Mustafa Dikeç: Οι Ημέρες της Οργής

πηγή: geniusloci2017

Το παρακάτω άρθρο είναι προσαρμογή κειμένου που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Urban Rage: The Revolt of The Excluded (Yale University Press, 2017). Ο Mustafa Dikeç είναι καθηγητής αστικών μελετών στο πανεπιστήμιο Παρισιού XII και στο πανεπιστήμιο του Μάλμο. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

Ακόμη και ο άκαμπτος Sarkozy αναγκάστηκε να αναβάλει την αμφιλεγόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του, υπό το φόβο ενός «Ευρωπαϊκού Μάη του ‘68» στη διάρκεια των Χριστουγέννων. Τέτοια ήταν η κλίμακα της εξέγερσης στην Ελλάδα τον Δεκέμβρη του 2008. Ήταν, κάποιοι σημείωσαν, «η πιο έντονη κοινωνική κρίση στα 34 χρόνια μετά την μετάβαση στη δημοκρατία στην Ελλάδα» το 1974. Άλλοι πιστεύουν πως ήταν «μια από τις εντονότερες αμφισβητήσεις του ελληνικού πολιτικού κατεστημένου από το τέλος του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου» το 1949. Κάποιοι πήγαν ακόμη πιο πέρα και είπαν πως με τους όρους έντασης και κλίμακας, η ελληνική εξέγερση ήταν «μοναδική στην ελληνική ιστορία και υπάρχουν ελάχιστα παραδείγματα τέτοιων ταραχών στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία». Ήταν πράγματι, «η χειρότερη πολιτική εξέγερση στην Ευρώπη από το Μάη του 1968». Συνολικά, υπήρχε μια ευρεία συμφωνία πως αυτό που συνέβη το Δεκέμβριο του 2008 στην Ελλάδα δεν είχε προηγούμενο με πολλούς τρόπους.

Δεν είχε προηγούμενο σε κλίμακα και ένταση ίσως, αλλά όχι πρωτοφανής – στην Ελλάδα, όπως θα δούμε, υπάρχει μακρά ιστορία άμεσης πολιτικής δράσης και αγώνα. Ωστόσο, αντίθετα με άλλες που έχουμε μελετήσει, η ελληνική εξέγερση του 2008 δεν χαρακτηρίστηκε κυρίως από φυλετικές διακρίσεις, αν και δεν ήταν εντελώς απούσες. Η βασική πηγή του θυμού, όπως με άλλες εξεγέρσεις που έχουμε δει, ήταν η διαδεδομένη αίσθηση αποκλεισμού και αδυναμίας μέσα σε ένα κατεστημένο πολιτικό σύστημα του οποίου η νομιμοποίηση  είχε τρωθεί βαθιά. Διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της Αθήνας το Δεκέμβριο του 2008 όταν ένας αστυνομικός σκότωσε ένα δεκαπεντάχρονο παιδί. Η πόλη σταμάτησε να λειτουργεί για μέρες. Η εξέγερση εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο τμήμα της επικράτειας.

Η ελληνική εξέγερση έφερε ανθρώπους από διαφορετικά μέρη μαζί, δίχως απαραίτητα να τους ενώνει κάτω από μια σημαία μιας κοινής ιδεολογίας  ή απαίτησης. Ήταν μια εξέγερση πολιτών που ένοιωθαν πολιτικά αποκλεισμένοι σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζονταν από την αύξηση της ανεργίας, την διάβρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, τη διαφθορά, τις επενδύσεις στο δημόσιο χώρο που μεγέθυναν τις ανισότητες, και τις εντάσεις με την αστυνομία. Δεκαετίες καπιταλιστικής αστικής ανάπτυξης είχαν δημιουργήσει μια πραγματική κτηματομεσιτική έκρηξη και εξευγενισμό (gentrification), που συνοδεύτηκε από απότομη αύξηση της επισφαλούς εργασίας και της ανεργίας. Μια σταθερή μεγέθυνση της ανισότητας και η πόλωση, χαρακτηρίζουν το πλαίσιο που οδήγησε στην εξέγερση. Ο πυρετός της αστικής ανάπτυξης ακολουθούσε τις προτεραιότητες της αγοράς και έφτασε στο αποκορύφωμά του με τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004 στην Αθήνα, αφήνοντας πολλούς πολίτες απογοητευμένους καθώς αισθάνθηκαν αποκλεισμένη από την παραγωγή των αστικών χώρων τους. Μέσα στο πλαίσιο αυτό είναι που πρέπει να κατανοήσουμε τον Ελληνικό Δεκέμβρη – τις «ημέρες της οργής», όπως έλεγε ένα σύνθημα – καθώς οι πολίτες υπερασπίζονταν το δικαίωμα τους στη πόλη και το δικαίωμα στο να συμμετέχουν στη πολιτική διαδικασία. Ας προσπαθήσουμε αρχικά να κατανοήσουμε τι έκανε αυτή τη περίοδο καπιταλιστικής αστικής ανάπτυξης ιδιαίτερα δυσάρεστη. Παρόλο που η Ελλάδα δεν ήταν η μόνη χώρα που γνώρισε μια τέτοια περίοδο καπιταλιστικής επέκτασης και, την περίοδο των εξεγέρσεων, σίγουρα δεν ήταν η πιο αδύναμη οικονομία της ευρωζώνης, ή τουλάχιστον η μόνη αδύναμη, αν και ήταν ήδη σε πτώση. Θα δούμε πως οι κληρονομιές της ιστορικής εξέλιξης της Ελλάδας που χαρακτηρίστηκαν από αυταρχικά καθεστώτα έκαναν την μετάβαση στο καπιταλισμό ιδιαίτερο, και έσπειραν τους σπόρους πολλών προβλημάτων που εμφανίστηκαν αργότερα, μόλις η ανάπτυξη τελείωσε.

Από το Δημόσιο στην Επισφάλεια

Η ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα χαρακτηρίζεται από κύκλους αυταρχικής διακυβέρνησης και πάλης, από το καθεστώς Μεταξά στα τέλη του 1930 ως τον Εμφύλιο Πόλεμο στο δεύτερο μισό του 1940 και, πιο πρόσφατα , στην στρατιωτική δικτατορία του 1967-1974, γνωστή ως το «Καθεστώς των Συνταγματαρχών». Η πτώση της χούντας σηματοδότησε όχι μόνο το τέλος της δικτατορίας των συνταγματαρχών αλλά και το τέλος της μακράς ιστορίας καταπιεστικών καθεστώτων του εικοστού αιώνα. Αυτό που ακολούθησε μετά το 1974 ήταν η μια εποχή ζωντάνιας και πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης που αναφέρεται ως μεταπολίτευση, που σημαίνει πολιτική μετά, ή πολιτική μετάβαση. Αυτή η εποχή που είδε την καταδίκη των υψηλόβαθμων στελεχών της χούντας, την εκδίωξη του βασιλιά και την ίδρυση της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Το γεγονός πως εξεγέρσεις τέτοιας κλίμακας ξέσπασαν είναι σημαντικό, και θα επανέρθουμε σε αυτό.

Η μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά το τέλος του Εμφυλίου το 1949 προσφέρει μια εικόνα της οικονομικής κατάστασης που δημιούργησε το πλαίσιο για την εξέγερση του 2008 – και την ύφεση την επόμενη χρονιά. Μεταξύ των αρχών της δεκαετίας του 1950 και τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η ελληνική οικονομία επεκτάθηκε, μετατρέποντας μια κατά κύριο λόγο αγροτική κοινωνία σε μια όλο και πιο αστική και πιο εύπορη. Οι βασικοί παράγοντες  που έκαναν την οικονομική ανάπτυξη εκείνη την εποχή δυνατή ήταν ο τουρισμός, η ναυτιλία, οι τράπεζες και τα ξένα εμβάσματα. Η αλλαγή ήταν και γρήγορη και σημαντική όσο και ιδιαίτερη: ιδιαίτερα όλη η μεγέθυνση στην απασχόληση πραγματοποιήθηκε μέσα στο δημόσιο τομέα, στην αυτοαπασχόληση και την ανεπίσημη οικονομία. Έτσι, είτε εργαζόσουν για το κράτος, που ήταν η ασφαλέστερη επιλογή, μετανάστευες ή ήσουν αυτοαπασχολούμενος. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, σχεδόν δυο τρίτα όλων των απόφοιτων πανεπιστημίου εργάζονταν για το κράτος. Το μοτίβο αυτής της οικονομικής ανάπτυξης επέτρεψε στους Έλληνες να αποφύγουν κάποια από τα λιγότερο επιθυμητά στοιχεία του καπιταλισμού, ιδιαίτερα «τις πειθαρχικές συνέπειες και ανασφάλειες της ιδιωτικής εργασιακής αγοράς».

Η μεταπολεμική Ελλάδα δεν είχε κράτος πρόνοιας, οι μισθοί ήταν χαμηλοί, και πολιτικές των χώρων εργασιών παρέμεναν καταπιεστικές. Οι κοινωνικές παροχές βελτιώθηκαν λίγο στην μεταδικτατορική εποχή, πρώτα από τη συντηρητική κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας στα τέλη της δεκαετίας του 1970, και στη συνέχεια από τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που ήρθε στην εξουσία το 1981. Έτσι στη δεκαετία του 1980, όταν πολλές δυτικές χώρες απομακρύνονταν από την σοσιαλδημοκρατία προς το νεοφιλελευθερισμό, η Ελλάδα προχωρούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ωστόσο, οι πόροι για την σοσιαλδημοκρατική επέκταση δεν προήλθε από φόρους – οι πλούσιοι παρέμειναν ανέγγιχτοι από φόρους όπως στις προηγούμενες περιόδους – αλλά πληρώθηκε κατά κύριο λόγο από ευρωπαϊκούς αναπτυξιακούς πόρους. Αυτό σήμαινε πως παρά την πολιτική μετάβαση, προηγούμενες προνομιούχες κοινωνικές και οικονομικές δομές παρέμειναν. Το αποτέλεσμα ήταν η συσσώρευση δημόσιου χρέους.

Επιπλέον, η απασχόληση στο δημόσιο τομέα δεν μπορούσε να επεκτείνεται για πάντα, και τελικά έπαψε να το κάνει στη δεκαετία του 1990. Η πτώση έφερε τη στασιμότητα. Υπό την πίεση της ΕΕ, μια σειρά από ιδιωτικοποιήσεις άρχισαν να συρρικνώνουν την απασχόληση στο δημόσιο τομέα στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Έτσι, ο νεοφιλελευθερισμός κατέληξε να φτάσει στην Ελλάδα αργότερα από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Η οικονομική απορρύθμιση και οι ιδιωτικοποιήσεις ήταν ανάμεσα άμεσες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόστηκαν, ιδιαίτερα κατά την περίοδο πριν τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004. Η κερδοσκοπική οικονομική δραστηριότητα επίσης υποβοηθήθηκε από την ένταξη στο ευρώ το 2001, αν και η Ελλάδα δεν κάλυπτε στην πραγματικότητα τις προϋποθέσεις: η Eurostat αποκάλυψε το 2004 πως η ελληνική κυβέρνηση είχε πληρώσει στην Goldman Sachs 300 εκατομμύρια δολάρια για να μεταφέρει χρέος εκτός των δημόσιων λογαριασμών της για να δώσει την εντύπωση πως είχε περιορίσει το έλλειμα, μια απαραίτητη προϋπόθεση για συμμετοχή.

Αν και η ελληνική οικονομία αυξήθηκε σταθερά από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ως τα μέσα της δεκαετίας του 2000, αυτή η ανάπτυξη δεν βασίστηκε σε σταθερά θεμέλια. Η πρωτοκαθεδρία της διεθνούς ναυτιλίας και του τραπεζικού τομέα κατέληξε στην παραμέληση στην επένδυση στην χώρα. Η ελληνική οικονομική ανάπτυξη στη διάρκεια αυτής της περιόδου οφείλονταν κυρίως σε ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, την ναυτιλιακή έκρηξη που ακολούθησε την εξαγωγική έκρηξη της Κίνας, τον τραπεζικό τομέα και την οικονομική κερδοσκοπία, και τις κατασκευές για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Η τραπεζική και κερδοσκοπική φρενίτιδα  επίσης προκάλεσε μια έκρηξη δανεισμού προς τους Έλληνες καταναλωτές, η οποία θα αποδεικνύονταν δραματική όταν χτυπούσε η οικονομική κρίση. Τίποτα από όλα αυτά δεν βοήθησε να εδραιωθεί μια σταθερή αγορά εργασίας με αξιοπρεπείς μισθούς.

Αντίθετα αυτό που προέκυψε ήταν η αποκαλούμενη «Γενιά των 700 Ευρώ» – η γενιά των νεαρών Ελλήνων που, παρά τα προσόντα τους, είναι παγιδευμένα σε χαμηλόμισθες και προσωρινές δουλειές όπου κερδίζουν το πολύ ως 700€ το μήνα. Από όλες τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν το 2006. Το 70% ήταν μερικής απασχόλησης. Με όρους εισοδήματος η ανισότητα, μετρούμενη ως ο λόγος του πλουσιότερου 20% προς το φτωχότερο 20%, η Ελλάδα ήταν τέταρτη μεταξύ  των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ίδια χρονιά. Περισσότερο από το ένα πέμπτο του πληθυσμού ζούσε κάτω από τη γραμμή ανέχειας. Αν και αργοπορημένη στον νεοφιλελευθερισμό σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους της, η Ελλάδα είχε και αυτή το μερίδιο της σε γενικευμένη επισφάλεια και αυξανόμενες ανισότητες, οι οποίες είναι χαρακτηριστικό των χωρών του ΟΟΣΑ από τότε που άρχισαν να αλλάζουν οι αγορές εργασίας τη δεκαετία του 1980.

Έτσι η εξέγερση του 2008 δεν ήταν απαραίτητα ένδειξη της αποτυχίας της Ελλάδας να γίνει μια πλήρως σύγχρονη χώρα, όπως έτειναν να την παρουσιάζουν κατά τις πρώτες μέρες της εξέγερσης, αλλά αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που προώθησε όπως οι Ευρωπαίοι εταίροι της, απλά αργότερα. Ο Στάθης Κουβελάκης τονίζει αυτή τη τάση και πως σύντομα άλλαξε δείχνοντας την απεικόνιση της ελληνικής εξέγερσης  στα κυρίαρχα γαλλικά μέσα. Τέσσερις μέρες μετά την έναρξη των γεγονότων, η Le Monde παρουσίαζε την Ελλάδα ως κάπως οπισθοδρομική κοινωνία που δεν είναι ακριβώς Ευρωπαϊκή. Μερικές μέρες αργότερα, ωστόσο, όταν Γάλλοι πολιτικοί εξέφρασαν ανησυχίες για τον κίνδυνο παρόμοιας έκρηξης στα προάστια (banlieues), η ίδια εφημερίδα τύπωσε ένα άρθρο που κατέληγε: «Η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα. Αλλά». Σε λιγότερο από μια εβδομάδα, ο Κουβελάκης παρατηρεί, η αρχαϊκή και ανατολίτική χώρα είχε μετατραπεί σε καθρέφτη που έδειχνε στη Γαλλία τα ίδια της τα προβλήματα. Οι μεταμορφώσεις που δημιούργησαν το πλαίσιο της ελληνικής εξέγερσης δεν προήλθαν από αρχαϊκότητα ή οπισθοδρομικότητα, αλλά ήταν αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών.

Η Ολυμπιακή Κληρονομιά

Ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός της Ελλάδας ήταν ιδιαίτερα έντονος. Η ύπαιθρος  άδειασε (κάτι που είχε να κάνει και με τον εμφύλιο πόλεμο), εκατομμύρια μετανάστευσαν στο εξωτερικό, και εκατομμύρια μετακόμισαν στις πόλεις, στην Αθήνα συγκεκριμένα, που ακόμη είναι το σπίτι περίπου το ενός τρίτου του συνολικού πληθυσμού. Αυτό σήμαινε για την Αθήνα μια ανεπανάληπτη συγκέντρωση πληθυσμού και ανεξέλεγκτη αστική ανάπτυξη. Η μεταπολεμική περίοδος γενικά χαρακτηρίζεται από αστική επέκταση με μικρής κλίμακας και παράνομες κατασκευές στις περιφέρειες μεγάλων πόλεων – τη περίοδο της αστικοποίησης  και της οικονομικής επέκτασης. Το μοτίβο αυτό άλλαξε το 1990 όταν η κυβέρνηση, ακολουθώντας την ατζέντα της ΕΕ αναφορικά με την αστική πολιτική, άνοιξε την αστική γη στις αγορές και ενθάρρυνε τις επιχειρηματικές στρατηγικές για την αστική ανάπτυξη. Και η κυβέρνηση και ο ιδιωτικός τομέας έτσι επένδυσαν στον αστικό χώρο μέσω μεγάλων σχεδίων όπως οι ολυμπιακοί αγώνες και τα σχέδια δημιουργίας αστικού branding. Ο αστικός χώρος έγινε σημείο επένδυσης και πηγή κέρδους για επιχειρηματίες. Ωστόσο η αναγκαίοι ρυθμιστικοί και θεσμικοί μηχανισμοί για την συγκράτηση των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας μετατόπισης δεν υπήρχαν.

Ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του 2000, υπήρξε μια περίοδος έντονης κατασκευαστικής δραστηριότητας, η οποία ήταν ιδιαίτερα ορατή στην Αθήνα. Οι ολυμπιακοί αγώνες χρησιμοποιήθηκαν για να κατευθύνουν τεράστια ποσά δημόσιου χρήματος σε τεράστια αστικά σχέδια που διεκπεραιώθηκαν από συμπράξεις ιδιωτών και δημοσίου. Πράγματι, η Ελένη Πορτάλιου έχει πε, οι ολυμπιακοί αγώνες έχουν χρησιμεύσει ως εργαλείο για την ευρύτερη αναδιαμόρφωση του ελληνικού καπιταλισμού και της αστικής πολιτικής. Χρησιμοποιώντας τους ολυμπιακούς ως δικαιολογία, οι πολιτικοί εγκατέλειψαν τις πρωτύτερες ιδέες περί περιφερειακής ανάπτυξης, αποκέντρωσης, κοινωνικής συνοχής και περιβαλλοντικής φροντίδας. Η Αθήνα μετατράπηκε σε ένα τεράστιο εργοτάξιο όπου έρρεαν οι δημόσιοι πόροι.

Τα σχέδια ευνοήθηκαν από τη χρήση δημόσιας γης και φτηνής εργασίας, αλλά οι εργασιακές συνθήκες και οι μισθοί παρέμειναν κάτω από τα καθιερωμένα επίπεδα. Τα ατυχήματα στο χώροι εργασίας απογειώθηκαν, και κάθε απόπειρα για διαμαρτυρία ή για απεργία αντιμετωπίζονταν ως προδοσία προς το έθνος. Ωστόσο, τα σχέδια εστίαζαν λιγότερο πάνω στις ανάγκες των τοπικών κατοίκων και περισσότερο στην προσέλκυση τουριστών και διεθνών επενδυτών, και κατέληξαν στην ιδιωτικοποίηση δημόσιας γης και υπηρεσιών. Η ανάπτυξη νέων εμπορικών ζωνών και κτιρίων γραφείων έγινε προτεραιότητα, κάτι που μεγέθυνε τα ήδη υψηλά επίπεδα ανισότητας στη πόλη. Γρήγορα ακολούθησε η επέκταση του αεροδρομίου. Ωστόσο το gentrification των κέντρων των πόλεων και η περιβαλλοντική καταστροφή εκείνη τη περίοδο, ιδιαίτερα με την προετοιμασία για τους ολυμπιακούς, δημιούργησε εντάσεις. Οι αυξανόμενη δυσαρέσκεια προκάλεσε κινητοποιήσεις στη δεκαετία του 2000 που εστίαζαν σε δυο σημεία συγκεκριμένα: το περιβάλλον και τον αστικό χώρο. Έτσι, όταν η οργή ξέσπασε το 2008, υπήρχε ήδη μια σημαντική κληρονομιά αστικού ακτιβισμού και ένας αριθμός ακτιβιστών που είχαν εξασκήσει τις ικανότητες τους, τη τεχνογνωσία και τα δίκτυα αλληλεγγύης  κατά τα προηγούμενα χρόνια τοπικού ακτιβισμού.

επίσης υπήρχε η κληρονομιά της διαφθοράς, η οποία, όπως θα δούμε συνέχισε να υποσκάπτει την νομιμοποίηση της κυβέρνησης κατά τα χρόνια πριν τα γεγονότα. Στην απουσία των αποτελεσματικών ρυθμιστικών μηχανισμών, και σε ένα πολιτικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από τη διαφθορά, η εστίαση αυτή πάνω στον αστικό χώρο ως εργαλείο για το μάρκετινγκ της πόλης και ως πηγή κέρδους εκτόπισε κατοίκους, ενίσχυσε ανισότητες και υποβάθμισε το περιβάλλον. Οι ιδιωτικοποιήσεις, το χάρισμα δημόσιων συμβολαίων, και συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτών, συνέβαλλαν όλα σε μεγάλα σκάνδαλα διαφθοράς που υπονόμευσαν την νομιμοποίηση του κράτους.

Μια ακόμη κληρονομιά των ολυμπιακών αγώνων ήταν η εισαγωγή νέων μορφών αστυνόμευσης και επιτήρησης στην Αθήνα. Η εντατικοποίηση της αστυνόμευσης ήταν επίσης το προϊόν του πλαισίου που δημιουργήθηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Στα χρόνια πριν τους ολυμπιακούς αγώνες, η Ελλάδα πέρασε νέους νόμους και δημιούργησε ειδικές μονάδες  σύμφωνες με την στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας που έκανε την εμφάνιση της και σε άλλα μέρη. Η αστυνομική δραστηριότητα εστίασε σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως η γειτονιά των Εξαρχείων στο κέντρο της Αθήνας, το επίκεντρο της εξέγερσης, σε μια χώρα με αστυνομική δύναμη που είχε μακρά προϊστορία κακοποίησης προς τα νεαρά άτομα, οι πολιτικοί ακτιβιστές και μετανάστες, και όπου υπάρχει ευρύτατο αντιαστυνομικό πνεύμα χάρη στην αντιεξουσιαστική της ιστορία, αυτού του είδους η εντατικοποίηση της αστυνόμευσης απλά μεγέθυνε τις εντάσεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οικοδομικής φρενίτιδας, πολιτικής διαφθοράς και αστυνομικής καταπίεσης που η ελληνική νεολαία, ιδιαίτερα, άρχισε να βλέπει ένα ζοφερό μέλλον. Η νεανική ανεργία και η υποαπασχόληση ήταν πρόβλημα για την Ελλάδα ακόμη και σε περιόδους υψηλής οικονομικής ανάπτυξης στα μέσα της δεκαετίας του 1990, φτάνοντας στο 22% το 2008. Την χρονιά που ξέσπασε η εξέγερση, περισσότερο από το ένα πέμπτο της νεολαίας μεταξύ δεκαπέντε και είκοσι τεσσάρων ήταν άνεργοι, και το επόμενο έτος  περισσότερο από το ένα τέταρτο. Η σταθερή αύξηση στην ανεργία της νεολαίας ή οποία ήταν σημαντική πηγή θυμού που οδήγησε στην έκρηξη του 2008, συνεχίστηκε, φτάνοντας το εκπληκτικό 58% το 2013. Νέοι που κατάφερναν να βρουν δουλειά έπρεπε να ανεχθούν χαμηλούς μισθούς, μερική απασχόληση και επισφαλείς εργασίες, όπως είδαμε παραπάνω. Η σμίκρυνση της αγοράς εργασίας επηρέασε την νεολαία σε όλο το φάσμα, ανεξάρτητα από το εκπαιδευτικό επίπεδο και την κοινωνική θέση – ένας από τους παράγοντες που έφερε μαζί διαφορετικά τμήματα της ελληνικής νεολαίας κατά την διάρκεια της εξέγερσης.

Επίσης μέσα σε αυτό το πλαίσιο ήταν που η κυβέρνηση ανακοίνωσε, στις αρχές του 2006, πως θα νομιμοποιούσε τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αν και το σύνταγμα απαγόρευε ξεκάθαρα την ιδιωτική ανώτερη εκπαίδευση. Αυτό ήταν κομμάτι ενός ευρύτερου πακέτου μεταρρυθμίσεων που η κυβέρνηση προσπαθούσε να περάσει, που επίσης περιλάμβανε διοικητικές στρατηγικές για τα δημόσια πανεπιστήμια, μειωμένη χρηματοδότηση και το τέλος του πανεπιστημιακού ασύλου. Πολλοί φοιτητές και καθηγητές αντιμετώπισαν την προτεινόμενη μεταρρύθμιση, και το τρόπο που την χειρίστηκε η κυβέρνηση, ως αυταρχική και πειθαρχική επίθεση στην δημόσια εκπαίδευση. Αυτό ήταν η αρχή μιας μακράς περιόδου διαμαρτυριών το Μάρτιο του 2006. Ως το τέλος του Μάη, σχεδόν όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια ήταν υπό κατάληψη. Οι διαμαρτυρίες συνεχίστηκαν στη διάρκεια του επόμενου ακαδημαϊκού έτους, με τους δασκάλους της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης να συμμετέχουν διαμαρτυρόμενοι για τα μέτρα λιτότητας. Η αντίδραση της αστυνομίας τυπικά ήταν βίαιη. Τεράστιες διαδηλώσεις τον Ιούνιο του 2006 και αργότερα το Μάρτιο του 2007 δέχτηκαν την επίθεση της αστυνομίας, με αποτέλεσμα μαζικές συλλήψεις, όπως και σε αρκετές κατηγορίες για υπερβολική χρήση βίας, βασανιστηρίων και άλλων κακοποιήσεων.

Η αστυνομική βία στη διάρκεια των διαδηλώσεων απλά μεγάλωσε το θυμό, και ριζοσπαστικοποίησε ακόμη περισσότερο τους φοιτητές που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις. Έτσι, ήδη πριν την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, μαθητές, μαθητές λυκείου συγκεκριμένα, είχαν κινητοποιηθεί και πολιτικοποιηθεί μέσα από τις διαδηλώσεις του 2006-07, και τώρα είχαν πάρει μια γεύση από το αστυνομικό ρόπαλο και τα δακρυγόνα. Ωστόσο οι κινητοποιήσεις του 2006-07 όχι μόνο πολιτικοποίησαν την νεολαία και την έκαναν πιο επιφυλακτική, πραγματικά εχθρική, απέναντι στην αστυνομία· επίσης υπονόμευσαν την νομιμοποίηση του κράτους, όχι μόνο μέσα από τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων, αλλά και από την ίδια τη φύση της προτεινόμενης μεταρρύθμισης. ΄΄όπως είδαμε παραπάνω, αν και σε κάμψη, η σπουδαιότητα του κράτους στην δομή της απασχόλησης στην Ελλάδα έκανε το ζήτημα της εκπαίδευσης θεμελιώδες. Μια καλή θέση εργασίας μέσα στο κράτος απαιτούσε καλό πανεπιστημιακό πτυχίο, που έκανε την παροχή δημόσιας και δωρεάν ανώτερης εκπαίδευσης σημαντική στην νομιμοποίηση του ελληνικού κράτους. Η προσπάθεια μεταρρύθμισης της κυβέρνησης, η οποία περιλάμβανε μια πρόταση νομιμοποίησης των ιδιωτικών πανεπιστημίων, και η βίαιη αστυνομική αντίδραση στην διαφωνία, υπονόμευσε την νομιμοποίηση του κράτους στα μάτια πολλών νεαρών ανθρώπων.

Οι κρίσεις νομιμοποίησης όμως του κράτους είχαν και άλλες πηγές, μεταξύ τους σημαντικά σκάνδαλα διαφθοράς. Ένα τέτοιο σκάνδαλο ξέσπασε τον Αύγουστο του 2008, μερικούς μήνες πριν την εξέγερση, στην οποία αρκετοί υπουργοί και το μοναστήρι του Βατοπεδίου ενεπλάκησαν σε μια παράνομη ανταλλαγή γης. Αν και υπουργοί και κατασκευαστικές εταιρείες με στενούς δεσμούς με το κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας αποκόμισαν τεράστια παράνομα κέρδη από την απάτη, ο πρωθυπουργός δεν παραιτήθηκε και η κυβέρνηση προσπάθησε να εμποδίσει την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης. Μερικά από τα συνθήματα κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του 2008 αναφέρονταν στο σκάνδαλο, όπως «η λεηλασία δεν είναι δουλειά κουκουλοφόρων, είναι η δουλειά τραπεζιτών, παπάδων και μοναχών». Μερικούς μήνες μετά το σκάνδαλο, τον Οκτώβριο του 2008, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πακέτο 28 δισεκατομμυρίων για την διάσωση των τραπεζών, κάτι που ξανά ήταν η πηγή θυμού μεταξύ πολιτών όπως και πολλών συνθημάτων και κειμένων όπως φάνηκε στη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη.

Η συγκέντρωση περιστατικών που έδειχναν τη διαφθορά της κυβέρνησης  και την ανικανότητα στη διάρκεια της χρονιάς πριν τις εξεγέρσεις του 2008 ήταν εντυπωσιακή: μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που προτάθηκε ξαφνικά, η βίαιη αστυνομική καταστολή των αντιπάλων της μεταρρύθμισης, η ανικανότητα να αντιμετωπιστούν οι δασικές πυρκαγιές του Αυγούστου του 2007 που άφησαν δεκάδες νεκρούς και χιλιάδες άστεγους, ένα κτηματομεσιτικό σκάνδαλο που εμπλέκονταν μοναχοί και υπουργοί, και, ως αποκορύφωμα, ένα πακέτο διάσωσης 28 εκατομμυρίων ευρώ σε διεφθαρμένους τραπεζίτες σε μια χώρα με σταθερά αυξανόμενα επίπεδα ανεργίας, υποαπασχόλησης, ανισότητας και πόλωσης. Ωστόσο, ήταν μια σφαίρα που προκάλεσε το ξεχείλισμα του πικρού ποτηριού.

Τώρα Μιλάνε οι Δρόμοι

Τώρα μιλάνε οι δρόμοι…. Αυτές οι μέρες είναι για τους χιλιάδες μεταναστών και προσφύγων που δολοφονήθηκαν στα ελληνικά σύνορα, στα αστυνομικά τμήματα, στους χώρους εργασίας…. Για τους ανθρώπους που έχουν πεθάνει στα εργοτάξια των ολυμπιακών αγώνων. Για την αδήλωτη εργασία…. Αυτές οι μέρες είναι για όλους εκείνους που περιθωριοποιήθηκαν, αποκλείστηκαν…. 18 χρόνια σιωπηλού θυμού είναι αρκετά.

Στέκι Αλβανών Μεταναστών, 2008

Ήταν ξεκάθαρο πως ήταν κάτι παραπάνω από διαμαρτυρία στο δρόμο. Φανταστείτε το Γουέστμινστερ και το Γουάιτχολ ή τον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσσο υπό πολιορκία κάθε μέρα για δυο εβδομάδες.

Κώστας Δουζίνας, Φιλοσοφία και Αντίσταση στη Κρίση

Περίπου στις 9 μμ στις 6 Δεκέμβρη του 2008, η αστυνομία πυροβόλησε και σκότωσε έναν άοπλο έφηβο στην γειτονιά των Εξαρχείων στο κέντρο της Αθήνας. Ο Αλέξης Γρηγορόπουλος, μαθητής γυμνασίου από μεσοαστική οικογένεια που ζούσε στα προάστια της Αθήνας, ήταν μόλις δεκαπέντε. Ήταν έξω Σάββατο βράδυ με φίλους όταν δύο αστυνομικοί από την ομάδα «ειδικών φρουρών» τους πλησίασε μετά από κάτι που μάλλον ήταν ανταλλαγή λεκτικών προσβολών. Αν και δεν υπήρχε απειλή φυσικής βίας, ένας από τους αστυνομικούς έβγαλε το όπλο του. Αυτόπτες μάρτυρες και η βαλλιστική έρευνα της αστυνομίας έδειξαν πως ο αστυνομικός έστρεψε το όπλο του προς τον νεαρό, και όχι στον αέρα όπως ισχυρίζονταν οι αστυνομικοί. Ο Αλέξης Γρηγορόπουλος πέθανε από μια σφαίρα στην καρδιά. Με δεδομένες τις συνθήκες, η χρήση του όπλου ήταν και υπερβολική και παράνομη. Οι αστυνομικοί μπήκαν σε διαθεσιμότητα, κατηγορήθηκαν για παράνομη χρήση όπλων, ανθρωποκτονία από πρόθεση, και συνέργεια. Αργότερα ο ένας δικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, και ο άλλος σε δέκα χρόνια φυλάκισης.

Μέσα σε μια ώρα από το φόνο, ένα πλήθος είχε ήδη συγκεντρωθεί στα Εξάρχεια, πετώντας πέτρες και μολότοφ στην αστυνομία. Τρία πανεπιστήμια καταλήφθηκαν την νύχτα εκείνη (Πολυτεχνείο, Νομική Σχολή και Οικονομικό Πανεπιστήμιο), και οι διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας, καταστρέφοντας και καίγοντας τράπεζες και εμπορικές αλυσίδες στη διαδρομή, που ήταν οι βασικοί στόχοι στη διάρκεια της εξέγερσης. Ως στα μεσάνυχτα, η Αθήνα ήταν στις φλόγες.

Η αναταραχή εντάθηκε στη διάρκεια της εβδομάδας, επεκτάθηκε γρήγορα έξω από τα Εξάρχεια και πέρα από την Αθήνα για να καλύψει σχεδόν το σύνολο της Ελλάδας. Αλλά πρώτα ας πάρουμε μια αίσθηση του τι είναι τα Εξάρχεια. Με τη ζωντάνια , την πολιτική κουλτούρα και ιστορία τους, είναι αντικείμενο είτε αγάπης, ή για εκείνους που τους αρέσει ο νόμος και η τάξη, περιφρόνησης. Όπως είπαν δημοσιογράφοι του Guardian, «μοιάζει με την Κάτω Ανατολική Πλευρά της Νέας Υόρκης: μια δίνη εναλλακτικής κουλτούρας, τρόπων ζωής και πολιτικής, αλλά με περισσότερο πολιτική όψη». Ή όπως είπε ένας ξενοδόχος όταν του είπα πως θα πήγαινα στα Εξάρχεια με τα τρία μου παιδιά: «Γιατί θες να πας εκεί; Είναι για αναρχικούς».

Τα Εξάρχεια είναι μια πυκνή γειτονιά στο κέντρο της Αθήνας, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένη, αλλά και ιδιαίτερα αστυνομοκρατούμενη. Είναι μια γειτονιά φοιτητών, καλλιτεχνών και διανοούμενων, με μικρά βιβλιοπωλεία και άλλα καταστήματα, μπαρ και μπιστρό, γραφεία πολιτικών κομμάτων και ΜΚΟ, όπως και πολιτικών οργανώσεων της Αριστεράς. Αρκετές αναρχικές ομάδες και κοινωνικά κινήματα έχουν χώρους εκεί. Συνδέονται με κάθε νεανική κινητοποίηση του εικοστού αιώνα, και η πολιτική της και συμβολική της σημασία δεν είναι άγνωστη στους Αθηναίους. Τα Εξάρχεια είναι δίπλα από σημαντικά πανεπιστήμια: τη Νομική Σχολή, το Οικονομικό Πανεπιστήμιο και, ιδιαίτερα, με το Πολυτεχνείο των Αθηνών, το οποίο ήταν το επίκεντρο των φοιτητικών εξεγέρσεων εναντίον της δικτατορίας το 1973, και από τότε έχει γίνει σημαντικό σημείο εκδήλωσης πολιτικής αντίθεσης.

Δεν είναι υπερβολικό να χαρακτηριστούν τα Εξάρχεια ως αντικαθεστωτικό οχυρό της νεολαίας, και για αυτό έχει στιγματιστεί από το κατεστημένο. Επίσης για αυτό η περιοχή είναι αντικείμενο έντονης αστυνομικής παρουσίας και επιτήρησης, που εντάθηκε την περίοδο πριν τα γεγονότα. Επιπλέον στα πέρα από τα πιο ζωντανά στοιχεία που περιεγράφηκαν παραπάνω, οι δρόμοι των Εξαρχείων χαρακτηρίζονται επίσης από τη παρουσία οχήματα των αστυνομικών μονάδων καταστολής όπως και από μέλη ειδικών μονάδων που φορούν αλεξίσφαιρα γιλέκα και κρατώντας αυτόματα όπλα. Αυτό μοιάζει σαν υπερβολή, με δεδομένο ότι τα Εξάρχεια έχουν ένα σχεδόν μηδενικό επίπεδο εγκληματικότητας, και η αδικαιολόγητη αστυνομική παρουσία βοηθά μάλλον στην πρόκληση και στον ανταγωνισμό παρά στην προστασία και την υπηρεσία.

Η άμεση κινητοποίηση μετά το φόνο έγινε κυρίως από αναρχικούς και ριζοσπάστες Αριστερούς ακτιβιστές, που ήταν στο στοιχείο τους στα Εξάρχεια και ήδη είχαν μια ανταγωνιστική σχέση με την αστυνομία. Σύντομα όμως μαζί τους ενώθηκαν νέοι από όλα τα τμήματα της κοινωνίας, περιλαμβανόμενων, την Δευτέρα, μαθητών γυμνασίου που πήγαν στις διαμαρτυρίες σε μεγάλους αριθμούς. Η αστυνομική αντίδραση ήταν τυπικά βίαιη, με τεράστιες ποσότητες και αρκετά επεισόδια βαρβαρότητας. Οι διαμαρτυρίες ήταν πιο έντονες τις πρώτες δύο εβδομάδες, αλλά συνεχίστηκαν για περισσότερο από ένα μήνα. Πολλά πανεπιστήμια και σχολεία ήταν υπό κατάληψη. Περίπου 200 τραπεζικά καταστήματα δέχτηκαν επίθεση, και πολλά από αυτά  καταστράφηκαν. Οι λεηλασίες δεν ήταν διαδεδομένες, αλλά πολλά ακριβά μαγαζιά καταστράφηκαν. Επιπλέον στη φυσική βία που περιλάμβανε και συγκρούσεις με την αστυνομία, και καταστροφή ATM και φαναριών, οι διαμαρτυρίες περιλάμβαναν πολλές δράσεις, μεταξύ τους παραστάσεις, καταλήψεις θεάτρων και στούντιο της ΕΡΤ. Η κυβέρνηση φλέρταρε με την ιδέα ανακήρυξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης, αλλά αργότερα εγκαταλείφθηκε. Ωστόσο, η αστυνομική αντίδραση έγινε πιο βίαιη, και μαζί τους ενώθηκαν ακροδεξιοί που επιτίθονταν στους διαδηλωτές, στοχεύοντας μετανάστες συγκεκριμένα. Ως τα μέσα του Ιανουαρίου, η ελληνική εξέγερση είχε τελειώσει.

Οι μετανάστες, ήταν τότε και εκείνοι στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι, ένα από τα πολλά στοιχεία που έκανε την ελληνική εξέγερση του 2008 δίχως προηγούμενο, σε πολλά επίπεδα, στην σύγχρονη ιστορία της χώρας. Η εξέγερση κράτησε περισσότερο από κάθε άλλη από την μετάβαση της χώρας στη φιλελεύθερη δημοκρατία το 1974. Πήγε πέρα από την Αθήνα, επεκτεινόμενη σχεδόν σε όλη την επικράτεια, περιλαμβάνοντας όχι μόνο τις μεγάλες πόλεις και τις αστικές περιοχές, αλλά επίσης κάποιες από τις αγροτικές περιοχές και ακριτικές περιοχές. Η διάχυση της εξέγερσης οδήγησε την Λουκία Κοτρωνάκη και τον Σεραφείμ Σεφεριάδη να πουν πως ο «Ελληνικός Δεκέμβρης» δεν ήταν απλά μια ταραχή, αλλά μια ιδιαίτερη μορφή απαίτησης που ονομάζουν «εξεγερτική συλλογική δράση», χαρακτηριζόμενη από την γεωγραφική και κοινωνική επέκταση, ‘όπως και ένα μίγμα βίαιων και μη-βίαιων πράξεων αντίστασης. Ή σύμφωνα με τα λόγια του Σταύρου Σταυρίδη, ήταν μια έκφραση «κοινής οργής» και ένας τρόπος «συλλογικής ανάκτησης της πόλης». Η διάρκεια και η γεωγραφική επέκταση της εξέγερσης έδειξε πως αν και η άμεση αφορμή ήταν ο φόνος ενός άοπλου εφήβου από την αστυνομία, ο θυμός που έβραζε για μεγάλο διάστημα και είχε πολλές πηγές.

Οι νέοι άνθρωποι ήταν η πλειονότητα και έπαιξαν βασικό ρόλο στην εξέγερση, η οποία ήταν ένα άλλο ξεχωριστό χαρακτηριστικό. Πράγματι, όπως σημείωσε ο Παναγιώτης Σωτήρης, για πρώτη φορά ήταν ένα ολοκληρωμένο νεανικό κίνημα, και όχι απλά μια φοιτητική στιγμή. Ο αγώνας των δυο προηγούμενων ετών εναντίον των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, όπως είδαμε παραπάνω, είχαν ήδη ευνοήσει την καλλιέργεια μιας κουλτούρας αντίστασης μεταξύ των μαθητών. Ο Δεκέμβρης όμως ένωσε μαθητές με νέους εργάτες, νέους της κατώτερης τάξης με νέους της μέσης τάξης και, ίσως το κυριότερο, την ντόπια ελληνική νεολαία με τους νέους μετανάστες δεύτερης γενιάς. Διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού ενώθηκαν στην εξέγερση του Ελληνικού Δεκέμβρη. Η διαφορετικότητα τους και οι κοινές πηγές της οργής τους ήταν εμφανείς στις δημόσιες ανακοινώσεις που εκδόθηκαν στη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας των γεγονότων, στις 12 Δεκεμβρίου του 2008, από Συντονιστικό Καταλήψεων στην Αθήνα:

«Η εξέγερση της νεολαίας είναι μια έκφραση κοινωνικής οργής εναντίον των πολιτικών που δολοφονούν τη ζωή, εκπαίδευση και την εργασία, εναντίον της κυβέρνησης που επιτίθεται στη νεολαία και την ίδια στιγμή δίνει 28 δισεκατομμύρια ευρώ στις τράπεζες. Είναι πολιτική απάντηση στη κρατική δολοφονία και καταστολή… Οι εργάτες … είναι οι φυσικοί σύμμαχοι του κινήματος μας που εκφράζει την οργή των μαθητών γυμνασίου, φοιτητών, επισφαλώς εργαζόμενων νέων «της γενιάς των 700 ευρώ», τους άνεργους και τους μετανάστες».

Η εργασιακή ανασφάλεια ήταν κοινή αγωνία σε όλο το φάσμα, περιλαμβανομένων εργατών και της ελληνικής νεολαίας διαφορετικών μορφωτικών επιπέδων, κοινωνικό επίπεδο, κοινωνικής θέσης και καταγωγής. Πριν την εξέγερση, τα βασικά εργατικά σωματεία είχαν καλέσει ήδη σε γενική απεργία στις 10 Δεκέμβρη, η οποία είναι μια ακόμη ένδειξη της ευρέως διαδεδομένης αίσθησης αγανάκτησης. Το μέλλον έμοιαζε ιδιαίτερα ζοφερή για την νεολαία, η οποία ήταν ένας σημαντικός παράγοντας που τους ένωσε.

Ένα ακόμη ζήτημα που ένωσε την νεολαία, και ιδιαίτερα την ντόπια νεολαία και τους νέους μετανάστες δεύτερης γενιάς, ήταν η αστυνομική βαρβαρότητα, η οποία, σημείωσε ο Ανδρέας Καλύβας, ήταν κάτι που «και οι ξένοι και οι ντόπιοι μπορούν να κατανοήσουν». Όπως σημειώθηκε παραπάνω, η ελληνική αστυνομία έχει μια καλά καταγεγραμμένη ιστορία κακοποίησης και βαρβαρότητας, η οποία είχε ήδη καταγραφεί σε αρκετές αναφορές στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αυτές εξέφραζαν ανησυχίες για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έγιναν από την αστυνομία στη διάρκεια διαδηλώσεων, συλλήψεις και κρατήσεις, μεταξύ τους υπερβολική χρήση βίας, αυθαίρετες κρατήσεις, βασανιστήρια και άλλων κακομεταχειρίσεων, και άρνηση πρόσβασης σε νομικές υπηρεσίες. Πράγματι σε αρκετές περιπτώσεις στη δεκαετία του 2000 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων βρήκε την Ελλάδα να έχει παραβιάσει του δικαιώματος στη ζωή και την απαγόρευση των βασανιστηρίων ή ταπεινωτικής μεταχείρισης. Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας του 2009 ήταν ξεκάθαρη για τη σχέση μεταξύ της ιστορίας της αστυνομικής βίας και της εξέγερσης του Δεκέμβρη: «Οι διαδηλώσεις είναι η κορύφωση ενός μοτίβου σοβαρών παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων από αξιωματούχους των αστυνομικών δυνάμεων».

Ένας Δεύτερος Γαλλικός Νοέμβρης του 2005

Για εμάς τους οργανωμένους μετανάστες, αυτός είναι η δική μας γαλλική εξέγερση του Νοέμβρη του 2005

Στέκι Αλβανών Μεταναστών

Όταν οι δήθεν φιλελεύθερες χώρες καταφεύγουν σε μαζική αστυνομική βία , μαρτυρούν τη δική τους κοινωνική και πολιτική αδυναμία.

Στάθης Γουργούρης

Πολλοί καθιερωμένοι διανοούμενοι δεν ήταν ευγενικοί απέναντι στους εξεγερμένους. Ερμήνευσαν την εξέγερση ως μια μορφή διαστροφής, που εξέθεσε μια κουλτούρα βίας  και έλλειψη ευγένειας. Τα καθιερωμένα μέσα  δεν απέφυγαν να αποκαλέσουν τους διαδηλωτές ως «όχλο». Τέτοια δυσφημιστικά σχόλια οφείλονταν μάλλον στο επίπεδο βίας εναντίον της ιδιοκτησίας και της γενικής καταστροφής. Ακόμη και παρατηρητές θετικοί ως προς την εξέγερση παραδέχονταν πως τα γεγονότα του 2008 ήταν «πολύ πιο έντονα, βίαια και καταστροφικά» από οτιδήποτε  από το τέλος του Εμφύλιου πολέμου. Εκατοντάδες τράπεζες , καταστήματα και δημόσια κτίρια  καταστράφηκαν, εκατοντάδες αυτοκίνητα πυρπολήθηκαν, οι μεταφορές παρέλυσαν. Η έκταση της φυσικής καταστροφής είχε ξαφνιάσει τους πάντες.

Ωστόσο η εξέγερση, όσο βίαιη και αν ήταν, ήταν η έκρηξη σε αντίδραση σε άλλες μορφές βίας, τις οποίες αποκάλυψε. Ήταν βία που κατέστρεψε την κατεστημένη τάξη, επειδή η κατεστημένη τάξη αντιμετωπίστηκε ως πηγή βίας. Το σημείο αυτό διατυπώθηκε με δύναμη με την δημόσια ανακοίνωση μιας λαϊκής συνέλευσης που έκανε κατάληψη στο δημαρχείο του Αγίου Δημητρίου, μια δημοτική ενότητα στο νότιο τμήμα της μητροπολιτικής περιοχής της Αθήνας, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη:

«Ειπώθηκαν πολλές κουβέντες για τη βία. Για τους ανθρώπους σε θέσεις εξουσίας και τα μέσα βία είναι μόνο ότι καταστρέφει την τάξη.

Αλλά για εμάς:

Βία είναι να εργάζεσαι για σαράντα  χρόνια και ιδιαίτερα χαμηλούς μισθούς και να αναρωτιέσαι αν θα καταφέρεις ποτέ να πάρεις σύνταξη.

Βία είναι τα τραπεζικά ομόλογα, η κλοπή των συντάξεων, η απάτη του χρηματιστηρίου.

Βία είναι να αναγκάζεσαι να πάρεις στεγαστικό δάνειο το οποίο θα πρέπει να ξεπληρώσεις με τεράστιο τόκο.

Βία είναι το δικαίωμα του εργοδότη να σε διώχνει όποτε θέλει.

Βία είναι να είσαι άνεργος, επισφαλής, να πληρώνεσαι 700 ευρώ το μήνα, μερικές φορές δίχως ασφάλιση.

Βία είναι τα εργατικά «ατυχήματα», επειδή τα αφεντικά κόβουν τα κόστη εις βάρος της ασφάλειας στο χώρο εργασίας.

Βία είναι να είσαι γυναίκα μετανάστρια, να ζεις με μόνιμο φόβο απέλασης, και να έχεις ένα σταθερό συναίσθημα ανασφάλειας».

Αν χαρακτηρίστηκε από βία εναντίον της ιδιοκτησίας, με τις τράπεζες και τις αλυσίδες καταστημάτων ως βασικούς στόχους, ο Ελληνικός Δεκέμβρης αποκάλυψε και μίλησε για άλλες μορφές βίας που καταστρέφουν πολλές ζωές, από την ανεργία ως την διαφθορά, από την επισφάλεια ως την αστυνομική βαρβαρότητα. Μια βαθιά δυσπιστία προς το πολιτικό κατεστημένο ήταν εμφανής σε όλη τη διάρκεια της εξέγερσης με τη μορφή των συνθημάτων και των κειμένων. Υπό την έννοια αυτή, η ελληνική εξέγερση έδειξε πως η κατεστημένη πολιτική τάξη ήταν ανίκανη να εκπληρώσει τα πολιτικά ιδανικά, ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς των Ελλήνων και των μεταναστών που γεννήθηκαν και ζούσαν στην Ελλάδα. Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων, σημειώνει ο Κώστας Δουζίνας, «ήταν άνθρωποι των οποίων τα θέλω δεν ακούστηκαν ποτέ». Η εξέγερση επεκτάθηκε, σύμφωνα με τα λόγια της Ειρήνης Γαϊτάνου, «από μια ενσυνείδηση που, για πρώτη φορά, μια γενιά που αντιμετώπιζε ένα μέλλον χειρότερο από εκείνο των προηγούμενων γενιών», και από μια αγανάκτηση πως η «συσσωρευμένη οργή» τους δεν μπορούσε να εκφραστεί μέσα από τα παραδοσιακά κανάλια πολιτικής επικοινωνίας  και αντιπροσώπευσης. Για αυτό οι δρόμοι μιλούσαν για πάνω από ένα μήνα.

Και όταν οι δρόμοι μίλησαν, υπήρξε χώρος για φωνές που σε άλλες συνθήκες φιμώνονταν. Όπως σημειώθηκε παραπάνω, η συμμετοχή των δεύτερης γενιάς μεταναστών – πλέον εξεγερμένοι και σε δημόσια θέα – ήταν σημαντική πτυχή της ελληνικής εξέγερσης. Στη δημόσια τους ανακοίνωση που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο στις 19 Δεκεμβρίου 2008, το Στέκι Αλβανών Μεταναστών δήλωσαν την απαίτηση τους για ισότητα:

«Τα παιδιά των μεταναστών συμμετέχουν μαζικά και δυναμικά στο κίνημα…. Δεν θέλουν να είναι και δεν είναι σαν τους γονείς τους, που ήρθαν στην Ελλάδα με τα κεφάλια τους σκυμμένα, και αντιμετωπίστηκαν σαν ζητιάνοι. Είναι κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, μιας και δεν γνωρίζουν άλλη κοινωνία. Δεν ζητιανεύουν αλλά απαιτούν να είναι ίσοι με τους Έλληνες ομόλογους τους: ίσοι στον αγώνα στο δρόμο, ίσοι στο όνειρο για το μέλλον».

Στις 22 Δεκεμβρίου, η Κωνσταντίνα Κούνεβα, μια μετανάστρια από τη Βουλγαρία που εργάζονταν ως καθαρίστρια δέχτηκε επίθεση με θειικό οξύ, κάτι που προσέλκυσε περισσότερους μετανάστες στην εξέγερση και τροφοδότησε την οργή. Η συμμετοχή των μεταναστών ήταν σημαντική πολιτική πτυχή του Ελληνικού Δεκέμβρη, επειδή υπονοούσε την εμφάνιση νέων πολιτικών υποκειμένων, και έτσι έναν επαναπροσδιορισμό της πολιτικής κοινότητας. Η αναφορά στις εξεγέρσεις του 2005 στα γαλλικά προάστια και η απαίτηση για ισότητα έδειξε πως η δεύτερη γενιά  μεταναστών στην Ελλάδα, όπως οι στιγματισμένες ομάδες στην Γαλλία, αισθάνθηκαν αποκλεισμένοι και καταπιεσμένοι στη χώρα της γέννησης και διαμονής τους. Ωστόσο, καθώς η έκταση της εξέγερσης έδειχνε, το αίσθημα αποκλεισμού δεν περιορίζονταν στους δεύτερης γενιάς μετανάστες.

Μια ακόμη σημαντική πολιτική πτυχή της ελληνικής εξέγερσης ήταν πως αντίθετα από τις προηγούμενες εξεγέρσεις του εικοστού αιώνα στην Ελλάδα, έγινε μέσα σε φιλελεύθερη δημοκρατία. Αυτό οδήγησε κάποιους να αγνοήσουν το πολιτικό της νόημα. Όπως ένα μέλος κατάληψης πανεπιστημίου το 1973 εναντίον της στρατιωτικής χούντας, τώρα στην ηγεσία μιας αριστερής κοινοβουλευτικής ομάδας ανήσυχου για την εξέγερση του Δεκέμβρη, είπε: «επαναστατήσαμε εναντίον μιας στρατιωτικής δικτατορίας, επαναστατούν εναντίον μιας δημοκρατίας…. Ποιον πολεμούν ακριβώς;». Αλλά αυτό είναι ίσως ακριβώς το νόημα. Όπως συνέβη σε άλλες αστικές εξεγέρσεις σε ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Σουηδία, δεν χρειάζεσαι μια στρατιωτική δικτατορία για να προκαλέσει αδικίες που θα εξοργίσει τους καθημερινούς πολίτες. Οι δημοκρατίες μας είναι απόλυτα ικανές να το κάνουν αυτό, αν και μέσω από συνθήκες πολύ διαφορετικές από εκείνες ενός στρατιωτικού καθεστώτος. Το γεγονός πως πρόκειται για δημοκρατικά καθεστώτα δεν αποτελεί, με άλλα λόγια, εγγύηση εναντίον καταστροφικών ανισοτήτων, καταπιεστικών πρακτικών και αδικίες που παρέμειναν άλυτες. Πράγματι, το γεγονός πως αυτά είναι δημοκρατ4ικά καθεστώτα, δεν είναι καν εγγύηση για δημοκρατία     , με το τρόπο αυτό κατανοούμε την ίση αξία κάθε πολίτη και κατοίκου.

Είδαμε με το ελληνικό όπως και με άλλα επεισόδια αστικής οργής πως η εξέγερση παραμένει η απόλυτη μορφή διαφωνίας για τους πολίτες που δεν αναγνωρίζονται ως νόμιμοι ή ισότιμοι συνομιλητές – όχι απλά ως ψηφοφόροι – στις διαδικασίες που επηρεάζουν τις καθημερινές ζωές της. Οι αστικές εξεγέρσεις, υπό την έννοια αυτή, δεν είναι επεισόδιά άσκοπης καταστροφής, αλλά υπενθυμίσεις της παρουσίας ενός σώματος πολιτών που αισθάνονται αδικημένοι από το έργο της κατεστημένης τάξης. Όπως παρατήρησε ένα άτομο που συμμετείχε στην εξέγερση: «το σπάσιμο δεν έχει σημασία. Από όλα τα συνθήματα το σημαντικότερο ήταν, «Είμαστε εδώ». Οι αστικές εξεγέρσεις περιλαμβάνουν την σωματική παρουσία πολιτών που επιβεβαιώνουν τους εαυτούς ως ίσους  για να αμφισβητήσουν την τάξη των πραγμάτων. Όπως έγραφε ένα γκράφιτι  στην Αθήνα μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008: «Ο Δεκέμβρης δεν ήταν απάντηση, ήταν ερώτηση».

Από το 1974, η Ελλάδα ήταν δημοκρατικό κράτος, με σύνταγμα σε ισχύ, με το κοινοβούλιο να λειτουργεί, πολλά πολιτικά κόμματα να προσπαθούν να προσελκύσουν ψηφοφόρους, και ελεύθερες εκλογές να γίνονται συχνά. Ωστόσο, ο τρόπος λειτουργίας όλων αυτών άφησε πολλούς με την αίσθηση του αποκλεισμού και θυμωμένους, όπως φάνηκε στην δίχως προηγούμενο αναταραχή. Οι φιλελεύθερες δημοκρατικές διαδικασίες απέτυχαν να καταπολεμήσουν  – και απέτυχαν να δώσουν φωνή  που ήθελαν να καταπολεμήσουν – την αστυνομική βαρβαρότητα, την κερδοσκοπία, τον από τα πάνω σχεδιασμό, τον οικονομικό αποκλεισμό, την διάκριση και την εκτεταμένη διαφθορά, όπου όλα συσσωρεύτηκαν με τα χρόνια. Και όταν αναπόφευκτα ξέσπασε, όπως γίνεται, αυτή η φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη έπρεπε να καταφύγει σε περισσότερη αστυνομική βία, μαρτυρώντας τις δικές τις κοινωνικές και πολιτικές αδυναμίες.

(προσθήκη από π.κ.)

Η δολοφονία του γιατρού Τσιρώνη και άλλες 135 «μεμονωμένες» δολοφονίες από την αστυνομία


Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: