Φιλήμωνας Πατσάκης: Ο μήνας που δεν άλλαξε το κόσμο

πηγή: geniusloci2017 { } null


Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην αντιεξουσιαστική εφημερίδα ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ φύλλο 44, Μάιος 2008

Το μαζικοποιημένο πλέον πανεπιστήμιο, μιας κοινωνίας σε σχετική αφθονία, δημιουργούσε έναν ιδιότυπο δημόσιο χώρο που συγκροτούσε ένα περιβάλλον διαλόγου που συμπύκνωνε ιδέες του παρελθόντος με φωνές του παρόντος σε μια κατεύθυνση αμφισβήτησης. Μια πρώτη εμβληματική φιγούρα του γαλλικού περιθωρίου που ανασύρθηκε και άσκησε σημαντική επιρροή ήταν ο Αρθούρος Ρεμπώ. Ο ποιητής της εξέγερσης ο μεγαλύτερος όλων όπως διατείνεται και ο Καμύ. «Παπάδες, προφεσόροι, αφεντικά κακώς με παραδίδετε στη δικαιοσύνη. Δεν ανήκα ποτέ σε αυτό τον λαό. Ποτέ μου δεν υπήρξα χριστιανός. Τη γενιά μου την βασάνιζαν και εκείνη τραγουδούσε. Δεν ξέρω από νόμους, δεν έχω ηθική, είμαι πρωτόγονος. Κάνετε λάθος». «Η πραγματική ζωή είναι απούσα», «εγώ είμαι κάποιος άλλος», «τον έρωτα πρέπει να τον επινοήσουμε από την αρχή». Ο σκανδαλώδης αυτός πλάνητας που «βρωμούσε ιδιοφυία» ήταν η αντισυστημική φωνή που σύνδεσε την κομούνα του 1848 με το Μάη. Μαζί του θα φωνάξουν οι εξεγερμένοι «οι ποιητές θα υπάρξουν». Άλλωστε θα αποτελέσει πηγή έμπνευσης του Μπομπ Ντύλαν, του Τζιμ Μόρισον, του Τζον Λένον, της Πάτι Σμιθ κτλ.

Τη σύνδεση του Μάη με τον ρομαντισμό θα την προσφέρουν τα διάφορα κινήματα τέχνης των αρχών του 20ου αιώνα. Εν αρχή είναι ο συμβολισμός, μια γέφυρα κριτικής στον εργαλειακό πολιτισμό του καπιταλισμού. Όπως παρατηρεί ο Jullian, ο συμβολισμός ήταν «ένας κλειστός κύκλος που κατέφευγαν όλοι εκείνοι που αισθάνονταν φρίκη για τον κόσμο του Ζολά, φόβο για τις μηχανές και περιφρόνηση για το χρήμα». Το γνώρισμά του ήταν η ειρωνεία, η μελαγχολία και η απαισιοδοξία, πάνω σε μια ψυχική κατάσταση που προκύπτει από την άρνηση της πραγματικότητας, ιδιαίτερα στη ζωγραφική με τη βιαιότητα των χρωμάτων. Ένα άλλο ρεύμα με σημαντικότατη επιρροή ήταν φυσικά ο υπερρεαλισμός. Ο υπερρεαλισμός επικαιροποίησε τον ρομαντισμό ζητώντας την επαναμάγευση του κόσμου και έναν νέο μύθο μακριά από την εξουσία. Ο πυρήνας του στηρίχθηκε από τους Μπρετόν και Peret και ποτέ δεν εγκατέλειψε την ασυμβίβαστη άρνηση της καπιταλιστικής ηθικής και πολιτικής τάξης. «Δεν αποδεχόμαστε τους νόμους της οικονομίας και της ανταλλαγής, θεωρούμε όλους τους θεσμούς που στηρίζουν τον σημερινό κόσμο και οι οποίοι προκάλεσαν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο εγκληματικούς και σκανδαλώδεις». Το όνειρο και η φαντασία είναι πλέον όπλα σε ένα ανελέητο σφυροκόπημα, αίτημα η ολοκληρωτική χειραφέτηση του ανθρώπου. Δεν παραγνωρίζουμε την εξαιρετική συμβολή του εξπρεσιονισμού και κυρίως των εμβληματικών του μορφών του Όσκαρ Ουάιλντ και του Μαλαρμέ.

Οι φιλοσοφίες της βούλησης των Κίρκεγκωρ, Σοπενχάουερ και Νίτσε επαναπροσεγγίστηκαν και έλαβαν μια νέα εικόνα από τον υπαρξισμό. Ο Χάιντεγκερ, ο Σαρτρ και ο Καμύ θα δώσουν στην ύπαρξη την πρωτοκαθεδρία έναντι της ουσίας. Ο άνθρωπος μπαίνει στο κέντρο του κόσμου και επιδρά πλέον καθοριστικά. Και οι τρεις θα σταθούν εκστατικά απέναντι στην φράση του Ντοστογιέφσκι στους Δαιμονισμένους «αφού δεν υπάρχει θεός, όλα επιτρέπονται». Πίσω από αυτήν θα δουν όχι τον μηδενισμό αλλά τη δυνατότητα μιας ανήκουστης ελευθερίας. «Γιατί υπάρχει το κάτι και όχι το τίποτα;» θα αναρωτηθεί ο Χάιντεγκερ και παραθέτει τους λόγους της απελπισίας και της αγωνίας στον άνθρωπο. Τον θάνατο ως οριστικό ορίζοντα, ο οποίος όμως είναι η κατεξοχήν δυνατότητα γιατί δεν προσφέρει καμιά κατάληξη, καμιά μορφή αποτελεσματικότητας. Επομένως ο άνθρωπος αρχίζει να σκέφτεται τον εαυτό του ως δυνατότητα. Για τον Σαρτρ ο άνθρωπος είναι ένα μηδέν που ποθεί την πληρότητα, είναι αυτό που γίνεται. «Δεν είμαι το παρελθόν ούτε το μέλλον μου, τον εαυτό μας δεν θα τον ανακαλύψουμε σε κάποιο ερημητήριο αλλά στο δρόμο μέσα στο πλήθος». Ο άνθρωπος γίνεται ένα σχέδιο υπέρβασης, διαρκώς ξεπερνά αυτό που είναι. Ο Καμύ θα διευρύνει αυτή την προμηθεϊκή κραυγή ζητώντας μια ηθική, και στην έλλειψη σκοπών φωνάζει «επαναστατώ άρα υπάρχουμε».

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο καθόρισε το δρόμο της εξέγερσης, η διευρυμένη πλέον κριτική στο μαρξισμό. Από το 1932 έχει εμφανιστεί το πρώτο τεύχος της «Επιθεώρησης κοινωνικών ερευνών» – που τον Ιούλιο του 1934 μεταφέρει την έδρα της στη Νέα Υόρκη και τελικά θα πάρει την ονομασία Σχολή της Φρανκφούρτης. Μαρκούζε, Χορκχάιμερ, Αντόρνο συνθέτουν μια κριτική στην εργαλειακότητα και την ορθολογικότητα που στηρίζεται στην αποδόμηση του ορθού λόγου. Ο Αντόρνο αναδεικνύει διαδοχικά την αποσύνθεση του προοδευτικού χειραφετικού λόγου, την αποσύνθεση του αστικού υποκειμένου, την αποσύνθεση της θετικής διαλεκτικής, της κοσμοθέασης του Χέγκελ και του Μαρξ. Με βάση την εμπειρία των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της ατομικής βόμβας, οι φιλόσοφοι αυτοί αποδομούν κάθε απελευθερωτική λογική που στηρίζεται σε ένα πλέγμα αποανθρωποποίησης και εργαλειακότητας. «Το καθετί γίνεται επαναλαμβανόμενη υποκαθιστώμενη διαδικασία, απλό παράδειγμα για τα εννοιολογικά μοντέλα του συστήματος». Ο Μαρκούζε με το «Μονοδιάστατο Ανθρωπο» γίνεται εμβληματική φιγούρα του Μάη. Εκείνη την εποχή εμφανίζονται τα γραπτά της Χάνα Αρεντ, του Φουκώ, του Καστοριάδη, μια συμπυκνωμένη επαναδιεκδίκηση της ανάγκης για ευτυχία στο πλαίσιο μιας συνολικής χειραφέτησης. Η θεολογική προέλευση του μηνύματος του Μαρξ δέχεται το οριστικό πλήγμα διαλύοντας πολλές βεβαιότητες.

Η εξέγερση του Μάη λοιπόν συμπύκνωσε μια ευρύτατη διαδρομή σκέψης και πράξης, η ιστορία έγινε εκ νέου ο χώρος των μη συνειδητών προθέσεων και των μη ηθελημένων σκοπών. Γ ι’ αυτό και η εξέγερση έπαιξε με πολλές μορφές έκφρασης και συγκρότησης. Όλες οι βεβαιότητες διαλύονται, η κριτική στο υπάρχον και η αποτίναξη μιας διευρυμένης αλλοτρίωσης οδηγούν σε μια οριακή σύγκρουση.

Αφού δείξαμε ότι η θρυαλλίδα που γέννησε την εξέγερση ήταν η συμπύκνωση πολλών ιδεών αμφισβήτησης, ας τονίσουμε ότι ο Μάης ήταν προφητικός για κάποια πράγματα. Πρώτον, εντόπισε την κρίση εκπροσώπησης-ενσωμάτωσης που η εξουσιαστική απάντηση δεν μπόρεσε τελικά να λύσει. Δεύτερον, αναγνώρισε και οριοθέτησε τις συνέπειες του τέλους του διαφωτιστικού παραδείγματος, τρίτον ανανέωσε την παράδοση των οδοφραγμάτων. Το οδόφραγμα πλέον εκφράζει την απομόνωση του δημόσιου χώρου και την κυριαρχία των εξεγερμένων πάνω του. Ο Μάης λοιπόν εντοπίζει νωρίς τη νέα ζώνη συγκρούσεων στις μητροπόλεις πάνω στο ίδιο το νόημα της ύπαρξης και τη διάλυση του δημόσιου χώρου. Όταν ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις των σωματείων και των παρατάξεων, μπήκε το πλαίσιο της επανακανονικοποίησης, αυτό όμως ενσωματώθηκε στο DNA των ρήξεων ανοίγοντας τη συζήτηση περί κινήματος και εξουσίας.

Είναι η πρώτη εξέγερση που θα δώσει στην ύπαρξη πλήρη ταυτότητα και αυτονομία, η πρώτη συνειδητή προσπάθεια έκφρασης ενός οριστικού “δεν συναινούμε”, η αδικία εγκατέλειψε τη σφαίρα της οικονομίας και έγινε θέμα ελευθερίας. Η μη εγκαθίδρυση, η διαρκής άρνηση επαναπροσδιόρισαν τις δυνατότητες πολιτικής χειραφέτησης. Η εξέγερση έγινε η άρνηση του ανθρώπου να χρησιμοποιηθεί σαν πράγμα και να υποβιβαστεί σε απλή ιστορία, ας μην ξεχνάμε ότι η πολιτική ατζέντα που επέβαλε είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ (οικολογία, καταστολή, ΜΜΕ, κρίση εκπροσώπησης, δημόσιος χώρος, μη εγκαθίδρυση, διάλυση κατεστημένης ηθικής, οριστική κρίση της μαρξιστικής αναφοράς). Όλα παραμένουν δυνατά τώρα που η αφθονία φτάνει στο τέλος της και οι συγκρούσεις αρχίζουν να θυμίζουν τις απελπισμένες συγκρούσεις του μεσαίωνα, είναι ευκαιρία να αφουγκραστούμε την απόπειρα του Μάη να εκφράσει μια συνολική άρνηση της δυνατότητας της εξουσίας να εκφράζεται.


Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: