Η Οικονομία της Ελευθερίας

πηγή: Provo

Η Οικονομία της Ελευθερίας

Η κατάρρευση των δικτατοριών του κρατικού καπιταλισμού στην Ανατολική Ευρώπη και την πρώην Σοβιετική Ένωση έδειξε ότι κάθε προσπάθεια συνδυασμού της ιδέας μιας δίκαιης κοινωνίας με τη διατήρηση του κράτους και τις σχέσεις χρημάτων-αγαθών (αγοράς) είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο αναρχικός κομμουνισμός πρόβλεψε από την αρχή πως οι μαρξιστικές ουτοπίες θα έφταναν ακριβώς σε αυτό το τέλος. Δεν έχει κηλιδωθεί από την εμπειρία της σοσιαλδημοκρατίας και του «κομμουνισμού» του κομματικού κράτους, και επομένως δεν χρειάζεται να «συμπληρωθεί» με δάνεια από αυτά τα δόγματα τα οποία υπέστησαν πλήρη κατάρρευση.

Ένας τέτοιο δάνειο είναι η ιδέα του «σοσιαλισμού της αγοράς». Γεννήθηκε μέσα στα κεφάλια των σοσιαλδημοκρατών θεωρητικών και υιοθετήθηκε από τους μεταρρυθμιστές των κυβερνώντων κομμάτων, οι οποίοι όμως δεν έσωσαν το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» αλλά έσπευσαν την οικονομική καταστροφή. Ωστόσο, πολλοί αριστεροί, συμπεριλαμβανομένων μερικών αναρχικών, υιοθέτησαν την ιδέα του συνδυασμού του σοσιαλισμού και της αγοράς, θεωρώντας την ως εναλλακτική λύση στον κεντρικό «σχεδιασμό».

Ωστόσο, οι προσπάθειες των αντικρατιστών, αντιεξουσιασών σοσιαλιστών να συνδυάσουν μια δίκαιη κοινωνική τάξη με τις σχέσεις της αγοράς αποτυγχάνουν πάντοτε. Έχουν οδηγήσει είτε σε ένα είδος «συλλογικού καπιταλισμού» (όπως συνέβη, σύμφωνα με τις περιγραφές του Gaston Leval και του D. Abad de Santillan, σε ορισμένες κολεκτιβοποιημένες επιχειρήσεις κατά την ισπανική επανάσταση: διατήρησαν τα χρήματα και το σύστημα των μισθών και συνέχισαν να κάνουν δουλειές εγωιστικά, με δική τους ευθύνη) ή σε περιορισμένη αυτοδιαχείριση με διευρυμένες εξουσίες για διαχειριστές (χάριν ταχύτερης και αποτελεσματικότερης λήψης αποφάσεων στην αγορά, όπως συνέβη στο σύστημα των κιμπούτς (kibbutzim)).

Ακόμη και οι «πλέον ελεύθερες» σχέσεις αγοράς είναι εντελώς ασύμβατες με την αλληλεγγύη, την ηθική και την ίδια την ελευθερία. Ο Γάλλος φιλόσοφος και οικολόγος André Gorz έδειξε στο βιβλίο του «Κριτική Οικονομικού Λόγου» ότι τόσο κάτω από το συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό όσο και από το σύστημα της αγοράς, η θέληση του ανθρώπου και η δραστηριότητά του και ολόκληρη η ζωή της κοινωνίας περνά κάτω από τον συνειδητό του έλεγχο. Έτσι, όταν οι άνθρωποι υποτάσσονται στους απρόσωπους νόμους της αγοράς, οι οποίοι δεν εξαρτώνται από αυτούς και δεν μπορούν να ελεγχθούν, τα αποτελέσματα της ασυντόνιστης δραστηριότητας των ατόμων δεν αντιστοιχούν στη θέληση και την επιθυμία τους. Αυτά τα αποτελέσματα είναι ένα θέμα τύχης, όπως στη θερμοδυναμική. Ωστόσο, η ελευθερία είναι η δυνατότητα συνειδητού ελέγχου της ίδιας της ζωής (αυτοδιαχείρισης).

Ο κοινωνικός ψυχολόγος Erich Fromm (Να έχεις ή να είσαι;) πρόσφερε μια εξαιρετική ανάλυση του λεγόμενου «χαρακτήρα της αγοράς», δείχνοντας πώς οι σχέσεις της αγοράς διαφθείρουν και παραμορφώνουν την ανθρώπινη προσωπικότητα: μετατρέπεται σε αντικείμενο εμπορίου, ένα εμπόρευμα που προσπαθεί να πωλήσει τον εαυτό του με το μεγαλύτερο όφελος και αναπτύσσει μέσα του μόνο εκείνες τις ικανότητες που μπορούν να «αγοραστούν». Όλες οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων υποτάσσονται στις εγωιστικές, χρηστικές αρχές της κερδοφορίας, κάθε δραστηριότητα γίνεται πορνεία και η αλληλοβοήθεια και η αλληλεγγύη δίνουν τη θέση τους σε έναν πόλεμο «όλοι εναντίον όλων» που διεξάγεται από πικραμένους και ζηλόφθονους μεταξύ τους ανθρώπους.

Οι σχέσεις της αγοράς δεν μπορούν να υπάρξουν σε μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία βασισμένη στην αλληλεγγύη. Στο τέλος αναπόφευκτα θα καταστρέψουν μια τέτοια κοινωνία.

Κάποιοι άνθρωποι προτείνουν να διατηρηθεί το μοντέλο της αγοράς («σοσιαλιστές της αγοράς») μόνο για μια «μεταβατική» περίοδο πριν από την ίδρυση του αναρχοκομμουνισμού, με αμοιβή «ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας που έγινε». Επαναλαμβάνουν τα μαρξιστικά επιχειρήματα σχετικά με τη διαφορά ανάμεσα στον «σοσιαλισμό» και τον «κομμουνισμό», τον τρόπο με τον οποίο θα ο πρώτος «εξελιχθεί» στο τελευταίο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα συμβεί αυτό, όπως η υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας, η αφθονία και το υψηλότερη επίπεδο συνείδησης.

Αυτά τα καθαρά παραγωγιστικά επιχειρήματα θα μπορούσαν ίσως να συζητηθούν ακόμη σοβαρά πριν από τριάντα χρόνια, πριν από την αρχή της οικολογικής κρίσης. Σήμερα είναι απολύτως σαφές ότι μια δίκαιη κοινωνία μπορεί να οικοδομηθεί μόνο στη βάση της οικολογικής αρμονίας. Εάν η ανθρωπότητα επιθυμεί να επιβιώσει, δεν μπορεί να υπάρξει ζήτημα αύξησης – ή σε ορισμένους τομείς, ακόμη και διατήρησης – του επιπέδου της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Και όσοι συνδέουν τον κομμουνισμό με την «αφθονία» με την παραδοσιακή έννοια της λέξης διατρέχουν τον κίνδυνο να χάσουν συνολικά το νόημα: η απεριόριστη οικονομική ανάπτυξη μέσα στο περιορισμένο σύστημα του Πλανήτη Γη είναι αδύνατη.

Είναι επίσης δύσκολο να συμφωνήσουμε με την ιδέα ότι η “πληρωμή ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας που πραγματοποιείται” είναι ο αποτελεσματικότερος και αποδεκτός τρόπος για την αποφυγή ενός παθητικού εργατικού δυναμικού δίχως κίνητρο. Οι άνθρωποι γίνονται αδιάφοροι απέναντι στο δικό τους έργο όταν δεν είναι σε θέση να ελέγξουν την πορεία και τα αποτελέσματά του και όταν δεν έχουν αίσθηση της κοινωνικής του σημασίας ή για το νόημα και το σκοπό της εργασιακής διαδικασίας στο σύνολό της. Αυτό είναι φυσικό, δεδομένης της αλλοτρίωσης και του λεπτομερούς («τεϊλορικό») καταμερισμού της εργασίας της σύγχρονης βιομηχανικής παραγωγής, και κανένα «υλικό κίνητρο» δεν μπορεί να κάνει τη μικρότερη διαφορά στην κατάσταση. Και όμως στις αγροτικές κοινότητες της επαναστατικής Ισπανίας και στα κιμπούτς με ένα κομμουνιστικό σύστημα διανομής οι άνθρωποι κατάλαβαν γιατί και για ποιον δούλευαν και το έργο τους δεν ήταν χειρότερο ή λιγότερο αποτελεσματικό από ότι στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις.

Η ιδέα της πληρωμής ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας που γίνεται μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη μόνο από εκείνους που ακολουθούν τους μαρξιστές υποθέτοντας ότι η ποσότητα και η ποιότητα της εργασίας που γίνεται μπορεί να μετρηθεί. Στην πραγματικότητα, αυτό είναι αδύνατο. Όλη η κοινωνικά αναγκαία εργασία έχει ίση αξία: για παράδειγμα, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να καθοριστεί πόσο έργο ενός μηχανικού ισοδυναμεί με ένα ορισμένο ποσό εργασίας από έναν αγρότη ή έναν οδηγό λεωφορείου. Η παραγωγικότητα της εργασίας μπορεί να επηρεάζεται τυχαία ή να εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Τέλος, κάθε κατασκευασμένο προϊόν περιέχει το έργο πολλών χιλιάδων ανθρώπων, ακόμη και αρκετών γενεών. Και ποιος πράγματι πρόκειται να υπολογίσει αυτή την «ποσότητα και ποιότητα της εργασίας»; Μια νέα κρατική αρχή;

Οι προσπάθειες για τη δημιουργία μιας νέας κοινωνικής ιεραρχίας με βάση το «έργο που έχει γίνει» θα υπονομεύσουν την ισότητα και την αλληλεγγύη και θα οδηγήσουν στην άνοδο μιας ενισχυμένης και προνομιούχας ελίτ των πιο «εξειδικευμένων» και «επιτυχημένων» εργαζομένων. Και για να υπερασπιστεί την εξουσία και τα προνόμια των νέων «Σταχανοβιτών» θα χρειαστεί και πάλι ένα κράτος.

Φυσικά, σε μια ελεύθερη αναρχοκομμουνιστική κοινωνία, θα υπάρχουν αρχικά μεμονωμένες οικιακές επιχειρήσεις που δεν εκμεταλλεύονται την εργασία άλλων – μικρών αγροτών και ανθρώπων που ασχολούνται με διάφορες τέχνες. Δεν θα απαλλοτριωθούν βίαια, αλλά θα δημιουργήσουν σταδιακά συνεταιρισμούς με δική τους ελεύθερη βούληση. Αλλά θα ήταν πολύ σοβαρό λάθος η οικοδόμηση σχέσεων στον ήδη κοινωνικοποιημένο τομέα της οικονομίας στην ίδια βάση όπως και στον ιδιωτικό τομέα. Αν γίνει αυτό, ο ιδιωτικός τομέας θα αποκτήσει αναπόφευκτα τον έλεγχο της οικονομίας στο σύνολό της. Μέχρι να επιτευχθεί πλήρης κοινωνικοποίηση, θα έχουμε να κάνουμε με δύο πολύ διαφορετικά (αν και αλληλοεπιδρώντα) συστήματα παραγωγής. Στον μεγαλύτερο, κοινωνικοποιημένο τομέα, οι κομμουνιστικές αρχές διανομής πρέπει να δημιουργηθούν από την αρχή – ελεύθερη πρόσβαση σε εκείνα τα πράγματα που είναι διαθέσιμα σε αφθονία και κοινωνική διανομή σε οτιδήποτε άλλο ανάλογα με τις ατομικές ανάγκες (Kropotkin): από τον καθένα σύμφωνα με την ατομική ικανότητα, στο καθένα σύμφωνα με την ατομική ανάγκη (η αρχή του kibbutz).

Οι σχέσεις με μεμονωμένες επιχειρήσεις του νοικοκυριού μπορούν να οικοδομηθούν με βάση την άμεση ανταλλαγή προϊόντων, με πρόσβαση αυτών των επιχειρήσεων σε κοινωνικοποιημένα αγαθά και υπηρεσίες (μεταφορές κ.λπ.) που ρυθμίζονται με συμφωνία. Οι συνεταιρισμοί πρέπει να τύχουν προνομιακής μεταχείρισης από την άποψη αυτή.

Από την αρχή, οι σχέσεις εντός του κοινωνικοποιημένου (κομμουνιστικού) τομέα δεν θα είναι σχέσεις αγοράς αλλά θα είναι προσανατολισμένες προς τις ανάγκες των πραγματικών ανθρώπων. Η οικονομία της ελεύθερης κοινωνίας θα σχεδιαστεί με την πραγματική έννοια του όρου. Ο «σχεδιασμός» κάτω από την κρατική καπιταλιστική δικτατορία ήταν μια απάτη, καθώς δεν έγινε από τα κάτω, «από τον καταναλωτή», αλλά από πάνω, από το Κέντρο. Στην ελεύθερη κοινωνία του μέλλοντος, αντίθετα, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί και καταναλωτές, ενεργώντας μαζί με πνεύμα αλληλεγγύης, θα μπορούν να καθορίσουν τι, πού και πώς θα παράγουν και θα καταναλώνουν και θα εξασφαλίζουν – με βάση την ελεύθερη συμφωνία «κάτω προς τα πάνω» – συντονισμό μεταξύ των αναγκών και των δυνατοτήτων παραγωγής.

Οι μέθοδοι αυτού του «σχεδιασμού από κάτω» υποδεικνύονται από την πρακτική εμπειρία πραγματικών κοινοτήτων και καταναλωτικών συνεταιρισμών. Οι καταναλωτές θα συγκεντρώσουν τις ανάγκες τους σε τακτικές γενικές συνελεύσεις των τοπικών ενώσεων και στη συνέχεια θα συντονίσουν αυτές τις αποφάσεις με τις παραγωγικές ικανότητες στα οικονομικά όργανα των κοινοτήτων ή στις γενικές συνελεύσεις τους με τους αντιπροσώπους των συνεταιρισμένων παραγωγών. Οι κοινότητες, ενωμένες στις περιφερειακές και διαπεριφερειακές ομοσπονδίες και οι αυτοδιαχειριζόμενοι παραγωγοί και καταναλωτές, συγκεντρώνοντας και συντονίζοντας τις ανάγκες και τις ικανότητες με τη βοήθεια στατιστικών, ενεργώντας μέσω αντιπροσώπων σε συνέδρια κοινοτήτων και σε οικονομικά συμβούλια σε διάφορα επίπεδα, θα μπορούν να αναπτύξουν ευρύτερες εγκαταστάσεις παραγωγής που θα εξυπηρετούν όλες ή ένα μέρος των κοινοτήτων.

Ο «σχεδιασμός» της οικονομίας μιας αναρχικής κοινωνίας δεν πρέπει να είναι συγκεντρωτικός. Σε καμία περίπτωση δεν χρειάζεται να συντονιστούν τα πάντα σε περιφερειακό, ηπειρωτικό ή πλανητικό επίπεδο. Μια διαφορετική αρχή είναι κατάλληλη εδώ. Μια περιοχή δεν πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για τα θέματα που μια κοινότητα μπορεί να διαχειριστεί μόνη της χωρίς να επηρεάσει τα συμφέροντα των άλλων. Ομοίως, μια περιοχή μπορεί να επιλύσει τα περισσότερα από τα προβλήματά της μόνη της. Επομένως, η οικονομία του αναρχισμού θα είναι προσανατολισμένη προς τη μέγιστη δυνατή (αν και, φυσικά, όχι πλήρη) αυτάρκεια. Μεταξύ άλλων, αυτό θα μετριάσει τα οικολογικά προβλήματα, τα προβλήματα των πρώτων υλών και των μεταφορών και θα φέρει την παραγωγή κοντά στον καταναλωτή. Πολλά από τα οικονομικά και οικολογικά προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας προκύπτουν επειδή αυτό που παράγεται δεν είναι αυτό που πραγματικά χρειάζεται κάποιος συγκεκριμένος καταναλωτής, αλλά αυτό που κάποιοι διασκορπισμένοι παραγωγοί πιστεύουν ότι μπορεί να χρειαστούν. Δηλαδή, κανείς δεν γνωρίζει εκ των προτέρων αν οι άνθρωποι χρειάζονται αυτό ή το άλλο προϊόν· αυτό καθορίζεται μετά το γεγονός από την αγορά ή από έναν γραφειοκράτη.

Σε μια ελεύθερη οικολογική κοινωνία τα πάντα πρέπει να είναι διαφορετικά. Σε μια ελεύθερη κοινωνία, η οικονομία αρχίζει με τον καταναλωτή. Οι ενώσεις καταναλωτών και κατοίκων, μαζί με τα συνδικάτα του προσωπικού των κέντρων διανομής σε αστικές και αγροτικές περιοχές, αξιολογούν τις τρέχουσες και μελλοντικές ανάγκες των κατοίκων (κάτι σαν το σύστημα εμπορικών παραγγελιών) και διαβιβάζουν στατιστικά στοιχεία στο οικονομικό συμβούλιο της που μαζί με τους αντιπροσώπους των συνδικάτων και των ενώσεων καταναλωτών και με βάση τις στατιστικές καθορίζουν ποιες από τις ανάγκες του μπορεί να παράγει η κοινότητα με δικές της προσπάθειες, και ποιες θα απαιτήσουν εξωτερικές συνεισφορές ή συμμετοχή και ποια αγαθά ή υπηρεσίες μπορεί να προσφέρει η κοινότητα στους κατοίκους άλλων κοινοτήτων.

Αυτό που μπορεί να κάνει η κοινότητα με τις δικές της δυνάμεις γίνεται σε τοπικό επίπεδο και δεν απαιτεί συντονισμό με άλλους. Όλα τα άλλα συντονίζονται με άλλες κοινότητες στο απαραίτητο επίπεδο. Ο συντονισμός δημιουργείται με τη βοήθεια στατιστικών στοιχείων σε οικονομικά συνέδρια αντιπροσώπων από κοινότητες και στη συνέχεια επικυρώνεται από τις ίδιες τις κοινότητες. (Κανείς δεν μπορεί να αναγκάσει μια διστακτική κοινότητα να συμμετάσχει στο ένα ή στο άλλο κοινό σχέδιο, αλλά σε αυτή την περίπτωση κανείς δεν μπορεί να αναγκάσει τις άλλες κοινότητες να συνεχίσουν να συνεργάζονται με αυτήν την κοινότητα).

Έτσι, αυτό που παράγεται πρέπει να είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται πραγματικά από συγκεκριμένους ανθρώπους ή ομάδες ανθρώπων. Η διανομή πραγματοποιείται μέσω των ίδιων κέντρων διανομής που συλλέγουν τις πληροφορίες για τους καταναλωτές, χωρίς επιβάρυνση, αλλά στον καταναλωτή που παρουσιάζει ατομική κάρτα που δηλώνει πως έχει συνεισφέρει το χρόνο εργασίας που συμφωνήθηκε από τα μέλη της κοινότητας ή τη κάρτα παιδιού ή συνταξιούχου (για τους άρρωστους και τους άλλους που δεν μπορούν να εργαστούν).

Καθώς αναπτύσσονται οι νέες κοινωνικές σχέσεις, θα γίνει δυνατή η διάσπαση τεράστιων πόλεων, η οικολογικοποίηση της κοινωνικής και ατομικής ζωής, και η αναδιανομή της εργασίας μέσα στην κοινωνία (και μεταξύ των φύλων), έτσι ώστε σταδιακά η άκαμπτη εξειδίκευση της εργασίας να γίνει παρελθόν και η δουλειά θα μετατραπεί σε δημιουργικό και ευχάριστο παιχνίδι.

Το οικονομικό σύστημα της νέας κοινωνίας μπορεί να είναι μόνο οικονομία καθολικής αυτοδιαχείρισης, μιας οικονομίας της ελευθερίας. Η παραγωγή δεν πρέπει να ρυθμίζεται από επαγγελματίες διαχειριστές, γραφειοκράτες ή διευθυντές, αλλά από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Οι γενικές οικονομικές αποφάσεις θα λαμβάνονται από το σύνολο του πληθυσμού – στις γενικές συνελεύσεις των ενώσεων καταναλωτών και κοινοτήτων ή (μέσω αντιπροσώπων με ανακλητή εξουσιοδότηση) στα συνέδριά τους, ενώ η άμεση διαχείριση της παραγωγής θα συγκεντρωθεί στα χέρια αυτοδιαχειριζόμενων κολεκτίβων εργασίας και σε τεχνικά συμβούλια και συνδικάτα που δημιουργούνται από αυτές, ενωμένα σε μια διττή (τομεακή και εδαφική) ομοσπονδία.

Αυτά, φυσικά, είναι μόνο γενικά και θεμελιώδη σημεία. Υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες που δεν μπορούν να προβλεφθούν, πόσο μάλλον να συζητηθούν σε ένα σύντομο άρθρο. Απαντήσεις θα προκύψουν μέσα από την πρακτική μιας ελεύθερης κοινωνίας. Προς το παρόν είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ένα πράγμα: οι άνθρωποι που επιθυμούν να επιβιώσουν κάτω από αξιοπρεπείς συνθήκες θα πρέπει να παραιτηθούν από την κυριαρχία πάνω στη φύση και τους συνανθρώπους τους. Αλλά αυτό σημαίνει μια ριζική αλλαγή στις μεθόδους και τις διαδικασίες για τη λήψη κοινωνικών και οικονομικών αποφάσεων, την αντικατάσταση της εξωτερικής ρύθμισης (από γραφειοκρατία ή αυθόρμητους νόμους της αγοράς) από την αυτοδιαχείριση και τον «σχεδιασμό» από κάτω με βάση ομόσπονδες συμφωνίες.

Με άλλα λόγια, μια αναρχική κοινωνία θα είναι μια κοινωνία χωρίς γραφειοκρατία, χωρίς χρήματα και χωρίς την αγορά – ή δεν θα υπάρξει καθόλου.

Vadim Damier, πηγή


Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: