Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας

πηγή: Βαθύ Κόκκινο

(προσθήκη από π.κ.: με κλικ στον τίτλο κάθε άρθρου το διαβάζετε από την πηγή του. το άρθρο θα συνεχίσει να ενημερώνεται.)

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. Μέρος 1ο

Του  Γιώργου Γιαννακέλλη 

Η τακτική να παίρνεις επιλεγμένα αποσπάσματα από έργα θεωρητικών και να προσπαθείς να επιχειρηματολογήσεις στα συμπεράσματα που ήδη έχεις καταλήξει, είναι τόσο παλιά όσο και οι λάσπες.
Κάποια ρήση μάλιστα λέει ότι «αν πάρεις αποσπάσματα απ’ το Ευαγγέλιο μπορείς να βγάλεις τον Χριστό Αντίχριστο».

Στην προκειμένη περίπτωση ο Ν. Μπογιόπουλος δεν χρησιμοποιεί «Τας γραφάς» αλλά τον Λένιν, τον Μαρξ, τον Τσε κ.α για να υπερασπιστεί την θέση του ΚΚΕ, που δεν είναι παρά η υπεράσπιση της αστικής νομιμότητας και η πολεμική εναντίον σε όσους επιλέγουν τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας.

Σε τέτοια ζητήματα, ειδικά όταν προσεγγίζεις το θέμα της λαϊκής αντιβίας και τις μορφές που εκδηλώνεται σε κάθε ιστορική εποχή, δεν είναι ότι πιο ιδανικό να παίρνεις αποσπάσματα βιβλίων και να τα χρησιμοποιείς όπως σε βολεύουν, παραγνωρίζοντας «τόπο και χρόνο» δηλαδή πότε γράφτηκαν και σε τι συνθήκες. Πόσω μάλλον όταν πολύ εύκολα μπορεί να αντικρουστούν με άλλα αποσπάσματα κειμένων των θεωρητικών που επικαλείσαι. Και αυτό θα το αποδείξουμε στην συνέχεια.

Θα «παίξουμε», δηλαδή, στο «γήπεδο» του δημοσιογράφου, αφού πούμε εκ των προτέρων ότι η αντιπαράθεση τσιτάτων –και μάλιστα λογοκριμένων όπως κάποια που παρουσιάζει ο Ν.Μ- δεν βοηθάνε τον αναγνώστη να σχηματίσει ολοκληρωμένη άποψη για το ζήτημα που αναφέρονται.

Επειδή το θέμα που προέκυψε –αφορμή ήταν η αποστολή στον πρώην πρωθυπουργό Παπαδήμο ενός παγιδευμένου με εκρηκτικά φακέλου- με ένα μήνυμα που στείλαμε στην ραδιοφωνική εκπομπή του Ν. Μπογιόπουλου, μια ανάρτηση δική μου στο μπλογκ μας και μια απάντηση που μας έδωσε ο δημοσιογράφος μέσα από την ιστοσελίδα «Ημεροδρόμος», ας κάνουμε μια εισαγωγή.

Αρχικά, ας μην προσπεράσουμε τον τρόπο που αντιμετώπισε η ελληνική κοινωνία –και αυτό δεν είναι «υποταγή στο αυθόρμητο», όπως μπορεί να βιαστεί να ισχυριστεί κάποιος- την επίθεση που δέχτηκε ο πρώην πρωθυπουργός – τραπεζίτης. Και για να το προχωρήσουμε παραπέρα να πούμε ότι σήμερα σε μια κοινωνία που έχει εξαθλιωθεί από τις βάρβαρες ταξικές πολιτικές όσο και να προσπαθούν ορισμένοι –κύρια καθεστωτικοί δημοσιοκάφροι- δεν μπορούν να αναβιώσουν εποχές τρομολαγνείας και τρομοϋστερίας.

Μάλιστα πιθανόν να δημιουργούσε και αισθήματα χαράς στον λαϊκό κόσμο αν κάποιες οργανώσεις εκτελούσαν μερικά κοινωνικά παράσιτα. Οι μάζες αντιλαμβάνονται ότι τα προβλήματα τους δεν τα δημιουργούν κάποιοι θιασώτες του αντάρτικου πόλης, αλλά ότι οι πραγματικοί τρομοκράτες είναι αυτοί που καθορίζουν την πολιτική που μας οδηγεί στην απόλυτη ένδεια και εξαθλίωση.
Δεν κινδυνεύει δηλαδή η κοινωνία μας από κατασκευασμένους, ανύπαρκτους εχθρούς.

Άλλη είναι η βία που απειλεί όλο το λαό μας και όχι τα επιλεγμένα χτυπήματα των οργανώσεων μειοψηφικής ένοπλης βίας. Και αυτή είναι η βία της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Μιας βίας που δεν έχει ενόχους, δεν δικάζεται από κανένα δικαστήριο και οι δράστες της είναι οι εγκληματίες του λευκού κολάρου που υπηρετούν και στηρίζουν το απάνθρωπο καπιταλιστικό σύστημα. 

Αξιοσημείωτο είναι επίσης αυτό που διαπιστώνει όποιος έχει επαφή με τον κόσμο της εργασίας και τα λαϊκά στρώματα: Για πρώτη φορά μετά την μεταπολίτευση η ένοπλη πάλη έχει απενοχοποιηθεί στην συνείδηση όχι μόνο κάποιων νεολαίων αλλά και σε άτομα που μέχρι πριν μερικά χρόνια αυτό ήταν αδιανόητο. 

Και για να μην υπάρξει καμιά παρανόηση να επαναλάβουμε το αυτονόητο για τους κομμουνιστές: Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης από τα δεσμά της αστικής δικτατορίας είναι καθήκον της ίδιας και είναι αδιέξοδη η μορφή αγώνα που έχουν επιλέξει όσοι έχουν επιλέξει την ένοπλη μειοψηφική πάλη.  

Ας θυμηθούμε και μια άποψη που διατύπωσε ο Δημήτρης Κουφοντίνας μετά από αρκετά χρόνια που βρίσκεται στην φυλακή: «Ο ριζικός κοινωνικός μετασχηματισμός δεν μπορεί παρά να είναι έργο της κινητοποιημένης και οργανωμένης κοινωνίας. Η δράση του αντάρτικου πόλης δεν μπορεί να νοηθεί σε αντίθεση με τη λαϊκή κινητοποίηση, ανεξάρτητα και αποκομμένα από αυτήν. Αν δεν υπάρχει λαϊκή στήριξη στο αντάρτικο σχέδιο, αναπόφευκτα αυτό οδηγείται στην αποτυχία. Ο αγώνας δεν μπορεί να είναι καθαρά στρατιωτικός. Χρειάζεται να είναι πολιτικοστρατιωτικός».

Μήπως στην εποχή μας δεν υπάρχουν κομμουνιστικά κόμματα που δίπλα στην νόμιμη δουλειά που κάνουν διαθέτουν τους παράνομους μηχανισμούς τους οι οποίοι πραγματοποιούν εκτελέσεις καθαρμάτων, «απαλλοτριώσεις» τραπεζών, για να χρηματοδοτηθεί ο επαναστατικός αγώνας τους κλπ; Η Τουρκία είναι δίπλα μας. Ας ρίξουν μια ματιά αυτοί που έχουν σαν ευαγγέλιο την αστική νομιμότητα τί συμβαίνει στο επαναστατικό κίνημα της γειτονικής χώρας.

Οποιος δεν θέλει να κλείνει τα μάτια του στα κοινωνικά φαινόμενα χωρίς μεγάλη προσπάθεια θα βρει την μήτρα που γεννάει τις οργανώσεις μειοψηφικής ένοπλης βίας.

Υπάρχει κοινωνικός πόλεμος. Και συνέχεια γίνεται πιο αμείλικτος. Η αστική τάξη διαθέτει τις δυνάμεις καταστολής, τους νόμους, τους μηχανισμούς που προσπαθούν να διαμορφώσουν πρότυπα, οπτικά πεδία, συνειδήσεις.

Η εργατική τάξη απ’ την άλλη, κατακερματισμένη, εγκλωβισμένη σε κόμματα που σαν θεό τους έχουν τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό.
Ανήμπορη να αντισταθεί συλλογικά στην βάρβαρη επέλαση της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας.

Σ’ αυτό τον κοινωνικό πόλεμο κάποιοι επέλεξαν να αντισταθούν ένοπλα στην αστική τάξη.

Να το επαναλάβουμε για άλλη μια φορά για να μην αφήσουμε περιθώρια παρερμηνειών: Δεν μας εκφράζουν οι οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. 

Απ’ την άλλη όμως, όπως μας δείχνει η ντόπια και διεθνής εμπειρία οι οργανώσεις μειοψηφικής επαναστατικής βίας, οι οργανώσεις «ατομικής τρομοκρατίας», όπως τις αποκαλούσε ο Λένιν, (στην συνέχεια θα σταθούμε αρκετά σ’ αυτόν τον μεγάλο επαναστάτη παραθέτοντας αρκετά κείμενα του «αφιερωμένα» σε όσους προσπαθούν να τον βάλουν στα «καλούπια» τους) είναι σάρκα απ’ την σάρκα του αντικαπιταλιστικού κινήματος της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Από κει και πέρα μπαίνει ένα άλλο ουσιαστικό ζήτημα. Το πότε και πώς ασκείται η βία, αν είναι επαναστατικά σκόπιμη στη μια ή την άλλη ιστορική συγκυρία, στο ένα ή το άλλο επεισόδιο της αέναης πάλης των τάξεων. 
Και πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα τακτικής πρέπει να τοποθετηθούμε μέσα στο αντικαπιταλιστικό κίνημα, μακριά από προβοκατορολογίες και ανιστόρητες απόψεις όπως αυτές που εκφράζονται από το ΚΚΕ αλλά και οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Θα συνιστούσαμε στους αναγνώστες μας να διαβάσουν το βιβλίο του Μερλόν Ποντί «Ανθρωπισμός και τρομοκρατία».

Εκεί θα δουν τον Πασκάλ – έναν Γάλλο φιλόσοφο, φυσικό και μαθηματικό- να λέει απ’ τον 16ο ακόμα αιώνα το εξής χαρακτηριστικό: «Ο φόνος ενός από το αντίπαλο στρατόπεδο είναι πράξη θεμιτή. Δυστυχώς έτσι μπορούν να προχωρήσουν οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί».

Στην συνέχεια θα εφαρμόσουμε κι εμείς την τακτική του Ν. Μπογιόπουλου παραθέτοντας ξεκομμένα αποσπάσματα από έργα των Λένιν, Μάρξ, Τσε, Στάλιν, κ.α για το θέμα που αναφερόμαστε και τα οποία λένε ακριβώς τα αντίθετα από τα αποσπάσματα που παραθέτει. 

Πριν όμως δυο κεφάλαια από ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο «Με τη μάχη στο αίμα τους, λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία (1905-1917)».
Επίσης θα παραθέσουμε ολόκληρο το θρυλικό βιβλίο «Εγχειρίδιο του Αντάρτη Πόλεων» του διανοούμενου και ηγέτη της βραζιλιάνικης επανάστασης Κάρλος Μαριγκέλα. Κι αυτό για να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το σκεπτικό όσων/ες επιλέγουν να ενταχθούν σε οργανώσεις μειοψηφικής βίας. Αυτό το πόνημα υπήρξε και είναι  η «Βίβλος» για το σύνολο σχεδόν των οργανώσεων ένοπλης πάλης σε όλο τον κόσμο.

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. Μέρος 2 – «Μπολσεβίκοι: Ο τερρορισμός στην πράξη»

Παραθέτουμε δυο κεφάλαια από το βιβλίο «Με τη μάχη στο αίμα τους, λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία (1905-1917)» (Εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου).

Το πρώτο έχει τίτλο «Μπολσεβίκοι: Ο τερρορισμός στην πράξη» Σελ. 132-137 (Οι υπογραμμίσεις δικές μας):

Για τον Λένιν, ηγέτη της μπολσεβίκικης φράξιας των σοσιαλδημοκρατών, η «σωστή θέση» πάνω στο θέμα του τερρορισμού δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να διευθετηθεί άπαξ και δια παντός. Η θέση του διέφερε αναλόγως των αλλαγών στους πολιτικούς του στόχους και προτεραιότητες.
Ως εκ τούτου, το 1902 κατακεραύνωνε τους εσέρους που υπερασπίζονταν τον τερρορισμό «….η αχρηστία του οποίου, τόσο καθαρά αποδεικνύεται από την εμπειρία του ρώσικου επαναστατικού κινήματος. Τον προηγούμενο μόλις χρόνο δήλωνε πως το κόμμα του «…. Ποτέ δεν απέρριψε τον τερρορισμό ως αξία, ούτε και μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο».
Πριν το ξέσπασμα του 1905, ο Λένιν επέμενε στις παλαιότερες θεωρητικές απόψεις του και χαρακτήριζε κάθε τερροριστική δράση ως «…. Ασύμφορο μέσο αγώνα», απορρίπτοντάς την αναλόγως των συγκυριών, …. Αναμένοντας μια αλλαγή των συνθηκών».

Μια σειρά δεδομένων ανάγκασε τον Λένιν να λάβει μια τελική στάση. Πρώτον, δε μπορούσε παρά να αναγνωρίσει το γεγονός πως οι εσέρικες και οι αναρχικές τερροριστικές τακτικές ήταν σαφώς αποτελεσματικότερες στην αποσταθεροποίηση του καθεστώτος, σπέρνοντας το φόβο και τη σύγχυση στις αρχές. 
Ο Λένιν θα έπρεπε επίσης να παραδεχτεί τη βασιμότητα της εσέρικης άποψης πως η τερροριστική δράση μπορούσε να αποδειχτεί ιδιαίτερα αποτελεσματική στην ριζοσπατικοποίηση της αγροτιάς και του προλεταριάτου.

Επιπλέον, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν το 1905, με το χάος να απλώνεται –εκτός ελέγχου τόσο από την εξουσία όσο και από τους επαναστάτες ηγέτες-, ο Λένιν αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα του να στρέψει το «αναπόφευκτο αντάρτικο» προς όφελος του κόμματός του και της επανάστασης –έτσι όπως τουλάχιστον εκείνος την αντιλαμβανόταν-. Ακόμα και σε θεωρητικό επίπεδο, η τερροριστική δράση φαινόταν περισσότερο δικαιολογημένη σε μια στιγμή που λάμβανε τεράστιες διαστάσεις και αφορούσε κυριολεκτικά κάθε κοινωνικό στρώμα. Δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίζεται ως μέσο ατομικής διαμαρτυρίας, αλλά ως στοιχείο της μαζικής εξέγερσης κατά ολόκληρης της κοινωνικοπολιτικής τάξης. Για τον Λένιν ήταν επίσης πολύ σημαντικό πως «… ο παραδοσιακός ρώσικος τερρορισμός ήταν δουλειά συνωμοτούντων διανοούμενων, ενώ μετά το 1905 οι εργάτες έγιναν οι βασικοί θιασώτες».

Με αυτές τις θεωρήσεις κατά νου, ο Λένιν επιτέλους σύνθεσε τις απόψεις του. Στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, ο τερρορισμός ήταν κατάλληλος για τους επαναστατικούς σκοπούς, στο βαθμό «… που ήταν ικανός να διαχέεται μέσα στο μαζικό κίνημα». Αυτή η θέση ουσιαστικά δεν διέφερε από την αντίστοιχη των εσέρων που διακήρυσσε: «… καλούμε σε τερρορισμό, όχι αντί της δουλειάς στις μάζες, αλλά προς όφελος αυτής και παράλληλά της». Τώρα που ο καιρός ήταν πια ώριμος, ο Λένιν κάλεσε «… στα πλέον ριζοσπαστικά μέσα, ως τα μοναδικά επαρκή». Δεν απέκλειε την αποκεντρωμένη τερροριστική δράση, συνηγορώντας στο σχηματισμό ένοπλων ομάδων που «…θα διαφέρουν σε μέγεθος, ξεκινώντας ακόμα και από 2-3 άτομα, αυτό-οπλισμένων με κάθε μέσο που τους είναι διαθέσιμο». Αυτές οι ομάδες «… πρέπει άμεσα να πάρουν εκπαίδευση μάχης και να αναλάβουν επιχειρήσεις».

Σύμφωνα με μια από τις πιο στενές συνεργάτιδές του, την Έλενα Στάσοβα, ο Λένιν μετατράπηκε σε «… εξτρεμιστή παρτιζάνο του τερρορισμού».  Ήδη από τον Οκτώβριο του 1905, ανοιχτά καλούσε τους οπαδούς του κόμματος να εκτελούν χαφιέδες, αστυνομικούς, κοζάκους και μέλη των Μαύρων Εκατονταρχιών, να ανατινάζουν τις εγκαταστάσεις τους και τα αστυνομικά τμήματα, να ρίχνουν οξέα στους αστυνομικούς. Παρέμενε όμως ανικανοποίητος και σε επιστολή του στην κομματική επιτροπή της Πετρούπολης τους επίπληττε: «Με φρίκη, με πραγματική φρίκη, βλέπω πως εδώ και μισό χρόνο μιλάμε για βόμβες, χωρίς να έχετε βάλει ούτε μία».

Ανυπόμονος για άμεση δράση, ο Λένιν έπαιρνε αναρχίζουσες θέσεις για να αντικρούσει τους συντρόφους του: «… όταν βλέπω σοσιαλδημοκράτες να δηλώνουν με περηφάνια «δεν είμαστε αναρχικοί, ούτε κλέφτες και ληστές, είμαστε υπεράνω, απορρίπτουμε την αντάρτικη δράση», ρωτώ τον εαυτό μου: «αυτοί οι άνθρωποι καταλαβαίνουν τι τους γίνεται;»».
Τελικά τον Αύγουστο του 1906, η επίσημη θέση των μπολσεβίκων εκφράστηκε μέσω του έντυπου οργάνου τους, του «Προλετάριου». Συμβούλευαν τις ομάδες μάχης «… να τερματίσουν την απραξία τους και να αναλάβουν μια σειρά αντάρτικων ενεργειών με στόχο τη μίνιμουμ καταστροφή της προσωπικής ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών και τη μάξιμουμ καταστροφή της προσωπικής ασφάλειας των χαφιέδων, των ενεργών μελών των Μαύρων Εκατονταρχιών, των υψηλόβαθμων αξιωματούχων της αστυνομίας, του στρατού, του ναυτικού και ούτω καθ’εξής».

Στην πραγματικότητα ωστόσο, η ανησυχία του Λένιν περί μπολσεβίκικης τερροριστικής απραξίας, ήταν αβάσιμη. Οι οπαδοί του σε όλη τη χώρα ήταν αναμεμειγμένοι σε αναρίθμητα περιστατικά βίας. Αυτά τα τερροριστικά ξεσπάσματα ήταν κατά βάση ανεξέλεγκτα από την κομματική ηγεσία, η οποία ήταν αποκομμένη από την πραγματική δράση, κι έτσι αυτές οι ενέργειες είχαν ελάχιστη σύνδεση με τους ευρύτερους πολιτικούς σκοπούς του κόμματος ή την άμεση στρατηγική του. Επιπλέον, αυτές οι ενέργειες σπάνια αναφέρονταν στα κομματικά επιτελεία, κεντρικά ή περιφερειακά. Στην πραγματικότητα, καθώς οι μπολσεβίκοι δεν διέθεταν κάποιο επίσημο όργανο επιφορτισμένο αποκλειστικά με τον τερρορισμό, -κατά το πρότυπο της εσέρικης «Οργάνωσης Μάχης»- η τερροριστική δραστηριότητά τους λάμβανε ένα αναρχίζοντα χαρακτήρα. Ο μπολσεβίκικος τερρορισμός χτυπούσε μια ποικιλία στόχων, αλλά οι πιο κοινοί ήταν οι ύποπτοι για χαφιεδισμό και προδοσία.

Ενώ η φυσική εξάλειψη χαφιέδων θεωρείτο απαραίτητη για την εκκαθάριση των επαναστατικών γραμμών από άτομα που έθεταν σε κίνδυνο την ομάδα, άλλες τερροριστικές ενέργειες είχαν την εκδίκηση ως κεντρικό κίνητρο. Αυτό π.χ. συνέβαινε με την εκτέλεση δήμιων φυλακών, υπεύθυνων για την επιβολή της θανατικής ποινής σε επαναστάτες κρατούμενους. Οι μπολσεβίκοι εκτελεστές μια τέτοιας ενέργειας δε θα μπορούσαν φυσικά να περιμένουν πως έτσι θα απέτρεπαν μελλοντικές εκτελέσεις συντρόφων τους. Οι μπολσεβίκοι ήταν υπεύθυνοι για πολλές παρόμοιες πράξεις εκδίκησης με στόχο αστυνομικούς και κοζάκους, που είχαν έρθει σε αιματηρή αντιπαράθεση με επαναστάτες.

Η εκδίκηση και η προσπάθεια εξουδετέρωσης των αντιπάλων τους, έστρεψε τη βία των μπολσεβίκων και κατά διαφόρων συντηρητικών στοιχείων του πληθυσμού. Αυτό ήταν το κίνητρο στις 27 Γενάρη 1906 όταν, κατ’ απόφαση της Επιτροπής Πετρούπολης, μια ομάδα μάχης των μπολσεβίκων επιτέθηκε στην ταβέρνα Τβερ, στέκι των εργατών ναυπηγείων, που ήταν μέλη της μοναρχικής  Ένωσης του Ρώσικου Λαού. Τριάντα περίπου θαμώνες δέχτηκαν τρεις βόμβες από τους τερροριστές, κι όταν προσπάθησαν να βγουν από την ταβέρνα, δέχτηκαν τα πυρά των όπλων των μπολσεβίκων. Δύο πέθανα, είκοσι τραυματίστηκαν και οι δράστε διέφυγαν. Αρκετοί από τους διασωθέντες θα εκτελεστούν αργότερα. Παρομοίως, στην πόλη Εκατερίνμπουργκ των Ουραλίων, μέλη της μπολσεβίκικης ομάδας μάχης, που καθοδηγούνταν από τον Ιακώβ Σβέρντοφ, επίμονα τρομοκρατούσαν τα μέλη των Μαύρων Εκατονταρχιών, σκοτώνοντας όσους περισσότερους τσαρικούς μπορούσαν.

Παράλληλα με τις εκτελέσεις ως μέσο εξολόθρευσης των υποστηρικτών του τσαρικού καθεστώτος, οι μπολσεβίκοι επιδίωκαν επίσης να ενσπείρουν τη σύγχυση και τον πανικό στις αρχές, υποβαθμίζοντας έτσι την ικανότητά τους να αμυνθούν στην εξαπλούμενη βία. Οι εξτρεμιστές αντιμετώπιζαν ανηλεώς τους στόχους τους, από επιθεωρητές εργοστασίων, μέχρι αστυνομικούς διαφόρων βαθμών. Σχολιάζοντας αυτές τις τερροριστικές επιθέσεις, κάποιοι μπολσεβίκοι δε μπορούσαν παρά να επισημάνουν την «καταστροφική βία για τη βία»: «… το φθινόπωρο του 1907, μάχιμοι νέοι έχασαν τον έλεγχο και άρχισαν να ολισθαίνουν προς τον αναρχισμό, σκοτώνοντας φύλακες, αστυνομικούς και χωροφύλακες. Σε πυρετώδη κατάσταση, πίστευαν ότι ήταν αναγκαίο το να δράσουν». Δύο μπολσεβίκοι τερροριστές «… παρακολουθούσαν τους κοζάκους, απλά περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να διασκεδάσουν με τις βόμβες τους. Οι κοζάκοι ωστόσο πορεύονταν σε φάλαγγα κατά άντρα, κάνοντας έτσι τις γραμμές τους λιγότερο ευάλωτες σε επιθέσεις. Έτσι οι δύο μαχητές έριξαν τις βόμβες τους σε στρατώνα της αστυνομίας, διασκεδάζοντας με το θέαμα που ακολούθησε: όταν τα αναμμένα φυτίλια σφύριζαν, οι αστυνομικοί πηδούσαν από τα παράθυρα».

Η απόφαση για μια εκτέλεση συχνά προέκυπτε αυθόρμητα από κάποιο κομματικό μέλος, χωρίς τη συγκατάθεση της τοπικής ή κεντρικής ηγεσίας. Τέτοια ήταν η περίπτωση της εκτέλεσης του υπαστυνόμου Νικήτα Περλόφ, στις 21 Φεβρουαρίου 1907, στο Ντμιτριέβκι. Εκτελέστηκε από δύο μπολσεβίκους, τον Πάβελ Γκούσεφ και τον Μιχαήλ Φρούνζε: «… η εκτέλεση του Περλόφ δεν ήταν οργανωμένο σχέδιο, μια προειλημμένη απόφαση της κομματικής οργάνωσης, αλλά μια στιγμιαία παρόρμηση του Φρούνζε. Κατά τη διάρκεια μιας προπαγανδιστικής συνάντησης, κάποιος είδε από το παράθυρο τον Πέρλοφ να περνά. Ο Φρούνζε πήδηξε κάτω  και κάλεσε τον Γκούσεφ να τον ακολουθήσει. Παρά τις διαμαρτυρίες των παρευρισκόμενων, έτρεξαν έξω. Σε λίγο ακούστηκαν πυροβολισμοί».

Ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις η ανάμειξη του κόμματος στον τερρορισμό λίγο είχε να κάνει με το μαζικό κίνημα, εντούτοις υπήρχαν στιγμές που δικαιολογούσαν τη θεωρητική θέση του κόμματος πάνω στο ζήτημα. Σύμφωνα με τον εξέχοντα μπολσεβίκο Βλαντιμίρ Μποντς-Μπρούεβιτς, όταν το σύνταγμα Σεμενόφσκι μπήκε στη Μόσχα για να καταστείλει την εξέγερση του Δεκέμβρη, μελετήθηκε από την κομματική επιτροπή Πετρούπολης το σενάριο «… να απαχθούν δύο δούκες και να τεθούν υπό σαφή απειλή άμεσης εκτέλεσης σε περίπτωση που χυνόταν έστω και μία σταγόνα προλεταριακού αίματος στους δρόμους της Μόσχας». Νωρίτερα, η μπολσεβίκικη ομάδα της Πετρούπολης είχε επιχειρήσει απόπειρα ανατίναξης τρένων που μετέφεραν κυβερνητικά στρατεύματα στη Μόσχα. Τέλος, απαλλοτρίωσαν ένα κανόνι από ναυτικό φυλάκιο, προκειμένου να κανονιοβολήσουν τα χειμερινά ανάκτορα σε περίπτωση όξυνσης της σύγκρουσης.

Συγκεκριμένες άλλες πλευρές της μπολσεβίκικης τερροριστικής δραστηριότητας μπορούν επίσης να εκληφθούν ως κομμάτι της οικονομικής πάλης των μαζών, με τη μορφή των απεργιών. Οι επαναστάτες πραγματοποιούσαν επιθέσεις όχι μόνο ενάντια σε βιομήχανους, διευθυντές εργοστασίων, αστυνομικούς που τους υπερασπίζονταν, αλλά και κατά εργατών που δεν υποστήριξαν τις προλεταριακές κινητοποιήσεις. Οι ξυλοδαρμοί απεργοσπαστών ήταν συνήθεις, όπως και οι εκτελέσεις των πρωτεργατών τους.

Επίσης χρησιμοποίησαν βία ενάντια στην εκλογική διαδικασία για την πρώτη Δούμα, την οποία οι σοσιαλδημοκράτες είχαν αποφασίσει να μποϋκοτάρουν. Παράλληλα με την αντιεκλογική τους αγκιτάτσια, οργάνωσαν επιθέσεις σε εκλογικά κέντρα, κατάσχοντας και καταστρέφοντας τα επίσημα πρακτικά των εκλογικών αποτελεσμάτων. Επίσης, σημειώθηκαν ένοπλες καταλήψεις τυπογραφειών προκειμένου να τυπωθεί έντυπο υλικό.

Αναπτύχθηκε δίκτυο παράνομης εισαγωγής όπλων και εκρηκτικών, θεωρητικά με αποκλειστικό σκοπό τον εξοπλισμό μελλοντικών μαζών εξεγέρσεων, στην πραγματικότητα όμως προς χρήση αντάρτικων επιθέσεων. Υπεύθυνος για την εισαγωγή των όπλων ήταν ο Μαξίμ  Λίτβινοφ, ένα από τα πιο ενεργά μέλη της λενινιστικής φράξιας. Ο Λεονίντ Κρασίν, μέλος της κεντρικής επιτροπής και επικεφαλής της ΤΕΧΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΧΗΣ, βασικός οργανωτής όλων των μπολσεβίκικων μάχιμων υποθέσεων κατ’ αυτή τη περίοδο και ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Λένιν, προσωπικά συμμετείχε στη συναρμολόγηση των βομβών: «… Ο Κρασίν, και όχι ο Λένιν, έθεσε σε κίνηση τα μπολσεβίκικα σχέδια για ένοπλες ομάδες, ικανές για να χτυπήσουν την κυβέρνηση το 1905. Το Γενάρη ίδρυσε –υπό την κεντρική επιτροπή- την ΤΕΧΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΧΗΣ για να εποπτεύει όλες τις παράνομες δραστηριότητες του κόμματος. Ο ίδιος ο Κρασίν σχεδίαζε τις βόμβες, αν και η πιο πολλή δουλειά γινόταν από δύο χημικούς με κωδικά ονόματα Α και Ω. Το όνειρό του ήταν να κατασκευάσει μία βόμβα σε μέγεθος καρυδιού».

Λειτούργησαν ειδικές σχολές για εκπαίδευση μάχης των τερροριστών (π.χ. στο Κίεβο) ή ακόμα ειδικότερα για την τεχνική τους κατάρτιση στην κατασκευή βομβών (π.χ. στο Λοβ). Αντίστοιχη σχολή λειτούργησε στο φινλανδικό χωριό Κουοκάλα, καθώς και στη Μπολόνια της Ιταλίας το 1910, χρηματοδοτούμενες από απαλλοτριώσεις που είχαν γίνει στη Ρωσία.

Για τους μπολσεβίκους ο τερρορισμός έγινε ένα αποτελεσματικό και συχνά χρησιμοποιούμενο στοιχείο. Ένα εργαλείο όμως που λίγο είχε να κάνει με τις διακηρυγμένες αρχές τους. Παρέμεινε ωστόσο ένα αποτελεσματικό όπλο στο οπλοστάσιο ριζοσπαστικών ομάδων και ατόμων, καθώς «… στον επαναστατικό αγώνα όλα τα μέσα είναι δόκιμα».

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας Μέρος 3 – «Απαλλοτριώσεις»

Από το βιβλίο «Με τη μάχη στο αίμα τους, λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία (1905-1917)» (Οι υπογραμμίσεις δικές μας. Το παρακάτω είναι απόσπασμα του κεφαλαίου)

Απαλλοτριώσεις  

Παράλληλα με τις εκτελέσεις, πολλοί σοσιαλδημοκράτες συμμετείχαν στις απαλλοτριώσεις κρατικών και ιδιωτικών κεφαλαίων. Η αντιφατικό­τητα που επιδείχθηκε από πολλούς σοσιαλδημοκράτες ηγέτες έναντι των εκτελέσεων (με το να τις αρνούνται στη θεωρία και να τις προω­θούν στην πράξη), ίσχυσε και στην περίπτωση των απαλλοτριώσεων.

Στο συνέδριο του 1906 στη Στοκχόλμη, οι σύνεδροι απέρριψαν «…την απαλλοτρίωση χρημάτων από ιδιωτικές τράπεζες και κάθε μορφή κατα­ναγκαστικής συνεισφοράς για επαναστατικούς σκοπούς». Ταυτόχρονα όμως, οι σοσιαλδημοκράτες μαχητές καλούνταν να απαλλοτριώσουν όπλα και εκρηκτικά, καθώς και κρατικά κεφάλαια, πάντα όμως υπό την εντολή των τοπικών κομματικών οργάνων και την προϋπόθεση απόλυτου οικονομικού ελέγχου.
Τυπική έγκριση ωστόσο ουδέποτε ανακοινώθηκε ανοιχτά και ο μόνος ηγέτης που απερίφραστα χαρακτήρισε τη ληστεία ως αποδεκτό μέσο επαναστατικού αγώνα, ήταν ο Λένιν. Αν και άλλοι εκπρόσωποι τάσεων του κόμματος κατέφυγαν στις απαλλοτριώσεις χωρίς επίσημη έγκριση της ηγεσίας, οι μπολσεβίκοι ήταν η μόνη φράξια που επιδόθηκε συστη­ματικά και προγραμματισμένα σε ενέργειες αυτοχρηματοδότησης.

Ήδη από τον Οκτώβρη του 1905, ο Λένιν διακήρυξε την αναγκαιότητα απαλλοτρίωσης πόρων και προσωπικά ασχολήθηκε με αυτό το θέμα. Μαζί με δύο από τους στενότερους συνεργάτες του εκείνης της περιόδου, τον Κρασίν και τον Μπογκντάνοφ (Μαλινόφσκι), οργάνωσε μια ομάδα μέσα στην κεντρική επιτροπή, που έγινε γνωστή ως ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ, με πρωταρχικό στόχο τη συγκέντρωση χρημάτων. Η ύπαρξη αυτού του Κέντρου κρατήθηκε μυστική από το υπόλοιπο κόμμα. 
Αυτό το «γραφείο των 3» διηύθυνε τις επιχειρήσεις απαλλοτρι­ώσεων που πραγματοποιούσαν άτομα «…από την «απαίδευτη», αλλά γεμάτη ζήλο επαναστατική νεολαία, που είναι έτοιμη για όλα». Λόγω της τοπικής ιδιαιτερότητας, ο Καύκασος αποδείχθηκε ο πλέον κατάλληλος για τέτοιες ενέργειες.

Το Μπολσεβίκικο Κέντρο δεχόταν από τον Καύκασο μια σταθερή ροή απεγνωσμένα αναγκαίων κεφαλαίων, χάρη σ’ έναν από τους πιο πιστούς οπαδούς του Λένιν, τον Σεμέν Τερ Πετροσιάν, γνωστό ως Κάμο. Ξεκινώντας από το 1906 και με την υποστήριξη του Κρασίν (ο οποί­ος παρείχε γενική επίβλεψη και βόμβες που κατασκευάζονταν στο εργαστήριο του στην Πετρούπολη), ο Κάμο πραγματοποίησε μια σειρά απαλλοτριώσεων στο Μπακού, στο Κουτάις και την Τιφλίδα. Η πρώτη ληστεία της ομάδας έγινε στην Τιφλίδα το Φλεβάρη.
Το Μάρτη, η ομάδα του Κάμο επιτέθηκε σε τραπεζική χρηματαποστολή σε έναν πολυσύ­χναστο δρόμο του Κουτάις, σκοτώνοντας τον οδηγό και τραυματίζο­ντας τον ταμία. Το Νοέμβριο λήστεψαν μια ταχυδρομική αμαξοστοιχία στο Τσιατούρι. Η πλέον «διάσημη» ληστεία όμως έγινε στην Τιφλίδα, τον Ιούνη του 1907. Σε κεντρική πλατεία της γεωργιανής πρωτεύουσας, οι μπολσεβίκοι έριξαν βόμβες σε δύο οχήματα χρηματαποστολών της Κρατικής Τράπεζας. Αφήνοντας πίσω τους δεκάδες νεκρούς και τραυματίες, ο Κάμο και οι σύντροφοι του διέφυγαν πυροβολώντας και με λεία 250.000 ρουβλιών που αποδόθηκαν στο Μπολσεβίκικο Κέντρο. Η ομάδα είχε επίσης επιδοθεί σε εκβιασμούς βιομηχάνων, αποστέλλοντας τους ειδικά τυπωμένα έντυπα που καθόριζαν το ποσό που όφειλαν να συνεισφέρουν στην μπολσεβίκικη επιτροπή του Μπακού.

Αν και ο Κάμο ήταν η «καρδιά» της ομάδας μάχης του Καυκάσου, ο Στάλιν ήταν ο πραγματικός αρχηγός. Τίποτα δε γινόταν χωρίς τη γνώση και την έγκριση του. Λόγω του θορύβου που προκάλεσε η ληστεία της Τιφλίδας -και της ανάμειξης του Στάλιν σε αυτή-, αποφασίστηκε η διαγραφή του από το κόμμα, μετά από απόφαση του Περιφερειακού Συνεδρίου Υπερ-Καυκασίας των Σοσιαλδημοκρατικών Οργανώσεων. Η απόφαση ανακλήθηκε μετά από έντονες πιέσεις προς την κεντρική επιτροπή, από κομματικούς ηγέτες που βρίσκονταν στο εξωτερικό. Ο Κάμο ήταν πάντα ο
σύνδεσμος μεταξύ ηγεσίας και των μαχητών, που αν και παρέμεναν μέλη του κόμματος, αναγνωριζόμενοι από τους συντρόφους τους ως τέτοιοι, αναγκάστηκαν τυπικά να παραιτηθούν από τις τοπικές τους οργανώσεις, ώστε να μην εκθέτουν το κόμμα με τις -εκτός επίσημης γραμμής- πρακτικές τους. Αυτό οφειλόταν σε προσωπική παρέμβαση του Λένιν προς τον Στάλιν, καθώς θεωρούσε πως αν κάτι πήγαινε στραβά «…οι μενσεβίκοι θα μας «φάνε»».

Αυτοί οι μαχητές -περιλαμβανομένου και του Κάμο-, ελάχιστη γνώση είχαν της σοσιαλιστικής θεωρίας και ελάχιστο ενδιαφέρον παρουσία­ζαν για τις προγραμματικές διαφωνίες μέσα στο κόμμα. Κάποτε, όταν ο Κάμο παρευρέθηκε σε μια συνεδρίαση για το αγροτικό ζήτημα όπου υπήρχε όξυνση μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων, είπε με ηρεμία σε παριστάμενο μπολσεβίκο φίλο του: «…τι κάθεσαι και διαφωνείς μαζί του; Άσε με να του κόψω το λαιμό!». Ταυτόχρονα με την αδιαφορία για θεωρητικά ζητήματα, ο Κάμο και οι σύντροφοι του κυριολεκτικά λάτρευαν τον Λένιν, που τον θεωρούσαν ενσάρκωση του κόμματος. Φημίζονταν για την επαναστατική τους εντιμότητα και παρά τα τεράστια ποσά που περνούσαν από τα χέρια τους, ζούσαν με μισό ρούβλι την ημέρα.

Ο Κάμο θα συλληφθεί στη Γερμανία στις αρχές του 1908, μετά από πληροφορίες που παρείχε ένας πράκτορας της Οχράνα. Είχε πάει στην Ευρώπη με σκοπό να «σπρώξει» μια παρτίδα χαρτονομισμάτων των 500 ρουβλίων, που προέρχονταν από τη ληστεία της Τιφλίδας και ήταν πολύ δύσκολο να διατεθούν στην ίδια τη Ρωσία. Πριν τη σύλληψη του είχε «στα σκαριά» μια τεράστια ληστεία ενός κρατικού θησαυρο­φυλακίου, όπου φυλάσσονταν 15.000.000 σε χαρτονομίσματα και χρυ­σό. Είχαν υπολογίσει ότι θα μπορούσαν να μεταφέρουν μόνο μέχρι και 4.000.000 και σκόπευαν να ανατινάξουν τα υπόλοιπα.

Η ομάδα του Κάμο δεν ήταν η μόνη που πραγματοποιούσε απαλλο­τριώσεις για λογαριασμό του Μπολσεβίκικου Κέντρου. Ο Μπογκντά­νοφ είχε πραγματοποιήσει επαφές με αρκετά μάχιμα αποσπάσματα στα Ουράλια, όπου και πραγματοποιήθηκε συνάντηση μαχητών στην πόλη Ούφα, το Φλεβάρη του 1906, για να προγραμματιστούν μελλο­ντικές απαλλοτριώσεις. Αν και εκτός γραμμής, αυτή η απόφαση επικυ­ρώθηκε από την περιφερειακή μπολσεβίκικη επιτροπή των Ουραλίων.

Πραγματοποιήθηκαν συνολικά πάνω από εκατό απαλλοτριώσεις, υπό την καθοδήγηση του Ιβάν
Καντόντσεφ και των αδερφών του, Εράζμ και Μιχαήλ. Σύμφωνα με ένα σύντροφο του τελευταίου, «…ο Μιχαήλ θεωρούσε τον εαυτό του μαρξιστή. Στις προτιμήσεις του όμως σε ζητήματα τακτικής παρέμενε ριζοσπάστης εσέρος των παλιών ηρωικών εποχών, ένας μαξιμαλιστής, ακόμα και αναρχικός, σίγουρα όμως δεν έμοιαζε με σοσιαλδημοκράτη».

Λεία τους ήταν όπλα, εκρηκτικά, τυπογραφικό υλικό, αλλά και ολόκληρες τυπογραφικές μηχανές. Επίσης απαλλοτρίωσαν κρατικά και ιδιωτικά κεφάλαια, επιτιθέμενοι κυρίως σε ταχυδρομεία και λογιστήρια εργοστασίων. Σημαντικά οφέλη αποκόμισαν και από ληστείες ταχυδρο­μικών αμαξοστοιχιών, όπως αυτές που διέπραξαν τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1906, σε δύο σταθμούς της σιδηροδρομικής γραμμής Σαμάρα-Ζλάτουστ.
Η πλέον «διαβόητη» ληστεία τους όμως, έγινε τον Αύγουστο του 1909, όταν επιτέθηκαν σε τρένο στο σταθμό του Μιάς.
Εκτέλεσαν τους εφτά φύλακες και αστυνομικούς και από το χρηματοκι­βώτιο του τρένου αφαίρεσαν 60.000 ρούβλια και 24 κιλά χρυσού. Στον ίδιο ακριβώς σταθμό είχαν απαλλοτριώσει 86.000 ρούβλια το 1908.

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. Μέρος 4ο- Αστοί και τα δημοσιοκαφρικά τσιράκια τους τρομοκρατημένα διαπιστώνουν κλίμα «υπέρ της τρομοκρατίας»

Του Γ. Γ.

Μεγάλο ταράκουλο πρέπει να έχει πάθει όλο το αστικό υπηρετικό προσωπικό των αστών βλέποντας τον τρόπο που υποδέχτηκε ο κόσμος το σκάσιμο της στρακαστρούκας στα χέρια του Παπαδήμου.
Αυτό πρέπει να συμπεράνουμε ακούγοντας τις δημοσιογραφικές ντουντούκες του – οι οποίες πιάνουν στον αέρα τις επιθυμίες των αφεντικών τους- και οι όπως φαίνεται πρέπει να έχουν χάσει εντελώς την ψυχραιμία τους αιφνιδιαζόμενοι από τις αντιδράσεις του κόσμου που δέχτηκε με αδιαφορία, αν όχι με χαμόγελα τον ψιλοτραυματισμό του πρώην πρωθυπουργού.

Κάποιοι απ’ αυτούς ξεπέρασαν εντελώς το μέτρο – όπως ο Ευαγγελάτος που παρομοίασε το τρομοκρατικό χτύπημα στο Μάντσεστερ με την επίθεση στον Παπαδήμο και ο Πορτοσάλτε με βρήκε ομοιότητες με την ενέργεια της δολοφονίας Καποδίστρια– γι’ αυτό και έγιναν καταγέλαστοι από τους χρήστες του διαδικτύου.

Αυτός πάντως που έδωσε ρεσιτάλ όλες αυτές τις μέρες είναι η ενσάρκωση της βλακείας και της αγραμματοσύνης, που ονομάζεται Κωνσταντίνος Μπογδάνος.

Και τι δεν ακούσαμε απ’ τα χείλη του αυτές τις μέρες! Και δεν μιλάμε απλώς ότι μας είπε το γνωστό ανέκδοτο με το μπουζούκι και τον μπάτσο, σε δική του απόδοση:
«Αν βάλεις Παπαδήμος ίσον προδότης, προδότης ίσον κρεμάλα, σημαίνει ίσον Παπαδήμος ίσον κρεμάλα. Οποιος έχει χρησιμοποιήσει το «ο Παπαδήμος είναι προδότης» και έχει χρησιμοποιήσει και το «τους προδότες τους κρεμάν» ή «κρεμάλα στους προδότες», έχει οπλίσει το χέρι εκείνων που χτες σκέφτηκαν «και τι έγινε; Θα γουστάρουν κι όλας», όπως φάνηκε από τους μισούς χρήστες του ελληνικού τουίτερ και του ελληνικού φέιμπουκ». (Που τους βρήκε τους μισούς χρήστες του διαδικτύου να αποδοκιμάζουν την ενέργεια που είχε στόχο τον πρώην πρωθυπουργό; Εμείς μόνο κάτι κραγμένους τύπους, του φυράματος του συναντήσαμε μόνο).

Αναφερόμαστε κύρια στην συγχορδία που έκανε μαζί με τον ομόσταβλο του, Γιάννη Πιτταρά (είναι ο δημοσιοκάφρος που σύμφωνα με δημοσιεύματα φιλοδοξεί να πολιτευτεί με την Ν.Δ) και ζητούσαν να ποινικοποιηθεί ο διάλογος –πράγμα φυσικά αδύνατο- στο διαδίκτυο.
Δείχνει όμως την «λογική» που κουβαλούν τα τσιράκια του Αλαφούζου.

Στην ίδια ρότα και η φυλλάδα του Βαγγέλη Μαρινάκη «Ελευθερία του τύπου» η οποία ανακαλύπτει «άκρως επικίνδυνο διχασμό, για την δολοφονική επίθεση κατά του Παπαδήμου» και διαπιστώνει πρωτοσέλιδα «Εκρήξεις παράνοιας στα social media υπέρ της τρομοκρατίας». (Αρχική φωτογραφία).

Το έχουμε ξαναγράψει. Αυτό που πραγματικά τρομοκρατεί τους αστούς και τους κολαούζους τους, είναι ότι για πρώτη φορά, τις τελευταίες δεκαετίες, στην συνείδηση μεγάλου μέρους του κόσμου η στοχευμένη βία οργανώσεων ένοπλης πάλης δείχνει να είναι νομιμοποιημένη.
Κι’ όλοι μπορεί να υποθέσουμε τι σημαίνει αυτό και για την ψυχολογία των μελών των οργανώσεων ένοπλης μειοψηφικής βίας, αλλά και για τους κρατικούς μηχανισμούς που βλέπουν πια κάθε προσπάθεια δημιουργίας κλίματος τρομοϋστερίας να πέφτει στο κενό.

Είναι και ένα άλλο στοιχείο που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο. Για πρώτη φορά μετά την μεταπολίτευση βλέπουμε μια πολιτική οργάνωση με το πρόσημο της αναρχίας και με κύριο χαρακτηριστικό δράσης της την μη αποδοχή της αστικής νομιμότητας να μαζικοποιείται τόσο πολύ και σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Μιλάμε για τον «Ρουβίκωνα» φυσικά.

Πριν πάμε να ρίξουμε μια ματιά τι λένε οι χρήστες του διαδικτύου για την ψιλοπεριπέτεια που πέρασε ο Παπαδήμος ας θυμηθούμε απόσπασμα περασμένης ανάρτησής μας:

Καμιά εκτίμηση δεν έχουμε στον Μάκη Κουρή και στην βδομαδιάτικη φυλλάδα του «Το Παρόν». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν του αναγνωρίζουμε ότι κάποιες φορές δεν έχει πρόβλημα να γράψει τα πράγματα όπως είναι και να προβεί σε αποκαλύψεις.
Όπως το συγκεκριμένο σημερινό του δημοσίευμα που αναφέρει ότι ο Παπαδήμος πλήρωσε 511 ευρώ φόρο για αποδοχές 2.238.484 ευρώ!

«Για τους .. σωτήρες μας, τις περιλάλητες προσωπικότητες που θέλουν, δια διορισμού, όχι με την ψήφο του λαού να μας κυβερνήσουν, δεν ισχύει ό,τι οι νόμοι προβλέπουν για τους κοινούς θνητούς, τον λαουτζίκο, τον φτωχοσυνταξιούχο, τον περιπτερά, εκείνον που έχει ένα ψιλικατζίδικο. Για τους κυρίους αυτούς δεν υπάρχουν φόροι ούτε περικοπές ούτε μειώσεις ούτε απολύσεις ούτε ανεργία, φτώχεια και πείνα. Ο διορισμένος πρωθυπουργός μας, που την άλλη Κυριακή λήγει η θητεία του ο κ. Λουκάς Παπαδήμος, είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Ο,τι βγάζει ο Κ. Παπαδήμος είναι όλα αφορολόγητα», γράφει ανάμεσα στα άλλα.

Ας πάρουμε και μια ακόμα γεύση (η πρώτη είναι εδώ) για τις αντιδράσεις των χρηστών του διαδικτύου όταν έγινε γνωστή η έκρηξη της στρακαστρούκας στα χέρια του δοτού πρώην πρωθυπουργού:

 

 

 

 

 

 

 

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. Μέρος 5. – Μήπως κάποιοι ετοιμάζουν ένοπλη περιφρούρηση στις διαδηλώσεις; – Με αφορμή ένα κείμενο του Ν. Μπογιόπουλου

Του Γ. Γ.

Απόλυτα κατανοητή η στάση του Ν. Μπογιόπουλου να συστρατευτεί με όλο τον αστικό εσμό στο μέτωπο για να προστατευτεί το μονοπώλιο της κρατικής βίας σαν κόρη οφθαλμού. Αυτή είναι και η στάση του ΚΚΕ (όχι των κομμουνιστών, τουλάχιστον αυτών που δέχονται την κοσμοθεωρία του μ/λ. Αυτό θα το τεκμηριώσουμε με μια σειρά αναρτήσεων που θα συμπληρώσουν την ενότητα «Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας».

Θα μας πάρει κάποιο καιρό να μεταφράσουμε αποσπάσματα από το καταπληκτικό βιβλίο της Anna Geifman «thou shalt kill» –δυστυχώς δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά – να σκανάρουμε αποσπάσματα από τα άπαντα του Στάλιν καθώς και από δυο βιβλία που κυκλοφόρησε πρόσφατα η Σύγχρονη Εποχή. -το «Από την μαχητική πείρα των μπολσεβίκων» και το «Καμό» κ.α-,για να φανεί ξεκάθαρα ποια είναι η άποψη των κομμουνιστών για την ένοπλη πάλη, ακόμα και από οργανώσεις που δεν ελέγχονται από ΚΚ).

Ερέθισμα μας γι’ αυτή την ανάρτηση το τελευταίο πόνημα του δημοσιογράφου που έχει τίτλο «Επανάσταση ή αυτοδικία;» και αναφέρετε στο γεγονός του ψιλοτραυματισμού του πρώην δοτού πρωθυπουργού Παπαδήμου.
Η απάντηση στο ερώτημα που θέτει φυσικά είναι αυτονόητη.
Υπάρχει, όμως φυσικά μια «ασήμαντη» λεπτομέρεια. Να «ωριμάσουν οι συνθήκες για επανάσταση». Αφού προφανώς δεν είναι ώριμες οι συνθήκες, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο «την ανατροπή κανένας αυτόκλητος «Ζορό» δεν μπορεί να τη φέρει. Αντίθετα την υπονομεύει, την συκοφαντεί, όταν εγκλωβίζει την ανάγκη μιας πλατιάς λαϊκής ριζοσπαστικοποίησης στα όρια της αυτοδικίας». 

Καταλάβατε τώρα γιατί στην κοινωνία επικρατεί η αντίληψη της αναποτελεσματικότητας των αγώνων, γιατί το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να ορθώσει το παραμικρό ανάχωμα στην επέλαση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας; Δεν φταίνε οι μορφές πάλης στις οποίες έχουν εγκλωβίσει τις εργατικές διεκδικήσεις, αυτοί που κινούν τα νήματα, του όποιου συνδικαλιστικού κινήματος υπάρχει. Δεν φταίει η υπονομευτική δράση πολιτικών σχηματισμών που βουτηγμένοι στον κοινοβουλευτικό κρετινισμό και αν δεν καταγγέλλουν ανοιχτά, στέκουν ξεκάθαρα απέναντι σε κάθε δυναμική κινητοποίηση, εργατική ή νεολαιίστικη που δεν ελέγχουν. Να θυμηθούμε τι έγινε στην Κερατέα, στην νεολαιίστικη έκρηξη τον Δεκέμβρη του ’08, την στάση που κράτησαν στις Σκουριές; 

Όχι αυτά δεν έχουν καμιά σημασία. Το πρόβλημα μας του λαού μας είναι κάποιες οργανώσεις ένοπλης πάλης που με τις ενέργειες τους «συκοφαντούν τους μαζικούς αγώνες του λαού ενάντια στους δυνάστες του». Τώρα αν κάποιος που δεν είναι ξεκομμένος από την πραγματικότητα,  πει στον δημοσιογράφο ότι τα λαϊκά στρώματα έχουν άλλη άποψη από την δική του, πιθανόν να εισπράξει σαν απάντηση ότι υποτάσσεται στο αυθόρμητο.

«Το μίσος που ξεχείλισε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά τη δολοφονική απόπειρα κατά του κ. Παπαδήμου είναι δείγμα βαθιάς παρακμής και κρίσης» μας γράφει σήμερα πρωτοσέλιδα η φυλλάδα του Αλαφούζου. «Ακρως επικίνδυνο διχασμό, για την δολοφονική επίθεση κατά του Παπαδήμου.  Εκρήξεις παράνοιας στα social media υπέρ της τρομοκρατίας», κραύγαζε χτες με πρωτοσέλιδο τίτλο η πατσαβούρα του Βαγγέλη Μαρινάκη.

Αλήθεια ποιόν μπορεί να ενοχλεί το λαϊκό μίσος ενάντια στο αστικό πολιτικό προσωπικό που διαπιστώνει η «Καθημερινή»; 
Ειλικρινά ποιος αριστερός μπορεί να έχει πρόβλημα όταν πληροφορείτε –αν δεν το έχει καταλάβει ήδη- ότι στην συνείδηση μεγάλου μέρους του κόσμου η στοχευμένη βία οργανώσεων ένοπλης πάλης δείχνει να είναι νομιμοποιημένη, όπως γράφει η «Ελευθερία του τύπου»;

Και για να επανέλθουμε στα γραφόμενα του Νίκου Μπογιόπουλου; Μας παραθέτει λοιπόν ένα απόσπασμα του Β.Ι.Λένιν που γράφει: «Να καλείς σε μια τέτοια τρομοκρατία, όπως είναι η διοργάνωση αποπειρών δολοφονίας ενάντια σε υπουργούς από μεμονωμένα άτομα και από άγνωστους μεταξύ τους ομίλους, τη στιγμή που οι επαναστάτες δεν έχουν αρκετές δυνάμεις και μέσα για την καθοδήγηση της μάζας, που ήδη ξεσηκώνεται, σημαίνει ότι όχι μόνο διακόπτεις μ’ αυτόν τον τρόπο τη δουλειά μέσα στις μάζες, αλλά και προκαλείς άμεσα την αποδιοργάνωση της δουλειάς (…)».

Εμείς στο σχετικό αφιέρωμα που θα κάνουμε θα παραθέσουμε αρκετά αποσπάσματα του Λένιν που λένε το ακριβώς αντίθετο, όπως το επόμενο: «Οι άνθρωποι αυτοί έδειξαν μεγάλη αυτοθυσία και με τη ηρωική τους τρομοκρατική μέθοδο πάλης κατέπληξαν όλο τον κόσμο. Οι θυσίες αυτές αναμφισβήτητα δεν πήγαν του κάκου, συντέλεσαν αναμφισβήτητα άμεσα ή έμμεσα στην επαναστατική διαπαιδαγώγηση του ρώσικου λαού που επακολούθησε» (Απαντα, τ.30, σελ.315). (Εδώ να θυμίσουμε ότι ο Β. Ι. Λένιν, ήταν πολιτικός αντίπαλος της ατομικής τρομοκρατίας αφού ο ίδιος βίωσε και προσωπικά τον απαγχονισμό του αδελφού του για την απόπειρα δολοφονίας του τσάρου, αυτό όμως δεν σήμαινε ότι δεν αναγνώριζε σε κείμενα του τον αγώνα που έδιναν όσοι συμμετείχαν σε τέτοιες ομάδες).

Εδώ όμως θέλουμε να συμπληρώσουμε τι έγραφε αμέσως παρακάτω ο Β.Ι.Λένιν στο απόσπασμα που μας παρέθεσε ο Νίκος Μπογιόπουλος. «Αλήθεια, πόσο καταπληκτικά έξυπνο είναι αυτό: να θυσιάσουμε τη ζωή ενός επαναστάτη, για να εκδικηθούμε τον παλιάνθρωπο υπουργό Σιπιάγκιν για ν’ αντικατασταθεί από τον παλιάνθρωπο υπουργό Πλεβέ, είναι μια μεγάλη δουλειά. Ενώ να ετοιμάζουμε, λόγου χάρη, τη μάζα για μια ένοπλη διαδήλωση είναι μια μικρή δουλειά …»

Αλήθεια, γιατί ο καλός δημοσιογράφος παρέλειψε αυτό το απόσπασμα; Μήπως γιατί ο Λένιν δεν είχε κανένα πρόβλημα να χαρακτηρίσει τους τσαρικούς υπουργούς σαν «παλιανθρώπους» ενώ για τον Ν. Μπογιόπουλο, στο κείμενο του, ο Παπαδήμος δεν είναι παρά ένας πολιτικός που εφαρμόζει μια αστική πολιτική;

Και ποιο είναι το δίλημμα που βάζει σ’ αυτό το απόσπασμα του ο Λένιν. Είναι ξεκάθαρο. Αν είναι προτιμότερο να γίνει ενέργεια εκτέλεσης ενός «παλιανθρώπου» υπουργού, με κίνδυνο να θυσιαστεί η ζωή ενός επαναστάτη, ή να προετοιμαστεί μια ένοπλη διαδήλωση.

Μήπως ο Μπογιόπουλος και το κόμμα του ετοιμάζουν ένοπλες περιφρουρήσεις σε διαδηλώσεις και θεωρούν εμπόδιο σ’ αυτό τον σχεδιασμό τους την δράση οργανώσεων ένοπλης πάλης; Αν είναι έτσι να μας το πουν να συμμετέχουμε κι εμείς. 

Υ.Γ Οχι εμείς δεν θα μιλήσουμε για «χρήσιμους ηλίθιους»

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. Μέρος 6ο- Απάντηση του Ν. Μπογιόπουλου σε συντάκτη του μπλοκ μας

Σε ανάρτησή μας που υπέγραφε ο σύντροφος Γιώργος Γιαννακέλλης, απαντάει ο δημοσιογράφος Νίκος Μπογιόπουλος με μήνυμα που έστειλε στο ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο.

Αγαπητοί,

Σε πρόσφατη ανάρτησή σας (με υπογραφή «Γ.Γ»), με αφορμή τα δημοσιεύματά μου για την επίθεση ενάντια στον Παπαδήμο, διαβάζω:
«Απόλυτα κατανοητή η στάση του Ν. Μπογιόπουλου να συστρατευτεί με όλο τον αστικό εσμό στο μέτωπο για να προστατευτεί το μονοπώλιο της κρατικής βίας σαν κόρη οφθαλμού».

Επιτρέψτε μου μερικές παρατηρήσεις:

1) Παραφράζοντας τον ποιητή, στου φωτεινού μας μέλλοντος το δικαστήριο, θα προσέλθω προσκομίζοντας
α) τους τόμους των «συμπαθητικών» προς «Παπαδήμους» άρθρων μου,
β) τους τόμους των άρθρων μου για την καταδίκη της βλακείας από όπου κι αν προέρχεται όταν μυξοκλαίει περί «καταδίκης της βίας από όπου κι αν προέρχεται»,
γ) τους τόμους των άρθρων μου υπέρ της λαϊκής αντίστασης και τσακίσματος της βίας από εκεί που πραγματικά προέρχεται εντός του κράτους της αστικής δικτατορίας και της ταξικής εκμετάλλευσης.

2) Οι θέσεις μου για την ατομική τρομοκρατία – διαμορφωμένες στη βάση τόσο της ιστορικής εμπειρίας όσο και από την επιβεβαιωμένη τοποθέτηση του μαρξισμού/λενινισμού απέναντί της – διατηρώ την βεβαιότητα ότι εφόσον τίθενται στην κρίση μαρξιστών/λενινιστών κομμουνιστών δεν τυγχάνουν αντιμετώπισης του τύπου «όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι με τους άλλους».

3) Μέχρι να υπάρξει κάτι πειστικότερο θα επιμείνω πως όπως ακριβώς «το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κριτική των όπλων», έτσι και  «το πυροτέχνημα των δολοφονιών, που δεν έχουν κανένα νόημα» όχι μόνο δεν μπορούν να υποκαταστήσουν «το κύρος ενός οπλισμένου λαού» (Ενγκελς – μεταξύ άλλων) αλλά και ότι αντιστρατεύονται και εξ αντικειμένου υπονομεύουν μια τέτοια προοπτική.

4) Αντί μάταιων αυτοαναφορών περί «στρατεύσεων» και «συστρατεύσεων», παραπέμπω στους στίχους του εξαιρετικού Ορέστη

Γεια χαρά – Νίκος Μπογιόπουλος. 

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. Μέρος 7ο

Του Γ. Γ.

«Όσο υπάρχουν τάξεις, όσο υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί θα υπάρχει βία. Τη βία την γεννάει η βασική κοινωνική αντίθεση του πλούτου με τη φτώχια. Αυτό δεν είναι ανακάλυψη της επαναστατικής Αριστεράς. Έτσι ακριβώς το διατύπωσε πριν 2.500 χιλιάδες χρόνια ο Πλάτωνας. Η βία, ο βωβός εξαναγκασμός των οικονομικών σχέσεων κατά τον Μάρξ, η βαρβαρότητα και οι πόλεμοι θα συνεχιστούν μέχρι ο κόσμος της εργασίας να απελευθερώσει τον εαυτό της και την κοινωνία και η ανθρωπότητα αρχίσει να ζει επιτέλους την ιστορία της.

Αυτή η πραγματικότητα, ότι έχουμε κοινωνικό πόλεμο και όχι κοινωνική ειρήνη, κοινωνική αλληλεγγύη και ουσιαστική δημοκρατία, ήταν που οδήγησε την δράση της 17Ν. Η κρατική βία, η ιμπεριαλιστική εξάρτηση που μετέτρεψε τη χώρα σε αποικία, η φτώχια, η ανεργία, η υποβάθμιση της ζωής, η αποξένωση που γεννά το απάνθρωπο εκμεταλλευτικό σύστημα, η αδικία και η προκλητική ατιμωρησία όσων ασυδοτούν ενάντια στον λαό και τη χώρα όπλισαν το χέρι της 17Ν.
Δεν δράσαμε με όρους πολέμου. Στην αδιάκριτη κρατική βία και τρομοκρατία αντιτάξαμε την προσεκτική και επιλεγμένη δίκαιη λαϊκή αντιβία». 

Δημήτρης Κουφοντίας – 24/11/2013.  Δικαστήριο Κορυδαλλού

«Η κοινωνική αλλαγή είναι εφικτή, γιατί είναι ιστορικά αναγκαία. Προσωπικά είμαι απόλυτα πεπεισμένος γι’ αυτό, όπως ακριβώς ήμουν στα 18 μου, όταν πρωτοσυναντήθηκα με το μαρξισμό και το κομμουνιστικό κίνημα.  

Μιλώντας γενικά, θα έλεγα δύο πράγματα. Πρώτον, ότι καμιά αλλαγή ιστορικής κλίμακας δεν έγινε χωρίς βία, χωρίς επανάσταση. Οι σύγχρονοι αστοί ξεχνάνε τις αστικές επαναστάσεις, τη βιαιότητά τους, το αίμα που χύθηκε για να νικήσουν. Ξεχνάνε «τον τρόμο και την αρετή» του Ροβεσπιέρου. Το δεύτερο είναι πως τις μορφές πάλης τις επιλέγουν κάθε φορά τα δρώντα επαναστατικά υποκείμενα. Δεν είναι ζήτημα κάποιας συνταγής».

Χρήστος Τσιγαρίδα – Μέλος του ΕΛΑ (απόσπασμα από συνέντευξη του)

«Ο μαρξισμός, που είναι αναμφισβήτητα εχθρός κάθε αφηρημένης διατύπωσης, κάθε δογματικής συνταγής, απαιτεί να μελετάμε προσεκτικά τη διεξαγόμενη μαζική πάλη, που με την ανάπτυξη του κινήματος, με το ανέβασμα της συνειδητότητας των μαζών, με την όξυνση των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων γεννά συνεχώς όλο και νέους, όλο και πιο ποικίλους τρόπους άμυνας και επίθεσης. Γι’ αυτό ο μαρξισμός δεν απορρίπτει καμιά απολύτως μορφή πάλης. … 

Το να προσπαθεί κανείς ν’ απαντήσει με ένα ναι ή ένα όχι στο ζήτημα που άφορα ένα ορισμένο μέσο πάλης, χωρίς να εξετάσει λεπτομερειακά τη συγκεκριμένη κατάσταση του δοσμένου κινήματος στο δοσμένο βαθμό ανάπτυξής του, σημαίνει ότι εγκαταλείπει εντελώς το έδαφος του μαρξισμού». 

Β. Ι. Λένιν – Ο παρτιζάνικος πόλεμος

Δεν θα ισχυριζόμουν ότι έχω μελετήσει την ιστορία του διεθνούς και ελληνικού αντάρτικου πόλης. Πέρα όμως τις όποιες αναγνώσεις μου, έτυχε να συζητήσω και με κάποιους/ες που βρέθηκαν κατηγορούμενοι για συμμετοχή σε οργανώσεις ένοπλης πάλης.
Ανάμεσα σ’ αυτούς και με τον Δ. Κουφοντίνα –τηλεφωνικά- ενώ με την γυναίκα του Αγγελική Σωτηροπούλου έχουμε βρεθεί αρκετές φορές, όπως και με τον υπέροχο αγωνιστή Χρήστο Τσιγαρίδα ο οποίος ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για να υπερασπιστεί την επαναστατική του τιμή και την οργάνωση (ΕΛΑ) στην οποία συμμετείχε. Πολύ πιο αναλυτικές ανάλογες συζητήσεις έχω κάνει με συντρόφους που υπήρξαν αντάρτες πόλης στην Τουρκία.

Απ’ την θεωρητική μου κατάρτιση και τις συζητήσεις που έχω κάνει σχημάτισα την άποψη ότι οι οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας είναι μέρος του επαναστατικού κινήματος για τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό. 
Υπάρχει και η άλλη άποψη, που μας λέει ότι όσοι συμμετέχουν σε οργανώσεις ένοπλης πάλης είναι είτε «χρήσιμοι ηλίθιοι», είπε προβοκάτορες. (Αυτοί την θέση υποστηρίζουν κύρια αυτοί που στην έναρξη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το ’73 έκαναν λόγο για τους «300 προβοκάτορες του Ρουφογάλλη», ενώ υποστήριζαν ότι η νεολαιίστικη εξέγερση του Δεκέμβρη του ’08 υποκινούταν από «μυστικές υπηρεσίες και ξένες πρεσβείες». Αυτή την πολιτική τοποθέτηση δεν την κάνουν μόνο όσοι θεωρούν ότι «στην επανάσταση δεν θα σπάσει ούτε ένα τζάμι», αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς).

Να ξεκαθαρίσουμε ότι το μπλοκ μας θα φιλοξενήσει όποια πολιτική άποψη μας σταλεί και δεν συμφωνεί με τις απόψεις του γράφοντος. Μια τέτοια αντιπαράθεση, ακόμα και πολεμική μέσα στις γραμμές του κινήματος είναι υγεία και μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να προσφέρει.

Σ΄ αυτή την κατεύθυνση θα παραθέσουμε πολλά θεωρητική κείμενα. Ξεκινάμε από σήμερα παρουσιάζοντας σε μορφή κειμένου ολόκληρο το βιβλίο του  Κάρλος Μαριγκέλλα«Εγχειρίδιο του Αντάρτη Πόλης». Ηταν κάτι που απουσίαζε από το διαδίκτυο και πέρα απ’ την ιστορική του αξία -είναι από τα κείμενα που σημάδεψαν το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα-, υπήρξε η «Βίβλος» για το σύνολο των οργανώσεων ένοπλης πάλης ανά την υφήλιο: από τα αντάρτικα κινήματα της Λατινικής Αμερικής μέχρι τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τον Ιαπωνικό Κόκκινο Στρατό

Παράλληλα η ανάγνωση αυτού του βιβλίου μας κάνει να αντιληφθούμε την ψυχοσύνθεση ενός αντάρτη πόλεων.

Εχει σημασία να πούμε ότι ο Μαριγκέλλα ήταν ανώτατο στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Βραζιλίας. Για την δράση και τις απόψεις του το κόμμα του τον διαγράφει και αυτός δηλώνει: «Η αμετακίνητη απόφασή μου είναι να αγωνιστώ ως επαναστάτης στο πλευρό του λαού … Ποτέ δεν θα απαρνηθώ την κομμουνιστική μου ιδιότητα».

Θα μπορούσε να μας αντιτείνει κάποιος ότι ο Μαριγκέλλα και η οργάνωση του δρούσε ένοπλα και συνωμοτικά για να αντιμετωπίσει το βάρβαρο και ολοκληρωτικό καθεστώς του δικτάτορα Βάργκας. Σε αστικές κοινοβουλευτικές «δημοκρατίες» δεν έχουν θέση αυτές οι οργανώσεις.
Σ’ αυτό και σε μια σειρά άλλα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε.

Στην πρόσφατη ιστορίας μας έχουν καταγραφεί πάνω από 1.000 οργανώσεις ένοπλης πολιτικής βία σε όλο τον κόσμο. Ελάχιστες ήταν αυτές που έδρασαν σε δικτατορικά καθεστώτα.

Ας φέρουμε δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Ένα απ’ την Λατινική Αμερική και ένα απ’ την Ευρώπη.

Όταν ξεκίνησε το ένοπλο κίνημα των «Τουπαμάρος» στην Ουρουγουάη, το βιοτικό επίπεδο του μέσου πολίτη αυτής της χώρας ήταν το υψηλότερο που υπήρχε σε όλη την Λατινική Αμερική. Στην χώρα υπήρχε αστικοδημοκρατική κυβέρνηση, εκλεγμένη από κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Στο όνομα της επικράτησης όμως του σοσιαλισμού οι αντάρτες προχώρησαν σε εισβολές σε στρατόπεδα απαλλοτριώνοντας όπλα, έκαναν θεαματικές ληστείες σε τράπεζες και καζίνο, πραγματοποίησαν απαγωγές φασιστών – αφεντικών κ.α κερδίζοντας την συμπάθεια του μεγαλύτερου μέρους. (Θα σας συνιστούσαμε να διαβάσετε το βιβλίο «Τουπαμάρος, η κριτική των όπλων» του Ρεζί Ντεμπρέ. (Εκδόσεις «Σύγχρονα κείμενα»).

Αλλωστε μπορεί κανένας να ξεχάσει την δράση της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, (RAF) από το 1970 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 στην Δυτική Γερμανία;

Σε συνθήκες καπιταλισμού πάντα θα υπάρχουν αγωνιστές που θα πιστεύουν ότι ενέργειες ατομικής τρομοκρατίας συντελούν στην μαζική προετοιμασία, ψυχολογική, και  ιδεολογική για την γενικευμένη σύγκρουση για την δημιουργία επαναστατικών συνθηκών. Αποδέχονται δηλαδή την ρήση του Μάο ότι «μια σπίθα είναι αρκετή να βάλει φωτιά στον κάμπο».

Τι μας λέει η ιστορική πείρα γι’ αυτό; Θα το δούμε στην επόμενη ανάρτησή μας.

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. Μέρος 8ο

Του Γ. Γ.

 «Παντού στον κόσμο, σε όλες τις επαναστάσεις υπήρχαν μορφές αντάρτικου πόλης. Από τους μπολσεβίκους (παρτιζάνικη δράση την ονόμαζε ο Λένιν) μέχρι την κινεζική, τη βιετναμική, την κουβανική, παντού. Ακόμη και στην ελληνική του ’41-’49, με την ΟΠΛΑ που είχε υπεύθυνο τον Νίκο Πλουμπίδη, με τη Στενή Αυτοάμυνα στη Θεσσαλονίκη και τόσα άλλα…

Tο αντάρτικο πόλης δεν είναι επιδίωξη αυτή καθ’ αυτήν, δεν επιδιώκεται η βία για τη βία. Η βία δεν είναι απλώς μέσο απόδοσης λαϊκής δικαιοσύνης και τρομοκράτησης των αστών. Στόχος δεν είναι τα σαμποτάζ ή η αντίσταση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Η τάση αυτή έχει σοσιαλιστικό σχέδιο και στρατηγική λαϊκής εξουσίας…».

Δημήτρης Κουφοντίνας

«Οι ατομικές τρομοκρατικές απόπειρες δολοφονίας είναι άσκοπό μέσο πολιτικής πάλης (killing is no murder). Εμείς δεν είμαστε γενικά ενάντια στον πολιτικό φόνο, όμως οι μεμονωμένες απόπειρες δολοφονίας σαν επαναστατική τακτική είναι άσκοπες και επιζήμιες. Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη. Και οι μεμονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες μπορούν και πρέπει να φέρουν όφελος μόνο όταν βρίσκονται σε στενή και άμεση σύνδεση με το μαζικό κίνημα›.

Από επιστολή του Λένιν το 1916.

Αν κάποιος συζητήσει με όσους επέλεξαν να στρατευτούν σε οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας, ειδικά σ’ αυτές με κομμουνιστική αναφορά, -ΕΛΑ, 17 Νοέμβρη-  θα δει αποδοχή της ρήσης του Μάο ότι «μια σπίθα είναι αρκετή να βάλει φωτιά στον κάμπο», και την πίστη τους ότι η «ένοπλη προπαγάνδα» είναι ικανή να μπολιάσει με ταξική συνείδηση τις μάζες που θα τις οδηγήσει σε επαναστατικά μονοπάτια.

Είναι δυνατόν στις μέρες μας να δημιουργηθούν επαναστατικές συνθήκες; Πέρα απ’ την δική μας άποψη που είναι καταφατική, ας δούμε τι μας λέει το πρόγραμμα του ΚΚΕ: «Δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν οι παράγοντες που θα οδηγήσουν στην επαναστατική κατάσταση. Το βάθεμα της οικονομικής κρίσης, η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, που φτάνουν έως τις πολεμικές αναμετρήσεις, είναι δυνατό να δημιουργήσουν τέτοιες συνθήκες στην Ελλάδα».  (Εκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 2013, σελ. 21».

Τι μορφή όμως θα έχει μια προλεταριακή επανάσταση; Ας δούμε τι μας λέει γι’ αυτό ο Β.Ι.Λένιν: «Θα θυμόμαστε ότι πλησιάζει ο μεγάλος μαζικός αγώνας. Ο αγώνας αυτός θα είναι η ένοπλη εξέγερση […] Οι μάζες πρέπει να ξέρουν ότι τραβούν για ένοπλο αιματηρό σκληρό αγώνα […] Το κόμμα του συνειδητού προλεταριάτου πρέπει να εκπληρώσει το χρέος του στο μεγάλο αυτό αγώνα»  («Διδάγματα από την εξέγερση της Μόσχας», «Άπαντα», τ. 13, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1980, σελ. 380-381»).

Πώς όμως διαπαιδαγωγείς τις μάζες μ’ αυτή την αντίληψη όταν το μόνο που κάνεις είναι να επιδίδεσαι σε μια άκρατη πρακτορολογία και να αντιμετωπίζεις με πολιτικά χυδαίους χαρακτηρισμούς, όσους επέλεξαν την ένοπλη πάλη; Τι αποτέλεσμα έχει αυτό εκτός του ότι δίνεις τα διαπιστευτήρια σου στο κράτος και στην αστική νομιμότητα; Συμβάλεις στο παραμικρό ώστε να γίνει πεποίθηση του συνειδητού προλεταριάτου η πρόταση του Έγκελς ότι «Η βία δεν έχει μόνο ένα κακοποιό ρόλο στην ιστορία, αλλά έχει κι ένα ρόλο επαναστατικό, είναι η μαμή που ξεγεννά την καινούρια κοινωνία μέσα από τα σπλάχνα της παλιάς»;

Ναι, είναι ατελέσφορες οι μεμονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες. Σύμφωνα με την μαρξιστική ανάλυση είναι αναποτελεσματικές γιατί το ίδιο το σύστημα έχει την δυνατότητα να αναπαράγει τους μηχανισμούς οι οποίοι πλήττονται από τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας.
Απ’ την άλλη όμως οι οργανώσεις ένοπλης πάλης «μπορούν να φέρουν όφελος όταν βρίσκονται σε στενή και άμεση σύνδεση με το μαζικό κίνημα», όπως έλεγε ο Λένιν. Και υπάρχουν τέτοια παραδείγματα.

Αν ρίξει κάποιος μια ματιά στην ιστορία θα δει ότι με λίγες δεκάδες μαχητών ξεκίνησε ο Κάστρο, ενώ τις πρώτες ενέργειες του θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει «τρομοκρατικές» και όμως εγκαθίδρυσε στην Κούβα ένα καθεστώς που υπάρχει απ’ το ’59 μέχρι σήμερα.
12 ήταν οι Κινέζοι που έφτιαξαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας σε ένα καΐκι. Αν διαβάσει κανείς την ιστορία τους, θα διαπιστώσει ότι οι πρώτες τους ενέργειες καμιά σχέση δεν είχαν με τον λεγόμενο «πολιτικό» αγώνα». Τηρουμένων των αναλογιών θα μπορούσες να τις χαρακτηρίσεις «τρομοκρατικές». Το ΚΚΚ όμως  κατόρθωσε να πάρει την εξουσία.
Τρεις ήταν όλοι κι όλοι οι «συνωμότες» που ξεκίνησαν τους Κορδιλλιέρους στην Γαλλική Επανάσταση και τα αποτελέσματά της τα γνωρίζουμε.

Ας έρθουμε όπως στα «δικά» μας. Θεώρησε πότε ο λαός μας ότι κινδυνεύει από τις οργανώσεις ένοπλης πάλης; Κανένας δεν μπορεί να το ισχυριστεί στα σοβαρά αυτό. Ακόμα και στις εποχές της άκρατης τρομοϋστερίας υπήρχαν δημοσκοπήσεις –όση βαρύτητα μπορεί να έχουν αυτές- που έδειχναν ότι ένα 22% του κόσμου επιδοκίμαζε τις ενέργειες της 17Ν.
Τώρα μάλιστα σ’ αυτόν τον ανελέητο πόλεμο όπως είναι ο κοινωνικός πόλεμος, ο ταξικός πόλεμος που βιώνουμε στην σημερινή ταξική μνημονική εποχή, αν γινόταν μια έρευνα κοινής γνώμης θα βλέπαμε θηριώδη ποσοστά να επικροτούν την βομβιστική ενέργεια που έγινε πρόσφατα με στόχο τον Παπαδήμου.

Κι αυτό έχει τεράστια σημασία ειδικά αν θυμηθούμε αυτό που έλεγε ο Μαρξ: «Το χειρότερο πράγμα στον καπιταλισμό δεν είναι η εκμετάλλευση και το άδικο, είναι η αλλοτρίωση, δηλαδή ότι διαπαιδαγωγεί τους ανθρώπους με τις δικές του αξίες».

Με δεδομένο πάντα αυτό που έλεγαν οι θεωρητικοί της κοσμοθεωρίας μας ότι δηλαδή ο μ_λ δεν είναι συνταγή προς εκτέλεση, αλλά θεωρία προς δράση και ότι πάντα πρέπει να κάνουμε συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης παραθέτουμε ένα μεγάλο απόσπασμα από το βιβλίο του Β.Ι.Λένιν: «Ο Παρτιζιάνικος πόλεμος».  

Ο μεγάλος επαναστάτης έδινε καταιγιστικές απαντήσεις σε όσους στην εποχή του μιλούσαν «για ενέργειες μεμονωμένων ατόμων, ξεκομμένων από τις μάζες, ενέργειες που διαφθείρουν τους εργάτες, απωθούν απ’ αυτούς τα πλατιά στρώματα του πληθυσμού, αποδιοργανώνουν το κίνημα, ζημιώνουν την επανάσταση».

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. Μέρος 9ο

Του  Γ. Γ.

Στα πλαίσια αυτού του αφιερώματός μας θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στην παρουσία αναρχικών συλλογικοτήτων και μεμονωμένων αναρχικών στο  αντάρτικο πόλης.

Επειδή οι ιστορικές μας γνώσεις, στο θέμα αυτό, είναι ελάχιστες ζητήσαμε από συντρόφους ποιο καταρτισμένους από εμάς να γράψουν σχετικά.
Ανταποκρίθηκαν και τα κείμενα του θα τα δημοσιεύσουμε στο επόμενο διάστημα.

Τώρα θα παραθέσουμε τρία ιστορικά κείμενα για το αναρχικό αντάρτικο πόλης καθώς και ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Το νέο αναρχικό αντάρτικο πόλης» το οποίο σαν συγγραφείς φέρει «Τα φυλακισμένα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς και τον αναρχικό επαναστάτη Θεόφιλο Μαυρόπουλο». Κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα το 2012 από τις εκδόσεις  «Μαύρη Διεθνής».

Από το βιβλίο «Με τη μάχη στο αίμα τους» – Εκδόσεις Δαίμων του τυπογραφείου  παραθέτουμε όλο το κεφάλαιο που αναφέρεται στην Αναρχική – τερροριστική δράση στην Ρωσία την πρώτη δεκαετία του 20 αιώνα

Στην συνέχεια διαβάστε ολόκληρο το βιβλίο «ΤSante Caserio Το οπλισμένο χέρι της αναρχίας».
Αναφέρετε στην ιστορία του Sante Caserio, ενός νεαρού Ιταλού αναρχικού που μετανάστευσε στη Γαλλία για να μη συλληφθεί ως λιποτάκτης. Εκεί μαχαίρωσε και σκότωσε τον Sadi Carnot, τον Γάλλο πρόεδρο, το 1894, σαν πράξη αλληλεγγύης προς τους Γάλλους συντρόφους του, Vaillant και Henry που είχαν εκτελεστεί από το γαλλικό κράτος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η απολογία του νεαρού αναρχικού στην δίκη του η οποία ξεκίνησε στις 2 Αυγούστου 1894 στη Lyon.

Διαβάστε επίσης ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Μάριους Ζακόμπ και οι Ιλλεγκαλιστές» – Εκδόσεις Δαίμων του τυπογραφείου. (Μας το έστειλε ο αναγνώστης μας Βασίλης Α. και τον ευχαριστούμε).
Αναφέρετε στην δράση που είχαν οι λεγόμενοι «ιλλεγκαλιστες» (αδόκιμα- μεταφράζεται ως ”παρανομιστές”).

Αυτοχαρακτηριζόταν – «ατομικιστές αναρχικοί» και έδρασαν στην Γαλλία στα τέλη του 19ου αιώνα. Στο συγκεκριμένο κείμενο μπορείτε να διαβάσετε την απολογία του Μαριούς Ζακόμπ ο οποίος δικάστηκε γιατί μαζί με τους συντρόφους του εκτέλεσαν έναν μπάτσο όταν ο τελευταίος τους αντιλήφτηκε να πραγματοποιούν μια ληστεία.

Να ρθούμε και στα «δικά» μας. Επειδή πάλι πρόσφατα –με αφορμή το τρομοδέμα στον Παπαδήμο που οι μπάτσοι φέρνουν σαν αποστολέα του τα μέλη της ΣπΦ- ξεκίνησε μια συζήτηση για την Οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς.

Διαβάσαμε το βιβλίο που αναφέραμε αρχικά. Δεν αντέχει σε καμιά κριτική. Πέρα από το μίσος που ξεχειλίσει σε κάθε σελίδα του και το οποίο δεν στρέφεται μόνο κατά του καπιταλιστικού συστήματος, δεν υπάρχει ίχνος πολιτικής σκέψης που να αξίζει κανείς να ασχοληθεί μαζί της.

Ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό απόσπασμα απ’ αυτό το βιβλίο:

Με αιχμή του δόρατος την αναρχική συνείδηση οικοδομείται ένας νέος αυτόνομος αξιακός κώδικας που επιτιθέμενος στα πρότυπα και στις σχέσεις της κυριαρχίας, προωθεί την εξέγερση της καθημερινής ζωής.

Κάθε μας μέρα θέλουμε να είναι μια εχθροπραξία απέναντι στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Καθημερινά κινούμαστε μέσα στην ανωνυμία του πλήθους σαν αγγελιοφόροι ενός νέου κόσμου δίχως εξουσία. Εκεί που οι άλλοι κοιτούν τις βιτρίνες των νέων εμπορευμάτων, εμείς βλέπουμε ένα καινούργιο στόχο επίθεσης, εκεί που δεσπόζουν τα υπερπολυτελή κτίρια που στεγάζουν τους δυνάστες μας με τους στρατούς σωματοφυλάκων και μπάτσων να τους φυλάνε, εμείς εντοπίζουμε μια υπέροχη ευκαιρία για να τους χτυπήσουμε.

Με αυτόν τον τρόπο δηλώνουμε παρών στη δημόσια ζωή, αποσκοπώντας στην κοινωνική πόλωση. Δηλαδή επιθυμούμε όχι να αφυπνίσουμε, αλλά να δημιουργήσουμε εκείνες τις συνθήκες που ο καθένας παίρνει θέση. Ή με το κράτος ή με την αναρχία.

Όλες οι μικρές ή μεγάλες επιθέσεις, προωθούν τη διάχυση των αναρχικών αντιλήψεων και πρακτικών ώστε να επιταχύνουμε την πορεία προς τον εμφύλιο πόλεμο. Από τη μια μεριά βρίσκονται οι δυνάμεις καταστροφής και από την άλλη οι υπερασπιστές και συντηρητές αυτού του κόσμου.

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. Μέρος 10ο – Μπολσεβίκοι: Ο Τερρορισμός στην πράξη.

Του Γ. Γ.

Από το βιβλίο «Λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία»

Για τον Λένιν, ηγέτη της μπολσεβίκικης φράξιας των σοσιαλδημοκρατών, η «σωστή θέση» πάνω στο θέμα του τερρορισμού δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να διευθετηθεί άπαξ και δια παντός. Η θέση του διέφερε αναλόγως των αλλαγών στους πολιτικούς του στόχους και προτεραιότητες. Ως εκ τούτου, το 1902 κατακεραύνωνε τους εσέρους που υπερασπίζονταν τον τερρορισμό «…η αχρηστία του οποίου, τόσο καθαρά αποδεικνύεται από την εμπειρία του ρώσικου επαναστατικού κινήματος».

Τον προηγούμενο μόλις χρόνο δήλωνε πως το κόμμα του «…ποτέ δεν απέρριψε τον τερρορισμό ως αξία, ούτε και μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο». Πριν το ξέσπασμα του Ι905,οΛένιν επέμενε στις παλαιότερες θεωρητικές απόψεις του και χαρακτήριζε κάθε τερροριστικη δράση ως «…ασύμφορο μέσο αγώνα», απορρίπτοντάς την αναλόγως των συγκυριών, «…αναμένοντας μια αλλαγή των συνθηκών».

Μια σειρά δεδομένων ανάγκασε τον Λένιν να λάβει μια τελική στάση. Πρώτον, δε μπορούσε παρά να αναγνωρίσει το γεγονός πως οι εσέρικες και οι αναρχικές τερροριστικές τακτικές ήταν σαφώς αποτελεσματικότερες στην αποσταθεροποίηση του καθεστώτος, σπέρνοντας το φόβο και τη σύγχυση στις αρχές. Ο Λένιν θα έπρεπε επίσης να παραδεχτεί τη βασιμότητα της εσέρικης άποψης πως η τερροριστική δράση μπορούσε να αποδειχτεί ιδιαίτερα αποτελεσματική στη ριζοσπαστικοποίηση της αγροτιάς και του προλεταριάτου.

Επιπλέον, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν το 1905, με το χάος να απλώνεται -εκτός ελέγχου τόσο από την εξουσία, όσο όμως και από τους επαναστάτες ηγέτες-, ο Λένιν αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα του να στρέψει το «αναπόφευκτα αντάρτικο» προς όφελος του κόμματός του και της επανάστασης -έτσι όπως τουλάχιστον αυτός την αντιλαμβανόταν-. Ακόμα και σε θεωρητικά επίπεδο, η τερροριστική δράση φαινόταν περισσότερο δικαιολογημένη σε μια στιγμή που λάμβανε τεράστιες διαστάσεις και αφορούσε κυριολεκτικά κάθε κοινωνικό στρώμα.

Δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίζεται ως μέσο ατομικής διαμαρτυρίας, αλλά ως στοιχείο της μαζικής  εξέγερσης κατά ολόκληρης της κοινωνικοπολιτικής τάξης. Για τον Λένιν ήταν επίσης πολύ σημαντικό πως «…ο παραδοσιακός ρώσικος τερρερισμός ήταν δουλειά συνωμοτούν των διανοούμενων, ενώ μετά το I905 οι εργάτες έγιναν οι βασικοί του θιασώτες».

Με αυτές τις θεωρήσεις κατά νου, ο Λένιν επιτέλους σύνθεσε τις απόψεις του. Στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, ο τερρορρισμός ήταν κατάλληλος για τους επαναστατικούς σκοπούς, στο βαθμό «…ήταν ικανός να διαχέεται μέσα στο μαζικό κίνημα». Αυτή η θέση ουσιαστικά δε διέφερε από την αντίστοιχη των εσέρων που διακήρυσσε: «.. .καλούμε σε τερρορισμό, όχι αντί της δουλειάς στις μάζες, αλλά προς όφελος αυτής και παράλληλά της». Τώρα που ο καιρός ήταν πια ώριμος, ο Λένιν κάλεσε «…στα πλέον ριζοσπαστικά μέσα, ως τα μοναδικά επαρκή». Δεν απέκλειε την αποκεντρωμένη τερροριστική δράση, συνηγορώντας στο σχηματισμό ένοπλων ομάδων που «…θα διαφέρουν σε μέγεθος, ξεκινώντας ακόμα και από 2-3 άτομα, αυτοοπλισμένων με κάθε μέσο που τους είναι διαθέσιμο». Αυτές οι ομάδες «…πρέπει άμεσα να πάρουν εκπαίδευση μάχης και να αναλάβουν επιχειρήσεις».

Σύμφωνα με μια από τις πιο στενές συνεργάτιδές του, την Έλενα Στάσοβα, ο Λένιν μετατράπηκε σε «… εξτρεμιστή παρτιζάνο του τερρορισμού». Ήδη από τον Οκτώβρη του 1905, ανοιχτά καλούσε τους οπαδούς του κόμματος να εκτελούν χαφιέδες, αστυνομικούς, κοζάκους και μέλη των Μαύρων Εκατονταρχιών, να ανατινάζουν τις εγκαταστάσεις τους και τα αστυνομικά τμήματα, να ρίχνουν οξέα στους αστυνομικούς. Παρέμενε όμως ανικανοποίητος και σε επιστολή του στην κομματική επιτροπή της Πετρούπολης τους επέπληττε: «Με φρίκη, με πραγματική φρίκη, βλέπω πως εδώ και μισό χρόνο μιλάμε για βόμβες, χωρίς να έχετε βάλει ούτε μία».

Ανυπόμονος για άμεση δράση, ο Λένιν έπαιρνε αναρχίζουσες θέσεις για να αντικρούσει τους συντρόφους του: «…όταν βλέπω σοσιαλδημοκράτες να δηλώνουν με περηφάνια “δεν είμαστε αναρχικοί, ούτε κλέφτες και ληστές, είμαστε υπεράνω, απορρίπτουμε την αντάρτικη δράση”, ρωτώ τον εαυτό μου: “αυτοί οι άνθρωποι καταλαβαίνουν τι τους γίνεται;”». Τελικά, τον Αύγουστο του 1906, η επίσημη θέση των μπολσεβίκων εκφράστηκε μέσω του έντυπου οργάνου τους, του «Προλετάριου». Συμβούλευαν τις ομάδες μάχης «…να τερματίσουν την απραξία τους και να αναλάβουν μια σειρά αντάρτικων ενεργειών με στόχο τη μίνιμουμ καταστροφή της προσωπικής ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών και τη μάξιμουμ καταστροφή της προσωπικής ασφάλειας των χαφιέδων, των ενεργών μελών των Μαύρων Εκατονταρχιών, των υψηλόβαθμων αξιωματούχων της αστυνομίας, του στρατού, του ναυτικού και ούτω καθ’ εξής».

Στην πραγματικότητα ωστόσο, η ανησυχία του Λένιν περί μπολσεβίκικης τερροριστικής απραξίας, ήταν αβάσιμη. Οι οπαδοί του σε όλη τη χώρα ήταν αναμεμειγμένοι σε αναρίθμητα περιστατικά βίας. Αυτά τα τερροριστικά ξεσπάσματα ήταν κατά βάση ανεξέλεγκτα από την κομματική ηγεσία, η οποία ήταν αποκομμένη από την πραγματική δράση, κι έτσι αυτές οι ενέργειες είχαν ελάχιστη σύνδεση με τους ευρύτερους πολιτικούς σκοπούς του κόμματος ή την άμεση στρατηγική του.

Επιπλέον, αυτές οι ενέργειες σπάνια αναφέρονταν στα κομματικά επιτελεία, κεντρικά ή περιφερειακά. Στην πραγματικότητα, καθώς οι μπολσεβίκοι δε διέθεταν κάποιο επίσημο όργανο επιφορτισμένο αποκλειστικά με τον τερρορισμό, -κατά το πρότυπο της εσέρικης Οργάνωσης Μάχης- η τερροριστική δραστηριότητά τους λάμβανε έναν αναρχίζοντα χαρακτήρα. Ο μπολσεβίκικος τερρορισμός χτυπούσε μια ποικιλία στόχων, αλλά οι πιο κοινοί ήταν οι ύποπτοι για χαφιεδισμό και προδοσία.

Ενώ η φυσική εξάλειψη χαφιέδων θεωρείτο απαραίτητη για την εκκαθάριση των επαναστατικών γραμμών από άτομα που έθεταν σε κίνδυνο την ομάδα, άλλες τερροριστικές ενέργειες είχαν την εκδίκηση ως κεντρικό κίνητρο. Αυτό π.χ. συνέβαινε με την εκτέλεση δήμιων φυλακών, υπεύθυνων για την επιβολή της θανατικής ποινής σε επαναστάτες κρατούμενους. Οι μπολσεβίκοι εκτελεστές μιας τέτοιας ενέργειας δε θα μπορούσαν φυσικά να περιμένουν πως έτσι θα απέτρεπαν μελλοντικές εκτελέσεις συντρόφων τους.

Οι μπολσεβίκοι ήταν υπεύθυνοι για πολλές παρόμοιες πράξεις εκδίκησης με στόχο αστυνομικούς και κοζάκους, που είχαν έρθει σε αιματηρή αντιπαράθεση με επαναστάτες. Η εκδίκηση και η προσπάθεια εξουδετέρωσης των αντιπάλων τους έστρεψε τη βία των μπολσεβίκων και κατά διαφόρων συντηρητικών στοιχείων του πληθυσμού.

Αυτό ήταν το κίνητρο στις 27 Γενάρη 1906 όταν, κατ’ απόφαση της Επιτροπής Πετρούπολης, μια ομάδα μάχης των μπολσεβίκων επιτέθηκε στην ταβέρνα Τβερ, στέκι των εργατών ναυπηγείων, που ήταν μέλη της μοναρχικής Ένωσης του Ρώσικου Λαού. Τριάντα περίπου θαμώνες δέχτηκαν τρεις βόμβες από τους τερροριστές, κι όταν προσπάθησαν να βγουν από την ταβέρνα, δέχτηκαν τα πυρά των όπλων των μπολσεβίκων. Δύο πέθαναν, είκοσι τραυματίστηκαν και οι δράστες διέφυγαν. Αρκετοί από τους διασωθέντες θα εκτελεστούν αργότερα.

Παρομοίως, στην πόλη Εκατερίνμπουργκ των Ουραλίων, μέλη της μπολσεβίκικης ομάδας μάχης, που καθοδηγούνταν από τον Ιακώβ Σβέρλντοφ, επίμονα τρομοκρατούσαν τα μέλη των Μαύρων Εκατονταρχιών, σκοτώνοντας όσους περισσότερους τσαρικούς μπορούσαν.

Παράλληλα με τις εκτελέσεις ως μέσο εξολόθρευσης των υποστηρικτών του τσαρικού καθεστώτος, οι μπολσεβίκοι επιδίωκαν επίσης να ενσπείρουν τη σύγχυση και τον πανικό στις αρχές, υποβαθμίζοντας έτσι την ικανότητά τους να αμυνθούν στην εξαπλούμενη βία. Οι εξτρεμιστές αντιμετώπιζαν ανηλεώς τους στόχους τους, από επιθεωρητές εργοστασίων, μέχρι αστυνομικούς διαφόρων βαθμών. Σχολιάζοντας αυτές τις τερροριστικές επιθέσεις, κάποιοι μπολσεβίκοι δε μπορούσαν παρά να επισημάνουν την «καταστροφική φύση της βίας για τη βία»: «…το φθινόπωρο του 1907, μάχιμοι νέοι έχασαν τον έλεγχο και άρχισαν να ολισθαίνουν προς τον αναρχισμό, σκοτώνοντας φύλακες, αστυνομικούς και χωροφύλακες. Σε πυρετώδη κατάσταση, πίστευαν πως ήταν αναγκαίο το να δράσουν».

Δύο μπολσεβίκοι τερροριστές «…παρακολουθούσαν τους κοζάκους, απλά περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να διασκεδάσουν με τις βόμβες τους. Οι κοζάκοι ωστόσο πορεύονταν σε φάλαγγα κατά άντρα, κάνοντας έτσι τις γραμμές τους λιγότερο ευάλωτες σε επιθέσεις. Έτσι οι δύο μαχητές έριξαν τις βόμβες τους σε στρατώνα της αστυνομίας, διασκεδάζοντας με το θέαμα που ακολούθησε: όταν τα αναμμένα φυτίλια σφύριζαν, οι αστυνομικοί πηδούσαν από τα παράθυρα».

Η απόφαση για μια εκτέλεση συχνά προέκυπτε αυθόρμητα από κάποιο κομματικό μέλος, χωρίς τη συγκατάθεση της τοπικής ή κεντρικής ηγεσίας. Τέτοια ήταν η περίπτωση της εκτέλεσης του υπαστυνόμου Νικήτα Περλόφ, στις 21 Φεβρουάριου 1907, στο Ντμιτριέβκι. Εκτελέστηκε από δύο μπολσεβίκους, τον Πάβελ Γκούσεφ και τον Μιχαήλ Φρούνζε: «…η εκτέλεση του Περλόφ δεν ήταν ένα οργανωμένο σχέδιο, μια προειλημμένη απόφαση της κομματικής οργάνωσης, αλλά μια στιγμιαία παρόρμηση του Φρούνζε. Κατά τη διάρκεια μιας προπαγανδιστικής συνάντησης, κάποιος είδε από το παράθυρο τον Πέρλοφ να περνά. Ο Φρούνζε πήδηξε πάνω και κάλεσε τον Γκούσεφ να τον ακολουθήσει. Παρά τις διαμαρτυρίες των παριστάμενων, έτρεξαν έξω. Σε λίγο ακούστηκαν πυροβολισμοί».

Ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις η ανάμειξη του κόμματος στον τερρορισμό λίγο είχε να κάνει με το μαζικό κίνημα, εντούτοις υπήρχαν στιγμές που δικαιολογούσαν τη θεωρητική θέση του κόμματος πάνω στο ζήτημα. Σύμφωνα με τον εξέχοντα μπολσεβίκο Βλαντιμίρ Μπόντς-Μπρούεβιτς, όταν το σύνταγμα Σεμενόφσκι μπήκε στη Μόσχα για να καταστείλει την εξέγερση του Δεκέμβρη, μελετήθηκε από την κομματική επιτροπή Πετρούπολης το σενάριο «…να απαχθούν δύο δούκες και να τεθούν υπό σαφή απειλή άμεσης εκτέλεσης σε περίπτωση που χυνόταν έστω και μια σταγόνα προλεταριακού αίματος στους δρόμους της Μόσχας».

Νωρίτερα, η μπολσεβίκικη ομάδα μάχης της Πετρούπολης είχε πραγματοποιήσει απόπειρα ανατίναξης τρένων, που μετέφεραν κυβερνητικά στρατεύματα στη Μόσχα. Τέλος, απαλλοτρίωσαν ένα κανόνι από ναυτικό φυλάκιο, προκειμένου να κανονιοβολήσουν τα χειμερινά ανάκτορα σε περίπτωση όξυνσης της σύγκρουσης.

Συγκεκριμένες άλλες πλευρές της μπολσεβίκικης τερροριστικής δραστηριότητας μπορούν επίσης να εκληφθούν ως κομμάτι της οικονομικής πάλης των μαζών, κυρίως με τη μορφή των απεργιών. Οι επαναστάτες πραγματοποιούσαν επιθέσεις όχι μόνο ενάντια σε βιομηχάνους, διευθυντές εργοστασίων, αστυνομικούς που τους υπερασπίζονταν, αλλά και κατά εργατών που δεν υποστήριζαν τις προλεταριακές κινητοποιήσεις. Οι ξυλοδαρμοί απεργοσπαστών ήταν συνήθεις, όπως και οι εκτελέσεις των πρωτεργατών τους.

Επίσης χρησιμοποίησαν βία ενάντια στην εκλογική διαδικασία για την πρώτη Δούμα, την οποία οι σοσιαλδημοκράτες είχαν αποφασίσει να μποϋκοτάρουν. Παράλληλα με την αντιεκλογική τους αγκιτάτσια, οργάνωσαν επιθέσεις σε εκλογικά κέντρα, κατάσχοντας και καταστρέφοντας τα επίσημα πρακτικά των εκλογικών αποτελεσμάτων. Επίσης, σημειώθηκαν ένοπλες καταλήψεις τυπογραφείων προκειμένου να τυπωθεί έντυπο υλικό.

Αναπτύχθηκε δίκτυο παράνομης εισαγωγής όπλων και εκρηκτικών, θεωρητικά με αποκλειστικό σκοπό τον εξοπλισμό μελλοντικών μαζικών εξεγέρσεων, στην πραγματικότητα όμως προς χρήση αντάρτικων επιθέσεων. Υπεύθυνος για την εισαγωγή των όπλων ήταν ο Μαξίμ Λίτβινοφ, ένα από τα πιο ενεργά στελέχη της λενινιστικής φράξιας. Ο Λεονίντ Κρασίν, μέλος της κεντρικής επιτροπής και επικεφαλής της ΤΕΧΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΧΗΣ, βασικός οργανωτής όλων των μπολσεβίκικων μάχιμων υποθέσεων κατ’ αυτήν την περίοδο και ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Λένιν, προσωπικά συμμετείχε στη συναρμολόγηση των βομβών: «…Ο Κρασίν,και όχι ο Λένιν, έθεσε σε κίνηση τα μπολσεβίκικα σχέδια για ένοπλες ομάδες, ικανές να χτυπήσουν την κυβέρνηση το 1905. Το Γενάρη ίδρυσε -υπό την κεντρική επιτροπή- την Τεχνικό Γραφείο Μάχης για να εποπτεύει όλες τις παράνομες δραστηριότητες του κόμματος. Ο ίδιος ο Κρασίν σχεδίαζε τις βόμβες, αν και η πιο πολλή δουλειά γινόταν από δύο χημικούς με κώδικά ονόματα Α και Ω. Το όνειρο του ήταν να κατασκευάσει μια βόμβα σε μέγεθος καρυδιού».

Λειτούργησαν ειδικές σχολές για εκπαίδευση μάχης των τερροριστών (π.χ. στο Κίεβο) ή ακόμα ειδικότερα για την τεχνική τους κατάρτιση στην κατασκευή βομβών (π.χ. στο Λβοβ). Αντίστοιχη σχολή λειτούργησε στο φινλανδικό χωριό Κουοκάλα, καθώς και στη Μπολόνια της Ιταλίας το 1910, χρηματοδοτούμενες από απαλλοτριώσεις που είχαν γίνει στη Ρωσία.

Για τους μπολσεβίκους ο τερρορισμός έγινε ένα αποτελεσματικό και συχνά χρησιμοποιούμενο εργαλείο. Ένα εργαλείο όμως που λίγο είχε να κάνει με τις διακηρυγμένες ιδεολογικές αρχές τους. Παρέμεινε ωστόσο αποτελεσματικό όπλο στο οπλοστάσιο ριζοσπαστικών ομάδων και καθώς «…στον επαναστατικό αγώνα όλα τα μέσα είναι δόκιμα».

Ας μιλήσουμε για τις οργανώσεις ένοπλης μειοψηφικής βίας. Μέρος 11ο – Κ* ΒΟΞ: «Ο ένοπλος αγώνας είναι αναπόσπαστο τμήμα μίας στρατηγικής που έχει ως στόχο την επαναστατική ανατροπή.»

Εκτιμώντας ότι τις παρακάτω απόψεις για τις οργανώσεις ένοπλης πάλης ασπάζεται ένα μεγάλο μέρος του κόσμου που έχει αναφορά στην αναρχική ιδεολογία, παραθέτουμε την εισήγηση που έγινε εκ μέρους των καταληψιών του Κ* ΒΟΞ στην εκδήλωση «Ένοπλος Αγώνας, Επαναστατικό Κίνημα και Κοινωνική Επανάσταση» και η οποία πραγματοποιήθηκε στις 5 Νοέμβρη 2014, σε αίθουσα του Πολυτεχνείου Αθήνας.

Να σημειώσουμε ότι στο εισηγητικό κείμενο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην οργάνωση «Επαναστατικός Αγώνας», αφού ήταν η εποχή που είχε συλληφθεί ο Νίκος Μαζιώτης και καταζητούταν η σύντροφος του Πόλα Ρούπα:

Μία προσέγγιση του θέματος της σημερινής συζήτησης προϋποθέτει μία πιο συνολική τοποθέτηση σχετικά με την πολιτική βία σου ασκείται απέναντι στο κράτος από το κίνημα, ανεξάρτητα από τις μορφές πολιτικής βίας που επιλέγονται.

Μια τοποθέτηση δηλαδή σχετικά με τις πρακτικές της πολιτικής βίας τις οποίες υιοθετεί το ανατρεπτικό κίνημα, και εξαιτίας των οποίων βρίσκεται στο στόχαστρο της κρατικής καταστολής. Θεωρούμε δεδομένο ότι η άσκηση πολιτικής βίας με αντικαθεστωτικά και ταξικά χαρακτηριστικά, είναι μία απαραίτητη πρακτική για το κίνημα, και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία πρακτική αντίστασης και επίθεσης μαζί.

Πρόκειται για μία μορφή πολιτικής δράσης, συμπληρωματική με τις υπόλοιπες μορφές δράσης του κινήματος και γίνεται με τα μέσα που επιλέγονται από το κίνημα κάθε φορά. Πρέπει να σημειωθεί ότι, πέρα από τα όποια άμεσα ή μακροπρόθεσμα αποτελέσματα που μπορεί να έχει η επιλογή της πολιτικής βίας, το πιο σημαντικό είναι, ότι εξ’ αντικειμένου τοποθετείται στον πυρήνα της επαναστατικής διαδικασίας.
Κι αυτό συμβαίνει γιατί μέσω της άσκησης πολιτικής βίας πρώτον, γίνεται πράξη η αμφισβήτηση του κρατικού μονοπωλίου στη βία, και δεύτερον αποτυπώνεται στην πράξη ότι μία επαναστατική διαδικασία έχει ως στόχο την κατάλυση του καπιταλισμού. Εδραιώνεται με άλλα λόγια στην πράξη η θέση ότι η μόνη επαναστατική προοπτική είναι η βίαιη συντριβή του κράτους.

Πιο αναλυτικά, η αμφισβήτηση του κρατικού μονοπωλίου στη βία, η αμφισβήτηση δηλαδή της αποκλειστικής δυνατότητας των κρατικών οργάνων (αστυνομία, νομοθέτες, δικαστικοί) να ασκήσουν βία απέναντι σε όποιον χρειάζεται, είναι αμφισβήτηση της ίδιας της ουσίας του κράτους, δηλαδή της κατασταλτικής του δύναμης. Γιατί, το κράτος, για να παγιώσει την κυρίαρχη ιδεολογία και να αναπαράγει τις καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας πρέπει να αποσπάσει την κοινωνική συναίνεση. Και όταν η απόσπαση της συναίνεσης δεν είναι εφικτή μέσω της οικονομικής ή κοινωνικής πολιτικής, τότε το κράτος λειτουργεί ως μηχανισμός καταστολής και καταπίεσης, αποκαλύπτοντας την πραγματική του φύση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αντίληψης για τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, είναι σαφές ότι η μορφή της πολιτικής βίας που ασκείται από το κίνημα, (δηλαδή τα μέσα που επιλέγονται καθώς και η έντασή τους), καθορίζονται σε κάθε συγκυρία από το ίδιο το κίνημα, μέσα στις εσωτερικές του διαδικασίες. Και η επιλογή των μορφών δράσης οφείλουν να είναι ανεξάρτητες από τη διάκριση που επιβάλλεται από το κράτος, μέσω της καταστολής σχετικά με το ποια δράση είναι νόμιμη και ποια παράνομη. Ανεξάρτητα δηλαδή από τα «όρια της νομιμότητας» τα οποία άλλωστε συρρικνώνονται όλο και περισσότερο την εποχή που διανύουμε.

Βάζουμε τον όρο «όρια της νομιμότητας» σε εισαγωγικά γιατί δεν είναι νομοθετικά-συνταγματικά κατοχυρωμένα, αλλά καθορίζονται σε κάθε συγκυρία από την έκβαση της ταξικής πάλης. Οπότε και ο ένοπλος αγώνας αποτελεί ένα κομμάτι του κινήματος, και μάλιστα, εν δυνάμει, είναι αναπόσπαστο τμήμα μίας στρατηγικής που έχει ως στόχο την επαναστατική ανατροπή.

Άλλωστε μαζικός ένοπλος αγώνας σημαίνει εμφύλιος ταξικός πόλεμος. Με την έννοια αυτή, είναι σαφείς και οι λόγοι της ειδικής κατασταλτικής και ιδεολογικής αντιμετώπισης που το κράτος επιφυλάσσει στους φορείς της πολιτικής βίας και ιδιαίτερα στους ένοπλους αντάρτες.

Βασικό χαρακτηριστικό της στρατηγικής του κράτους στην αντιμετώπιση των πολιτικών του αντιπάλων είναι να εμφανίζεται ενιαίο, συμπαγές και ισχυρό, να δημιουργεί δηλαδή ένα ενιαίο ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο καταστολής. Αυτό το πλαίσιο καταστολής σε κάθε συγκυρία εκφράζει τον τρόπο που τα συμφέροντα της αστικής τάξης για κοινωνική ειρήνη και αναπαραγωγή του κεφαλαίου καθορίζουν και διαμορφώνουν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς επιβολής εξουσίας και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς πειθάρχησης της κοινωνίας.

Ανεξάρτητα, δηλαδή, από τις όποιες ενδοαστικές αντιθέσεις που υπάρχουν σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, όταν η ίδια η αστική κυριαρχία αμφισβητείται έμπρακτα ή τίθεται υπό αμφισβήτηση μέσω της έλλειψης κοινωνικής συναίνεσης, η αστική τάξη, το κράτος και όλες οι θεσμικές τους λειτουργίες συγκροτούν ένα συμπαγές μπλοκ, ξεπερνούν τις διαφορές τους και επιτίθενται στον κοινό ταξικό εχθρό τους.

Ομογενοποιούνται δηλαδή για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν ένα επαναστατικό κίνημα που αμφισβητεί την ίδια τους την ύπαρξη. Γι’ αυτό και το κίνημα, πολεμώντας απέναντι σε αυτό το ενιαίο κρατικό μέτωπο οφείλει από την πλευρά του να εμφανίζεται ενιαίο απέναντι στην κρατική καταστολή, και, ακόμα περισσότερο σε όσους διώκονται για την επαναστατική τους δράση, για συμμετοχή σε ένοπλες οργανώσεις.

Οπότε, για να έρθουμε στο ζήτηση της αλληλεγγύης, πιστεύουμε ότι: η μη στήριξη των διωκόμενων από το κράτος συνεπάγεται και την άρνηση αναγνώρισης της σημασίας της πολιτικής βίας, άρα την άρνηση του δικαιώματος άμυνας, αντίστασης και επίθεσης απέναντι στην βία του κεφαλαίου. Σημαίνει δηλαδή, την έμμεση αποδοχή του κρατικού μονοπωλίου στη βία.

Έτσι και η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους, σε όσους δηλαδή διώκονται διότι αγωνίζονται για την επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας οφείλει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής δράσης, ανεξάρτητα από τη μορφή του αγώνα τους, και κυρίως, ανεξάρτητα από το επίπεδο καταστολής που αντιμετωπίζουν. Και φυσικά, ανεξάρτητα με το κλίμα φόβου και τρομοϋστερίας που οι μηχανισμοί εξουσίας προσπαθούν να σπείρουν στον κόσμο της αντίστασης. Ιδιαίτερα αυτή την εποχή όπου το φάσμα των αγωνιστών που αντιμετωπίζουν την καταστολή διευρύνεται, όσο στενεύουν τα «όρια της νομιμότητας».

Με βάση την παραπάνω τοποθέτηση, θεωρούμε την αλληλεγγύη, ως ένα απαραίτητο τμήμα της διαδικασίας προς την κοινωνική επανάσταση, ως ένα σημαντικό κομμάτι μιας επιθετικής αντικαθεστωτικής στρατηγικής. Ένα κίνημα οφείλει να έχει συνείδηση, πως η υπεράσπιση των αιχμαλώτων του, των πολιτικών κρατούμενων, είναι πρωταρχικό αξίωμα ζωτικής σημασίας για την ίδια του την ύπαρξη και την εξέλιξή του.

Δηλαδή, η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους αποτελεί αφ’ ενός έναν βασικό πυλώνα του επαναστατικού εγχειρήματος και αφ’ ετέρου μία σχέση με μεγάλη δυναμική, μια σχέση αμφίδρομη μεταξύ αλληλέγγυων και διωκόμενων. Με αυτήν την έννοια, είμαστε αλληλέγγυοι στους πολιτικούς κρατούμενους ανεξάρτητα από το φάσμα του αγωνιστικού-ανατρεπτικού κινήματος από όπου προέρχονται.

Προφανώς, η αλληλεγγύη δεν προϋποθέτει ταύτιση με το σύνολο των πολιτικών θέσεων των διωκόμενων και την επιλογή των μορφών πάλης και της έντασής τους, εφ’ όσον αυτές έχουν σαφές το πρόταγμα της ανατροπής του καθεστώτος. Με αυτήν τη λογική, στο φάσμα αυτό περιλαμβάνονται οι αγωνιστές και αγωνίστριες που διώκονται και φυλακίζονται για τη δράση τους στα πλαίσια του αντικαπιταλιστικού αγώνα και της επαναστατικής προοπτικής.

Η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, ούτε μερική, αλλά αφορά το σύνολο των πολιτικών κρατούμενων. Και κριτήριο για την ιδιότητα του πολιτικού κρατούμενου αποτελεί και η αγωνιστική τοποθέτηση και στάση του στο δικαστήριο και στη φυλακή και η συνέπεια μεταξύ της διαδρομής και της δράσης του πριν τη σύλληψη και της στάσης του μετά από αυτήν.

Σημαντικό σημείο στην διαδικασία της αλληλεγγύης και της έκφρασής της είναι η διαπίστωση ότι οι φυλακισμένοι αγωνιστές έχουν να αντιμετωπίσουν μεταξύ άλλων, τις διακαείς προσπάθειες του κράτους και των Μ.Μ.Ε για αποϊδεολογικοποίηση του ένοπλου αγώνα και πολιτική απαξίωση όσων επιλέγουν να ανταπαντήσουν στο κρατικό μονοπώλιο της βίας. Το κράτος αρνείται τον πολιτικό χαρακτήρα των αδικημάτων θέλοντας να παρουσιάσει τους πολιτικούς κρατούμενους ως «κοινούς εγκληματίες» και όχι ως αγωνιστές, αντίπαλους του καθεστώτος.

Στην πραγματικότητα όμως με την ίδια του τη στάση το κράτος, με τις ειδικές συνθήκες κράτησης, τις φυλακές τύπου Γ’, τις ειδικές δίκες απουσία ενόρκων, την απροκάλυπτη καταπάτηση των ίδιων του των νομικών πλαισίων και γενικώς την «ειδική αντιμετώπιση», αποδεικνύει περίτρανα από μόνο του με τον καλύτερο τρόπο τον πολιτικό χαρακτήρα και ιδιότητα που τόσο θέλει να αποκρύψει και να απαξιώσει. Παρόλα αυτά, πιστεύουμε ότι από τα βασικά καθήκοντα της αλληλεγγύης είναι η πολιτική στήριξη των κρατούμενων και η δυνατότητα που πρέπει να έχουν, μέσα από κινηματικές διαδικασίες για τη διάδοση του λόγου τους.

Τα αποτελέσματα που μπορεί να επιφέρει η ύπαρξη ενός δυνατού κινήματος αλληλεγγύης είναι πολύ σημαντικά και ουσιαστικά για τους συντρόφους που βρίσκονται σε ομηρία, αλλά και για όλο το κίνημα, καθώς η παρακαταθήκη που αφήνουν οι πρακτικές αλληλεγγύης, (συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, αφισοκολλήσεις, παρουσία στα δικαστήρια, οικονομική και πολιτική στήριξη των διωκόμενων, εκδηλώσεις με παρεμβάσεις των πολιτικών κρατούμενων, αντίσταση στην τρομοϋστερία), επιβεβαιώνουν ότι η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας.

Όλα αυτά τα χρόνια, σε δεκάδες υποθέσεις, η συσπείρωση γύρω από τη σύσταση κινήσεων αλληλεγγύης, έχει αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας όχι μόνο για αυτές καθ’ αυτές τις υποθέσεις, αλλά και γενικότερα για την κοινωνική υπόσταση του ίδιου του κινήματος, τη διαμόρφωση και τη ριζοσπαστικοποίησή του. Από την πρώτη χρονική περίοδο εγκαθίδρυσης της χούντας το 1967, έως και σήμερα, υπάρχει και καταγράφεται στον ελλαδικό χώρο η ένοπλη πολιτική αντιβία κομματιών του επαναστατικού κινήματος. Από τις βομβιστικές επιθέσεις την περίοδο της χούντας μέχρι τις πρόσφατες ένοπλες ενέργειες παρατηρείται μια αδιάλειπτη και συνεχής ένοπλη πάλη πενήντα σχεδόν ετών.

Με το παράδοξο ενός μικρού πληθυσμιακά λαού και με λίγους ανθρώπους διαχρονικά στις τάξεις των επαναστατικών κινημάτων, που πάντα όμως έβγαζε και συνεχίζει να βγάζει ένοπλους αγωνιστές. Με δεκάδες ανθρώπους να έχουν φυλακιστεί και δολοφονηθεί σε αυτή τη διαδικασία. Μια ιστορική συνέχεια ενός παρελθόντος με μεγαλειώδεις αγώνες και θυσίες, ενός πανίσχυρου θυμικού των εποχών της ένοπλης αντίστασης του ΕΛΑΣ, των Δεκεμβριανών και του εμφυλίου πολέμου. Μιας βαθιάς ριζωμένης συλλογικής αντίληψης ότι αυτές οι θυσίες και το αίμα χιλιάδων αγωνιστών δεν έχουν δικαιωθεί.

Από την εποχή που οι πρώτοι αντάρτες ανέβηκαν στο βουνό έως σήμερα, οι διαχειριστές της εξουσίας χρησιμοποιούν την ίδια στρατηγική και τις ίδιες μεθόδους για να αντιμετωπίσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους: την αποϊδεολογικοποίηση του ένοπλου αγώνα και των φορέων του και συνακόλουθα την πολιτική τους απαξίωση. «Ληστές» ήταν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, «συμμορίτες» οι μαχητές στα Δεκεμβριανά, «εαμοβούλγαροι ληστοσυμμορίτες» οι αγωνιστές του ΔΣΕ, «πράκτορες και χαφιέδες» οι βομβιστές της χούντας και της μεταπολίτευσης, «ποινικοί και κοινοί εγκληματίες» οι αγωνιστές των τελευταίων ετών.

Μέσα σε αυτόν τον ιδεολογικό μηχανισμό πειθάρχησης της κοινωνίας και αποϊδεολογικοποίησης του αγώνα εντάσσεται και η τοποθέτηση της επίσημης αριστεράς καθώς και μεγάλου τμήματος της εξωκοινοβουλευτικής, που με την πάγια θέση της περί «λαθρεπιβατών της αριστεράς», αλλά και προβοκατόρων που το κίνημα ουδεμία σχέση έχει μαζί τους, συστρατεύονται με το κυρίαρχο καθεστώς στο εκάστοτε μπλοκ εξουσίας και στη φυσική και ηθική εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων.

Κι αν διαχρονικά ξεχώριζε η στάση του αναρχικού αντιεξουσιαστικού κινήματος στο πώς αντιμετώπιζε τις ενέργειες ένοπλης βίας, δυστυχώς, τον τελευταίο καιρό διαπιστώνουμε μια πολιτική και πρακτική μετατόπιση ομάδων του κινήματος που τις καθιστά όμορες με τους διαχειριστές της εξουσίας ως προς την ιδεολογικοπολιτική αντιμετώπιση του ένοπλου αγώνα και την αφήγησή τους ως προς τη συνολική ερμηνεία του σκοπού, της προέλευσης και των αποτελεσμάτων της επαναστατικής βίας.

Κείμενα και ανακοινώσεις του ευρύτερου κινήματος που επιλέγουν αντί για μία, έστω και αυστηρή, πολιτική κριτική, απλά τη συκοφάντηση και την απαξίωση ως την αποϊδεολογικοποίηση των ένοπλων ενεργειών δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να βοηθούν την εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος που θα βρεθούν εμπλεκόμενοι, αλλά και την ενίσχυση της κυρίαρχης κρατικής αφήγησης συνολικά για την επαναστατική βία.

Το ένοπλο, είτε συμφωνούμε είτε όχι με τις επιλογές του και την πολιτική του τοποθέτηση, είναι κομμάτι του κινήματος και η αποδόμηση, εκ των έσω ειδικά, αυτής της ιστορικής βασικής αρχής των αγωνιζόμενων θα φέρει καταστροφικά και ισοπεδωτικά αποτελέσματα για το σύνολο του αγώνα, αφού δίνει πολιτική νομιμοποίηση σε αυτό που προαναφέραμε, την αποδοχή του κρατικού μονοπωλίου στη βία. Μια κριτική κομματιών του κινήματος που αφορά στα αποτελέσματα και τις παρενέργειες του ένοπλου αγώνα είναι η λογική ότι προκαλεί καταστολή στο ευρύτερο κίνημα μέσα από την κατασταλτική και νομοθετική θωράκιση που αναπτύσσεται από το κράτος μετά από κάθε ένοπλη ενέργεια.

Εδώ βέβαια υπάρχει η εξής προβληματική. Ή δεχόμαστε την αφήγηση που λέει ότι τα νομοθετήματα και τα κατασταλτικά μέτρα αποσκοπούν στον ένοπλο χώρο, οπότε δεν αφορούν το κίνημα, είτε ότι το νομοθετικό και κατασταλτικό πλαίσιο αφορά στην πραγματικότητα όλο τον αγωνιζόμενο κόσμο, με ή χωρίς ενιαίες επιλογές, άρα θα επιβάλλονταν αργά ή γρήγορα και χωρίς ένοπλες ενέργειες, ή αφορά όποιον επιλέγει τη βίαιη αναβάθμιση των μέσων πάλης (πχ τμήματα του αναρχικού χώρου, κάτοικοι της Κερατέας και της Χαλκιδικής κλπ), οπότε για τη διάρρηξη αυτής της αμφίδρομης σχέσης πολιτική βία – αύξηση της καταστολής, θα πρέπει να δεχτούμε το κρατικό μονοπώλιο στη βία.

Η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια που δεκάδες κοινωνικές ομάδες έχουν δεχτεί την κρατική καταστολή και διαπιστώνοντας ότι ουδεμία σχέση είχαν με επιλογές πολιτικής βίας, δυσκολευόμαστε να δεχτούμε ότι ο ένοπλος αγώνας είναι η ουσιαστική αιτία και το καταλυτικό γεγονός της αύξησης η πρόκλησης της καταστολής. Αντιθέτως, η απουσία του ή η ανακολουθία του με το ευρύτερο κίνημα μπορεί να οδηγήσει ακόμα περισσότερο στην επιβολή των κατασταλτικών και νομοθετικών πολιτικών της εξουσίας.

Υπάρχουν δεκάδες ιστορικά παραδείγματα όπου η ύπαρξη ένοπλου κομματιού σε παράλληλη ή αλληλοσυμπληρούμενη θέση με το ευρύτερο κίνημα ήταν ο βασικός λόγος ανάσχεσης της καταστολής παίζοντας καταλυτικό ρόλο υπέρ του κινήματος στο εκάστοτε διαμορφούμενο περιβάλλον συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ αγωνιζόμενων και εξουσιαστών. Το να αφήσουμε πίσω μας μια παγιωμένη συνθήκη δύο πόλων στο εσωτερικό του κινήματος που η μία απαξιώνει και θέτει εκτός του αγώνα το ένοπλο κομμάτι και η άλλη απαξιώνει και λοιδορεί ή θεωρεί αναποτελεσματικές τις μαζικές διαδικασίες είναι μια καλή αρχή για την επανοικειοποίηση της βασικής αξίωσης ενός αγώνα με προοπτική, την πολυμορφία.

Από το 2003 που έκανε την εμφάνισή του ο Επαναστατικός Αγώνας, αναλύοντας το ιστορικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο της περιόδου, επιτέθηκε σε διεθνείς τραπεζικούς κολοσσούς (Eurobank, Citibank), στο θεσμό της αστικής δικαιοσύνης (δικαστήρια σχολής Ευελπίδων), σε κρατικούς φορείς που λεηλατούν τον κοινωνικό πλούτο (χρηματιστήριο, υπουργείο Οικονομικών, υπουργείο Εργασίας), σε πρωταγωνιστές σκανδάλων (Βουλγαράκης, απαγωγές Πακιστανών, υποκλοπές), σε ιμπεριαλιστές (πρεσβεία ΗΠΑ), στους ένστολους δολοφόνους της δημοκρατίας (ΜΑΤ, αστυνομικά τμήματα), σε πολυεθνικές που θησαυρίζουν από τον κοινωνικό πλούτο και καταστρέφουν το περιβάλλον (Shell).

Στις 10 Μαρτίου 2010, σε προπαρασκευαστική επιχείρηση του Επαναστατικού Αγώνα, μέλη της οργάνωσης συμπλέκονται με το πλήρωμα ενός περιπολικού της αστυνομίας. Η ανταλλαγή πυροβολισμών είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθεί το μέλος της οργάνωσης Λάμπρος Φούντας.

Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα συνοδεύεται από εκτενείς αναλύσεις της υπάρχουσας πολιτικοοικονομικής και κοινωνικής περιόδου ενώ οι ενέργειες της οργάνωσης χαρακτηρίζονται από την επικαιρότητά τους και την παρέμβασή τους στις εκάστοτε συνθήκες που επικρατούν. Τόσο η δράση όσο και ο πολιτικός λόγος του Επαναστατικού Αγώνα έχουν σαν κεντρικό σημείο αναφοράς την κοινωνική επανάσταση, ειδικά σήμερα που είναι η μόνη ρεαλιστική πρόταση για την έξοδο από τη συστημική κρίση.

Στις 16 Ιουλίου μετά από ένοπλη συμπλοκή στο Μοναστηράκι με δεκάδες μπάτσους, συλλαμβάνεται τραυματισμένος ο Νίκος Μαζιώτης, μέλος του Επαναστατικού Αγώνα. Ο σύντροφος υπερασπίστηκε τη ζωή και την ελευθερία του με το όπλο στο χέρι. Μια ελευθερία που επέλεξε μαζί με τη συντρόφισσα Πόλα Ρούπα περνώντας στην παρανομία πριν το τέλος της δίκης με σκοπό τη συνέχιση του αγώνα για την κοινωνική επανάσταση.

Κατά τη διάρκεια της παρανομίας της Πόλας και του Νίκου το κράτος τους επικήρυξε με 2 εκ. ευρώ. Μια επικήρυξη που αποδεικνύει ότι η κοινωνία δεν ταυτίζεται με την άποψη του κράτους περί στυγνών αδίστακτων τρομοκρατών αλλά αναγνωρίζει πολλές φορές, έστω και με έμμεσο τρόπο, ότι η δράση του Επαναστατικού Αγώνα στόχευε εκείνους που εκτελούν την πιο βάρβαρη επίθεση εις βάρος της κοινωνίας. Επέλεξαν την παρανομία για να συνεχίσουν τον αγώνα για την ανατροπή του κεφαλαίου και του κράτους, για τον Ελευθεριακό Κομμουνισμό και την Αναρχία. Μέσα στα πλαίσια αυτά έγινε η επαναδραστηριοποίηση του Επαναστατικού Αγώνα με την επίθεση στις 10 Απριλίου 2014 στο κτίριο της Διεύθυνσης Εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδος στην οδό Αμερικής, όπου στεγάζεται και ο μόνιμος αντιπρόσωπος του ΔΝΤ στην Ελλάδα.

Advertisements

Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: