Παγκόσμιος καπιταλισμός ή τοπικός σχεδιασμός; (Μέρος Α΄) – (Μέρος Β΄)

πηγή: Athens.indymedia

σύντροφοι για την

Αναρχική απελευθερωτική δράση

Δημοσιεύθηκαν στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 162, Ιούλιος-Αύγουστος 2016 & φ. 164, Οκτώβριος 2016

https://anarchypress.files.wordpress.com/2017/08/cf83cf87ceb5ceb4ceb9ceb1cf83cebccf8ccf82.jpg?w=490(Μέρος Α΄)

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μετάφραση ενός μικρού μέρους από το έργο του Karl Polanyi, «Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός» (The Great Transformation), που εκδόθηκε το 1944. Δεκαετίες αργότερα παραμένει εύστοχο κι επίκαιρο, σα να γράφτηκε εχθές. Η διεισδυτική του ματιά «έβλεπε» δεκαετίες εμπρός τις εξελίξεις στο γεωπολιτικό γίγνεσθαι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αναλογία όσων αναφέρει για τη Μ. Βρετανία του τότε, με τις σημερινές εξελίξεις του «Brexit» κι όσων αναμένεται να ακολουθήσουν στο προχώρημα της παγκοσμιοποίησης. Θεωρήσαμε, λοιπόν, σημαντικό να παραθέσουμε κάποια κομμάτια του αναφερθέντος συγγραφικού του έργου. Οι εκ βάθρων διαφωνίες μας, όσον αφορά τα προτάγματα και τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, ασφαλώς και δεν μας εμποδίζουν να παρουσιάσουμε απόψεις, που, το λιγότερο, αποτελούν «τροφή» για γόνιμους προβληματισμούς. Στα επόμενα φύλλα της ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ θα παραθέσουμε, όπως ήδη αναφέρθηκε, επί πλέον κεφάλαια του εν λόγω δοκιμίου.

Από όλες τις μεγάλες αλλαγές που παρατηρούμε στη γενιά μας, καμμιά δεν μπορεί να αποδειχτεί πιο έντονη από αυτή που μεταμορφώνει την οργάνωση της διεθνούς ζωής. Πέρα από τη συνήθεια της πολιτικής δύναμης είτε να υπηρετεί είτε, κυρίως, να υπηρετείται από ιδεολογίες, μπορούμε να συλλάβουμε μια αναλαμπή των απομακρυσμένων και σημαντικών πολιτικών που μπορούν, αν και τυχαία, να εκπληρώσουν τις βαθιά ριζωμένες φιλοδοξίες των κοινών ανθρώπων. Είναι πιθανό ότι οι αλλαγές του δημοκρατικού σοσιαλισμού (που οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμη και πολύ πρόσφατα, θα αποφαίνονταν ότι είναι μηδαμινές) βελτιώνονται σημαντικά, αν και μέσα από απροσδόκητα μονοπάτια. Αλλά όποια κι αν είναι η μοίρα των εσωτερικών ζητημάτων, το πολιτικό σύστημα του κόσμου συνολικά έχει φτάσει αναμφίβολα σε ένα σημείο καμπής και αυτό έχει συνέπεια η Μεγάλη Βρετανία να στέκεται τώρα σε ένα μεγάλο σταυροδρόμι. Το γεγονός είναι ακόμη τόσο κοντά και τόσο αχανές, ώστε να γίνει ξεκάθαρα ευδιάκριτο, αλλά όσο το συντομότερο πάρουμε μια θέση, τόσο το καλύτερο.

Κάποιος φτάνει να το συνειδητοποιήσει αυτό, όταν προσπαθεί να περιγράψει ακριβέστερα τις τάσεις που υπογραμμίζουν τις ξένες πολιτικές της Μεγάλης Βρετανίας, της Ρωσίας και της Αμερικής. Γι’ αυτό, είναι αρκετά βέβαιο ότι το παραδοσιακό σχήμα δεν είναι αρκετό. Το επίμαχο μεταξύ των δυνάμεων δεν είναι τόσο η θέση τους σε ένα συγκεκριμένο σχήμα εξουσίας, όσο το ίδιο το σχήμα. Μιλώντας γενικότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ταιριάζουν σε ένα σχήμα, αυτό της κοινωνίας του 19ου αι., ενώ οι άλλες δυνάμεις, περιλαμβανομένης της ίδιας της Βρετανίας, ανήκουν σε ένα άλλο, που βρίσκεται στον κύκλο της μετάβασης σε μια νέα μορφή. Κάθε πλευρά, θα ευνοούσε –ή τουλάχιστον θα έπρεπε, λογικά– το σχήμα που έχει την τάση να διατηρεί κάθε πλευρά της ισορροπίας ασφαλή.

Το εξαιρετικό γεγονός της εποχής μας είναι η ταυτόχρονη πτώση του φιλελεύθερου καπιταλισμού, του παγκοσμίως επαναστατικού σοσιαλισμού και της φυλετικής επικράτησης –οι τρεις ανταγωνιστικές μορφές των παγκόσμιων κοινωνιών. Η ξαφνική έξοδός τους ακολουθήθηκε από δραστικές, ανήκουστες αλλαγές στα ανθρώπινα ζητήματα και την αρχή μιας νέας εποχής παγκόσμιας πολιτικής. Ο παγκόσμιος επαναστατικός σοσιαλισμός ξεπεράστηκε από τον «τοπικό» σοσιαλισμό στα δεινά και στις δόξες των Πενταετών Σχεδίων, των δοκιμασιών των Δικών και το θρίαμβο του Στάλινγκραντ. Ο φιλελεύθερος καπιταλισμός έφτασε σε ένα τέλος με την κατάρρευση του χρυσού κανόνα, που άφησε εκατομμύρια ανέργων και άνευ προηγουμένου κοινωνικές ελλείψεις στο πέρασμά του. Η αρχή του Χίτλερ για επικράτηση συνετρίβη σε ένα πεδίο μάχης, όπου συνυπήρχε με τον πλανήτη που επιχείρησε να κατακτήσει. Και έξω από τη μεγάλη μετάλλαξη ανέκυψαν πολλές μορφές περιορισμένης ύπαρξης εκ φύσεως –νέες μορφές σοσιαλισμού, καπιταλισμού, οικονομικού προγραμματισμού ή ημί-προγραμματισμού– καθένας από αυτούς, τοπικός, από την ίδια τη φύση του.

Αυτή η διαδικασία ήταν σχεδόν ένα ακριβές αντίγραφο της εδραίωσης του συστήματος των Ευρωπαϊκών κρατών, στο τέλος του 15ου αι. Και στις δύο περιπτώσεις η αλλαγή αναδύθηκε από την κατάρρευση της παγκόσμιας κοινωνίας της εποχής. Στο Μεσαίωνα αυτή η κοινωνία ήταν κυρίως θρησκευτική, ενώ στην εποχή μας ήταν κυρίως οικονομική. Είναι σαφές ότι η κατάρρευση του συστήματος της παγκόσμιας οικονομίας του 19ου αι. αναπόφευκτα προέκυψε ως αποτέλεσμα της άμεσης εμφάνισης οικονομικών μονάδων περιορισμένης έκτασης. Με όρους χρυσού κανόνα, αυτό το πραγματικό σύμβολο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, αυτό είναι αυτονόητο, καθώς στο πέρασμά του αναγκάζει κάθε χώρα να προσέξει τη δική της «ξένη οικονομία», που προηγουμένως «τη φρόντιζε η ίδια».[1]  Έπρεπε να αναπτυχθούν νέα όργανα, να εγκαθιδρυθούν νέοι θεσμοί, ώστε να ανταπεξέλθουν στην κατάσταση. Οι λαοί του κόσμου ζουν τώρα υπό αυτές τις συνθήκες, που τους υποχρεώνουν να αναπτύξουν ένα νέο τρόπο ζωής. Η «ξένη οικονομία» τους είναι η φροντίδα της κυβέρνησής τους· το νόμισμά τους είναι υπό διαχείριση, το εξωτερικό τους εμπόριο και τα δάνεια του εξωτερικού ελέγχονται. Οι εσωτερικοί τους θεσμοί μπορεί να διαφέρουν πολύ, αλλά οι θεσμοί με τη βοήθεια των οποίων κάνουν τις συμφωνίες τους για την «ξένη οικονομία» τους είναι ιδιαίτερα πανομοιότυποι. Το νέο μόνιμο σχήμα των παγκόσμιων ζητημάτων είναι αυτό των τοπικών συστημάτων, που συνυπάρχουν πλάι πλάι.

Υπάρχει μια αξιοσημείωτη εξαίρεση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν πατρίδα του φιλελεύθερου καπιταλισμού και ενδυναμώθηκαν αρκετά, με αποκλειστικό και μόνο σκοπό την Ουτοπική πολιτική γραμμή που εμπλέκεται σε μια τέτοια μοιραία και ισχυρή εξαίρεση. Μια Ουτοπική γραμμή, δεδομένου ότι, σε τελική ανάλυση, η προσπάθεια αποκατάστασης τής προ του 1914 παγκόσμιας τάξης, μαζί με τον χρυσό κανόνα και τις πολλαπλές κυριαρχίες, είναι εγγενώς αδύνατη. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν εναλλακτική. Οι Αμερικανοί σχεδόν ομόφωνα αναγνωρίζουν τον τρόπο ζωής τους με την προσωπική επιχείρηση και τον επιχειρηματικό σχεδιασμό – αν και όχι μαζί με το κλασικό laisser-faire. Αυτό σημαίνει γι’ αυτούς η δημοκρατία, τόσο για τους πλούσιους όσο και για τους φτωχούς, το να συμμετέχει, όπως συμβαίνει, στην κοινωνική ισότητα η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Η Μεγάλη Ύφεση των αρχών του ’30 άφησε αυτή την προδιάθεση ανέπαφη κι απλώς απενεργοποίησε την αύρα της κολακείας, που περιέβαλλε τις οικονομίες του laisser-faire.Πέρα από λίγους σοσιαλιστές, κυρίως του τύπου της παγκόσμιας επανάστασης και ίσως ενός μεγαλύτερου αριθμού συνειδητών φασιστών, τα τεράστια επιτεύγματα του φιλελεύθερου καπιταλισμού φαίνονται στους Αμερικανούς ως το κεντρικό γεγονός στη σφαίρα της οργανωμένης κοινωνίας. Η βιομηχανική νομοθεσία, η κοινωνική ασφάλιση, οι δασμοί, οι εμπορικές ενώσεις και πειράματα στις δημό­σιες υπηρεσίες, ακόμη και της κλίμακας του T.V.A. (Διαχείριση της Κοιλάδας του Τεννεσή), έχουν επηρεάσει τη θέση του φιλελεύθερου καπιταλισμού, όσο γινόταν, στην Ευρώπη με παρόμοιες αποκλίσεις προς τον παρεμβατισμό και τον σοσιαλισμό ως το 1914. Το NewDeal μπορεί να αποδείξει εξ ίσου το σημείο εκκίνησης μιας ανεξάρτητης –Αμερικάνικης– λύσης του προβλήματος της βιομηχανικής κοινωνίας και μια πραγματική έξοδο από το κοινωνικό αδιέξοδο, που κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Ωστόσο, αυτή η εποχή δεν έχει έρθει ακόμη.

Με λίγη παροχή γης, ανειδίκευτη εργασία και το χάρτινο χρήμα λειτούργησε στις Ηνωμένες Πολιτείες μια φιλελεύθερη οικονομία τουλάχιστον για μια περίοδο μέχρι τις αρχές του 1890, χωρίς να αποφέρει τους θανάσιμους κινδύνους στον ιστό της κοινωνίας, σε ανθρώπους και εδάφη, που σε άλλες περιπτώσεις είναι αδιαχώριστα, από τον «αυτορυθμιζόμενο» καπιταλισμό. Αυτό συμβαίνει επειδή οι Αμερικανοί ακόμη πιστεύουν σε έναν τρόπο ζωής που δεν υποστηρίζεται πλέον από τους περισσότερους ανθρώπους στον υπόλοιπο κόσμο, αλλά που παρ’ όλα αυτά υπαινίσσεται μια παγκοσμιότητα, που κάνει όσους την πιστεύουν να ανακαταλαμβάνουν τον κόσμο για λογαριασμό της. Στο κρίσιμο ζήτημα της εξωτερικής οικονομίας, η Αμερική αντιπροσωπεύει τον 19ο αιώνα.

Συνεπάγεται ότι, τουλάχιστον δυνητικά, η Μεγάλη Βρετανία και η Σοβιετική Ένωση, μαζί με άλλες χώρες, συμμορφώνονται σε ένα σχήμα κι οι Ηνωμένες Πολιτείες σε ένα άλλο. Η Βρετανική Κοινοπολιτεία και η Ε.Σ.Σ.Δ. σχηματίζουν ένα μέρος του καινούριου συστήματος τοπικών δυνάμεων, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επιμένουν σε έναν παγκόσμιο σχεδιασμό των παγκόσμιων ζητημάτων, που συμπίπτει με την απαρχαιωμένη φιλελεύθερη πολιτική της. Αλλά οι αντιδραστικοί ελπίζουν ότι δεν είναι ακόμη πολύ αργά για να επιστρέψει η Βρετανία στο δικό της παλιό σύστημα εξωτερικής οικονομίας, ώστε να ευθυγραμμιστεί με την πάλαι ποτέ Μεγάλη Βρετανία. Αυτό είναι το πραγματικό ζήτημα σήμερα.

                                                                                              (Μέρος Β΄)

Πριν παραθέσουμε τη συνέχεια της μετάφρασης του κειμένου του Karl Polanyi, το δεύτερο και τρίτο μέρος της, θα θέλαμε να διορθώσουμε κάτι από την εισαγωγή μας στο α΄ μέρος· το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε, για πρώτη φορά, το 1945 στο περιοδικό The London Quarterly of World Affairs κι όχι όπως είχαμε γράψει στην εισαγωγή του α’ μέρους στο «Ο Μεγάλος Μετα­σχηματισμός» (The Great Transformation), που εκδόθηκε το 1944.

Πέραν τούτου, ας επισημανθεί πως  στο εν λόγω κείμενο μπορούν να γίνουν ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Πρώ­τα απ’ όλα, ενώ διαβάζουμε μια πολιτική ανάλυση για τη διαμόρφωση των δυνάμεων μετά την Β’ Παγκόσμια Ανθρωποσφαγή, φαίνεται σαν να διαβάζουμε ένα κείμενο για τις οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις τού σήμερα. Η θέση της Βρετανίας ή της Ρωσίας στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, που περιγράφεται στο κείμενο, μοιάζει να είναι σαν τη σημερινή. Αυτό φαίνεται τουλάχιστον επικίνδυνο· δηλαδή το ό,τι μετά από 70 χρόνια, ζώντας την κεκτημένη ταχύτητα της Παγκοσμιοποίησης, βιώνουμε τα ίδια ψευδο-διλήμματα: εθνική πολιτική ή παγκόσμια, παλιοί ή νέοι κανόνες. Φαίνεται να τρέχουμε προς το μέλλον με ταχύτητα, εξ αιτίας της τεχνολογικής ανάπτυξης και της παγκοσμιοποίησης, αλλά τελικά τρέχουμε στην αρχή. Σαν το παιγνίδι «Γκρινιάρης», που ενώ κοντεύεις στο τέλος, ενδέχεται να επιστρέψεις διαμιάς από εκεί που ξεκίνησες. Όμως, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, είναι αλήθεια ότι η παγκόσμια πολιτική καταγίνεται με τα ίδια ακριβώς ζητήματα που φαίνεται να ξεπερνάει.

Το αν ένα κράτος θα επιλέξει εθνική ή παγκοσμιοποιημένη πολιτική και οικονομία είναι ένα ερώτημα που επαναλαμβάνεται. Οι ανθρώπινες δυνατότητες εμφανίζονται όλο και πιο περιορισμένες. Άνθρωποι με λιγότερους πόρους προσπαθούν να τραφούν από τη δική τους παραγωγή, η οποία όλο και συρρικνώνεται, καθώς κάνουν ένα σωρό διεκπεραιωτικές δουλειές που και να έπαυαν αύριο να υπάρχουν, δεν θα έλειπαν πραγματικά σε κανέναν. Ενώ κάθε άνθρωπος ως μονάδα μοιάζει εξαρτημένος από υπερ-δομές που τον ξεπερνούν, δεν είναι σε μεγάλο βαθμό δημιουργός ούτε της ζωής ούτε της επιβίωσής του, το σύστημα που τον έχει εγκλωβίσει φαίνεται να έχει βρεθεί σε αδιέξοδο. Τα πράγματα δείχνουν πως δεν πάνε και πολύ καλά για κανέναν, όταν σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο θέτουμε τα ίδια ερωτήματα, τα οποία οδήγησαν στις παγκόσμιες ανθρωποσφαγές κι όρισαν τον «νέο» κόσμο μετά από αυτές, ίδιο κι απαράλλαχτο με τον παλιό. Πάλι διάχυτος φόβος κάθε είδους, εξαθλίωση και κατακρήμνιση της καθημερινότητας, πολυπληθείς ομάδες που βίαια ανταλλάσσονται και μετακινούνται, μετέωρες, να μην είναι σε θέση να ενσωματωθούν πουθενά.

Σαν να λέμε, δηλαδή, ότι είμαστε κλεισμένοι σε μια άνυδρη έρημο, όπου δεν μπορούμε τίποτε να κάνουμε για να ζήσουμε κι αυτή η ίδια η έρημος σε λίγο θα πάψει να έχει ακόμη και οξυγόνο. Και ’μείς το μόνο που «σπάμε το κεφάλι μας» να βρούμε είναι πώς θα καταφέρουμε να ζήσουμε μέσα σε αυτή την έρημο, παρ’ όλα αυτά. Θέτουμε, δηλαδή, το λάθος ερώτημα. Τό­τε αξίζει να σκεφτούμε ή να θυμηθούμε αν υπήρχε και κάτι άλλο πριν την έρημο. Ναι, υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει και μετά από αυτήν. Από το να σπάμε και να ξανασπάμε το κεφάλι μας πάνω στον ίδιο βράχο, αν είναι καλό να ζούμε σε παγκοσμιοποίηση ή εθνικό κράτος, ας θέσουμε ένα άλλο ερώτημα. Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τίποτε από τα δύο; Και πώς;

Δεν είναι ο τοπικισμός από τον οποίο αντλεί τη δύναμή της η Ρωσία. Η νίκη του Σταλινισμού επί του Τροτσκισμού σήμανε μια αλλαγή στην εξωτερική της πολιτική από έναν άκαμπτο οικουμενισμό, που βασιζόταν στην ελπίδα ενός επαναστατημένου κόσμου σε έναν τοπικισμό, που συνορεύει με την απομόνωση. Ο Τρότσκι, στην πραγματικότητα, ακολούθησε την παραδοσιακή γραμμή της επαναστατικής πολιτικής, ενώ ο Στάλιν υπήρξε ένας τολμηρός νεωτεριστής. Αρνούμενοι αυτά τα γεγονότα, οι Κομμουνιστές προκάλεσαν απελπισμένη σύγχυση και έκαναν για μας ανώφελα δύσκολο το να συνειδητοποιήσουμε την αναπάντεχη καινοτομία της πολιτικής του Στάλιν.

Κατ’ αρχάς, εμφανίζεται μια τελείως νέα στάση απέναντι στην χρήση της κοινωνικής αλλαγής. Η νικηφόρος ρωσική αυτοκρατορία θεωρεί την ανεξαρτησία της δεδομένη και το κυρίαρχο συμφέρον της είναι η διαρκής ειρήνη (δεδομένου αυτού, η Ε.Σ.Σ.Δ. μπορεί ίσως και με μισή ντουζίνα Πενταετών Σχεδίων, να φτάσει στο επίπεδο της Αμερικής σε βιομηχανική επάρκεια κι επίπεδο ζωής και, πράγματι, να το ξεπεράσει). Καθώς έχει αποκλείσει τις οικουμενικές λύσεις στο μοντέλο του Συνασπισμού των Εθνών ή της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας, η ειρήνη εξαρτάται μόνο από την εξωτερική πολιτική των γειτόνων της. Οι Ρώσοι είναι αποφασισμένοι να έχουν μόνο φιλικά κράτη στα δυτικά τους σύνορα, αλλά είναι απρόθυμοι να επεκτείνουν τα σύνορά τους τόσο, ώστε να συμπεριλάβουν και τους γεί­τονές τους. Οι νέες θεσμικές αλλαγές είναι σχεδιασμένες, ώστε να υποστηρίξουν τη Ρω­σία σε αυτή την προσπάθεια, καθώς επι­τρέπουν μικρότερους γείτονες, για να εναρ­μονίσουν την πολιτική τους με τους άμεσους δικούς τους γείτονες στο εσωτερικό της Ρωσίας, χωρίς απαραίτητα να διεξάγουν διαπραγματεύσεις με τον ίδιο τον κολοσσό. Η Ε.Σ.Σ.Δ. τούς προσφέρει σλαβική αλληλεγγύη απέναντι στη γερμανική επίθεση και θεωρεί ότι κανένα άλλο πέρα από το ταξικό συμφέρον δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τις κυβερνήσεις τους να σταθούν στο πλευρό της Γερμανίας εναντίον της. Γι’ αυτό, θέλει να καταστρέψει την πολιτική επιρροή της φεουδαλικής τάξης και των εκπροσώπων της «βαριάς» βιομηχανίας στις χώρες τους και τις προθέσεις τους να χρησιμοποιήσουν κοινωνικοοικονομικά μέσα γι’ αυτό το σκοπό, αλλά μόνο για αυτό το σκοπό. Με άλλα λόγια εύχεται να θέσει τον οικονομικό ριζοσπαστισμό στην υπηρεσία περιορισμένων πολιτικών σκοπών. Τέτοιες βασικές μεταρρυθμίσεις, όπως αυτές που υποστηρίζει στην Πολωνία, για παράδειγμα, δεν θα σήμαιναν κοινωνικές επαναστάσεις με τη συνηθισμένη έννοια –όπου ο σοσιαλισμός είναι ένας στόχος από μόνος του– αλλά μόνο δημοφιλείς ανακατατάξεις, που στόχευαν στην καταστροφή της πολιτικής δύναμης των φεουδαρχικών τάξεων, αποφεύγοντας όμως κάθε γενικό μετασχηματισμό του συστήματος ιδιοκτησίας. Τέτοιες βασικές μεταρρυθμίσεις είναι μακράν οι ασφαλέστερες από τις παραδοσιακές, απεριόριστες σοσιαλιστικές, που, τουλάχιστον στην Ανατολική Ευρώπη είτε θα προκαλούσαν μια φασιστική αντεπανάσταση ή διαφορετικά θα διατηρούνταν μόνο με τη βοήθεια των ρωσικών ξιφολογχών, που η Ρωσία δεν έχει καμιά πρόθεση να παρέχει.

Τίποτε δεν είναι λιγότερο ελκυστικό για έναν τυπικό επαναστάτη από μια τέτοια προοπτική. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι δεν θα μπορούσε να την εγκρίνει χωρίς μια ψυχολογική επιφύλαξη και θα μπορούσε να δυσκολευτεί ακόμη και να το κατανοήσει. Παραδοσιακά, θεωρεί αυτή την πολιτική πράξη ως μέσο για να πετύχει κοινωνικοοικονομικούς σκοπούς και για να αντιστρέψει αυτή τη σειρά με την χρήση κοινωνικοοικονομικών μέσων, όπως ο εθνικισμός ή η αγροτική μεταρρύθμιση· για πολιτικούς σκοπούς φαίνεται σχεδόν αφύσικος για αυτόν. Οπότε, οι ίδιοι οι Ρώσοι αρνούνται απλώς να επικαλεστούν αυτές τις μεθόδους των σοσιαλιστών, καθώς έχουν σχέδιο να διαφυλάξουν μόνο την δική τους ασφάλεια. Για όλα αυτά, μπορεί να πετύχουν μια δημοκρατική κοινωνική μεταρρύθμιση πιο αποτελεσματικά από ό,τι έχει πετύχει οποιοσδήποτε παγκόσμιος επαναστάτης σοσιαλιστής.

Από την ιδεολογική στρατόσφαιρα ο σοσιαλισμός έτσι πέφτει με αλεξίπτωτο στη γη. Η γενιά μας έχει μάθει πόσο υπερβολικά οι άνθρωποι συγκεντρώνονται πίσω από πολιτικές σχεδιασμένες να προστατεύουν την κοινότητα από τον εξωτερικό κίνδυνο. Οι Ρώσοι υπόσχονται στους γείτονές τους μια ασφαλή εθνική ύπαρξη σε μια συνθήκη που τους απαλλάσσει από τις «ανίατες» αντιδραστικές τάξεις και είναι γι’ αυτό το σκοπό που προτείνουν απαλλοτριώσεις και τελικά δημεύσεις. Κανείς δε θα ξαφνιαστεί αν τέτοιες μέθοδοι, αντιδημοτικές οπουδήποτε αλλού, θα πρέπει να βρουν ισχυρή υποστήριξη σε κοινωνίες, στις οποίες βρίσκουν τα μέσα για την εθνική ασφάλεια. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι άπαξ και η Μεταρρύθμιση ξεκίνησε να περιλαμβάνει την δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, αμέσως η σκηνή μεταβάλλεται από μοναστικά κελιά σε αίθουσες συνεδριάσεων των Πριγκήπων. Ομοίως, οι άνθρωποι μπορούν να αποφασίσουν με προθυμία για σοσιαλιστικά μέτρα, που απελευθερώνουν τα πολιτικά αγαθά.

Επομένως, είναι αναμενόμενος ακριβώς ο τοπικός χαρακτήρας αυτού του σοσιαλισμού, που διαβεβαιώνει την επιτυχία του και την εμποδίζει από το να γίνει απλώς μια εισαγωγή περαιτέρω πολέμων κι επαναστάσεων. Αυτό αναγκαστικά θα είχε ως αποτέλεσμα την προσπάθεια να διασπαρεί ο σοσιαλισμός, για δικό του όφελος, σε γειτονικές χώρες. Ο σοσιαλισμός αυτού του νέου είδους δεν είναι ένα αντικείμενο για εξαγωγή. Είναι ένα θεμέλιο για την εθνική ύπαρξη.

Στην Ανατολική Ευρώπη ο τοπικισμός είναι επίσης η θεραπεία για τουλάχιστον τρεις ενδημικές πολιτικές ασθένειες – μισαλλόδοξος εθνικισμός, μικροαστική κυριαρχία και οικονομική μη συνεργασία. Και τα τρία είναι αναπόφευκτα υπό-προϊόντα μιας οικονομίας της αγοράς σε μια περιοχή φυλετικά μικτών οικισμών. Ο τοξικός εθνικισμός του 19ου αι. ήταν άγνωστος έξω από τους περιορισμούς τέτοιων οικονομιών και η γεωγραφική του επέκταση προς την Κεντρική Ευρώπη, την Ανατολική Ευρώπη και την Ασία συμπίπτει με τις επικράτειες που βρέθηκαν υπό τον έλεγχο ενός πιστωτικού συστήματος των αυτοχθόνων μεσαίων τάξεων. Σε πολυεθνικές περιοχές, όπως οι κοιλάδες του Βιστούλα και του Δούναβη, αυτό είχε ως αποτέλεσμα υστερικά σωβινιστικά κράτη, που, ανίκανα να φέρουν τάξη στο πολιτικό χάος, απλώς επηρεάζουν άλλους με την «αναρχία» τους. Επί πλέον, η έκπληξη του ωφελιμιστικού ελεύθερου εμπορίου, με την απλοϊκή του άποψη που συνδέεται με τα οικονομικά, τα άλυτα φυλετικά του ζητήματα, εμπόδισε την ομαλή λειτουργία των αγορών στα διαφιλονικούμενα σύνορα.

Οι Μπολσεβίκοι σύντομα πρέπει να ανακάλυψαν ότι αυτός ο τύπος εθνικισμού ήταν απλώς το αποτέλεσμα της οικονομίας του 19ου αι. σε πολυεθνικές περιοχές. Πράγματι, η εμπειρία τους, τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων τους, τους δίδαξε ότι, κάθε φορά που οι οικονομικές μέθοδοι απορρίπτονται για τις προγραμματισμένες συναλλαγές, οι δυσεπίλυτοι σωβινισμοί χάνουν την κακή τους επίδραση, η εθνική κυριαρχία γίνεται λιγότερο μανιακή και η οικονομική συνεργασία θεωρείται και πάλι ως αμοιβαία βοήθεια αντί για φόβο και απειλή για την ευημερία του κράτους. Στην ουσία, αμέσως μόλις το πιστωτικό σύστημα πάψει πλέον να βασίζεται στην «εμπιστοσύνη», αλλά στην διοίκηση, στην χρηματοδότηση, που διέπεται από πανικό, καθαιρείται και η λογική μπορεί να επικρατήσει. Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάθε είδος τοπικισμού –είτε σοσιαλιστικού είτε όχι– κάθε σχεδιασμός –είτε δημοκρατικός είτε όχι– θα μπορούσε να έχει παρόμοια επίδραση στο φυλετικό παζλ, που κόβει σε καλούπια τον Δούναβη, τον Βιστούλα, τον Βαρδάρη και τον Στρυμώνα. Αλλά, όπως συμβαίνει, η ιστορία προσφέρει την ευκαιρία στους Ρώσους, που φυσικά πήραν ό,τι προσφερόταν σε αυτούς.

Ο τοπικισμός δεν είναι πανάκεια. Πολλά παλιά και ίσως πολλά νέα προβλήματα δε θα θεραπευτούν. Παρ’ όλα αυτά, είναι θεραπεία για πολλές ασθένειες της ανατολικής Ευρώπης – και αυτό εξηγεί την υπεροχή των ρωσικών πολιτικών στην περιοχή αυτή. Αν ο Ατλαντικός χάρτης μας δεσμεύει πραγματικά να αποκαταστήσουμε τις ελεύθερες αγορές που έχουν εξαφανιστεί, θα μπορούσε έτσι να ανοίγει και την πόρτα στην επαναφορά ενός τρελού εθνικισμού σε περιοχές από τις οποίες έχει εξαφανιστεί. Όχι μόνο δεν πρέπει να εισάγαγουμε την ανεργία και την πείνα στις απελευθερωμένες περιοχές, απλώς και μόνο «απελευθερώνοντας» τις τοπικές αγορές· αλλά θα πρέπει, επίσης, να επωμιστούμε την ευθύνη να ρίξουμε τους ανθρώπους πίσω στην ακυβερνησία, από την οποία μόλις βγήκαν με δική τους ώθηση. Οι αντάρτες του στρατάρχη Τίτο προσέφεραν αρκετά στο να λυθεί το πρόβλημα του μίσους στα Βαλκάνια, μόνο και μόνο επειδή ξεκίνησαν από την παραδοχή ενός συστήματος, που δεν κλυδωνίζεται πλέον από την αγορά και διαχειρίζεται την μεσαία τάξη. Αυτό είναι το κλειδί για το μακεδονικό θαύμα[1]. Αύριο η Ευρώπη στο σύνολό της μπορεί να επιθυμεί διακαώς τη Βαλκανική θεραπεία και ο τοπικισμός να γίνει υπέρτατος.

σύντροφοι για την

Αναρχική απελευθερωτική δράση

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 164, Οκτώβριος 2016

[1]. Προφανώς, με τον όρο «μακεδονικό θαύμα» αναφέρεται στον τρόπο που ο Τίτο επέλεξε να «επιλύσει» το ζήτημα των εθνικών διαφορών της Γιουγκοσλαβίας, υιοθετώντας ένα ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης στα σοβιετικά πρότυπα, σύμφωνα με το οποίο ονόμασε για πρώτη φορά την ευρύτερη περιοχή της σημερινής Σλαβομακεδονίας «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας», αναγνωρίζοντάς την ως μία από τις ομοσπονδίες (Σ.τ.Μ., Πηγή: Σταυριανός, Λ.Σ., 2007, Βαλκάνια).

Advertisements

Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: