυσαν μια σειρά βομβαρδισμών όλων των μεγάλων πόλεων του Βόρειου Βιετνάμ. Μόνο στο Ανόι έπεσαν 20.000 τόννοι βομβών.

Αυτές οι επιθέσεις καταγράφηκαν ως «βομβαρδισμοί των Χριστουγέννων» και προκάλεσαν αμέσως την αντίδραση της διεθνούς κοινότητας, η οποία καταδίκασε απερίφραστα την ενέργεια των ΗΠΑ. Η σφοδρότητα της αντίδρασης αιφνιδίασε την πολιτειακή ηγεσία, η οποία αντελήφθη (επί τέλους!) ότι η συνέχιση του πολέμου πλήττει ανεπανόρθωτα το κύρος των ΗΠΑ, χωρίς να φαίνεται πιθανότητα νίκης στον ορίζοντα. Έτσι, εκών-άκων, ο Νίξον σύρθηκε σε διαπραγματεύσεις για τον οριστικό τερματισμό των εχθροπραξιών.

Το τελικό προσχέδιο της συμφωνίας ειρήνης υπεγράφη την 23η Ιανουαρίου 1973 στο Παρίσι, βάζοντας τέλος στις συγκρούσεις μεταξύ βορειοβιετναμέζικων και πολιτειακών δυνάμεων. Όμως, η συμφωνία αυτή δεν σήμαινε και τον ερχομό τής ειρήνης στην περιοχή, εφ’ όσον ο πόλεμος μεταξύ Νοτίου και Βορείου Βιετνάμ συνεχιζόταν, με τις ΗΠΑ να συνεχίζουν την παροχή κάθε είδους βοήθειας στους νότιους. Είναι, όμως, σαφές ότι ο Χο Τσι Μινχ έχει πια το πάνω χέρι.

Τα επόμενα δυο χρόνια κυλούν με τις βορειοβιετναμεζικές δυνάμεις να προωθούν συνεχώς τις θέσεις τους, με τον γνωστό, αργό ρυθμό τού Γκιαπ. Όλα πλέον δείχνουν πως η τελική επικράτηση των Βιέτ-Κονγκ είναι θέμα χρόνου. Ο Ρίτσαρντ Νίξον δεν θα προλάβει να δει το τέλος από τον Λευκό Οίκο, αφού υποχρεώθηκε να παραιτηθεί στις 9 Αυγούστου 1974, κάτω από το βάρος τού σκανδάλου Γουωτεργκέιτ. Στις 23 Απριλίου 1975, με τηλεοπτικό του διάγγελμα, ο αντικαταστάτης του Τζέραλντ Φορντ ανακοίνωσε το επερχόμενο τέλος τού πολέμου, καθώς τα άρματα μάχης των βορείων είχαν φτάσει πια έξω από την Σαϊγκόν.

Τα πάντα τελείωσαν στις 30 Απριλίου 1975, όταν οι δυνάμεις τού στρατηγού Γκιαπ μπήκαν στην πρωτεύουσα του Νοτίου Βιετνάμ. Από το πρωί της προηγούμενης μέρας, τα πολιτειακά ελικόπτερα μετέφεραν εκτός χώρας τους τελευταίους πολιτειακούς στρατιωτικούς και την πολιτική και στρατιωτική νοτιοβιετναμεζική ηγεσία. Στην χώρα εγκαταστάθηκε υπηρεσιακή περιφερειακή κυβέρνηση και δεκατρείς μήνες αργότερα, στις 2 Ιουλίου 1976, τα δυο κομμάτια τού Βιετνάμ ενώθηκαν και επίσημα, συστήνοντας την Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Βιετνάμ. Πρωτεύουσα της χώρας ορίστηκε το Ανόι, ενώ η Σαϊγκόν, η μεγαλύτερη πόλη της, μετονομάστηκε σε Χο Τσι Μινχ.

Εικόνες από το Ανόι μετά τους «βομβαρδισμούς των Χριστουγέννων» του 1972. Κάτω αριστερά, το κεντρικό νοσοκομείο – Κάτω δεξιά, ο σιδηροδρομικός σταθμός.

Οι ανυποψίαστοι αναγνώστες θα περίμεναν ότι κάπου εδώ θα ολοκληρώναμε την αφήγησή μας. Όμως, οποιαδήποτε αναφορά στους πολέμους της Ινδοκίνας πρέπει να θεωρείται ημιτελής αν περιορίζεται στο Βιετνάμ. Εμείς δεν θα κάνουμε τέτοιο λάθος. Θα ρίξουμε την ματιά μας και στο Λάος και στην Καμπότζη. Άλλωστε, έχω ήδη τις πρώτες νύξεις από φίλους: «Για τον Πολ Ποτ δεν θα πεις κάτι;»…

——————————————
(*) Robert Schnakenberg, «Crazy sh*t presidents said», Running Press, 2012. Σ’ εκείνες τις εκλογές τού 1968, ο Νίξον πήρε, κατά κάποιον τρόπο, εκδίκηση από τους δημοκρατικούς για την ήττα του το 1960 από τον Τζων Κέννεντυ με μόλις 112.000 ψήφους.

Ένας βρόμικος πόλεμος – 9. Λάος: ένα υπέροχο μέρος να κάνεις πόλεμο

Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου άφησε το Λάος στο χάος. Αν και οι ιάπωνες είχαν ανακηρύξει, κατά την κατοχή τους, την ανεξαρτησία του Λάος, οι γάλλοι ήθελαν να επιστρέψουν όταν τελείωσε ο πόλεμος. Όμως, κατά την διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής, είχε αναπτυχθεί στην χώρα ένα ισχυρό εθνικιστικό κίνημα, το οποίο πάλευε για την ανεξαρτησία. Οπωσδήποτε, αυτό οφειλόταν και στην πληθυσμιακή σύνθεση του Λάος, οι κάτοικοι του οποίου ανήκαν παλιότερα στις φυλές Τάι αλλά εκείνη την εποχή ήσαν κατά 60% βιετναμεζικής καταγωγής, οπότε ήταν λογικό να επηρεάζονται θετικά από τις εξελίξεις στην γειτονική χώρα.

Το 1945, λοιπόν, ενώ ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, οι γάλλοι άρχισαν να στέλνουν κομμάντος στο Λάος, δήθεν για να οργανώσουν ανταρτικές ομάδες κατά των ιαπώνων. Όμως, εκείνο που επεδίωκαν ουσιαστικά ήταν να στήσουν τις κατάλληλες δομές ώστε η χώρα να επιστρέψει στην γαλλική επικυριαρχία ως προτεκτοράτο. Κι επειδή η δράση φέρνει αντίδραση, απέναντι στους γάλλους οργανώθηκε ένα εθνικιστικό κίνημα, το Λάο Ισσάρα (Ελεύθερο Λάος) από τρεις πρίγκηπες: τον Φετσαράθ Ρατταναβόγκσα, τον αδελφό του Σουβάννα Φούμα και τον ετεροθαλή αδελφό τους Σουφανουβόνγκ. Το ξέρω ότι αυτά τα ονόματα είναι δύσκολα αλλά σημειώστε τα γιατί θα τα βρούμε μπροστά μας.

Ο πρίγκηπας Σουφαβουνόνγκ με τον Χο Τσι Μινχ.

Τον Ιανουάριο του 1946, οι γάλλοι άρχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Λάο Ισσάρα. Στο πλευρό τους βρέθηκε ο πρώην βασιλιάς τού Λάος, που επανέφεραν στην εξουσία οι γάλλοι, ο οποίος κήρυξε την χώρα μέλος τής Γαλλικής Ένωσης. Η ενέργεια του βασιλιά διέσπασε την λαϊκή στήριξη στο Λάο Ισσάρα, αποδυναμώνοντάς το. Έτσι, οι εθνικιστικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να αντισταθούν αποτελεσματικά στην γαλλική πίεση και γνώρισαν απανωτές ήττες, οι οποίες οδήγησαν στην αποσκίρτηση ορισμένων συνιστωσών τους. Μια απ’ αυτές τις συνιστώσες, με την βοήθεια του Χο Τσι Μινχ, ίδρυσε ένα νέο απελευθερωτικό κίνημα, εμφορούμενο από την κομμουνιστική ιδεολογία: το Πάθετ Λάο (Γη του Λάος). Το νέο κίνημα οργανώθηκε, εξοπλίστηκε, εκπαιδεύτηκε και ρίχτηκε στην μάχη κατά των γάλλων τον Ιανουάριο του 1949.

Στο μεταξύ, πίσω στο Λάος, οι γάλλοι έκαναν ό,τι ήθελαν πλέον, αφού το Λάο Ισσάρα όσο πήγαινε και ξέφτιζε, ώσπου διαλύθηκε οριστικά τον Οκτώβριο του 1949. Τα τρία αδέλφια τράβηξαν το καθένα τον δρόμο του:
– Ο Φετσαράθ Ρατταναβόγκσα έφυγε για την Μπανγκόγκ, στο γειτονικό Σιάμ. To 1957 θα επέστρεφε στο Λάος, όπου θα του αποδιδόταν ο τίτλος τού αντιβασιλέως.
– Ο Σουβάννα Φούμα έμεινε στο Λάος, δηλώνοντας υποταγή στο καθεστώς. Οι γάλλοι αντάμειψαν πλουσιοπάροχα την υπόταγή του, καθώς το 1951 ο Σουβάννα Φούμα έγινε πρωθυπουργός.
– Ο Σουφανουβόγκ κατέφυγε στο Ανόι, όπου αισθανόταν σαν στο σπίτι του αφού είχε μείνει επί 16 χρόνια στο Βιετνάμ κατά το παρελθόν, η δε σύζυγός του ήταν βιετναμέζα. Τον Αύγουστο του 1950, οι Βιέτ-Μινχ τον έφεραν σε επαφή με το Πάθετ Λάο και σύντομα ο Σουφανουβόγκ αναδείχτηκε αρχηγός τους. Χάρη σ’ αυτόν, το Πάθετ Λάο άρχισε να πολεμάει όχι μόνο για την απελευθέρωση από τους γάλλους αλλά και για την κατάληψη της εξουσίας την επόμενη μέρα.

Όταν έφυγαν οι γάλλοι, μετά την ήττα στο Ντιεν Μπιεν Φου το 1954, το Λάος παραδόθηκε σε έναν εμφύλιο σπαραγμό. Από την μια βρίσκονταν οι υποδεέστερες βασιλικές δυνάμεις κι από την άλλη το πανίσχυρο Πάθετ Λάο, το οποίο είχε στην στήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού, ειδικά στις απομακρυσμένες από την πρωτεύουσα περιοχές. Κι αφού στο Πάθετ Λάο ήσαν κομμουνιστές, είναι λογικό οι ΗΠΑ να προσφέρουν αμέριστη βοήθεια στην βασιλική πλευρά. Στην μέση κάπου, ο Σουβάννα Φούμα προσπάθησε να κρατήσει ουδέτερη στάση και να στήσει μια κυβέρνηση συνεργασίας των δυο πλευρών αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τον ανατρέψουν οι μοναρχικοί. Τότε, ο Σουβάννα Φούμα συντάχθηκε με τις βασιλική πλευρά (παλιά μου τέχνη κόσκινο!), με αποτέλεσμα η συντριπτική πλειοψηφία των μέχρι τότε ουδετερόφιλων να συνταχθεί με το Πάθετ Λάο.

Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο ορατή γίνεται η τελική επικράτηση των κομμουνιστών, κάτι που κλιμακώνει την εμπλοκή των ΗΠΑ υπέρ των μοναρχικών στον εμφύλιο αλλά και την αντίστοιχη εμπλοκή των Βιέτ-Κονγκ στο πλευρό του Πάθετ Λάο. Το θέμα είναι τόσο σημαντικό για την Ουάσινγκτον ώστε ο ίδιος ο πρόεδρος Κέννεντυ το συζητάει κατ’ επανάληψη με τον σοβιετικό υπουργό εξωτερικών Αντρέι Γκρομύκο.

Στις 9 Αυγούστου 1960, ο στρατηγός Κονγκ Λε επιχειρεί να καταλάβει την εξουσία. Όμως, η CIA δεν τον θέλει και οι ΗΠΑ εκδίδουν ανακοίνωση στήριξης του βασιλιά. Ο πρέσβυς των ΗΠΑ στο Λάος καλεί τον στρατηγό Φούμι Νοσοβάν και τον παροτρύνει να αναλάβει πραξικοπηματικά στην εξουσία. Ο Φούμι δέχεται και στις 13 Δεκεμβρίου αρχίζει τον βομβαρδισμό τής πρωτεύουσας Βιεντιάν. Παράλληλα, οι ΗΠΑ στέλνουν 12 Β-26, εξοπλισμένα με πυραύλους και ναπάλμ, τα οποία βομβαρδίζουν το βορειοανατολικό Λάος ώστε να αποτρέψουν την προώθηση του Πάθετ Λάο προς την Βιεντιάν ενώ, σε κόντρα, οι σοβιετικοί στήνουν αερογέφυρα για τον ανεφοδιασμό των ανταρτών που βρίσκονται μέσα στην πόλη. Τελικά, ο Κονγκ Λε αναγκάζεται να αποχωρήσει.

Το ερημωμένο Λονγκ Τιενγκ σήμερα. Διακρίνεται ο αεροδιάδρομος στην μέση της πόλης.

Παρ’ ότι οι ΗΠΑ ουδέποτε την παραδέχτηκαν επίσημα, η εμπλοκή τους στις λαοτινές υποθέσεις ξεπέρασε κάθε όριο. Το πλέον προκλητικό γεγονός δεν είναι τα εκατομμύρια τόννοι βομβών που έπεσαν στο Λάος μέσα σε δεκαπέντε χρόνια (1960-1975). Είναι η βάση της CIA που στήθηκε το 1962 στο κεντρικό Λάος, νότια της «Κοιλάδας των Αμφορέων», στο Λονγκ Τιένγκ. Εκεί, ανάμεσα στα λαοτινά βουνά και σε 3.100 μ. υψόμετρο, μέσα σε τέσσερα χρόνια οργανώθηκε για τις ανάγκες των πολιτειακών μια ολόκληρη πόλη πενήντα χιλιάδων κατοίκων, με ένα αεροδρόμιο στο οποίο πραγματοποιούνταν μέχρι και 400 πτήσεις ημερησίως! Σ’ αυτό το χαρακτηρισμένο ως «το πιο μυστικό μέρος στον κόσμο» μαζεύτηκαν αντικομμουνιστές κάθε λογής, από εκείνους που είχαν πάρει μέρος στον «Κόλπο των Χοίρων» μέχρι μισθοφόρους της ντόπιας φυλής Χμονγκ, οι οποίοι εκπαιδεύονταν επί τόπου από πολιτειακούς εκπαιδευτές. Επίσης, η πόλη αναδείχθηκε σε παράδεισο για τους ναρκέμπορους, αφού από το αεροδρόμιό της μεταφέρθηκαν άφθονες ποσότητες οπίου και μαριχουάνας στις ΗΠΑ. Και, βεβαίως, από εκεί εξαπολύθηκαν οι περισσότεροι βομβαρδισμοί των ΗΠΑ σε ολόκληρη την κεντρική και βόρεια Ινδοκίνα.

Ο εμφύλιος συνεχίζεται για πολλά χρόνια ακόμη. Οι ΗΠΑ κάνουν τις τελευταίες προσπάθειές τους να σταματήσουν τους κομμουνιστές εξαπολύοντας ευρείας κλίμακας βομβαρδισμούς κατά την περίοδο 1970-1972 αλλά δεν τα καταφέρνουν. Το 1973, μετά την συνθήκη του Παρισιού, υποχρεώνονται να αποχωρήσουν οριστικά από το Λάος, κρατώντας μόνο την βάση στο Λονγκ Τιενγκ, η οποία εκκενώθηκε τελείως στις 14 Μαΐου 1975. Στις 2 Δεκεμβρίου 1975, το Πάθετ Λάο μπαίνει πανηγυρικά στην Βιεντιάν. Η μοναρχία καταργείται, ο «κόκκινος πρίγκηπας» Σουφαβουνόνγκ αναλαμβάνει καθήκοντα προέδρου (θα μείνει στην θέση του ως το 1991) και η χώρα ανακηρύσσεται σε Λαϊκή Δημοκρατία του Λάος. Παρά ταύτα, ορισμένοι θύλακες μοναρχικών θα συνεχίσουν να πολεμούν κατά των κομμουνιστών μέχρι που να συντριβούν οριστικά.

Λέγαμε χτες ότι μπορεί το Βιετνάμ να έχει τον πρώτο λόγο στους πολέμους στην Ινδοκίνα αλλά δεν επιτρέπεται να ξεχνάμε και τις γειτονικές χώρες, οι οποίες δεν υπέφεραν λιγώτερο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ ένα βιβλίο 336 σελίδων τού Τζόσουα Κουρλάντζικ με τίτλο «Ένα θαυμάσιο μέρος να κάνεις πόλεμο» και υπότιτλο «Η Αμερική στο Λάος και η γέννηση μια στρατιωτικής CIA», με πληθώρα στοιχείων που προκαλούν ανατριχίλα (π.χ. υπολογίζεται ότι οι πολιτειακοί βομβαρδισμοί κόστισαν την ζωή σε 200.000 λαοτινούς). Όπως επισημαίνουν οι Financial Times, το βιβλίο «έρχεται να θυμίσει πόσο εξακολουθεί να πυορροεί η ιστορία των ΗΠΑ σ’ αυτή την περιοχή του πλανήτη, που έχει πληγεί από τις συγκρούσεις, και περιμένει μια σωστή αναθεώρηση».

Ένας βρόμικος πόλεμος – 10. Η γέννηση των Ερυθρών Χμερ

Πριν από πολλές χιλιάδες χρόνια, ο ινδός βραχμάνος Καμπού, ακολουθώντας ένα βέλος που είδε στον ύπνο του, έφτασε κάπου στην νοτιοανατολική Ασία ψάχνοντας γυναίκα. Εκεί συνάντησε την πριγκήπισσα Μέρα, την παντρεύτηκε και τα παιδιά τους πήραν το όνομα Κμερ (Καμπού+Μερα). Για να προικίσει την κόρη του, ο βασιλιάς πατέρας της ρούφηξε την θάλασσα και χάρισε την γη που αποκαλύφθηκε στο νιόπαντρο ζευγάρι. Ο Καμπού τον ευχαρίστησε και έδωσε στην περιοχή το όνομά του: Καμπούτσεα, Καμπότζη. Αυτά λέει ο μύθος. Αλλά και η πραγματικότητα λέει ότι τα παραθαλάσσια εδάφη της Ν.Α. Ασίας αποκαλύφθηκαν από το χαμήλωμα των νερών του ωκεανού, όπως λέει επίσης ότι οι Κμερ (ή Χμερ) είναι ένας από τους πιο παλιούς λαούς της περιοχής, καθώς βρίσκονται διαπιστωμένα εκεί τουλάχιστον εδώ και 4.000 χρόνια. Χρόνια στα οποία μεγαλούργησαν, κυρίως με την Αυτοκρατορία του Άνγκορ, που κράτησε από τον 9ο μέχρι τον 15ο αιώνα.

Όμως, ποιά σχέση έχουν όλα αυτά με την αφήγησή μας. Προσέξτε: στην Καμπότζη μεγαλουργούν οι αρχαίοι Κμερ, στο Λάος παράγουν πολιτισμό οι αρχαίοι Τάι και το Βιετνάμ έχει λόγους να καμαρώνει για την αρχαία αυτοκρατορία τού Αννάμ. Την εποχή που κάθε λαός ήταν στην ακμή του, άρπαζε κι ένα κομμάτι γης από τους γείτονές του, το οποίο το ξανάχανε όταν κάποιος γείτονας γινόταν ισχυρότερος. Με τέτοιο παρελθόν και το παρόν να είναι βουλιαγμένο στην πείνα και στους πολέμους, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί άνθισε σ’ ολόκληρη την Ινδοκίνα ο εθνικισμός. Ένας εθνικισμός που μόλυνε και τους κομμουνιστές και οδήγησε σύντομα (το 1951) το ενιαίο Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδοκίνας στην διάσπασή του σε Εργατικό Κόμμα Βιετνάμ, Λάο Ισσάρα και Καμποτζιανό Λαϊκό Επαναστατικό Κόμμα.

Παρίσι, Ιούνιος 1946: Ο 23χρονος βασιλιάς της Καμπότζης Νοροντόμ Σιχανούκ επιθεωρεί γαλλικό άγημα.

Εκείνη την εποχή, μερικοί καμποτζιανοί φοιτητές που σπουδάζουν στο Παρίσι, οργανώνονται σε μια μικρή αλλά ιδιαίτερα μαχητική μαρξιστική ομάδα, την Ένωση Φοιτητών Χμερ, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε σχέση με το κομμουνιστικό κόμμα της πατρίδας τους. Ανάμεσά τους ο Σάλοτ Σαρ, ο Ιένγκ Σαρύ, ο Κιεού Σαμφάν, ο Χου Γιουόν και ο Σον Σεν. Το 1949 ο Σαρ και ο Σαρύ γίνονται μέλη του Κ.Κ.Γαλλίας και το 1951 ταξιδεύουν στο Ανατολικό Βερολίνο για να πάρουν μέρος σε ένα φεστιβάλ νεολαίας. Η επαφή τους με τους ανατολικογερμανούς κομμουνιστές τούς πείθει ότι μόνο με τον ένοπλο αγώνα μπορεί να έχει πιθανότητα νίκης οποιαδήποτε επανάσταση.

Στο μεταξύ, η Ένωση Φοιτητών Χμερ αριθμεί πάνω από 200 μέλη και η ηγετική της ομάδα αισθάνεται τόσο ισχυρή ώστε το 1952 στέλνει ανοιχτή επιστολή στον βασιλιά τής Καμπότζης Νοροντόμ Σιχανούκ, όπου τον αποκαλεί «στραγγαλιστή τής δημοκρατίας». Η γαλλική αστυνομία επεμβαίνει και διαλύει την Ένωση αλλά οι ηγέτες της την ξαναφτιάχνουν λίγο αργότερα.

Το 1953, χρονιά που φεύγουν οι γάλλοι από την Καμπότζη, ο Σάλοτ Σαρ επιστρέφει στην χώρα του και αρχίζει την προσπάθεια ένωσης των νόμιμων αριστερών κινημάτων με τις διάφορες παράνομες κομμουνιστικές ομάδες. Σιγά-σιγά μαζεύονται δίπλα του και οι υπόλοιποι σύντροφοί του από την Ένωση του Παρισιού, οι οποίοι φέρνουν μαζί τους την μαχητικότητα και την ορμή τους, στοιχεία τα οποία προσδίδουν στην νέα ομάδα ιδιαίτερη ισχύ. Μόνο που τώρα η παρέα δεν έχει ως συνδετική ουσία τον μαρξισμό αλλά τον εθνικισμό. Βασικός ιδεολογικός άξονάς της είναι η ανωτερότητα των καμποτζιανών έναντι των υπολοίπων λαών της περιοχής και η ανάγκη πλήρους αποδέσμευσης από την επιρροή τών βιετναμέζων.

Το 1960, η προσπάθεια του Σάλοτ Σαρ να ενωθούν όλες οι αριστερές και κομμουνιστικές ομάδες καρποφορεί και ιδρύεται το Εργατικό Κόμμα Καμπότζης (ΕΚΚ), με τον Σαρ και τον Σαρύ να καταλαμβάνουν δύο από τις πέντε θέσεις τού πολιτικού γραφείου (πολιτμπυρώ) του κόμματος. Το νέο κόμμα αποδύεται σε αγώνα για την ανατροπή τού Σιχανούκ ενώ τα μέλη τής κεντρικής του επιτροπής διασκορπίζονται στην επαρχία για να συστήσουν αντάρτικες ομάδες.

Το 1963 ο Σιχανούκ βρίσκει τρόπο να εξουδετερώσει το ΕΚΚ, το οποίο ήταν και η μόνη δύναμη που τον αντιπολιτευόταν. Αφού κάνει μια πομπώδη δήλωση κατά των ΗΠΑ και της ιμπεριαλιστικής τους πολιτικής, δίνει στην δημοσιότητα έναν κατάλογο με 34 ονόματα υψηλόβαθμων μελών του ΕΚΚ, καλώντας τους να πάρουν μέρος σε μια κυβέρνηση ενότητας, υπό την προϋπόθεση να υπογράψουν ότι τον δέχονται ως αρχηγό τού κράτους. Από τους 34, οι 32 δέχτηκαν την πρόσκληση και υπέγραψαν. Ο ένας από τους άλλους δυο ήταν ο Σάλοτ Σαρ, ο οποίος έμεινε αφεντικό στο κόμμα και συνέχισε την προσπάθεια δημιουργίας αντάρτικου στον καμποτζιανό βορρά.

Τον Απρίλιο του 1965 ο Σαρ πηγαίνει στο Ανόι, όπου ζητάει την βοήθεια των βιετναμέζων στην ανατροπή τού καθεστώτος Σιχανούκ. Ο Σιχανούκ το μαθαίνει και σπεύδει να παραγγείλει στους Βιέτ-Κονγκ ότι θα έχουν την βοήθειά του στην κατασκευή τού περίφημου «Μονοπατιού», κάτι που κάνει τους βιετναμέζους να κλείσουν την πόρτα στον Σαρ. Εκείνος επιστρέφει στην Καμπότζη χολωμένος αλλά και αποφασισμένος να προχωρήσει μόνος του. Μαζεύει όσα μέλη τής παλιάς του ομάδας είναι ακόμη διαθέσιμα, έρχεται σε επαφή και με κάποια από τα υπολείμματα τού ΕΚΚ και τον Σεπτέμβριο του 1966 οργανώνει ένα κοινό συνέδριο κατά το οποίο το ΕΚΚ μετονομάζεται σε Κομμουνιστικό Κόμμα Καμπότζης και πρωταρχικός σκοπός του ορίζεται η ανατροπή τού Σιχανούκ με κάθε τρόπο, ακόμη και με τα όπλα.

Το παράξενο είναι ότι οι σύνεδροι αποφάσισαν να κρατήσουν μυστική την μετονομασία του κόμματος και να κάνουν τις νέες στρατολογήσεις στο όνομα του -ανύπαρκτου πια- ΕΚΚ. Το πιθανώτερο είναι ότι ο Σαρ ήθελε μεν να χρησιμοποιήσει το κομμουνιστικό ιδεώδες ως συνδετική ουσία στην κορυφή τού κόμματος αλλά για τις πλατειές λαϊκές μάζες προτιμούσε να χρησιμοποιήσει τον εθνικισμό, ώστε να μπορεί να τις στρέψει όχι μόνο κατά των ΗΠΑ και του κολλητού τους Σιχανούκ αλλά και κατά των βιετναμέζων, οι οποίοι ήσαν κομμουνιστές. Όσο κι αν δεν αρνιόταν την περιστασιακή βοήθειά τους, ο εθνικιστής Σάλοτ Σαρ δεν μπορούσε να χωνέψει ότι κάποτε οι βιετναμέζοι απέσπασαν από τους προγόνους του την Κοχινκίνα.

Προπαγανδιστική φωτογραφία του Πολ Ποτ ως «οδηγού».

Στις αρχές τού 1966, οι καμποτζιανές επαρχίες ξεσηκώθηκαν κατά του καθεστώτος λόγω της τιμής του ρυζιού. Όμως, ο ξεσηκωμός έπιασε το κόμμα στον ύπνο και δεν μπόρεσε να τον εκμεταλλευτεί. Αυτό ήταν απόδειξη ότι το κόμμα δεν είχε επαφή με τον λαό. Ο Σαρ διάλεξε έναν πρωτότυπο τρόπο για να μη την ξαναπατήσει έτσι: έπαψε να ασχολείται με το κόμμα και στράφηκε στην οργάνωση και ενίσχυση της δικής του ομάδας, όπου θα ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης. Θα έκανε μια καινούργια αρχή.

Κάπως έτσι, λοιπόν, στα πλαίσια αυτής της καινούργιας αρχής, κάπου στα μέσα του 1967 η ομάδα πήρε το όνομα Ερυθροί Χμερ και ο αρχηγός της υιοθέτησε το ψευδώνυμο Πολ Ποτ. Ο ίδιος δεν δικαιολόγησε ποτέ την επιλογή τού ψευδωνύμου του, καθώς «Πολ Ποτ» δεν σημαίνει τίποτε ούτε στην γλώσσα των Χμερ ούτε σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα.

Η καινούργια αρχή δεν περιλάμβανε μόνο αλλαγές στα ονόματα της ομάδας και του αρχηγού. Το κεντρικό σχέδιο του Πολ Ποτ ήταν να δημιουργήσει έναν «λαϊκό στρατό», γιατί καταλάβαινε ότι ο Σιχανούκ μόνο με τα όπλα θα μπορούσε να ανατραπεί. Το σχέδιο μπήκε σύντομα σε λειτουργία…

 

Ένας βρόμικος πόλεμος – 11. Η Καμπότζη στις φλόγες

Για να καταλάβουμε τα όσα ακολουθούν, πρέπει να πούμε ότι ο Νοροντόμ Σιχανούκ έχει περάσει στο βιβλίο Γκίνες ως ο πολιτικός που κατέλαβε τα περισσότερα αξιώματα στον κόσμο. Είπαμε ήδη ότι ήταν βασιλιάς τής Καμπότζης, αξίωμα στο οποίο βρέθηκε δυο φορές: 1941-1955 και 1993-2004. Άλλες δυο φορές διετέλεσε διάδοχος του θρόνου, αφού το 1955 άφησε τον πατέρα του να ξαναγίνει βασιλιάς κι αυτός ξανάγινε διάδοχος ενώ ταυτόχρονα κατέβηκε επί κεφαλής κόμματος στις εκλογές, τις κέρδισε και έγινε πρωθυπουργός. Όταν, το 1960, πέθανε ο πατέρας του, ο Σιχανούκ άλλαξε το σύνταγμα και έγινε πρόεδρος, θέση την οποία διατήρησε ως το 1970. Λεπτομέρεια: την 15ετία 1955-1970, το κόμμα του Σιχανούκ ήταν το μόνο νόμιμο κόμμα στην χώρα. Αυτά ως εισαγωγή και συνεχίζουμε την αφήγησή μας.

Η ευκαιρία που περίμενε ο Πολ Ποτ ήρθε στις 18 Μαρτίου 1970 και του την σέρβιρε στο πιάτο ο Σιχανούκ. Ενώ βρισκόταν σε επίσημη επίσκεψη στο Παρίσι, ο Σιχανούκ διέταξε την κυβέρνηση να οργανώσει αντιβιετναμέζικα συλλαλητήρια στην Πνομ-Πενχ. Όμως, η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο της αστυνομίας και οι διαδηλωτές οργίασαν, καταστρέφοντας τις πρεσβείες και του Βόρειου και του Νότιου Βιετνάμ. Για να βγει λάδι, ο Σιχανούκ δεν δίστασε να καταδικάσει από το Παρίσι τα επεισόδια, να κατηγορήσει «σκοτεινούς κύκλους» για την διοργάνωση των συλλαλητηρίων και να απειλήσει με κυρώσεις κατά παντός υπευθύνου όταν θα επέστρεφε.

Πνομ-Πενχ, Απρίλιος 1970: Ο Λον Νολ (μέσον) με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Σπύρο Άγκνιου (δεξιά).

Τα μασκαραλίκια τού Σιχανούκ αποφάσισε να εκμεταλλευτεί ο μέχρι πρό τινος στενός συνεργάτης του Λον Νολ, ο οποίος πίστευε ότι ήταν προορισμένος για μεγάλα πράγματα επειδή το όνομά του διαβαζόταν και ανάποδα (!). Αφού πήρε πρώτα την ευλογία των ΗΠΑ, ο Νολ έβγαλε τα τανκς στον δρόμο κι ύστερα έφερε στην εθνοσυνέλευση πρόταση για απομάκρυνση του Σιχανούκ από το αξίωμά του. Η εθνοσυνέλευση υπερψήφισε την πρόταση και ο Σιχανούκ απομακρύνθηκε. Για να ξεπληρώσει στους πολιτειακούς την υποχρέωσή του, ο Νολ απαγόρευσε στους Βιέτ-Κονγκ να φέρνουν όπλα μέσω των λιμανιών τής χώρας και ζήτησε από τις βορειοβιετναμέζικες δυνάμεις να εγκαταλείψουν την χώρα.

Κάπου εδώ η κατάσταση ξεφεύγει από την λογική. Αφού οι ΗΠΑ πρόδωσαν τον φίλο τους, η κυβέρνηση του Ανόι έρχεται σε επαφή με τον Σιχανούκ (ο οποίος έχει ήδη πάει από το Παρίσι στο Πεκίνο) και του υπόσχεται βοήθεια, προκειμένου να ξανανοίξουν τα λιμάνια. Την ίδια εποχή, βρίσκεται στο Πεκίνο και ο Πολ Ποτ, για να ζητήσει βοήθεια προκειμένου να ανατρέψει την κυβέρνηση. Οι κινέζοι φοβούνται πιθανή συνεργασία των δυο ανδρών και φροντίζουν να μη μάθει ο ένας για τον άλλο ότι βρίσκεται στο Πεκίνο. Την σούπα χαλάει ο ίδιος ο Σιχανούκ, ο οποίος βγαίνει στο ραδιόφωνο και απευθύνει διάγγελμα στον λαό τής Καμπότζης, ζητώντας του να εξεγερθεί κατά της κυβέρνησης και -κρατηθείτε!- να υποστηρίξει τους Ερυθρούς Χμερ. Μύλος!

Λίγες μέρες αργότερα, οι Βιέτ-Κονγκ αποφασίζουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και εισβάλλουν στην Καμπότζη, σφυροκοπώντας τον κυβερνητικό στρατό και προωθούμενοι μέχρι 25 χιλιόμετρα έξω από την Πνομ-Πενχ. Αυτή είναι η αφορμή που ζητούσαν οι ΗΠΑ για να εμπλακούν φανερά και συστηματικά στην Καμπότζη, μιας και μέχρι τότε η εμπλοκή τους γινόταν μυστικά και ανεπίσημα ή, απλώς, ευκαιριακά. Έτσι, προκειμένου να αναχαιτίσουν τους βορειοβιετναμέζους, στις 30 Απριλίου 1970 τα πολιτειακά βομβαρδιστικά εξαπολύουν καταιγιστικούς βομβαρδισμούς σε ολόκληρη την χώρα, ισοπεδώνοντάς την και καταστρέφοντας την αγροτική παραγωγή. Υπολογίζεται ότι στις 230.516 επιδρομές τους τα Β-52 έρριξαν σε 113.716 διαφορετικά σημεία τών καμποτζιανών εδαφών 2.756.941 τόννους βομβών (*), καταστρέφοντας πλήρως τις -όποιες- υποδομές της χώρας, σκοτώνοντας κάπου μισό εκατομμύριο αμάχους και καταδικάζοντας τους υπόλοιπους σε πείνα.

Παρένθεση. Η εντολή για τους βομβαρδισμούς δόθηκε τηλεφωνικά στον στρατηγό Αλεξάντερ Χαίηγκ από τον ίδιο τον Χένρυ Κίσσιντζερ: «Θέλει (ενν.: ο Νίξον) έναν μαζικό βομβαρδισμό στην Καμπότζη. Δεν θέλει να ακούσει τίποτα. Είναι μια διαταγή, που πρέπει να εκτελεστεί. Ο,τιδήποτε πετάει πάνω σε ο,τιδήποτε κινείται. Το κατάλαβες;» (**). Ο Χαίηγκ υπάκουσε και λίγο αργότερα, το 1974, ανταμείφθηκε με την θέση του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή τού ΝΑΤο στην Ευρώπη. Κλείνει η παρένθεση.

Χάρτης της Καμπότζης: 113.716 κόκκινες κουκίδες σημαδεύουν τα σημεία που βομβάρδισαν οι ΗΠΑ (1969-1973).

Απέναντι σε όλον αυτό τον χαμό, ο Πολ Ποτ απλώς περίμενε. Ναι, μισούσε τους βιετναμέζους αλλά αφού οι ΗΠΑ υποστήριζαν το καθεστώς, οι εχθροί τους δεν γινόταν να είναι και δικοί του εχθροί. Από την άλλη, αν τα πράγματα πήγαιναν όπως τα σχεδίαζε, καλό θα ήταν να μη τον βάλουν οι πολιτειακοί στο μάτι. Έτσι, οι Ερυθροί Χμερ περιορίστηκαν σε ελάχιστες επιχειρήσεις ήσσονος βοηθητικής σημασίας για τους βορειοβιετναμέζους αλλά φρόντιζαν να εγκαθίστανται κανονικά στα εδάφη που άφηναν εκείνοι υποχωρώντας. Αυτό δεν ήταν καθόλου δύσκολο, μιας και οι τάξεις τους πύκνωναν συνεχώς από τους αγρότες οι οποίοι μισούσαν τις ΗΠΑ που τους βομβάρδιζαν και, κατ’ επέκταση, την κυβέρνηση Νολ που εκείνες στήριζαν.

Εκείνη την εποχή, ο Πολ Ποτ παγίωσε την άποψή του ότι το καλύτερο στήριγμά του θα ήσαν οι αγρότες. Άλλωστε, για να τους προσεταιριστεί κράδαινε τόσα χρόνια το σφυροδρέπανο. Το κακό ήταν ότι οι αγρότες, μεριά για να προφυλαχτούν από τους βομβαρδισμούς και μεριά που τα χωράφια τους είχαν καταστραφεί και δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, είχαν αρχίσει να συρρέουν στα αστικά κέντρα προσπαθώντας να βρουν μια δουλειά για να επιβιώσουν, ξεχνώντας και επανάσταση και ανατροπές και κομμουνισμό. Ο Πολ Ποτ δεν θα άφηνε ποτέ αυτό το φαινόμενο να επικρατήσει. Έτσι, όταν το 1971 οι Ερυθροί Χμερ κατέλαβαν την πόλη Κρατιέ στα ανατολικά, ο ηγέτης τους απευθύνθηκε στον κόσμο: «αν το αποτέλεσμα τόσων θυσιών είναι να διατηρούν οι καπιταλιστές τον έλεγχο, τότε ποιό είναι το νόημα της επανάστασης;». Κι επειδή οι άνθρωποι δεν κατάλαβαν, ο Πολ Ποτ έδωσε εντολή στις δυνάμεις του να εκδιώξουν τους επήλυδες και να τους ξαναστείλουν στα χωριά τους για να τα φτιάξουν από την αρχή.

Λίγο αργότερα, οι Ερυθροί Χμερ έδιωξαν με τον ίδιο τρόπο 15.000 κατοίκους από την Κάμπονγκ Τσαμ, την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας με 40.000 κατοίκους τότε. Το ίδιο έκαναν παντού, μη διαστάζοντας να το επαναλάβουν και στην ακόμη μεγαλύτερη Ουντόνγκ το 1974, όπου ο Πολ Ποτ εγκατέστησε την προσωρινή κυβέρνησή του. Παραδόξως, η κυβέρνηση αυτή αναγνωρίστηκε από 63 χώρες ως η κανονική κυβέρνηση της Καμπότζης. Μάλιστα, ο Πολ Ποτ υπέβαλε αίτημα αναγνώρισης και στα Ηνωμένα Έθνη, το οποίο απορρίφθηκε με διαφορά τριών μόλις ψήφων.

Από αριστερά: Χένρυ Κίσσιντζερ, Ρίτσαρντ Νίξον, Τζέραλντ Φορντ, Αλεξάντερ Χαίηγκ (13/10/1973)

Σε έναν κόσμο διαιρεμένο στα δυο από τον Ψυχρό Πόλεμο, εφ’ όσον οι ΗΠΑ στηρίζουν το καθεστώς Νολ, είναι λογικό οι Ερυθροί Χμερ να υποστηρίζονται από τις χώρες που ανήκουν στο απέναντι στρατόπεδο. Έτσι, ο Πολ Ποτ, καθώς βλέπει ότι ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του, αποφασίζει να παίξει λίγο περισσσότερο το χαρτί τού κομμουνιστή. Τον Σεπτέμβριο του 1974 συγκαλεί την κεντρική επιτροπή τού κόμματος για να σχεδιάσει τον «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό» της χώρας. Πρόκειται για έναν «σοσιαλισμό» δημιουργημένο στο μυαλό του Πολ Ποτ, απολύτως αντίστοιχο με τον άλλον «σοσιαλισμό» που δημιουργήθηκε στο μυαλό του Αδόλφου Χίτλερ, δηλαδή για κάτι που δεν έχει την παραμικρή σχέση με σοσιαλισμό.

Η πρώτη απόφαση που παίρνει το κόμμα είναι η ικανοποίηση της μανίας του αρχηγού: υποχρεωτική επιστροφή των αγροτών από τις πόλεις στα χωριά και τα χωράφια τους. Η δεύτερη απόφαση αφορά την μείωση της νομισματικής κυκλοφορίας, με στόχο την πλήρη κατάργηση του χρήματος. Η τρίτη απόφαση της κεντρικής επιτροπής είναι πρωτοφανής: το κόμμα εγκρίνει την πρόταση του αρχηγού του και του παραχωρεί πλήρη εξουσιοδότηση να προβεί σε όποιες και όσες εκκαθαρίσεις εκείνος θεωρεί αναγκαίες (!). Αμέσως μετά την συνεδρίαση, ο Πρασίθ, παλιός γνωστός τού αρχηγού από το Παρίσι και διοικητής των βορειοδυτικών επαρχιών τής χώρας, σύρεται στο διπλανό δάσος και εκτελέστηκε.

Καθώς μπαίνει το 1975 και οι ΗΠΑ έχουν προ πολλού αποσυρθεί από την Καμπότζη και εντός λίγου θα αποσυρθούν από ολόκληρη την Ινδοκίνα, ο Λον Νολ κάνει την ύστατη προσπάθειά του να μείνει στην εξουσία. Η προσπάθεια θα αποδειχτεί μάταιη. Οι Ερυθροί Χμερ προελαύνουν προς την Πνομ-Πενχ και τίποτε δεν μπορεί να τους σταματήσει…

———————————————–
(*) Για να γίνει κατανοητό πόσο τρομακτικός είναι αυτός ο αριθμός, να σημειώσουμε ότι κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι σύμμαχοι έρριξαν συνολικά λίγο πάνω από 2.000.000 τόννους βομβών. Σημειωτέον ότι σε 12.475 επιδρομές τα χτυπήματα ήσαν τυφλά και δεν έγινε δυνατόν να καθοριστεί το ακριβές σημείο όπου έπεσαν οι βόμβες.
(**) Ben Kiernan, «The american bombardment of Kampuchea, 1969-1973«.

 

Ένας βρόμικος πόλεμος – 12. Ένας κομμουνιστής… μη κομμουνιστής

Καθώς μπαίνει η άνοιξη του 1975, ο Λον Νολ καταλαβαίνει ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Η κυβέρνηση αποφασίζει να έλθει σε επαφή με τους αντάρτες για να συζητήσουν μια συμφωνία παράδοσης. Ο Πολ Ποτ απορρίπτει κάθε συζήτηση. Ο Νολ ξέρει ότι το όνομά του είναι πρώτο στον κατάλογο εκείνων που θα εκτελέσει ο Πολ Ποτ όταν πάρει την εξουσία, οπότε ανήμερα πρωταπριλιά παίρνει το αεροπλάνο και, μέσω Ινδονησίας, φτάνει στην Χαβάη (*). Στις 17 του μηνός, οι αντάρτες μπαίνουν στην Πνομ-Πενχ και μια καινούργια σελίδα στην ιστορία της Καμπότζης αρχίζει. Για τους Ερυθρούς Χμερ, είναι το έτος μηδέν.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αποδομήσουμε μερικούς μύθους και να βάλουμε τα πράγματα στην θέση τους, αποκαθιστώντας την ιστορική αλήθεια.

Πεκίνο, 1970: Ο Μάο Τσεντούγκ (αριστερά) χαιρετά τον Ιένγκ Σαρύ υπό το βλέμμα του Πολ Ποτ.

Πρώτος μύθος είναι ότι αμέσως οι Ερυθροί Χμερ επιδόθηκαν σε σφαγές. Η αλήθεια είναι ότι ναι μεν ο Πολ Ποτ ελέγχει το «Κομμουνιστικό» Κόμμα αλλά σ’ αυτό δεν υπάρχουν μόνο Ερυθροί Χμερ. Το κυριώτερο είναι ότι ο ανταρτικός στρατός δεν αποτελείται μόνο από Ερυθρούς Χμερ. Υπάρχουν πολλές μονάδες από μέλη τού παλιού Κ.Κ.Ινδοκίνας, κυρίως στα βόρεια και βορειοανατολικά της χώρας, οι οποίες έχουν ιδεολογικές και ιστορικές συμπάθειες προς τους βορειοβιετναμέζους, δηλαδή προς τους άσπονδους εχθρούς του Πολ Ποτ. Όλοι αυτοί, μπορεί να συνεργάζονται με τους Ερυθρούς Χμερ για την ανατροπή τού Λον Νολ αλλά δεν ταυτίζονται ιδεολογικά με εκείνους. Ως και οι στολές που φορούν είναι διαφορετικές. Ως εκ τούτου, ο Πολ Ποτ θα ξοδέψει σχεδόν δυο χρόνια (μέχρι τις αρχές του 1977) ώσπου να ξεκαθαρίσει με τις εσωτερικές αντιπαλότητες και να παγιώσει την εξουσία του. Συνεπώς, οι σφαγές δεν ξεκίνησαν πριν από την άνοιξη του 1977.

Ένας δεύτερος μύθος έχει να κάνει με την μανία των Ερυθρών Χμερ να διώχνουν τον κόσμο από τις πόλεις. Και όμως, η αλήθεια είναι πως δεν υπήρχε άλλη λύση για να μη πεθάνει ο κόσμος από την πείνα. Όπως λέγαμε και τις προάλλες, οι ανηλεείς βομβαρδισμοί των ΗΠΑ είχαν καταστρέψει τις καλλιέργειες και οι τρομοκρατημένοι χωρικοί είχαν πλημμυρίσει τα αστικά κέντρα αφ’ ενός μεν για να γλιτώσουν αφ’ ετέρου δε για να βρουν κάποια δουλειά και να επιβιώσουν. Με κάθε είδους εξωτερική βοήθεια να έχει διακοπεί, ακόμη και πολιτειακοί αναλυτές συμφωνούν ότι η με κάθε τρόπο επιστροφή των αγροτών στα χωράφια τους ήταν η μόνη λύση για να μη πεθάνει ο κόσμος από την πείνα.

Όμως, ο μεγαλύτερος μύθος που συνοδεύει τον Πολ Ποτ και τους Ερυθρούς Χμερ του είναι ότι ήσαν κομμουνιστές. Δυστυχώς για τους αντικομμουνιστές όλου του κόσμου, τα στοιχεία αποδεικνύουν το αντίθετο: ο Πολ Ποτ και η παρέα του δεν είχαν καμμιά σχέση με τον κομμουνισμό (**):

  • Ο ίδιος ο Ιένγκ Σαρύ, το Νο 2 του καθεστώτος διακήρυξε σε ομιλία του το 1977: «Δεν είμαστε κομμουνιστές… είμαστε επαναστάτες, οι οποίοι δεν ανήκουμε στην κοινά αποδεκτή ομάδα των κομμουνιστών τής Ινδοκίνας».
  • Στις 18 Σεπτεμβρίου 1976, πραγματοποιήθηκε στην Πνομ Πενχ εκδήλωση στην μνήμη τού Μάο Τσεντούνγκ. Εκεί, για πρώτη φορά ειπώθηκε από επίσημα χείλη ότι η «επαναστατική οργάνωση» έχει μαρξιστικό-λενινιστικό προσανατολισμό αλλά ποτέ δεν ειπώθηκε ο,τιδήποτε για τα έργα ή τα κείμενα είτε του Μαρξ είτε του Λένιν. Περιττό, βέβαια, να σημειώσουμε ότι ποτέ δεν έγινε κομμουνιστική καθοδήγηση του λαού και ποτέ δεν διδάχτηκε η κομμουνιστική ιδεολογία σε οποιοδήποτε σχολείο.
  • Λέγαμε τις προάλλες ότι ο Πολ Ποτ κράτησε κρυφό τον μετασχηματισμό τού Εργατικού Κόμματος σε Κομμουνιστικό. Η αποκάλυψη έγινε από τον ίδιο, σε ομιλία που εκφώνησε στις 27 Σεπτεμβρίου 1977, δυόμισυ χρόνια από τότε που πήρε την εξουσία στην χώρα! Πόσο κομμουνιστής μπορεί να είναι κάποιος που κρατάει κρυφή την ύπαρξη ενός κομμουνιστικού κόμματος;
  • Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό τής επαναστατικής ιδέας των κομμουνιστών Χμερ ήταν ότι… δεν εκφραζόταν! Κατά την δεκαετία του ’60, η επανάσταση αποτελούσε την πλατφόρμα τής αριστερής αντιπολίτευσης. Στην πράξη, η επανάσταση και η ύπαρξη ενός επαναστατικού κόμματος όχι μόνο υποβαθμίστηκαν στην προπαγάνδα αλλά κατέληξαν εντελώς κρυμμένες αλήθειες, οι οποίες αποκαλύπτονταν μόνο στους λίγους φωτισμένους που προορίζονταν για τις ανώτερες θέσεις στον μηχανισμό.
  • Σε όλο τον κόσμο, ψυχή κάθε κομμουνιστικού κόμματος είναι η εργατική τάξη. Στην Καμπότζη υπήρχε μια -έστω μικρή- εργατική τάξη αλλά, αντί να την καλλιεργήσουν, οι κομμουνιστές Χμερ προχώρησαν στην εκκαθάρισή της, αντιμετωπίζοντάς την ως παρακμιακή κληρονομιά τού παρελθόντος.
  • Ακόμη και οι μετρημένες στα δάχτυλα αναφορές τού καθεστώτος στον κομμουνισμό μεταξύ 1975 και 1977, γίνονταν με μοναδικό σκοπό να καλοπιάσουν τους κινέζους προκειμένου να πάρουν κάποιου είδους βοήθεια. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 29 Σεπτεμβρίου 1977 ο Πολ Ποτ εκφώνησε μια ομιλία στο Πεκίνο περί του κρίσιμου ρόλου που έπαιξε η σκέψη τού Μάο στην καμποτζιανή επανάσταση, η οποία μεταδόθηκε από το κινεζικό ραδιόφωνο αλλά δεν μεταδόθηκε ποτέ από το καμποτζιανό.

Μετά τον θάνατο τού Μάο, το κομμουνιστικό κόμμα τής Κίνας επιτάχυνε τον μετασχηματισμό του σε καπιταλιστικό. Κατ’ επέκταση, οι διάδοχοι του «μεγάλου τιμονιέρη» ποσώς νοιάζονταν για τους ψεύτικους επαίνους τού Πολ Ποτ προς τον Μάο. Εκείνο που ενδιέφερε πρωτίστως τους κινέζους ήταν το αυθεντικό μίσος του προς τους βιετναμέζους, μιας και το Ανόι είχε εκφράσει ανοιχτά την αντίθεσή του στην στροφή που έκανε το Πεκίνο προς τον καπιταλισμό. Με τους κινέζους, βεβαίως, συμφωνούσαν και οι πολιτειακοί αλλά και οι άγγλοι. Κι έτσι, πέρα από κάθε λογική, ο -μισητός, ως κομμουνιστής- Πολ Ποτ βρέθηκε να στηρίζεται από Κίνα, ΗΠΑ και Αγγλία. Τώρα πλέον μπορούσε να ξεκινήσει το πογκρόμ του κατά των βιετναμέζων που ζούσαν στην χώρα του.

‘Ετσι, το 1977 ξεκίνησαν εκτεταμένες επιχειρήσεις εκκαθαρίσεων κατά των βιετναμέζων, κατά όσων έτρεφαν -ή έστω υπήρχαν υπόνοιες ότι μπορεί και να έτρεφαν- φιλοβιετναμεζικά αισθήματα αλλά και κατά όσων διαφωνούσαν -ή έστω υπήρχαν υπόνοιες ότι διαφωνούσαν- με το πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης που ήθελε να εφαρμόσει το καθεστώς.

18/4/1975: Η Πνομ-Πενχ έχει πέσει και η ηγεσία των Ερυθρών Χμερ ποζάρει δίπλα σε μια Mercedes-600. Από αριστερά: , Πολ Ποτ, Νουν Τσέα, Ιένγκ Σαρύ, Σον Σεν.

Πόσοι σκοτώθηκαν σ’ αυτές τις εκκαθαρίσεις; Τα πολιτειακά μέσα ενημέρωσης (με πρώτους τους New York Times) κάνουν λόγο για 3.000.000, προφανώς επειδή οποιοσδήποτε αριθμός μικρότερος του εκατομμυρίου δεν θεωρείται ιδιαίτερα συγκινητικός. Ο Μάικλ Βίκερυ, ο οποίος εξετάζει με ψυχραιμία το θέμα, (α) σημειώνει ότι συχνά προσμετρώνται στα θύματα των εκκαθαρίσεων και τα θύματα των βιομβαρδισμών, τα οποία είχαν ταφεί σε ομαδικούς τάφους, (β) παρατηρεί ότι ακόμη και ένας αριθμός πάνω από 400.000 είναι υπερβολικός και (γ) καταλήγει: «Είναι απλώς αδύνατο να πάρεις τον γενικά αποδεκτό αριθμό για τον πληθυσμό τού Απριλίου του 1975, να προσθέσεις έναν αποδεκτό ρυθμό αύξησης του πληθυσμού λόγω γεννήσεων, να τον συγκρίνεις με τον αριθμό τού σημερινού πληθυσμού και να βγάλεις υπόλοιπο ένα ή δυο εκατομμύρια εκτελεσμένους».

Το 1978, οι φιλοβιετναμεζικές δυνάμεις που είχαν απομείνει στις ανατολικές περιοχές, ξεσηκώθηκαν αλλά το καθεστώς τις συνέτριψε, πνίγοντας την επανάστασή τους στο αίμα. Ο κόμπος έφτασε στο χτένι για το Ανόι, το οποίο αποφάσισε να επέμβει. Η αντίστροφη μέτρηση για τον Πολ Ποτ και το καθεστώς του άρχισε…

———————————————-
(*) Το 1979 μετακόμισε στο Φούλλερτον της Καλιφόρνιας, όπου πέθανε από καρδιά το 1985.

(**) Όλα τα παρατιθέμενα στοιχεία προέρχονται από:
– David P. Chandler και Ben Kiernan, «Revolution and its aftermath inKampuchea: Eight essays«
– David P. Chandler, Ben Kiernan και Chanthou Boua, «Pol Pot plans the future» 
Michael Vickery, «Cambodia: 1975-1982«

 

Ένας βρόμικος πόλεμος – 13. Ο ρόλος της Δύσης και το τέλος

Μπαίνοντας ο Μάιος του 1978, λοιπόν, οι φιλοβιετναμεζικές και άλλες αντιτιθέμενες στους Ερυθρούς Χμερ δυνάμεις ξεσηκώθηκαν στα ανατολικά τής Καμπότζης. Στις 10 Μαΐου, το κρατικό ραδιόφωνο κάλεσε τον λαό να πάρει τα όπλα και όχι απλώς «να εξαλείψει πλήρως τα 50 εκατομμύρια βιετναμέζων» αλλά να «καθαρίσει τις λαϊκές μάζες» από το βιετναμικό μίασμα, χαρακτηρίζοντας συλλήβδην ενάμισυ εκατομμύριο ανθρώπους, που έμεναν στις ανατολικές επαρχίες, ως «κορμιά Χμερ με μυαλά βιετναμέζων». Στο εξάμηνο πογκρόμ που ακολούθησε, η μανία τού Πολ Ποτ κόστισε την ζωή σε τουλάχιστον 100.000 καμποτζιανούς.

Όταν ο Πολ Ποτ αποθρασύνθηκε τόσο ώστε να επεκτείνει τις σφαγές και μέσα στο Βιετνάμ, το Ανόι αποφάσισε να επέμβει. Ανήμερα Χριστούγεννα ο βιετναμικός στρατός εισέβαλε στην Καμπότζη, σάρωσε τους Ερυθρούς Χμερ και μέσα σε δυο μόλις εβδομάδες, στις 7 Ιανουαρίου 1979, όχι απλώς είχε καταλάβει την Πνομ-Πενχ αλλά είχε εγκαταστήσει και νέα κυβέρνηση. Ο Πολ Ποτ αποτραβήχτηκε στα σύνορα με την Ταϊλάνδη, όπου συγκέντρωσε όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει πιστές, στρατοπεδεύοντας πότε στην μια πλευρά των συνόρων και πότε στην άλλη. Η στρατιωτική κυβέρνηση της Ταϊλάνδης του έκανε πλάτες επειδή έβγαζε χρήμα από την διακίνηση των όπλων που έστελνε η Κίνα στον Πολ Ποτ.

Δεκέμβριος 2009: Ο Ιένγκ Σαρύ ακούει την καταδίκη του από το δικαστήριο σε ισόβια.

Το Πεκίνο συνέχισε να ενισχύει με όπλα και χρήμα τον Πολ Ποτ για αρκετά χρόνια, αρνούμενο να αναγνωρίσει την νέα κυβέρνηση. Την ίδια στάση τήρησαν και οι ΗΠΑ του Τζίμμυ Κάρτερ και του Ρόναλντ Ρέηγκαν αλλά και η Βρεττανία της Μάργκαρετ Θάτσερ. Ο γνωστός και μη εξαιρετέος σύμβουλος του Κάρτερ σε θέματα εθνικής ασφάλειας Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι, εξομολογείται στην δημοσιογράφο Ελίζαμπεθ Μπέκερ: «Ενθάρρυνα τους κινέζους να υποστηρίξουν τον Πολ Ποτ. Ενθάρρυνα τους ταϊλανδούς να βοηθήσουν την εξόριστη κυβέρνηση της Καμπότζης. Το πρόβλημα ήταν πώς να βοηθήσουμε τον καμποτζιανό λαό. Ο Πολ Ποτ ήταν ένα βδέλυγμα. Εμείς δεν θα μπορούσαμε ποτέ να τον υποστηρίξουμε, αλλά η Κίνα μπορούσε» (*). Η στάση των τριών μεγάλων είναι απόλυτα λογική: από την στιγμή που στην Πνομ-Πενχ εγκαταστάθηκε πραγματική κομμουνιστική κυβέρνηση, η βοήθεια προς το «βδέλυγμα» αποτελεί μονόδρομο.

Κι ενώ η Κίνα φρόντιζε να μη ξεμείνουν οι Ερυθροί Χμερ από όπλα, οι ΗΠΑ φρόντιζαν να μη ξεμείνουν από χρήμα και λοιπά εφόδια. Σύμφωνα με τον αυστραλό δημοσιογράφο Τζων Πίλτζερ, από το 1980 έως το 1986 η Ουάσινγκτον τροφοδότησε τον Πολ Ποτ με 85 εκατομμύρια δολλάρια (**). Ο ανταποκριτής του Guardian στην Νέα Υόρκη Τζακ Κόλχουν αλλά και ο Στήβεν Ερλάντζερ των New York Times ισχυρίζονται ότι από το 1982 μέχρι το 1989 οι ΗΠΑ διέθεταν 20 με 24 εκατομμύρια δολλάρια ετησίως για την παροχή κάθε άλλου είδους βοήθειας πλην όπλων στους Ερυθρούς Χμερ (***).

Αν οι κινέζοι φρόντιζαν για τον εξοπλισμό των Ερυθρών Χμερ και οι πολιτειακοί για τα υπόλοιπα, οι βρεττανοί φρόντιζαν για την εκπαίδευσή τους. Λίγο πριν πεθάνει πρόωρα (καρδιακή προσβολή πριν κλείσει τα 30) το 1990, ο ερευνητής δημοσιογράφος Σάιμον Μάικλ Ο’Ντούυρ-Ράσσελ ήταν ο πρώτος που αποκάλυψε ότι άνδρες των βρεττανικών ειδικών δυνάμεων (SAS), βετεράνοι των Φώλκλαντ, εκπαίδευαν τους άνδρες του Πολ Ποτ για περισσότερο από τέσσερα χρόνια σε μυστικές βάσεις στην Ταϊλάνδη. Ο Ο’Ντούυρ-Ράσσελ μίλησε με δύο εκπαιδευτές, οι οποίοι δίδαξαν στους Ερυθρούς Χμερ τα πάντα για τις νάρκες και την ναρκοθέτηση ενώ τους εκπαίδευσαν και στην χρήση εκτός δρόμου ναρκών, οι οποίες ενεργοποιούνταν από τον θόρυβο εκείνων που κινούνταν στον δρόμο.

Αυτές οι αποκαλύψεις προκάλεσαν κύμα διαμαρτυριών στην Βρεττανία, μεταξύ των οποίων και ένα ψήφισμα καταδίκης τής βρεττανικής στάσης απέναντι στον Πολ Ποτ, που συγκέντρωσε πάνω από 16.000 υπογραφές. Ο ηγέτης των Εργατικών Νηλ Κίννοκ έφερε το θέμα στην βουλή, το υπουργείο εξωτερικών απάντησε αρνούμενο κάθε σχέση με τους Ερυθρούς Χμερ και η Θάτσερ δεν δίστασε να επιβεβαιώσει εγγράφως την ψευδή απάντηση: «Επιβεβαιώνω ότι δεν υπάρχει βρεττανική κυβερνητική εμπλοκή οιασδήποτε μορφής στην εκπαίδευση, τον εξοπλισμό ή την συνεργασία με τους Ερυθρούς Χμερ ή με τους συμμάχους τους». Δυστυχώς για την «σιδηρά κυρία», ο διάδοχός της Τζων Μαίητζορ το 1991 αναγκάστηκε να παραδεχτεί μέσα στο κοινοβούλιο ότι όντως άνδρες των SAS εκπαίδευαν τους Ερυθρούς Χμερ.

Ας επιστρέψουμε στο 1979. Η νέα κυβέρνηση ζητά αναγνώριση από τον ΟΗΕ αλλά προσκρούει στην άρνηση των τριών μεγάλων που προαναφέραμε. Για τα Ηνωμένα Έθνη, η «εξόριστη κυβέρνηση» του Πολ Ποτ θα εξακολουθούσε να εκπροσωπεί την χώρα, ως «Δημοκρατική Καμπότζη» μέχρι το 1982 και ως «Συμμαχική κυβέρνηση της Δημοκρατικής Καμπότζης» μέχρι το 1993. Με την πλήρη συμπαράσταση Κίνας, ΗΠΑ και Αγγλίας, ο Πολ Ποτ συνέχισε τον πόλεμο στις βορειοδυτικές περιοχές για μια ολόκληρη δεκαετία ακόμη, έστω κι αν παρέδωσε τυπικά την ηγεσία των Ερυθρών Χμερ στον -πρωθυπουργό του επί προεδρίας του- Χιεού Σαμπάν το 1985.

Το 1989, το Βιετνάμ αποχώρησε από την Καμπότζη. Το 1991, η κυβέρνηση της Πνομ Πενχ κατάφερε να έλθει σε συνεννόηση με τον Σαμπάν και να υπογράψει μια συμφωνία για αφοπλισμό και εκλογές. Όμως, τον επόμενο χρόνο, πιθανότατα με την παρότρυνση του Πολ Ποτ, οι Ερυθροί Χμερ έσπασαν την συμφωνία και οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν. Αυτό ενόχλησε πολλά από τα μέλη τους και πυροδότησε μια σειρά εσωτερικών συγκρούσεων, η οποία οδήγησε στην μαζική αποχώρηση 4.000 μελών το 1996. Η φαγωμάρα συνεχίστηκε και στις 10 Ιουνίου 1997 ο Πολ Ποτ διέταξε την εκτέλεση του Σον Σεν, μέχρι τότε δεξιού του χεριού, για προδοσία. Μαζί με τον Σεν, εκτελέστηκαν και έντεκα μέλη της οικογένειάς του.

Ο Σαμπάν κατάλαβε ότι ο Πολ Ποτ είχε πλέον παραφρονήσει τελείως. Στις 19 Ιουνίου, ο αρχιεκτελεστής των Ερυθρών Χμερ, ο «χασάπης» Τα Μοκ συνέλαβε τον πρώην αρχηγό του, ο οποίος οδηγήθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε σε ισόβιο κατ’ οίκον περιορισμό. Έγκλειστο τον βρήκε ο θάνατος στις 15 Απριλίου 1998. Η νεκροψία που διέταξε αργότερα η κυβέρνηση, απέδειξε ότι ο θάνατός του προήλθε από έναν θανατηφόρο συνδυασμό Βάλιουμ και χαπιών για την ελονοσία. Αν και ο Τα Μοκ μίλησε για αυτοκτονία, το πιθανώτερο είναι πως ο Πολ Ποτ δολοφονήθηκε από τους πρώην συντρόφους του.

Ο θάνατος του Πολ Ποτ σηματοδότησε την αρχή της οριστικής διάλυσης των Ερυθρών Χμερ. Τον Δεκέμβριο του 1998 ο Σαμπάν και οι υπόλοιποι ηγέτες τους παραδόθηκαν και οδηγήθηκαν σε δίκη για την γενοκτονία τής δεκαετίας του ’70. Μέχρι το τέλος της επόμενης χρονιάς θα παραδίνονταν και οι υπόλοιποι αξιωματούχοι της οργάνωσης, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων θα πέθαινε πριν ολοκληρωθούν οι δίκες τους, οι οποίες έσπασαν κάθε ρεκόρ καθυστέρησης. Τελευταίος από την «παρέα του Παρισιού» πέθανε ο Ιένγκ Σαρύ στα 87 του χρόνια το 2013, πριν εκδικαστεί η έφεσή του. Ο υπαρχηγός του Πολ Ποτ Νουόν Τσέα καταδικάστηκε για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας το 2014, στα 88 του, σε ισόβια και σήμερα βρίσκεται στην φυλακή.

Ο τάφος του Πολ Ποτ στο Άνλονγκ. Κάτω δεξιά, ο Πολ Ποτ νεκρός, έτσι όπως βρέθηκε από την σύζυγό του.

Κάπου εδώ τελειώνει το ταξίδι μας στην ιστορία και στην νοτιοδυτική Ασία. Ενδεχομένως κάπου να μακρηγόρησα άνευ λόγου αλλά σίγουρα δεν παρέθεσα όλο το υλικό που είχα συγκεντρώσει. Ελπίζω ότι όλοι μάθαμε κάτι καινούργιο απ’ αυτή την πολυήμερη αφήγηση, ζητώ συγγνώμη αν παρέλειψα κάτι σημαντικό και ευχαριστώ όλους όσους βόηθησαν με τις υποδείξεις, τα σχόλια και το πρόσθετο υλικό που πρόσφεραν.

————————————————–
(*) Gregory Elich, «Who supported the Khmer Rouge?«. Η πλήρης «εξομολόγηση» του Μπρζεζίνσκι καταγράφεται στο: Elizabeth Becker, «When the war was over – The voices of Cambodia’s revolution and its people», Νέα Υόρκη, 1986.
(**) John Pilger, «The long secret alliance: Uncle Sam and Pol Pot«, 1997.
(***) Jack Colhoun, «On the side of Pol Pot: U.S. Supports Khmer Rouge» – Steven Erlanger, «Aid to Cambodia non-communists is detailed«. Σχετικό (αν και χωρίς συγκεκριμένους αριθμούς) είναι και το άρθρο του πρώην προέδρου της Ομοσπονδίας Πολιτειακών Επιστημόνων Jeremy Stone, «U.S. secret war in Cambodia gives aid to the Khmer Rouge» (The Buffalo News, 25/11/1989).

 

(προσθήκη από π.κ.) σχετικό ένα καταπληκτικό ντοκυμαντέρ θα βρείτε εδώ:

Γουρουνίσια χρόνια

Advertisements

Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: