bell hooks: Κατανοώντας την Πατριαρχία

πηγή: geniusloci2017

Κείμενο που είναι παρμένο από το βιβλίο The Will To Change (Atria Books, 2004). Η bell hooks (Gloria Jean Watkins) είναι συγγραφέας, ακαδημαϊκός, φεμινίστρια και κοινωνική ακτιβίστρια. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

Η πατριαρχία είναι η πιο απειλητική κοινωνική νόσος που επιτίθεται στο ανδρικό σώμα και πνεύμα στην κοινωνία μας. Ωστόσο οι περισσότεροι άνδρες δεν χρησιμοποιούν την λέξη «πατριαρχία» στην καθημερινότητα τους. Οι περισσότεροι άνδρες δεν σκέφτονται ποτέ για την πατριαρχία – τι σημαίνει, πως δημιουργείται και διατηρείται. Πολλοί άνδρες στη χώρα μας δεν μπορούν να συλλαβίσουν ή να προφέρουν σωστά την λέξη αυτή. Η λέξη «πατριαρχία» απλά δεν είναι μέρος της κανονικής καθημερινής σκέψης και ομιλίας. Οι άνδρες που έχουν ακούσει και ξέρουν την λέξη την συσχετίζουν με την απελευθέρωση των γυναικών, με τον φεμινισμό, και έτσι την θεωρούν άσχετη με τις δικές τους εμπειρίες. Ανεβαίνω στο βήμα διαλέξεων μιλώντας για την πατριαρχία για περισσότερο από τριάντα χρόνια. Είναι μια λέξη που χρησιμοποιώ καθημερινά, και άνδρες που με ακούν να την χρησιμοποιώ με ρωτάνε συχνά τι εννοώ με αυτή.

Τίποτα δεν απαξιώνει την παλιά αντιφεμινιστική προβολή των ανδρών ως πανίσχυρων περισσότερο από την βασική τους άγνοια μιας σημαντικής πλευράς του πολιτικού συστήματος που διαμορφώνει και εκπαιδεύει την ανδρική ταυτότητα και την αίσθηση του εαυτού από την γέννηση ως το θάνατο. Συχνά χρησιμοποιώ την φράση «ιμπεριαλιστική λευκή σοβινιστική καπιταλιστική πατριαρχία» για να περιγράψω τα αλληλένδετα πολιτικά συστήματα που είναι το θεμέλιο των πολιτικών της χώρας μας. Από αυτά τα συστήματα εκείνο που μαθαίνουμε καλύτερα μεγαλώνοντας είναι το σύστημα της πατριαρχίας, ακόμη και αν δεν γνωρίζουμε τη λέξη, επειδή οι πατριαρχικοί έμφυλοι ρόλοι μας δίνονται ως παιδιά και μας δίνεται συνεχής καθοδήγηση για τον τρόπο που μπορούμε καλύτερα να εκπληρώσουμε αυτούς τους ρόλους.

Η πατριαρχία είναι ένα πολιτικοκοινωνικό σύστημα που θεωρεί ότι τα αρσενικά είναι εγγενώς επικρατούντα, ανώτερα στα πάντα και όλα τα άλλα θεωρούνται αδύναμα, ιδιαίτερα τα θηλυκά, και έχουν το δικαίωμα να κυριαρχούν και να κυβερνούν πάνω στους αδύναμους και να διατηρούν αυτή την κυριαρχία μέσα από διάφορες μορφές τρομοκρατίας και βίας. Όταν ο μεγαλύτερος αδερφός μου και εγώ γεννηθήκαμε με ένα χρόνο να μας χωρίζει ηλικιακά, η πατριαρχία καθόρισε πως θα αντιμετωπιζόμασταν από τους γονείς μας. Και οι δυο γονείς μας πίστευαν στην πατριαρχία· είχαν διδαχτεί τον πατριαρχικό τρόπο σκέψης μέσα από την θρησκεία.

Στην εκκλησία είχαν μάθει πως ο Θεός δημιούργησε τον άνδρα για να κυβερνά τον κόσμο και τα πάντα μέσα σε αυτόν και το καθήκον της γυναίκας ήταν να βοηθά τους άνδρες να υλοποιούν αυτό το έργο, να υπακούν, και να αναλαμβάνουν πάντοτε έναν υποτακτικό ρόλο σε σχέση με έναν ισχυρό άνδρα. Διδάχτηκαν πως ο Θεός ήταν άνδρας. Αυτά τα διδάγματα ενισχυθήκαν από κάθε θεσμό που συνάντησαν – σχολεία, δικαστήρια, λέσχες, αθλητικούς χώρους, όπως και εκκλησίες. Αγκαλιάζοντας τον πατριαρχικό τρόπο σκέψης, όπως και όλοι γύρω τους, τον δίδαξαν στα παιδιά τους επειδή έμοιαζε σαν ένας «φυσικός» τρόπος να οργανωθεί η ζωή.

Ως κόρη τους διδάχτηκα πως ήταν ο ρόλος μου να υπηρετώ, να είμαι αδύναμη, να είμαι ελεύθερη από το βάρος της σκέψης, να φροντίζω και να αναθρέφω άλλους. Ο αδελφός μου διδάχτηκε πως ο ρόλος του ήταν να υπηρετείται· να είναι κουβαλητής· να είναι δυνατός· να σκέφτεται, να οργανώνει και να σχεδιάζει· και να αρνείται να φροντίζει ή να ανατρέφει άλλους. Διδάχτηκα πως δεν ήταν σωστό για μια γυναίκα να είναι βίαιη, πως ήταν «αφύσικο». Ο αδερφός μου διδάχτηκε πως η αξία του θα καθορίζονταν από τη θέληση του να ασκήσει βία (αν και σε επιτρεπτές συνθήκες). Διδάχτηκε πως για ένα αγόρι, το να απολαμβάνει την βία είναι καλό πράγμα (αν και σε κατάλληλες συνθήκες). Διδάχτηκε πως ως αγόρι δεν έπρεπε να εκφράζει συναισθήματα. Διδάχτηκα πως τα κορίτσια μπορούσαν και έπρεπε να εκφράζουν συναισθήματα, ή τουλάχιστον κάποια από αυτά. Όταν αντέδρασα με οργή στο ότι μου αρνήθηκαν ένα παιχνίδι, διδάχτηκα πως ως κορίτσι σε ένα πατριαρχικό σπίτι πως η οργή δεν ήταν ένα σωστό θηλυκό συναίσθημα, πως δεν έπρεπε μόνο να μην εκφράζεται αλλά να εξαφανιστεί. Όταν ο αδερφός μου αντέδρασε με οργή διδάχτηκε πως ως αγόρι σε ένα πατριαρχικό σπίτι η δυνατότητα του εκφράζει οργή ήταν καλό αλλά έπρεπε να μάθει την καλύτερη συνθήκη να απελευθερώσει την επιθετικότητα του. Δεν ήταν καλό για αυτόν να χρησιμοποιεί την οργή του για να αντιτεθεί στις επιθυμίες των γονιών του, αλλά αργότερα, όταν μεγάλωσε , διδάχτηκε πως η οργή επιτρέπονταν και πως επιτρέποντας στην οργή να τον οδηγήσει στη βία θα τον βοηθούσε να προστατέψει το σπίτι και τη χώρα του.

Ζούσαμε σε ένα αγροτόσπιτο, απομονωμένο από άλλους ανθρώπους. Η αντίληψη μας του φύλου διαμορφώθηκε από τους γονείς μας, από τους τρόπους με τους οποίους βλέπαμε να συμπεριφέρονται. Ο αδερφός μου και εγώ θυμόμαστε στην σύγχυσή μας για το φύλο. Στην πραγματικότητα ήμουν δυνατότερη και πιο βίαιη από τον αδερφό μου, που γρήγορα έμαθε πως ήταν κακό. Και ήταν ένα ευγενικό, φιλήσυχο αγόρι, που μάθαμε ότι ήταν πολύ κακό. Αν και συχνά ήμασταν μπερδεμένοι, ξέραμε πως ένα πράγμα ήταν σίγουρο: δεν μπορούσαμε να είμαστε όπως θέλαμε και να πράττουμε όπως αισθανόμασταν. Ήταν ξεκάθαρο πως εμείς και η συμπεριφορά μας έπρεπε να ακολουθήσει ένα προκαθορισμένο, έμφυλο σενάριο. Μάθαμε και οι δύο τη λέξη «πατριαρχία» στην ενήλικη ζωή μας, όταν μάθαμε πως το σενάριο πως το σενάριο που είχε καθορίσει τι θα ήμασταν, τις ταυτότητες που έπρεπε να φτιάξουμε, ήταν βασισμένο σε πατριαρχικές αξίες και απόψεις για το φύλο.

Ενδιαφερόμουν πάντοτε περισσότερο στην αμφισβήτηση της πατριαρχίας από ότι ο αδερφός μου, γιατί ήταν το σύστημα με απέκλειε πάντοτε από τα πράγματα που ήθελα να είμαι μέρος. Στην οικογενειακή μας ζωή στη δεκαετία του 1950, οι βώλοι ήταν αγορίστικο παιχνίδι. Ο αδερφός μου είχε κληρονομήσει τους βόλους του από τους άνδρες στην οικογένεια· είχε ένα τσίγκινο κουτί που τους φύλαγε. Όλα τα μεγέθη και σχήματα, υπέροχα χρωματισμένους, στα μάτια μου ήταν τα πιο όμορφα πράγματα. Παίζαμε μαζί με αυτούς, με εμένα συχνά να κρατάω με επιθετικότητα εκείνον που μου άρεσε περισσότερο, αρνούμενη να τον μοιραστώ. Όταν ο Μπαμπάς ήταν στη δουλειά, η νοικοκυρά μαμά ήταν αρκετά ανεκτική στο να μας βλέπει να παίζουμε βώλους μαζί. Ωστόσο, ο Μπαμπάς κοιτώντας στο παιχνίδι μας από πατριαρχική οπτική, ενοχλούνταν από αυτό που έβλεπε. Η κόρη του, επιθετική και ανταγωνιστική, ήταν καλύτερη παίκτρια από το γιο του. Ο γιος του ήταν παθητικός· το αγόρι δεν έμοιαζε να νοιάζεται ποιος κέρδισε και ήταν πρόθυμο να παραδώσει και άλλους βώλους μόλις κατ’ απαίτηση. Ο Μπαμπάς αποφάσισε πως αυτό το παιχνίδι έπρεπε να τελειώσει, πως και ο αδερφός μου και εγώ έπρεπε να μάθουμε ένα μάθημα για τους αποδεκτούς έμφυλους ρόλους.

Ένα απόγευμα ο αδερφός μου πήρε την άδεια από τον Μπαμπά να πάρει το κουτί με τους βώλους. Ανακοίνωσα την επιθυμία μου να παίξω και ο αδερφός μου μου είπε πως «τα κορίτσια δεν παίζουν με βώλους», πως ήταν παιχνίδι για αγόρια. Αυτό δεν είχε νόημα για το τετρά- ή πεντάχρονο μυαλό μου, και επέμενα στο δικαίωμα μου να παίξω με το να τους παίρνω και να τους πετάω. Ο Μπαμπάς επενέβη για να μου πει να σταματήσω. Δεν υπάκουσα. Η φωνή του έγινε όλο και πιο δυνατή. Τότε ξαφνικά με άρπαξε, έσπασε μια σανίδα από την εξωτερική πόρτα και άρχισε να με χτυπά με αυτή, λέγοντάς μου, «Είσαι μόνο ένα μικρό κορίτσι. Όταν σου λέω να κάνεις κάτι, θέλω να το κάνεις». Με χτύπησε, περιμένοντας από εμένα να αναγνωρίσω τι είχα κάνει. Η οργή του, η βία του είχε αιχμαλωτίσει την προσοχή όλων. Η οικογένεια μας στέκονταν μαγεμένη, χαμένη μπροστά στην πορνογραφία της πατριαρχικής βίας. Μετά το ξύλο τιμωρήθηκα – αναγκάστηκα να μείνω μόνη στο σκοτάδι. Η μαμά ήρθε στο δωμάτιο για να απαλύνει το πόνο, λέγοντάς μου μα τη μαλακή νότια φωνή της, «Προσπάθησα να σε προειδοποιήσω. Πρέπει να δεχτείς πως είσαι απλά ένα μικρό κορίτσι και τα κορίτσια δεν μπορούν να κάνουν ότι κάνουν τα αγόρια». Υπηρετώντας την πατριαρχία το καθήκον της ήταν να ενισχύσει το ότι ο Μπαμπάς είχε κάνει το σωστό με το να με βάλει στη θέση μου, με το να αποκαταστήσει τη φυσική κοινωνική τάξη.

Θυμάμαι αυτό το τραυματικό γεγονός τόσο καλά επειδή ήταν μια ιστορία που λέγονταν στην οικογένεια μου ξανά και ξανά. Κανένας δεν νοιάζονταν πως η συνεχής υπενθύμιση μπορεί να πυροδοτούσε μετατραυματικό στρες· η αφήγηση ήταν αναγκαία για να ενισχύσει τόσο το μήνυμα όσο και την μνημονευμένη κατάσταση απόλυτης αδυναμίας. Η ανάμνηση αυτού του βάρβαρου ξυλοδαρμού ενός μικρού κοριτσιού από ένα μεγάλο δυνατό άνδρα, λειτουργούσε ως κάτι περισσότερο από υπενθύμιση της έμφυλης θέσης μου, ήταν μια υπενθύμιση σε όλους όσους κοιτούσαν/θυμόντουσαν, σε όλα μου τα αδέρφια, αρσενικά και θηλυκά, και στην ενήλικη γυναίκα, μητέρα μας, πως ο πατριάρχης πατέρας μας ήταν ο αρχηγός στο σπίτι μας. Έπρεπε να θυμόμαστε πως αν δεν υπακούαμε στους κανόνες του, θα τιμωρούμασταν, θα τιμωρούμασταν ακόμη και μέχρι θανάτου. Αυτός ήταν ο τρόπος που εκπαιδευτήκαμε εμπειρικά στην πατριαρχία.

Δεν υπάρχει κάτι μοναδικό ή ακόμη και εξαιρετικό γύρω από αυτή την εμπειρία. Ακούστε τις φωνές πληγωμένων ενήλικων παιδιών που μεγάλωσαν σε πατριαρχικά σπίτια και θα ακούσεις διαφορετικές εκδοχές του ίδιου βασικού θέματος, την χρήση βίας για την ενίσχυση της κατήχησης και αποδοχής μας της πατριαρχίας. Στο How Can I Get Through to You? ο οικογενειακός θεραπευτής Terrence Real, αναφέρει πως οι γιοι του μυήθηκαν στον πατριαρχικό τρόπο σκέψης ακόμη κι καθώς οι γονείς του εργάζονταν για να δημιουργήσουν ένα ζεστό σπίτι στο οποίο θα κυριαρχούσαν οι αντιπατριαρχικές αξίες. Λέει πως ο νεαρός του γιός Alexander απολάμβανε να ντύνεται ως Barbie μέχρι που αγόρια που έπαιζαν με τον μεγαλύτερο αδερφό του ανακάλυψαν την περσόνα του ως Barbie και του έδειξαν με το βλέμμα και την έκπληκτη, αποδοκιμαστική σιωπή πως η συμπεριφορά του ήταν μη αποδεκτή:

«Δίχως ίχνος κακίας, το βλέμμα που δέχτηκε ο γιός μου μετέφερε ένα μήνυμα. Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό. Και το μέσο με το οποίο μεταδόθηκε το μήνυμα ήταν ένα ισχυρό συναίσθημα: ντροπή. Στα τρία του, ο Alexander μάθαινε τους κανόνες. Μια σιωπηλή ανταλλαγή δέκα δευτερολέπτων ήταν αρκετά ισχυρή για να αποτρέψει τον γιό μου από εκείνη την στιγμή και μετά από αυτό που ήταν η αγαπημένη του δραστηριότητα. Ονομάζω τέτοιες στιγμές μύησης ως ‘κανονικοποιητικό τραυματισμό’ των αγοριών»

Με την κατήχηση των αγοριών στους κανόνες της πατριαρχίας, τα αναγκάζουμε να αισθάνονται πόνο και να αρνηθούν τα συναισθήματά τους.

Οι ιστορίες μου έλαβαν χώρα στη δεκαετία του 1950· οι ιστορίες που διηγείται ο Real είναι πρόσφατες. Όλες τους υπογραμμίζουν την τυραννία της πατριαρχικής κουλτούρας που μα κρατά αιχμάλωτους. Ο Real είναι ένας από τους πιο φωτισμένους στοχαστές στο ζήτημα της πατριαρχικής αρρενωπότητας στην χώρα μας, και ωστόσο λέει στους αναγνώστες πως δεν είναι σε θέση να κρατήσει τα αγόρια του μακριά από τα χέρια της πατριαρχίας. Υποφέρουν τις επιθέσεις του, όπως όλα τα αγόρια και τα κορίτσια, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Δίχως αμφιβολία με την δημιουργία ενός ζεστού σπιτιού που δεν είναι πατριαρχικό, ο Real τουλάχιστον προσφέρει στα αγόρια του μια επιλογή: μπορούν να επιλέξουν να είναι οι εαυτοί τους ή μπορούν να επιλέξουν τον κομφορμισμό με τους πατριαρχικούς ρόλους. Ο Real χρησιμοποιεί την φράση «ψυχολογική πατριαρχία» για να περιγράψει τον πατριαρχικό τρόπο σκέψης, κοινό άνδρες κι γυναίκες. Παρά την σύγχρονη οξυδερκή φεμινιστική σκέψη που κάνει ξεκάθαρο φορέας πατριαρχικών σκέψεων δεν είναι ανάγκη να είναι άνδρας, οι περισσότεροι άνθρωποι συνεχίζουν να βλέπουν τους άνδρες ως το πρόβλημα της πατριαρχίας. Απλά αυτό δεν ισχύει. Οι γυναίκες μπορούν να αποδεχτούν εξίσου τον πατριαρχικό τρόπο σκέψης και δράσης όπως οι άνδρες.

Ο εύστοχος ορισμός της πατριαρχίας που δίνει ο ψυχοθεραπευτής John Bradshaw στο Creating Love είναι χρήσιμος: «Το λεξικό ορίζει την ‘πατριαρχία’ ως ένα ‘κοινωνικό οργανισμό που χαρακτηρίζεται από την ανωτερότητα του πατέρα στην φατρία ή στην οικογένεια τόσο σε οικιακά όσο και θρησκευτικά ζητήματα…’. Η πατριαρχία χαρακτηρίζεται από την ανδρική κυριαρχία και εξουσία». Αναφέρει επιπλέον πως «οι πατριαρχικοί κανόνες κυβερνούν ακόμη τα περισσότερα από τα θρησκευτικά, σχολικά συστήματα του κόσμου και οικογενειακά συστήματα». Περιγράφοντας τους πιο επιζήμιους από αυτούς τους κανόνες, ο Bradshaw αναφέρει την «τυφλή υποταγή – την βάση πάνω στην οποία βασίζεται η πατριαρχία· την καταστολή κάθε συναισθήματος εκτός από το φόβο· την καταστροφή της ατομικής θέλησης· και την καταστολή της σκέψης όποτε απομακρύνεται από τον τρόπο σκέψης της εξουσιαστικής φιγούρας». Ο πατριαρχικός τρόπος σκέψης διαμορφώνει τις αξίες της κουλτούρας μας. Κοινωνικοποιούμαστε σε αυτό το σύστημα, γυναίκες όπως και άνδρες. Οι περισσότεροι μας μάθαμε τις πατριαρχικές νοοτροπίες μέσα στην οικογένεια που προερχόμαστε, και συνήθως διδάσκονται σε εμάς από τις μητέρες μας. Αυτές οι συμπεριφορές ενισχύονται στα σχολεία και στους θρησκευτικούς θεσμούς.

Η σύγχρονη παρουσία σπιτιών που καθοδηγούνται από γυναίκες έχει οδηγήσει πολλούς ανθρώπους να υποθέτουν πως τα παιδιά σε αυτά τα σπίτια δεν μαθαίνουν τις πατριαρχικές εξουσίες επειδή δεν είναι παρόν κάποιος άνδρας. Υποθέτουν πως οι άνδρες είναι οι μοναδικοί δάσκαλοι της πατριαρχικής σκέψης. Ωστόσο πολλά σπίτια με γυναίκα αρχηγό υποστηρίζουν και προωθούν πατριαρχικό τρόπο σκέψης με μεγαλύτερο πάθος από ότι σπίτια με δυο γονείς. Επειδή δεν έχουν εμπειρική πραγματικότητα για να αμφισβητήσουν τις ψεύτικες φαντασιώσεις των έμφυλων ρόλων, οι γυναίκες σε τέτοια σπίτια είναι πολύ πιο πιθανό να εξιδανικεύσουν τον πατριαρχικό ανδρικό ρόλο και τους πατριαρχικούς άνδρες από ότι γυναίκες που ζουν καθημερινά με πατριαρχικούς άνδρες. Πρέπει να τονίσουμε το ρόλο που παίζουν οι γυναίκες στην διαιώνιση και διατήρηση της πατριαρχικής κουλτούρας έτσι ώστε να αναγνωρίσουμε την πατριαρχία ως σύστημα που στηρίζουν εξίσου γυναίκες και άνδρες, ακόμη και αν οι άνδρες απολαμβάνουν μεγαλύτερες ανταμοιβές από αυτό το σύστημα. Η αποδόμηση και η αλλαγή της πατριαρχικής κουλτούρας είναι έργο που πρέπει να κάνουν από κοινού άνδρες και γυναίκες.

Είναι ξεκάθαρο πως δεν μπορούμε να καταστρέψουμε ένα σύστημα για όσο συμμετέχουμε σε συλλογική άρνηση γύρω από την επίπτωση του στις ζωές μας. Η πατριαρχία απαιτεί ανδρική κυριαρχία με κάθε δυνατό μέσο, για αυτό στηρίζει, προωθεί και επιτρέπει την σεξιστική βία. Ακούμε τα περισσότερα γύρω από την πατριαρχική βία στο δημόσιο λόγο αναφορικά με το βιασμό και την κακοποίηση από συντρόφους. Αλλά οι πιο κοινές μορφές πατριαρχικής βίας είναι εκείνες που λαμβάνουν χώρα μεταξύ πατριαρχικών γονέων και παιδιών. Το νόημα αυτής της βίας είναι για να ενισχυθεί το μοντέλο της κυριαρχίας, στο οποίο η μορφή εξουσίας θεωρείται ο κυβερνήτης πάνω σε εκείνους δίχως δύναμη και του έχει δοθεί το δικαίωμα να διατηρήσει αυτή την εξουσία μέσα από πρακτικές υποδούλωσης, επιβολής και υποταγής.

Αποτρέποντας άνδρες και γυναίκες από το να αποκαλύψουν την αλήθεια γύρω από το ότι τους συμβαίνει στις οικογένειες είναι ένας τρόπος με τον οποίο διατηρείται η πατριαρχική κουλτούρα. Μια σημαντική πλειοψηφία ατόμων ενισχύουν ένα άγραφο κανόνα στην κουλτούρα, ως σύνολο, που απαιτεί να κρατάμε τα μυστικά της πατριαρχίας, προστατεύοντας έτσι την κυριαρχία του πατέρα. Αυτός ο κανόνας της σιωπής διατηρείται όταν η κουλτούρα αρνείται σε όλους ακόμη και την εύκολη πρόσβαση στη λέξη «πατριαρχία». Τα περισσότερα παιδιά δεν μαθαίνουν πως να αποκαλούν αυτό το σύστημα θεσμοθετημένων έμφυλων ρόλων, τόσο σπάνια το κατονομάζουμε στον καθημερινό λόγο. Αυτή η σιωπή προωθεί την άρνηση. Και πως μπορούμε να οργανωθούμε για να αμφισβητήσουμε και να αλλάξουμε ένα σύστημα που δεν μπορεί να κατονομαστεί;

Δεν είναι τυχαίο που οι φεμινίστριες άρχισαν να χρησιμοποιούν την λέξη «πατριαρχία» για να αντικαταστήσουν τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες «ανδρικός σοβινισμός» και σεξισμός». Αυτές οι γενναίες φωνές ήθελαν να οι άνδρες και οι γυναίκες να συνειδητοποιήσουν καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο η πατριαρχία μας επηρεάζει όλους. Στην μαζική κουλτούρα η ίδια η λέξη σπάνια χρησιμοποιήθηκε κατά την περίοδο της κορύφωσης του σύγχρονου φεμινισμού. Αντι-ανδρικές ακτιβίστριες δεν ήταν πιο πρόθυμες από τα σεξιστικά τους ανδρικά αντίστοιχα να δώσουν έμφαση στο σύστημα της πατριαρχίας και του τρόπου που δρα. Αν το έκαναν αυτό θα αποκάλυπτε αυτόματα την αντίληψη πως οι άνδρες είναι πανίσχυροι και οι γυναίκες αδύναμες, πως όλοι οι άνδρες είναι καταπιεστές και οι γυναίκες πάντοτε και μόνο θύματα. Με το να θέσουν τις ευθύνες για την διαιώνιση του σεξισμού αποκλειστικά στους άνδρες, αυτές οι γυναίκες  μπορούν να διατηρήσουν την δική τους πίστη στην πατριαρχία, την δική τους δίψα για εξουσία. Μασκάρεψαν την επιθυμία τους να είναι κυρίαρχες με το να πάρουν το μανδύα του θύματος.

Όπως πολλές οραματίστριες ριζοσπαστικές φεμινίστριες αμφισβήτησα την παραπλανημένη αυτή αντίληψη, που διατυπώθηκε από γυναίκες που είχαν απλά βαρεθεί την ανδρική εκμετάλλευση και καταπίεση, πως οι άνδρες είναι «ο εχθρός». Ήδη από το 1984 περιέλαβα ένα κεφάλαιο με τον τίτλο «Men: Comrades in Struggle» στο βιβλίο μου Feminist Theory: From Margin to Center κάνοντας έκκληση στους υπέρμαχους της φεμινιστικής πολιτικής να αμφισβητούν κάθε ρητορική που θέτει στους άνδρες την αποκλειστική ευθύνη για την διαιώνιση της πατριαρχίας και της ανδρικής κυριαρχίας στους άνδρες:

«Η αποσχιστική ιδεολογία ενθαρρύνει τις γυναίκες να αγνοούν την επίπτωση του σεξισμού στην ανδρική προσωπικότητα. Τονίζει την πόλωση μεταξύ των φύλλων. Σύμφωνα με την Joy Justice, οι αποσχίστριες πιστεύουν πως υπάρχουν ‘δυο βασικές οπτικές’ πάνω στο ζήτημα τ=της κατάδειξης των θυμάτων του σεξισμού: ‘Υπάρχει η οπτική πως οι άνδρες καταπιέζουν τις γυναίκες. Και υπάρχει η οπτική πως οι άνθρωποι είναι άνθρωποι, και πως όλοι υποφέρουμε από άκαμπτους έμφυλους ρόλους’. …Και οι δυο οπτικές περιγράφουν με ακρίβεια την δύσκολη θέση μας. Οι άνδρες καταπιέζουν τις γυναίκες. Οι άνθρωποι πληγώνονται από άκαμπτα μοτίβα έμφυλων ρόλων. Αυτές οι δυο πραγματικότητες συνυπάρχουν. Η ανδρική καταπίεση των γυναικών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την αναγνώριση πως υπάρχουν τρόποι που οι άνδρες πληγώνονται από τους άκαμπτους σεξιστικούς ρόλους. Οι φεμινίστριες ακτιβίστριες πρέπει να αναγνωρίσουν πως το τραύμα, και να εργαστούν για την αλλαγή του – υπάρχει. Δεν σβήνει ή μειώνει την ευθύνη την ανδρική ευθύνη για την στήριξη και διαιώνιση την εξουσία τους υπό την πατριαρχία για την εκμετάλλευση και καταπίεση των γυναικών με ένα τρόπο πιο βαρύ από το σοβαρό ψυχολογικό στρες κι ψυχολογικό πόνο που προκαλεί η ανδρική συμμόρφωση με άκαμπτα μοτίβα σεξιστικών ρόλων».

Σε ολόκληρο το δοκίμιο αυτό τονίζω πως οι υπέρμαχοι του φεμινισμού συμμετέχουν στο πόνο των ανδρών που πληγώνονται από την πατριαρχία όταν ψευδώς παρουσιάζουν τους άνδρες ως πάντοτε και μόνο ισχυρούς, όπως πάντοτε και μόνο κερδίζουν προνόμια από την τυφλή τους υποταγή στην πατριαρχία. Τονίζω πως η πατριαρχική ιδεολογία κάνει υπνωτίζει τους άνδρες στο να πιστεύουν πως η κυριαρχία τους πάνω στις γυναίκες είναι ευεργετική, όταν εμφανώς δεν είναι:

«Συχνά φεμινίστριες ακτιβίστριες επιβεβαιώνουν αυτή τη λογική όταν θα έπρεπε να δείχνουμε αυτές τις πράξεις ως εκφράσεις διεστραμμένων σχέσεων εξουσίας, την γενικότερη έλλειψη ελέγχου των πράξεων κάποιου, την συναισθηματική ανημποριά, την ακραία ευερεθιστικότητα, και σε πολλές περιπτώσεις, ξεκάθαρη παράνοια. Η παθητική ανδρική απορρόφηση της σεξιστικής ιδεολογίας επιτρέπει στους άνδρες να ερμηνεύουν λανθασμένα αυτή τη διαταραγμένη συμπεριφορά θετικά. Για όσο οι άνδρες εκπαιδεύονται να εξισώνουν την βίαιη κυριαρχία και κακοποίηση των γυναικών με προνόμιο, δεν θα έχουν επίγνωση για τη ζημιά που κάνουν στους εαυτούς τους ή στους άλλους, και κανένα κίνητρο για αλλαγή».

Η πατριαρχία απαιτεί από τους άνδρες να γίνουν και να παραμείνουν συναισθηματικά ανάπηροι. Επειδή είναι ένα σύστημα που αρνείται στους άνδρες την πλήρη πρόσβαση στην ελευθερία της θέλησης τους, είναι δύσκολο για οποιονδήποτε άνδρα κάθε τάξης  να επαναστατήσει εναντίον της πατριαρχίας, να είναι άπιστος στον πατριαρχικό γονιό, ανεξάρτητα αν αυτός ο γονιός είναι άνδρας ή γυναίκα.

Ο άνδρας ο οποίος ήταν ο βασικός μου δεσμός για περισσότερο από δώδεκα χρόνια είχε τραυματιστεί από την πατριαρχική δυναμική στην οικογένεια προέλευσής του. Όταν τον συνάντησα ήταν στα είκοσι του. Ενώ τα αναπτυξιακά του χρόνια τα πέρασε στην παρουσία ενός βίαιου, αλκοολικού πατέρα, η κατάσταση του άλλαξε όταν ήταν δώδεκα ετών και άρχισε να ζει μόνος μαζί με την μητέρα του. Στα πρώτα χρόνια της σχέσης μας μιλούσε ανοιχτά για την εχθρότητα και την οργή του προς τον κακοποιητικό πατέρα του. Δεν ενδιαφέρονταν στο να τον συγχωρήσει ή να κατανοήσει τις συνθήκες που είχαν διαμορφώσει και επηρεάσει την ζωή του πατέρα του, είτε κατά τα παιδικά του χρόνια ή κατά την ζωή του ως στρατιωτικός.

Στα πρώτα χρόνια της σχέσης μας ήταν ιδιαίτερα κριτικός απέναντι στην ανδρική κυριαρχία πάνω στις γυναίκες και στα παιδιά. Αν και δεν χρησιμοποιούσε την λέξη «πατριαρχία», κατανοούσε το νόημα της και ήταν αντίθετος με αυτή. Ο ευγενικός, ήσυχος τρόπος του συχνά οδηγούσε τους ανθρώπους στο να τον αγνοούν, συμπεριλαμβάνοντας τον ανάμεσα στους αδύναμους και ανίσχυρους. Μέχρι τα τριάντα του άρχισε να υιοθετεί μια πιο αρρενωπή προσωπικότητα, αγκαλιάζοντας το κυριαρχικό μοντέλο που κάποτε επέκρινε. Φορώντας τον μανδύα του πατριάρχη, κέρδισε μεγαλύτερο σεβασμό και ορατότητα. Περισσότερες γυναίκες ελκύονταν προς αυτόν. Λαμβάνονταν περισσότερο υπόψιν στο δημόσιο χώρο. Η κριτική του στην ανδρική κυριαρχία χάθηκε. Και πράγματι άρχισε να εκφέρει πατριαρχική ρητορική, λέγοντας το είδος ακριβώς των σεξιστικών πραγμάτων που τον αηδίαζαν στο παρελθόν.

Αυτές οι αλλαγές στη σκέψη του και τη συμπεριφορά πυροδοτήθηκε από την επιθυμία του να είναι αποδεκτός και να επιβεβαιωθεί σε ένα πατριαρχικό χώρο εργασίας και δικαιολογήθηκε από την επιθυμία του να πάει μπροστά. Η ιστορία του δεν είναι ασυνήθιστη. Τα αγόρια που θυματοποιούνται και κακοποιούνται από την πατριαρχία είναι πολύ συχνό φαινόμενο να γίνουν πατριαρχικά, ενσαρκώνοντας την κακοποιητική πατριαρχική αρρενωπότητα που κάποτε αναγνώριζαν ξεκάθαρα ως κακό. Μερικοί άνδρες που κακοποιήθηκαν βάναυσα ως αγόρια στο όνομα της πατριαρχικής αρσενικότητας αντιστέκονται γενναία την κατήχηση κι παραμένουν πιστά στον εαυτό τους. Οι περισσότεροι άνδρες συμμορφώνονται με την πατριαρχία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Πράγματι, η ριζοσπαστική φεμινιστική κριτική της πατριαρχίας πρακτικά έχει αποσιωπηθεί στην κουλτούρα μας. Έχει γίνει ένας λόγος μιας υποκουλτούρας, διαθέσιμης μόνο σε καλά μορφωμένους ελίτ. Ακόμη και σε αυτούς τους κύκλους, η χρήση της λέξης «πατριαρχία» θεωρείται ξεπερασμένη. Συχνά στις διαλέξεις όταν χρησιμοποιώ την φράση «ιμπεριαλιστική λευκή σοβινιστική καπιταλιστική πατριαρχία» για να περιγράψω το πολιτικό σύστημα της χώρας μας, το ακροατήριο γελά. Κανένας δεν εξήγησε ποτέ γιατί να κατονομάσεις με ακρίβεια αυτό το σύστημα είναι αστείο. Το γέλιο το ίδιο είναι όπλο της πατριαρχικής τρομοκρατίας. Λειτουργεί ως αποποίηση ευθύνης, απαξιώνοντας την σημασία αυτού που κατονομάζεται. Υποθέτει πως οι λέξεις οι ίδιες είναι προβληματικές και όχι το σύστημα που περιγράφουν. Ερμηνεύω αυτό το γέλιο ως τον τρόπο του κοινού να δείξει την δυσφορία του όταν του ζητάνε να συμμαχήσει με μια αντιπατριαρχική ανυπάκουη κριτική. Το γέλιο μου θυμίζει πως αν τολμήσω να αμφισβητήσω ανοιχτά την πατριαρχία, ριψοκινδυνεύω να μη με πάρουν στα σοβαρά.

Οι πολίτες σε αυτή τη χώρα φοβούνται να αμφισβητήσουν την πατριαρχία, ακόμη και αν δεν έχουν επίγνωση πως φοβούνται, τόσο βαθιά ενσωματωμένοι είναι οι κανόνες της πατριαρχίας στο συλλογικό μας ασυνείδητο. Συχνά λέω  στο ακροατήριο πως αν πηγαίναμε από πόρτα σε πόρτα ρωτώντας αν πρέπει να τερματίσουμε την ανδρική βία εναντίον των γυναικών, οι περισσότεροι άνθρωποι θα προσφέρουν την αδιαμφησβήτητη στήριξη τους. Έπειτα αν τους πεις πως μπορούμε να σταματήσουμε την ανδρική βία εναντίον των γυναικών μόνο με τον τερματισμό της ανδρικής κυριαρχίας, με την εξόντωση της πατριαρχίας, θα άρχιζαν να διστάζουν, να αλλάζουν τη θέση τους. Παρά τα πολλαπλά κέρδη του σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος – μεγαλύτερη ισότητα για τις γυναίκες στην εργασία, περισσότερη ανοχή για την απόρριψη των άκαμπτων έμφυλων ρόλων – η πατριαρχία ως σύστημα παραμένει άθικτο, και πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να πιστεύουν πως είναι απαραίτητο αν είναι να επιβιώσουμε ως είδος. Αυτή η άποψη μοιάζει ειρωνική, με δεδομένο πως οι πατριαρχικές μέθοδοι οργάνωσης των κρατών, ιδιαίτερα η επιμονή πάνω στη βία ως μέσου κοινωνικού ελέγχου, έχει πρακτικά οδηγήσει στη σφαγή εκατομμυρίων ανθρώπων στο πλανήτη.

Μέχρι να αναγνωρίσουμε συλλογικά την ζημιά που προκαλεί η πατριαρχία και το πόνο που δημιουργεί, δεν μπορούμε να απαιτούμε από τους άνδρες το δικαίωμα να είναι ολοκληρωμένοι, να είναι δότες και υποστηρικτές ζωής. Προφανώς κάποιοι πατριαρχικοί άνδρες είναι αξιόπιστοι και ακόμη και καλοήθεις τροφοδότες και φροντιστές, αλλά είναι ακόμη αιχμάλωτοι από ένα σύστημα που υποσκάπτει την ψυχική τους υγεία.

Η πατριαρχία προωθεί την παραφροσύνη. Είναι στη ρίζα κάθε ψυχολογικής ασθένειας που ταλαιπωρεί άνδρες στη χώρα μας. Ωστόσο δεν υπάρχει κάποια μαζική ανησυχία για το βάσανο των ανδρών. Στο Stiffed: The Betrayal of the American Man η Susan Faludi περιέλαβε μια μικρή ανάλυση της πατριαρχίας:

«Ρωτήστε τις φεμινίστριες να διαγνώσουν τα προβλήματα των ανδρών και συχνά θα λάβεις μια πολύ ξεκάθαρη απάντηση: οι άνδρες είναι σε κρίση επειδή οι γυναίκες αμφισβητούν ανοιχτά την ανδρική κυριαρχία. Οι γυναίκες ζητάνε από τους άνδρες να μοιραστούν τον δημόσιο έλεγχο και οι άνδρες δεν μπορούν να το ανεχθούν. Οι άνδρες έχουν προβλήματα, λένε πολλοί συντηρητικοί αναλυτές, επειδή οι γυναίκες έχουν υπερβεί κατά πολύ τις απαιτήσεις τους για ίση μεταχείριση και τώρα προσπαθούν να πάρουν τον έλεγχο από τα χέρια των ανδρών…. Το μήνυμα που κρύβεται από κάτω: οι άνδρες δεν μπορούν να είναι άνδρες, μόνο ευνούχοι, αν δεν έχουν τον έλεγχο. Τόσο οι φεμινιστικές όσο και οι αντιφεμινιστικές απόψεις έχουν τις ρίζες τους σε μια ιδιαίτερη μοντέρνα αμερικάνικη αντίληψη του πως το να είσαι άνδρας σημαίνει να έχεις τον έλεγχο και κάθε στιγμή να αισθάνεσαι πως έχεις τον έλεγχο».

Η Faludi δεν εξετάζει την ιδέα του ελέγχου. Δεν εξετάζει πως η ιδέα πως οι άνδρες ήταν κάπως σε θέση ελέγχου, εξουσίας και ικανοποιημένοι με την ζωή τους πριν το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα είναι λάθος.

Η πατριαρχία ως σύστημα έχει αρνηθεί στους άνδρες την πρόσβαση σε πλήρη συναισθηματική ευημερία, που δεν είναι το ίδιο με το να αισθάνεται κάποιος επιβραβευμένος, επιτυχημένος, ή ισχυρός εξαιτίας της δυνατότητας να ασκεί έλεγχο πάνω σε άλλους. Για να αντιμετωπιστεί πραγματικά ο ανδρικός πόνος και η ανδρική κρίση πρέπει ως χώρα να είμαστε πρόθυμοι να εκθέσουμε την σκληρή πραγματικότητα  πως η πατριαρχία  έχει βλάψει τους άνδρες στο παρελθόν και συνεχίζει να τους βλάπτει στο παρόν. Αν η πατριαρχία αντάμειβε πραγματικά τους άνδρες, η βία και ο εθισμός που είναι τόσο διαδεδομένος στην οικογενειακή ζωή δεν θα υπήρχε. Αυτή η βία δεν δημιουργήθηκε από το φεμινισμό. Αν η πατριαρχία επιβράβευε, η συντριπτική απογοήτευση που αισθάνονται οι περισσότεροι άνδρες στις επαγγελματικές τους ζωές – μια απογοήτευση που καταγράφεται με λεπτομέρεια στο έργο του Studs Terkel και αντηχεί στη διατριβή της Faludi – δεν θα υπήρχε.

Με πολλούς τρόπους το Stiffed ήταν ακόμη μια προδοσία των Αμερικάνων ανδρών επειδή η Faludi δαπανά τόση πολύ ώρα  προσπαθώντας να μην  προκαλέσει την πατριαρχία που αποτυγχάνει τονίσει την ανάγκη του τερματισμού της πατριαρχίας αν είναι να απελευθερώσουμε τους άνδρες. Αντίθετα γράφει:

«Αντί να αναζητήσω γιατί οι άνδρες αντιστέκονται στον αγώνα των γυναικών για έναν πιο ελεύθερο και μια πιο υγιή ζωή, άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί οι άνδρες αποφεύγουν να αρχίσουν τον δικό τους αγώνα. Γιατί, παρά ένα κρεσέντο τυχαίων ξεσπασμάτων, δεν έχουν προσφέρει μια μεθοδολογική, λογική απάντηση στο αδιέξοδό τους: Με δεδομένη την μη βιώσιμη και προσβλητική φύση των απαιτήσεων που τίθενται πάνω στους άνδρες από τη κουλτούρα μας, γιατί δεν επαναστατούν οι άνδρες; …Γιατί δεν έχουν απαντήσει οι άνδρες στη σειρά προδοσιών στις δικές τους ζωές – στις αποτυχίες των πατεράδων τους να ανταπεξέρθουν στις υποσχέσεις τους – με κάτι ισοδύναμο με το φεμινισμό;»

Σημειώστε πως η Faludi δεν τολμά να ρισκάρει είτε το μένος των φεμινστριών γυναικών με το να πει πως οι άνδρες μπορούν να βρουν την σωτηρία στο φεμινιστικό κίνημα ή την απόρριψη από πιθανούς άνδρες αναγνώστες που είναι κάθετα αντιφεμινιστές με το να προτείνει πως έχουν να κερδίσουν κάτι με το να συμμετέχουν στον φεμινισμό.

Μέχρι τώρα στη χώρα μας το οραματικό φεμινιστικό κίνημα είναι ο μόνος αγώνας για δικαιοσύνη που τονίζει την ανάγκη για τερματισμό της πατριαρχίας. Κανένα μαζικό σώμα γυναικών δεν αμφισβήτησε την πατριαρχία και ούτε κάποια οργάνωση ανδρών έχει εμφανιστεί για να ηγηθεί του αγώνα. Η κρίση που αντιμετωπίζουν οι άνδρες  δεν είναι κρίση αρρενωπότητας, είναι κρίση της πατριαρχικής αρρενωπότητας. Μέχρι να κάνουμε την διάκριση καθαρή, οι άνδρες θα συνεχίσουν να φοβούνται να φοβούνται πως κάθε κριτική εναντίον της πατριαρχίας αποτελεί απειλή. Η διάκριση της πολιτικής πατριαρχίας, την οποία βλέπει σε γενικές γραμμές ως αφιερωμένη στον τερματισμό του σεξισμού, ο θεραπευτής Terrence Real κάνει ξεκάθαρο πως η πατριαρχία που μας πληγώνει όλους είναι ενσωματωμένη στις ψυχές μας:

«Η ψυχολογική πατριαρχία είναι η δυναμική μεταξύ εκείνων των χαρακτηριστικών που θεωρούνται ‘αρρενωπά’ και ‘θηλυπρεπή’ ώστε τα μισά από τα ανθρώπινα γνωρίσματά μας εξυψώνονται ενώ τα άλλα μισά απαξιώνονται. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες συμμετέχουν σε αυτό το βασανισμένο αξιακό σύστημα. Η ψυχολογική πατριαρχία είναι ένας ‘χορός περιφρόνησης’, μια διεστραμμένη μορφή επαφής που αντικαθιστά την πραγματική επαφή με περίπλοκα, κυφά στρώματα κυριαρχίας και υποταγής, σύγκρουσης και χειραγώγησης. Είναι το μη αναγνωρισμένο παράδειγμα σχέσεων που έχει εξαπλωθεί στον Δυτικό πολιτισμό, γενιά μετά τη γενιά, παραμορφώνοντας και τα δύο φύλλα, και καταστρέφοντας τον παθιασμένο δεσμό μεταξύ τους».

Με το να τονίζουμε την ψυχολογική πατριαρχία, βλέπουμε πως όλοι εμπλέκονται και πως απελευθερωνόμαστε από την εσφαλμένη αντίληψη πως οι άνδρες είναι ο εχθρός. Για να τερματίσουμε την πατριαρχία πρέπει να αμφισβητήσουμε τις ψυχολογικές και χειροπιαστές εκφράσεις του στην καθημερινή ζωή. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι ικανοί να κρίνουν την πατριαρχία αλλά δεν είναι σε θέση να λειτουργήσουν με αντιπατριαρχικό τρόπο.

Για να τερματίσουμε τον ανδρικό πόνο, για να απαντήσουμε αποτελεσματικά στην ανδρική κρίση, πρέπει να κατονομάσουμε το πρόβλημα. Πρέπει να αναγνωρίσουμε και πως το πρόβλημα είναι πατριαρχία και να εργαστούμε για να τερματίσουμε την πατριαρχία. Ο Terrence Real προσφέρει την πολύτιμη διορατικότητα του: «Η αποκατάσταση της ολότητας είναι μια διαδικασία είναι μια διαδικασία ακόμη πιο επικίνδυνη για τους άνδρες από ότι ήταν για τις γυναίκες, πιο δύσκολο και πιο βαθιά απειλητικός για την ευρύτερη κουλτούρα». Αν οι άνδρες πρόκειται να επανακτήσουν το χώρο της ανοιχτότητας και της συναισθηματικής εκφραστικότητας που είναι η βάση της ευημερίας, πρέπει να φανταστούμε εναλλακτικές στην πατριαρχική αρρενωπότητα. Πρέπει να αλλάξουμε όλοι


Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: