Πλάνητες του πνεύματος

πηγή: Provo

Πλάνητες του πνεύματος

«Κάτω από το όνομα “πλάνητες”», έλεγε ο Στίρνερ, «θα μπορούσε κανείς να εντάξει όλους εκείνους που φαίνονται στον καλό αστό ύποπτοι, εχθρικοί και επικίνδυνοι· κάθε περιθωριακός, κάθε διαφορετικός τρόπος ζωής δυσαρεστεί την μπουρζουαζία· και υπάρχουν κι οι πλάνητες του πνεύματος, οι οποίοι αισθάνονται να ασφυκτιούν κάτω από τη στέγη που κληρονόμησαν από τους πατεράδες τους, και πάνε να ψάξουν πιο μακριά για να βρουν περισσότερο χώρο και φως. Αντί ν’ αράζουν στο οικογενειακό σπήλαιο αναδεύοντας τη στάχτη του μετρημένου τρόπου σκέψης, αντί να δέχονται ως απαράβατη αλήθεια καθετί που πρόσφερε παρηγοριά και εφησυχασμό σε χιλιάδες γενιές, εκείνοι υπερπηδούν όλα τα σύνορα της παράδοσης και κυκλοφορούν εδώ κι εκεί εφοδιασμένοι με την αυθάδη κριτική τους και την αχαλίνωτη μανία τους για αμφισβήτηση. Αυτοί οι εκκεντρικοί πλάνητες αποτελούν την τάξη των άστατων, των ανήσυχων, των ευμετάβλητων, δηλαδή των προλετάριων- και ονομάζονται -όταν εκδηλώνουν την ασταθή φύση τους- απείθαρχοι, θερμοκέφαλοι, φανατικοί…».

Ω, οι πλάνητες του πνεύματος! Οι χλωμοί, αμετανόητοι υπονομευτές! Αυτοί που καλπάζουν ολοένα μέσα απ’ την αχανή επικράτεια της ιδιότροπης φαντασίας τους, που δημιουργεί καινούργια πράγματα.

Είπε μια μέρα ο Ζαρατούστρα, απευθυνόμενος σε αυτούς: «Ακόμα ελεύθερη είναι η γη για τις μεγάλες ψυχές. Υπάρχουν ακόμα πολλοί λιμένες για τις μοναχικές και για τις αδελφές ψυχές, περιτριγυρισμένοι από το άρωμα γαλήνιων θαλασσών. Ακόμα ελεύθερη είναι η ζωή: ελεύθερη για τις ελεύθερες ψυχές».

Έπειτα συνέχισε: «Μόνο εκεί όπου το Κράτος σταματά να υπάρχει ξεκινά ο περιττός άνθρωπος: εκεί αρχίζει ο ύμνος του απαραίτητου, η ανομοιογενής επωδός. Εκεί όπου το Κράτος σταματά να υπάρχει – μα κοιτάξτε λίγο, αδέλφια μου! Δεν τα βλέπετε, το ουράνιο τόξο και το γεφύρι του υπερανθρώπου;».

Όμως πριν τους μιλήσει για όλ’ αυτά, μίλησε για τους πιθήκους και τους τρελούς που προσκυνούν το «νέο είδωλο» – το Κράτος. Είπε: «Αδέλφια μου, θέλετε λοιπόν να πνιγείτε μέσα στις αναθυμιάσεις των στομάτων και των ορέξεών τους; Κάλλιο να σπάσετε τα παράθυρα και να πηδήσετε έξω, στον καθαρό αέρα!».  Κι αυτοί -οι πλάνητες του πνεύματος- έσπασαν τα παράθυρα και ξεχύθηκαν ενθουσιώδεις στη βέβηλη ελευθερία των αγρών, εκεί που η οργιαστική φύση πλέκει τ’ άσματα της ζωής· εκεί που οι χρυσές σοδειές χορεύουνε στον άνεμο, φιλημένες απ’ τον ήλιο.

Κι αυτοί – οι υπονομευτές- από την ίδια εκείνη μέρα έθεσαν εαυτούς εκτός νόμου… Μαγεμένοι από τη σαγηνευτική γοητεία της κατακτημένης ελευθερίας, μισοξαπλωμένοι στο έδαφος, ακίνητοι, όταν το συμβολικό μουρμουρητό που έφτανε από τις καταπράσινες φυλλωσιές του βουνού τούς καλούσε και πάλι – πιο μακριά… πιο ψηλά… Κοίταξαν ο ένας τον άλλον βαθιά στα μάτια. Η φλόγα της αγάπης πύρωσε στις κόρες των ματιών τους σαν ηφαιστειακή λάβα. Κι ύστερα, κατάλαβαν το νόημα όσων είχε πει ο Δάσκαλος και, αναγνωρίζοντας αλλήλους ως «αδελφές ψυχές», κίνησαν όλοι μαζί για την κορφή του πράσινου βουνού που -φαντάζονταν ότι- θα τους αποκάλυπτε μια νέα ζωή.

Μόλις το βέβηλο, ιερόσυλο πόδι τους πάτησε στις ψηλές κορφές, ο ήλιος ήδη βασίλευε, αφήνοντας πίσω μοναδικό ίχνος του κάτι τεράστιες κόκκινες λωρίδες που έμοιαζαν με μεγαλοπρεπείς πύρινες γλώσσες. Εκείνη τη στιγμή, το ίδιο θλιβερό όραμα ξέσπασε στο μυαλό όλων. Τους φάνηκε πως έβλεπαν τον ίσκιο του Δασκάλου να ναυαγεί σε κάτι κόκκινες φλόγες. Μέσα σ’ εκείνη την πρωτόγονη κι ερημική σιωπή, ακόμη νόμιζαν πως άκουγαν τη φωνή του που έλεγε: «Μην φοβάστε. Θα ανατείλω ξανά με τον ήλιο. Και για σας τώρα σιμώνει το λυκόφως, μα θ’ ανατείλετε ξανά αγνοί με τις πρώτες αχτίδες της αυγής».

Μα, αλίμονο, στρέφοντας πίσω το βλέμμα για να κοιταχτούν μεταξύ τους, ένιωσαν ένα ρίγος τρόμου να τους σκεπάζει με το πέπλο της δυστυχίας, καθότι η φλόγα της αγάπης δεν έκαιγε πια σαν ηφαιστειακή λάβα στις κόρες των ματιών τους. Το μαυροφτέρουγο πουλί της μελαγχολίας χίμηξε βίαια καταπάνω στην πόρτα της καρδιάς τους φέρνοντας θλίψη και ύπνο.

Μόλις ήρθε η αυγή ν’ αναζητήσει με τις ασημένιες αχτίδες της τις κόρες των ελεύθερων κοιμώμενων και ν’ αναγγείλει τη γέννηση μιας νέας μέρας, τινάχτηκαν όρθιοι με τη φλόγα να καίει τώρα ακόμη πιο δυνατά βαθιά μέσα στα μάτια τους. Έψαλλαν έναν ύμνο για τη ζωή και εστίασαν με ένταση το βλέμμα τους μακριά.

Δεν πέρασαν παρά ελάχιστες στιγμές κι ένα ουρλιαχτό διονυσιακής έκστασης ξεχύθηκε από τα παλλόμενα στήθη όλων. Το ουράνιο τόξο και το γεφύρι του υπερανθρώπου, για τα οποία είχε μιλήσει ο Δάσκαλος, υψώνονταν τώρα μεγαλοπρεπώς, αστράφτοντας μέσα από τις ζοφερές φλόγες της χριστιανικής ομίχλης.

Σιγά σιγά, κι ενώ ο ήλιος σκαρφάλωνε στον ορίζοντα, εκείνοι συνειδητοποιούσαν πως οι περιοχές στις οποίες βρίσκονταν κατοικούνταν ήδη από άλλα Πλάσματα. Ω, κι αναγνώρισαν αυτούς τους κατοίκους… Είδαν τα πλάσματα του Χένρικ Ίψεν – με όλη την τραγική ομορφιά τους, με την ηφαιστειακή λάβα του πάθους να καίει στα μάτια τους – φρικτά ρημαγμένα από τη γάγγραινα που είχε εξαπολύσει η κοινωνική προκατάληψη και μάστιζε το Εγώ. Και μέσα σ’ αυτήν τη συμβολική ιψενική καταστροφή, νόμισαν πως αντίκριζαν τη γέννηση του υπεράνθρωπου.

Με σιωπηλό μυαλό και την καρδιά στις φλόγες, παρατηρούσαν τον Ρούμπεκ και την Ιρένε  να σηκώνονται απ’ τον τάφο και να κατευθύνονται κατά πού η λευκή χιονοστιβάδα, χορτασμένη νεκρούς, αναβλύζει φως ακατάλυτο ζωής. Όμως αυτοί κοιτούσαν ακόμα… κοιτούσαν κι έβλεπαν! Έβλεπαν να ’ρχεται από μακριά ο «Ψαράς»,  που ζούσε στο «Σπίτι με τις ροδιές» που έκτισε ο Όσκαρ Ουάιλντ μέσα στην ομιχλώδη λάμψη τ’ ουράνιου τόξου που υψωνόταν στα πλευρά του Υπερανθρώπου – με το μεγάλο κι αδιαμφισβήτητο πάθος φυλακισμένο στην καρδιά του – και να πηγαίνει προς το σπίτι του παπά, προς την πλατεία της Αγοράς, προς τον βράχο εκείνο όπου ζει μια νεαρή και φοβισμένη Μαγιούλντα, κι από ’κει στο βουνό, σπαρμένο κακόβουλα τελώνια, εκεί που τον οδήγησε αυτή για να τον αποπλανήσει μ’ έναν διαβολικό χορό μαγισσών, εκεί που προΐστατο Αυτός που όλα τα μπορούσε προτού αναφανεί ο Ψαράς.

Μα ο ΨΑΡΑΣ προκαλούσε τους πάντες, νικούσε τους πάντες – τόσο επιβλητική είναι η παράφορη και ακλόνητη επιθυμία του πάθους του. Κι έπρεπε να ελευθερωθεί απ’ την ψυχή του, το μοναδικό πλέον εμπόδιο ανάμεσα σ’ αυτόν και την καρδιά του, εφόσον μόνο ύστερα απ’ αυτή την απελευθέρωση θα μπορούσε ανεμπόδιστα να βουτήξει στις τρομερές δίνες της θάλασσας και να συναντήσει τη Σειρήνα του που ζούσε στις αβύσσους. Τη μόνη που μπορούσε να του χαρίσει την ευφρόσυνη μέθη του έρωτα. Ω, πόσα πράγματα θα έβλεπαν αυτοί οι πλάνητες του πνεύματος να λαμπυρίζουν ανάμέσα στο «ουράνιο τόξο» και τα γεφύρια του υπερανθρώπου, αν το άξεστο και κτηνώδες ουρλιαχτό του χυδαίου κοπαδιού, που προ πολλού φυτοζωεί σε στάσιμα νερά και γερνάει δίχως ποτέ ν’ ανανεώνεται στους πρόποδες του βραχώδους όρους, δεν τους ταρακουνούσε βίαια φωνάζοντάς τους παράφρονες και μανιακούς. Είχαν ακόμα χαραγμένο στα χείλη ένα χαμόγελο περιφρόνησης και πικρής ειρωνείας, όταν ένα κόκκινο αυτοκίνητο διέσχισε επίβουλα μια από τις μεγαλύτερες μοντέρνες πόλεις και, τρομερό σαν κεραυνός, διέδωσε έναν νέο τρόπο ζωής.

Μα τώρα συνειδητοποιώ πως πλανήθηκα. Και το χειρότερο, σε αυτή την περιπλάνησή μου, βρέθηκα σε κακές παρέες… Στίρνερ και Νίτσε, Ίψεν και Ουάιλντ. Μα υπάρχει γκρίζο αυτοκίνητο; Τρελοί, έκφυλοι, εγκληματίες – όλοι τους.

Ω θεοί, σώστε με από το μένος των έκπτωτων ανθρώπων… Και σώστε με από κείνους που αντί ν’ αφιερώνουν τον χρόνο τους στο να καταστρέψουν – στην καθημερινή μάχη – το κομμάτι αυτής της κοινωνίας που μας καταπιέζει και μας συνθλίβει, τον σπαταλούν θέλοντας να διδάξουν, να επιβάλλουν συστήματα πάλης και σκέψης σ’ αυτούς που πάσχισαν να μάθουν να παλεύουν και να σκέφτονται για τους εαυτούς τους. Κι όταν ο χρόνος τους δεν ξοδεύεται για να πετύχουν όλα τα παραπάνω, τότε χρησιμοποιείται για να υπολογίσουν πόσο μεγάλα πρέπει να είναι τα φρενοκομεία, μες στα οποία θα εγκλειστούν οι νέοι εξεγερμένοι της μέλλουσας κοινωνίας.

Όσο για μένα, νιώθω καλά με τη συντροφιά αυτών των παραφρονούν, και μαζί με έναν απ’ αυτούς, ίσως τον καλύτερο, κραυγάζω: «Περιφρονήστε τους, περιφρονήστε τους καλούς και τους δίκαιους, γιατί αυτοί ήταν πάντοτε η αρχή του τέλους». Και πόσο καλά ζω με τη συντροφιά ετούτων των Τρελών! Πόσο σπουδαία βρίσκω την «τρέλα τους για καταστροφή»! Και παίρνω όρκο πως λατρεύω αυτή την καταστροφική τρέλα περισσότερο, πολύ περισσότερο, από τη συντηρητική σοφία.

Ναι, ναι, αφήστε με τους τρελούς μου, και σας υπόσχομαι πως αν η ερχόμενη ευρωπαϊκή επανάσταση μάς αρνηθεί τη χαρά να επιδοθούμε σ’ έναν παροξυσμό ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ, εγώ θα επιστρέφω -σε καλύτερους καιρούς- να μιλήσω για Εκείνους, κι αν υπάρχει κάτι να επικρίνω -το λίγο της τρέλας τους ίσως;!- θα το κάνω, και μάλιστα χωρίς καμία επιφύλαξη.

Enzo Novatore

Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Από τον συλλογικό τόμο Αναρχία και Λογοτεχνία, εκδ. Πανοπτικόν, 2017


Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: