Μπαίνοντας στο τούνελ της ακροδεξιάς δημοκρατίας

πηγή: αφανής κοινότητα

μέρος πρώτο

[ μπαίνοντας στο τούνελ
της ακροδεξιάς δημοκρατίας ]

Όσο κι αν πρόκειται για μια μεταβατική περίοδο, όπου όλα δείχνουν ότι επίκεινται αλλαγές στην ιεραρχία της παγκόσμιας κυριαρχίας, όλα, επίσης, δείχνουν ότι αυτές οι αλλαγές μόνο χειρότερες μπορούν να γίνουν για τους καταπιεσμένους αυτού του κόσμου. Και το γεγονός ότι οι καινούργιοι παγκόσμιοι δυνάστες έχουν σινορωσικό πρόσημο δεν λέει και πολλά, αν δεν προσθέσουμε ότι πρόκειται για τις χειρότερες εκδοχές καπιταλιστικού τυχοδιωκτισμού σε συνδυασμό με τις χειρότερες εκδοχές “δημοκρατικού” ολοκληρωτισμού. Ίσως όσα συμβαίνουν στις ΗΠΑ, με την άνοδο του Τραμπ στην εξουσία, να αφορούν ένα αναπόφευκτο στάδιο σε αυτή την μεταβατική περίοδο ως απόπειρα επιβίωσης της αμερικανικής αυτοκρατορίας.

Αδιαμφισβήτητα, ωστόσο, όλη αυτή η συνθήκη πυροδοτεί νέες ποιότητες στην διαλεκτική αντίθεση μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων, με τις πολιτικές Εξουσίες να συνδιαλέγονται με παραδοσιακές ολοκληρωτικές μεθόδους ρετουσαρισμένες με τις αντιδραστικές εκδοχές της μεταμοντέρνας αφήγησης. Δεν είναι τυχαία η εισαγωγή όρων όπως η μεταδημοκρατία στις πολιτικές επιστήμες προκειμένου να περιγραφεί τόσο η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου όσο και η ακραία συντηρητικοποίηση της πολιτικής συγκρότησης των σύγχρονων κοινωνιών.

I.

Μεταδημοκρατία: όρος που χρησιμοποιεί ο C. Crouch για να υποστηρίξει ότι η παρακμή των κοινωνικών τάξεων πουκατέστησαν δυνατή μια ενεργό και κριτική μαζική πολιτική συνδυάστηκε με την άνοδο του παγκόσμιου καπιταλισμού και δημιούργησε ως αποτέλεσμα μια αυτοαναφορική πολιτική τάξη, η οποία ασχολείται περισσότερο με την ανάπτυξη δεσμών με τα πλούσια επιχειρηματικά συμφέροντα παρά με την εφαρμογή πολιτικών προγραμμάτων που ανταποκρίνονται στις ανησυχίες των απλών ανθρώπων. Δείχνει ότι στην αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα η πολιτική μάς γυρίζει πίσω, από ορισμένες απόψεις, στον κόσμο που ξέραμε πολύ πριν τις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν η πολιτική ήταν ένα παιχνίδι εξουσίας ανάμεσα σε ολιγαρχικές ομάδες.

Το σχήμα θα ήταν απλό. Η καπιταλιστική συσσώρευση ενώ παλεύει να ξεπεράσει τα διαρκή αδιέξοδα που δημιουργεί στον εαυτό της (με την μορφή κρίσεων ως απόρροια του εγγενούς χαρακτήρα του συστήματος με τον αμείλικτο ανταγωνισμό μεγάλων ομάδων συμφερόντων αλλά και τα όρια σε σχέση με τις ενεργειακές πηγές) εμφανίζει μια πρωτόγνωρη ιστορικά μορφή συγκεντροποίησής της (με τις ανεξάντλητες δυνατότητες που έχει πυροδοτήσει η παγκοσμιοποίηση) σε όλο και πιο λίγα χέρια. Αυτό σηματοδοτεί και το βάθεμα του χάσματος των κοινωνικών ανισοτήτων και την ταυτόχρονη αποδόμηση κάθε υπολειπόμενης έννοιας αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου στην προνοιακή της μορφή. Στο πλαίσιο της διαπλεκόμενης σχέσης μεταξύ πολιτικής και οικονομίας, σε μια τέτοια συνθήκη απονομιμοποιείται κοινωνικά η πολιτική εξουσία, καθώς υπονομεύεται η δημοκρατική προσχηματική και, προκειμένου να υπάρξει συστημική ομαλότητα, δρομολογούνται ολοκληρωτικά μορφώματα πολιτικής εξουσίας.

Το σχήμα αυτό χάνει την απλότητά του όταν από την γενικευτική του μορφή προσομοιώνεται σε συγκεκριμένες κοινωνίες με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Η παγκόσμια τάση, όπως έχει περιγραφεί, είναι σαφής και θα έλεγε κανείς ότι παίρνει όλο και περισσότερο τον χαρακτήρα του εξόφθαλμου. Ενώ, όμως, η καπιταλιστική συσσώρευση με τους παγκοσμιοποιημένους / παγκοσμιοποιητικούς της κώδικες γίνεται πλέον στη βάση μιας κοινά αναγνώσιμης οικονομικής γλώσσας, αυτό δεν συμβαίνει με το πολιτικό της σύστοιχο, την κοινοβουλευτική δημοκρατία, το πολιτικό σύστημα που έχει κατοχυρωθεί από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα στην κυρίαρχη καπιταλιστική αφήγηση ως η μόνη “λειτουργική” εκδοχή του Διαφωτισμού, περιστέλλοντας έτσι, με οριστικό και τελεσίδικο ύφος, τον μεγάλο, αγωνιώδη και πολύσημο «αγώνα για την κατάκτηση της συνείδησης της ελευθερίας» που ξεκίνησε με τη Γαλλική Επανάσταση.

Έτσι, ενώ η ανάγνωση μιας οικονομικής κρίσης έχει κοινούς κώδικες, οι πολιτικές επιπτώσεις διαφέρουν από χώρα σε χώρα, στη βάση των κοινωνικών τους χαρακτηριστικών, των ιστορικών τους καταβολών, των υπερεθνικών δεσμεύσεων ή του γεωστρατηγικού τους ρόλου. Στο προκείμενο, δεν μας ενδιαφέρει ένας συγκρητισμός μεταξύ των κρατικών πολιτικών μορφωμάτων, αλλά το πώς εγγράφεται το παγκόσμιο περιβάλλον της κυρίαρχης –με όρους καθολικής ομογενοποίησης– πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής τάσης στον ελληνικό καπιταλιστικό σχηματισμό. Το πώς αποτυπώνεται στην κοινωνία η ευθυγράμμιση της “εξόδου” του εγχώριου καπιταλισμού από την μέγιστη κρίση του –της τελευταίας δεκαετίας– με την τρέχουσα ελαύνουσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, η θεσμική μετατόπιση προς την πιο επιθετική συντηρητικοποίηση των τελευταίων δεκαετιών μετά από την διακυβέρνηση μιας υβριδικού τύπου εγχώριας πλήρως ενδοτικής σοσιαλδημοκρατίας, η θεσμική συγκρότηση μιας ακροδεξιάς δημοκρατίας α λα γκρέκα, η παρεπόμενη περιστολή των κοινωνικών ελευθεριών που θα επιτελεστεί αναπόφευκτα με την κοινωνική απονομιμοποίηση της διευρυμένης εξωθεσμικότητας των δημοκρατικών ευαισθησιών, οι ρηγματώσεις στις κοινωνικές αντιστάσεις, οι προοπτικές για το ξεπέρασμα αυτής της επιθετικής κυριαρχικής συνθήκης.

IΙ.

Ο Χίτλερ στον πρώτο του λόγο ως καγκελάριος είχε κραυγάσει:
«Αρνούμαι σθεναρά να μιλήσω στο λαό με φτηνές υποσχέσεις!»
Έπειτα, είχε δείξει προς την καρδιά του.

Κι όμως, και στις αναδιατάξεις του σύγχρονου κυρίαρχου πολιτικού λόγου φαίνεται ότι για τις υποσχέσεις υπάρχει θέση πια μόνο στον σκουπιδοτενεκέ μαζί με τα προσχήματα. Η σύγχρονη real politik (πραγματιστική πολιτική) έχοντας κατοχυρώσει ότι το κοινωνικό φαντασιακό είναι υποθηκευμένο από κάθε είδους ματαιώσεις έστω και των ελάχιστων απελευθερωτικών συλλογικών προσδοκιών (με τους αφορισμούς του κεκαλυμμένου ολοκληρωτισμού, του λαϊκισμού και του διανοουμενισμού), επιχειρεί για μια ακόμη φορά ιστορικά την αποικιοποίηση της καρδιάς. Τον ίδιο χώρο της καρδιάς που επικαλέστηκε ο φασισμός του μεσοπολέμου. Ένα κράμα της πιο αυταρχικής και αντιδραστικής εκδοχής του Διαφωτισμού και ενός ακρωτηριασμένου Ρομαντισμού διαμόρφωσε ένα τέτοιο πλαίσιο συνοχής που οδήγησε σε ομολογίες των πιο πιστών υπηκόων ότι η αγάπη τους για την πατρίδα, την φυλή και τον αρχηγό ήταν πολύ πιο τέλεια από τους ίδιους… Η Ιστορία, βέβαια, στον τρόπο με τον οποίο αυτή η καρδιά αντιμετώπισε τις συνέπειες των επιλογών της, κατέδειξε ότι «αυτή η ιδιοσυγκρασία βρισκόταν κάπου ανάμεσα στους αντίποδες της απεγνωσμένης αντίστασης που αγγίζει τα όρια του παράτολμου και της απερισκεψίας και μιας ταπεινότητας που ολισθαίνει σε παθολογική δειλία» (V. Chuikov, διοικητής της 62ης σοβιετικής στρατιάς που ενεπλάκη στη μάχη του Στάλιγκραντ).

Εκείνο στο οποίο αξίζει να σταθούμε, ωστόσο, πέρα από τον τρόπο με τον οποίο η “καρδιά” ανταποκρίθηκε στην έγκληση από το ναζισμό και αφομοίωσε τις σχετικές προταγματικές, είναι το γεγονός ότι το ιστορικό πλαίσιο που είχε διαμορφωθεί, συγκεκριμένα στη Γερμανία, είχε ένα καθολικό χαρακτήρα. Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι «στις απαρχές επικράτησης του ναζισμού στη Γερμανία, διάφοροι Γερμανοί ρωτούσαν συχνά μήπως δεν ήταν φυσιολογικοί, γιατί, παρ’ όλο που τους ήταν αδύνατο να αποδεχτούν το ναζισμό, το γεγονός ότι δεν το έκαναν τους προξενούσε αμφιβολίες για την ίδια τους τη λογική… οι άνθρωποι που είχαν κάνει το σωστό έγιναν δυστυχισμένοι» (M. L. von Franz, The feminine in fairytales).

Η αλήθεια είναι ότι σήμερα μπορεί να βρισκόμαστε σε μια προοπτική βαθμιαίας κοινωνικής αποδοχής αυτού του τύπου της real politik, αλλά αρκετά μακριά από την τόσο επιθετική καθολικοποίησή της.

Όμως, «ο φασισμός δεν εμφανίζεται ποτέ με το ίδιο πρόσωπο» κι αυτό έχει να κάνει πάντα με τη συνθήκη μέσα στην οποία συγκροτεί τις προταγματικές του. Η συνθήκη που μας ενδιαφέρει και μας αφορά στο προκείμενο, στη σφαίρα της εμπειρίας μας, είναι μια αστική δημοκρατία σε ρευστή κατάσταση με σαφείς, ωστόσο, σε βαθμό ωμού εκβιασμού, προοπτικές. Ένα πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε μια βαθιά δομική οικονομική κρίση, με τους όρους του “ξεπεράσματός” της να επιβάλλονται από τους κυρίαρχους κανόνες της επιστροφής στην “ομαλοποίηση της συσσώρευσης κεφαλαίων”.

Μια από τις εκδοχές του πολιτικού συστήματος, η σοσιαλδημοκρατική εκδοχή εν μέσω της κρίσης, αναλαμβάνοντας τις συλλογικές “ελπίδες” για μια εξανθρωπισμένη έξοδο από την κρίση με αριστερό πρόσημο, διακήρυξε σχεδόν ευθύς εξαρχής την συνέχεια του κράτους, με την “ριζοσπαστικότητά” της να εξαντλείται στο ύφος της εξουσίας πριν, εντέλει, υπονομεύσει και το τελευταίο ίχνος αυτής της ριζοσπαστικότητας ακόμη και σε αυτό το πεδίο. Έτσι, διεκπεραιώνοντας για μια ακόμη φορά τον παραδοσιακό ιστορικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας, η εγχώρια εκδοχή διαχειρίστηκε το κεντρικό πολιτικό σκηνικό με εστίαση στις κοινωνικές αντιδράσεις και με σκοπό την εκμαίευση κοινωνικών συναινέσεων. Από το 2009 έως το 2015, η διαχείριση της συστημικής κρίσης από τα νεοφιλελεύθερα πολιτικά σχήματα εξάντλησε τις δυνατότητες παραγωγής συναινέσεων –παράλληλα με την αποτυχία οποιασδήποτε “προόδου” στην διαχείριση των οικονομικών μεγεθών– αφήνοντας ανοιχτές όλες τις κοινωνικές μεταβλητές, γεγονός που δεν αποτελούσε εγγύηση σε κανένα βαθμό της απαιτούμενης πολιτικής και κοινωνικής ομαλότητας με καπιταλιστικούς όρους.

Επιβαρυντικό αυτής της αδυναμίας παραγωγής των απαιτούμενων συναινέσεων ήταν η είσοδος των φασιστών στην Βουλή το 2012, που σημειολογικά καταδείκνυε την αποφασιστικότητα όλων αυτών των δυνάμεων να επιβάλλουν μια ατζέντα πολιτικής διαχείρισης που δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί δεδομένων των ισχυρών κινηματικών αντιστάσεων ανά την επικράτεια. Χωρίς να υπολογίζουμε ένα κίνημα εξωκοινοβουλετικών και ανένταχτων αριστερών και έναν ισχυρό αναρχικό αντιεξουσιαστικό χώρο σε πολιτικό επίπεδο, ας μην ξεχνάμε, ενδεικτικά σε κοινωνικό επίπεδο, ότι το 2014, στην Αθήνα μόνο, λειτουργούσαν 40 λαϊκές συνελεύσεις με σημαντική ποσοτική συμμετοχή και κοινωνική δραστηριότητα. Το φθινόπωρο του 2015 είχαν όλες, πλην 3-4 αποδυναμωμένων, ωστόσο, διαλυθεί, όπως επίσης είχε αποδυναμωθεί, εν μέσω γενικευμένης σύγχυσης, μεγάλο μέρος του εναντιωματικού κινήματος. Αυτή ήταν ανέκαθεν η δύναμη της σοσιαλδημοκρατίας, αυτή είναι και ήταν η δύναμη που είχε κάνει τον Τζ. Ανιέλι, βιομήχανο και ιδιοκτήτη της ΦΙΑΤ στην Ιταλία, να δηλώνει ότι «υπάρχει ένα είδος Αριστεράς που είναι πιο χρήσιμη από τη Δεξιά. Πρόκειται για εκείνη την Αριστερά που μπορεί να κάνει όλα όσα δεν θα μπορούσε να κάνει η Δεξιά».

Έτσι, την άνοιξη του 2019, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την επαναφορά του νεοφιλελεύθερου μοντέλου (με ακροδεξιά ατζέντα και αποδόμηση του αναδιανεμητικού μοντέλου) στην κεντρική πολιτική διαχείριση με μεγάλο βαθμό κοινωνικών συναινέσεων. Αυτό που έχει πληγεί, από κάθε πλευρά στην κοινωνική συνείδηση, είναι η κουλτούρα των υποσχέσεων κοινωνικής αλλαγής και της ευαίσθητης και ανεκτικής καρδιάς. Με τη σοσιαλδημοκρατία, τα προηγούμενα χρόνια, να έχει αναλάβει την εργολαβία της ελπίδας και των υποσχέσεων, έχοντας κατοχυρωμένο στις καρδιές των υποτελών τάξεων το “ηθικό πλεονέκτημα” της αριστεράς, απέτυχε σε κάθε επίπεδο επιλογών, ακριβώς γιατί «είναι αλλιώς όταν είσαι στην αντιπολίτευση κι αλλιώς όταν κυβερνάς», σύμφωνα με δηλώσεις μελών της τότε κυβερνώσας αριστεράς. Με αυτόν τον τρόπο, επιβεβαιώνεται η σύγχρονη ρητορική της παγκόσμιας κυρίαρχης τάσης της real politik, φορέας της οποίας είναι στο προκείμενο η γηγενής ακροδεξιά κυβέρνηση. Ενισχύεται στο έπακρο μια πραγματιστική πολιτική μακριά από υποσχέσεις και “λαϊκισμούς” και πολύ πιο κοντά στην παραδοσιακή καρδιά της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας.

Η συνεισφορά της σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης στην κυριαρχική συνθήκη δεν ήταν σε μια –ουδέποτε αμφισβητούμενη εξάλλου– συνέχεια του κράτους, αλλά στην υπονόμευση της αλλαγής του ύφους της εξουσίας (υποσχέσεις εξανθρωπισμένου συστήματος και ανεκτικής καρδιάς) στην οποία είχε επενδύσει, αφού όλη η πολιτική είχε συμπυκνωθεί σε ένα ύφος εξουσίας που διαχωρισμένο –με την προώθηση των εργαλείων του μεταμοντερνισμού– από το περιεχόμενό της, που είναι η ίδια της η δομή, επιχειρήθηκε να αποκτήσει ουσία αυτό καθεαυτό. Σε αυτό ακριβώς το πεδίο “ηττήθηκε” καθολικά, δικαιώνοντας την τρέχουσα πολιτική συγκυρία με την κοινωνική απαίτηση για μια αποτελεσματική real politik με “ακροδεξιά δημοκρατική” θεσμική βάση. Η αναφορά στην ακροδεξιά εδώ έχει να κάνει, καταρχάς σημειολογικά, με την εξαφάνιση των φασιστών από την κεντρική πολιτική σκηνή ενώ όλη τους η πολιτική και κοινωνική ατζέντα έχει ενσωματωθεί στην ακροδεξιά κυβερνητική πολιτική. Πώς όμως συγκροτείται μια ακροδεξιά δημοκρατία;

ΙIΙ.

Σύμφωνα με τον ορισμό του J. Linz, «η δημοκρατία είναι μια κυβέρνηση επί του παρόντος. Οι συγκρούσεις τερματίζονται κάτω από καθιερωμένους κανόνες. “Τερματίζονται”, αναστέλλονται προσωρινά μάλλον, παρά διευθετούνται οριστικά. Οι εκλογές πληρούν τα αξιώματα, οι νομοθετικές εξουσίες καθιερώνουν κανόνες, οι γραφειοκρατίες εκδίδουν αποφάσεις, οι σύλλογοι φθάνουν σε συμφωνίες, τα δικαστήρια αποφαίνονται για τις συγκρούσεις, και οι εκβάσεις αυτές είναι δεσμευτικές μέχρι να, και εκτός εάν, μετατραπούν σύμφωνα με τους κανόνες».

Πρόκειται για μια διάτρητη προσέγγιση όταν δοκιμάζεται με πραγματικούς όρους (όπως, για παράδειγμα, ότι κατά γενική ομολογία οι συμμετέχοντες στον δημοκρατικό ανταγωνισμό διαθέτουν άνισους οικονομικούς, οργανωτικούς και ιδεολογικούς πόρους), χωρίς, όμως, να υπάρχει κάποια άλλη πληρέστερη προσέγγιση, και παραπέρα ίσως γιατί δεν υπάρχει και καμία ανάγκη γι’ αυτό. Εκείνο που μας ενδιαφέρει, όμως, στο προκείμενο, δεν είναι οι “καθιερωμένοι κανόνες” (που ως αστικές θεσμίσεις είναι προκατειλημμένοι υπέρ των εξουσιών) αλλά η μεγάλη προσπάθεια που κάνει, όπως κάθε επί του παρόντος κυβέρνηση έτσι και αυτή της ΝΔ, να κατοχυρώσει τους μη παροντικούς της όρους. Να κρατήσει για πάντα.

Και στη φράση «για πάντα», εύκολα μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια επίκληση στα εργαλεία του συντηρητισμού. Οι παντοτινές σταθερές αξίες της πατρίδας, της οικογένειας και της θρησκείας ανακάμπτουν ξεπλυμένες από το βαθιά ένοχο παρελθόν τους ως μια λύση που έρχεται από το ηρωικό παρελθόν στο αμαρτωλό παρόν για να σώσει το αβέβαιο μέλλον.

Στο βαθμό που, για μια ακόμη φορά μεταπολεμικά, οι σοσιαλιστικές υποσχέσεις προσφέρθηκαν εύκολες στην υπονόμευσή τους από τους ιδεολογικούς εχθρούς, μεταφερόμαστε σε μια κατάσταση όπου «μάθαμε να φοβόμαστε τα μεγάλα οράματα ενώ θα έπρεπε περισσότερο να φοβόμαστε την έκπτωσή τους. Γιατί ακριβώς αυτή προκαλεί την εκτρωματική αναπαραγωγή τους, γεμίζοντας τον κόσμο κουφάρια αξιών και αιμοδιψή ιδεολογικά φαντάσματα. Κακέκτυπο και χλευασμός της χαμένης κοινότητας, εκδίκηση μιας παραμορφωμένης συλλογικότητας η οποία επιστρέφει από το παρελθόν όχι ως μυστηριώδης και γοητευτικός Κόμης Μοντεχρήστος, αλλά ως φρικαλέο φάντασμα της Όπερας, ο φασισμός, ένα “viva la Muerte” της ανθρωπότητας, ένα “αποθανέτω η ψυχή μου”, αναδύεται και θρέφεται από ρίζες αυθεντικές και περιφρονημένες. Από προβλήματα και ερωτήματα που δεν βρήκαν απάντηση. Από δάκρυα που δεν βρήκαν ανταπόκριση, από αισθήματα έκθετα και προδωμένα, από πληγές που κακοφόρμισαν μέσα μας» (Γ. Λυκιαρδόπουλος, Άνθρωπος στη θάλασσα).

Και μέσα σε αυτή τη συγκυρία εμφανίζεται ένας φασισμός να φοράει το πρόσωπο που αναλογεί στην περίσταση. Αφού θυσιάζει ως Ιφιγένεια το γκροτέσκο “αντισυστημικό” πρόσωπο της Χρυσής Αυγής, ανοίγει τα πανιά ως δυνάμει αξιοσέβαστη πτέρυγα του “δημοκρατικού τόξου” με τις ίδιες ακριβώς, ωστόσο, αξιακές συντεταγμένες μέσα στο πολυτάραχο κοινωνικό αρχιπέλαγος. Οι διαφορές μεταξύ φασισμού και ακροδεξιάς επαναφέρονται δυναμικά στα διακυβεύματα της κεντρικής πολιτικής σκηνής, με τον φασισμό να συμπυκνώνεται στον χρυσαυγιτισμό για να ξορκιστεί στο περιθωριακό υπερπέραν προκειμένου να ξεπλυθεί η ελαύνουσα ακροδεξιά στην κοινοβουλευτική κολυμπήθρα, αφού οι πιο επιθετικές συντηρητικές αξιακές αναφορές μετουσιώνονται με γρήγορους ρυθμούς στις θεσμίσεις της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Λίγες μόλις μέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τη ΝΔ, και χωρίς να έχει στεγνώσει το μελάνι από τις υπουργικές υπογραφές στην ανάληψη των θώκων τους, εξαπολύθηκε μια θεσμική επίθεση άνευ προηγουμένου. Ένας ολόκληρος μηχανισμός διατεταγμένων τεχνοκρατών συνέτασσαν συμπαγή νομοσχέδια πολύ πριν αναληφθεί η εξουσία με αποτέλεσμα, σε ελάχιστο χρόνο από την ανάληψή της, να κατατεθούν και να γίνουν νόμοι του κράτους με την επιπλέον ευκολία της κατοχυρωμένης κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας. Η ταχύτητα που εκφράζεται με τη φράση «πιάσαμε αμέσως δουλειά» δεν σημαίνει τίποτε άλλο από την μεγάλη προσπάθεια της ακροδεξιάς κυβέρνησης να εγκλωβίσει θεσμικά την πρότερη κοινωνική δυσαρέσκεια έτσι, ώστε στη συνέχεια να μην της επιτρέπεται να εκφραστεί με κανένα τρόπο…

IV.

Θεσμοί ή οι κοινωνικοί μηχανισμοί είναι οι νομικο-πολιτικές και ιδεολογικές δομές εξουσίας που συνοψίζουν κοινωνικές σημασίες και προκύπτουν, αλλά και λειτουργούν διαλεκτικά με την παρέμβαση λειτουργικών και συμβολικών διαδικασιών σε μια δεδομένη ιστορική φάση.

Γ. Βέλτσος, Θεσμικός λόγος και εξουσία

Με, τουλάχιστον, συγχυσμένη την κοινωνική βάση (θωρακισμένη εξατομίκευση, επιθετικός μικροαστισμός, αδρανοποιημένο και με ελάχιστα κοινωνικά αντανακλαστικά εναντιωματικό κίνημα, οριακά ομογενοποιημένες στην αναπαραγωγή του κυρίαρχου λόγου κοινωνικές διαμεσολαβήσεις), η δεδομένη ιστορική φάση προσφέρεται για μια θεσμική σκλήρυνση στη βάση:

_ ενός ολοκληρωτικού κοινοβουλευτισμού (μιας αστικής δημοκρατίας που, ας μην ξεχνάμε, ανέκαθεν επέτρεπε την υπονόμευση του κοινωνικού συμβολαίου, υπό “ιδιαίτερες συνθήκες”, από τους ίδιους της τους μηχανισμούς),

_ ενός νομικού οπλοστασίου που θωρακίζει την ομαλή ροή της –πιο τυχάρπαστης μορφής στις μέρες μας– κεφαλαιακής συσσώρευσης, περιστέλλοντας εξόφθαλμα και καταστέλλοντας με δηκτική φυσική ωμότητα κάθε ίχνος κοινωνικής αντίστασης, και

_ μιας κυρίαρχης ιδεολογίας που αντλεί τις αξίες της από το πιο αντιδραστικό πλαίσιο του πιο ακραίου συντηρητισμού.

Όσον αφορά τον χαρακτήρα της λήψης αποφάσεων στην προοπτική αυτού του ιδιότυπου ολοκληρωτικού κοινοβουλευτισμού είναι ενδεικτικό ότι συνολικά, στα πέντε νομοσχέδια που έφερε η κυβέρνηση τους δύο πρώτους της μήνες, τρία ψηφίστηκαν με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, ένα ως επείγον και ένα ως ταχύρρυθμο κανονικό. Ο σχηματισμός επιτελικού κράτους επιπλέον καταδεικνύει την αποφασιστικότητα για συγκεντροποίηση της κεντρικής εξουσίας (αξιοποιώντας, φυσικά, τη σχετική δυνατότητα που –στην πιο σκληρή του, έστω, εκδοχή– προσφέρει το νομικό πλαίσιο). Κατακλείδα, με πολλές σημασίες, είναι και ο διορισμός σε θέση υπουργών και υφυπουργών, ανθρώπων που δεν προέκυψαν από την εκλογική διαδικασία, αλλά προέρχονται από την αγορά, ως managers, golden boys’n’girls… Ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης αναδιάταξης της κεντρικής εξουσίας καθ’ εαυτός εκφράζει με σαφήνεια το δι’ εαυτόν της. Ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται ο μηχανισμός λήψης των κεντρικών αποφάσεων προδιαγράφει τις ίδιες του τις αποφάσεις.

Με σημείο αναφοράς την “πάταξη της ανομίας”, αυτή η ακροδεξιά κυβέρνηση, συνεπής στις ιστορικές της ιδεολογικές καταβολές, στοχοποιεί άμεσα, όχι βέβαια τη γενικευμένη και χρόνια ανομία εργολάβων, εφοπλιστών, βιομηχάνων και των πιστών τους –κρατικών και μη– υπαλλήλων (με τη διαφθορά ως βασική προϋπόθεση για τον παραδοσιακά τυχάρπαστο χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού) αλλά τους πρόσφυγες, τους μετανάστες, τους “περιθωριακούς” και τους αναρχικούς. Η προηγούμενη πολιτική της σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης (με συνειδητή καθήλωση στην αδυναμία αντιμετώπισης της συστημικής διαφθοράς) είχε φροντίσει να “στοιβάξει” τις λεγόμενες “αδύναμες” και “προβληματικές” ομάδες στην προσχηματική ενός εξαιρετικά αποδυναμωμένου και στείρου δικαιωματισμού με ύφος “απολογητικής” αλληλεγγύης στην διαχείριση ενός “αναγκαίου κακού” με σκοπό την ιδεολογική συνδιαλλαγή και την κατασίγαση της εγγενούς μικροαστικής επιθετικότητας. Η έννοια της ανομίας όχι μόνο δεν ξεθεμελιώθηκε από την σοσιαλδημοκρατική ρητορεία, αλλά έμεινε ανέπαφη στην ουσία της για να βγει, εντέλει, ενισχυμένη στην κοινωνική συνείδηση. Το γεγονός ότι η “πάταξη της ανομίας” ήταν χαμηλά στην ατζέντα των άμεσων επιλογών της κεντρικής εξουσίας δεν σημαίνει και ότι η δυνατότητά της ως πηγής κατασκευής προσχημάτων είχε υποσταλεί. Έτσι, η ακροδεξιά κυβέρνηση δεν είχε παρά να αλλάξει την θέση αυτού του προσχήματος στην ατζέντα των κεντρικών της επιλογών. Και να το τοποθετήσει μάλιστα στην πρώτη θέση! Εδώ, και πάλι, δεν πρόκειται απλώς για αλλαγή θέσης στην ατζέντα αλλά και για διαστολή της έννοιας της ανομίας με ευθεία επίθεση στον θεσμικό πυλώνα των αστικών δικαιωμάτων και με στόχο την περιστολή της έκφρασης της παραδοσιακής (μεταπολιτευτικής) δημοκρατικής ευαισθησίας, την κοινωνική περιθωριοποίηση κάθε αμφισβήτησης, κριτικής και άρνησης των κεντρικών πολιτικών επιλογών, την φυσική καταστολή κάθε “απόκλισης” από τον ακροδεξιό επαν-ορισμό της αστικής κανονικότητας.

Αυστηροποίηση των διαδικασιών παροχής ασύλου, κλείσιμο των συνόρων, απελάσεις, μετατροπή των δομών φιλοξενίας σε κλειστές δομές στρατωνισμού, κλείσιμο των καταλήψεων προσφύγων και μεταφορά τους στις ελεγχόμενες δομές, επίθεση στα Εξάρχεια με σκοπό την επιβολή μιας μητροπολιτικής κανονικότητας, κοινωνικού ελέγχου και καταστολής, αλλαγή του νομικού πλαισίου ώστε να ποινικοποιηθεί και το ελάχιστο ίχνος κοινωνικής ανυπακοής, επίθεση σε αναρχικές και αντιεξουσιαστικές καταλήψεις με σκοπό τον οριστικό και τελεσίδικο αφανισμό τους κ.ο.κ. Η ουσία όλων αυτών των “πρώτων κινήσεων” δεν περιορίζεται σε μια σκλήρυνση του νομικού οπλοστασίου αλλά διευρύνεται σε μια ιδεολογική επίθεση που δεν φείδεται όχι μόνο αναχρονιστικών και αντιδραστικών προταγματικών, αλλά και ενός εξόφθαλμου και κυνικού μισανθρωπισμού. Ο εθνικός κορμός προβάλλει το ξεδοντιασμένο του πρόσωπο. Η χυδαία αποφασιστικότητα της ομογενοποίησης διεκδικεί την δικτατορία της επί του πραγματικού. Η διασπορά του φόβου θωρακίζει την καινούργια κανονικότητα που επιδιώκει για κάθε αμφισβητία όχι μόνο την κατάλυση της αστικοδημοκρατικής ασυλίας του αλλά και τον εγκλεισμό του στα κάθε είδους σωφρονιστικά της άσυλα.

Η ανάδειξη της “πάταξης της ανομίας” στην πρώτη θέση της κυβερνητικής ατζέντας, πέραν των εμφανών σκοπών της αποβολής των ανεξάρτητων μεταβλητών από τις κοινωνικές εξισώσεις και του χαϊδέματος του συντηρητικού ακροατηρίου –μεταξύ και των υποτελών τάξεων–, έχει σκοπό και την διαχείριση με διακριτικότητα των επιταγών του ΣΕΒ, των εργολάβων και των εφοπλιστών. Ενδεικτικά αναφέρονται η απόλυτη εξαρτοποίηση των ανεξάρτητων αρχών από την κεντρική εξουσία για την αποφυγή και της ελάχιστης ένδειξης δεοντολογικής ευαισθησίας, η ψήφιση νομοσχεδίου σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις και την κοινωνική ασφάλιση σύμφωνα με τις εντολές του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων, οι φορολογικές ελαφρύνσεις για τις μεγάλες ομάδες συμφερόντων και η εξασφάλιση “αναπτυξιακής” επιτάχυνσης με νομιμοποίηση κάθε αυθαιρεσίας και εξόφθαλμο ποδοπάτημα κάθε –έστω εναπομείναντος– στοιχειώδους θεσμικού εμποδίου.

Όσον αφορά την κοινωνική διαμεσολάβηση των ΜΜΕ, η συνθήκη είναι πρωτόγνωρη στην σύγχρονη ελληνική ιστορία. Στο πλαίσιο της κριτικής προς την αστική δημοκρατία, ο πλουραλισμός ήταν ανέκαθεν ένα επίμαχο στοιχείο στο πεδίο της προσχηματικής της. Στην παραδοσιακή αστικοδημοκρατική εκδοχή της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας, κανόνας είναι να υπάρχουν πολλές φωνές στο επίπεδο της φαινομενικότητας αλλά καμία, στην ουσία, να μην μπορεί να αμφισβητήσει την ίδια τη δομή της κυριαρχίας. Όταν, ωστόσο, η δομή προβάλλεται χωρίς καμία προσχηματική στο επίπεδο της φαινομενικότητας, τότε αυτό σημαίνει πολλά και για την ίδια τη δομή. Αυτό συμβαίνει στην ελληνική πραγματικότητα, καθώς όλα τα ΜΜΕ (πλην απειροελαχίστων εξαιρέσεων υπό περιθωριοποίηση και αφανισμό), σήμερα έχουν μια φωνή, κι αυτή είναι η άκριτη και αδιαμφισβήτητη αναπαραγωγή της ακροδεξιάς ρητορικής της κυβέρνησης. Τα ΜΜΕ είναι σχεδόν ολοκληρωτικά στα χέρια εργολάβων και εφοπλιστών σε απευθείας διαπλοκή με το πολιτικό προσωπικό και την χρήση μιας τέτοιας επικοινωνιακής δυνατότητας, ώστε κάθε είδους διαπλοκή να είναι ανοιχτά και δημόσια διαχειρίσιμη προς ένα κοινό που είτε δεν ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με αυτή, είτε την παρακολουθεί με ένα προγραμμένο ενδιαφέρον διασκεδάζοντας την μοιρολατρία του. Θα έλεγε κανείς, ωστόσο, ότι η πλειονότητα όσων πραγματικά ενδιαφέρονται να ενημερωθούν ή να ψυχαγωγηθούν, διοχετεύουν αυτό το ενδιαφέρον στα social media. Στο πεδίο αυτό, όμως, συναντάμε μια κατάσταση επικοινωνιακού χάους όπου η πληθώρα των προτάσεων είναι συντριπτική επί του πραγματικού. Η αμεσότητα με την οποία παρέχεται μια πληροφορία διαθλάται με την ίδια αμεσότητα σε μια πληθώρα ιδεολογικών διαστρεβλωτικών επιφανειών, έτσι ώστε, χωρίς να αποκρύβεται το Συμβάν, να χάνεται, εντέλει, ανάμεσα σε πολλαπλά κάτοπτρα της διαστρεβλωμένης αναπαραγωγής του. Η ουσία του Συμβάντος είναι εκεί αλλά είναι θαμμένη ζωντανή μέσα σε ένα “ευφάνταστο” θάμπος της φαινομενικότητας. Η διαπλοκή δεν λείπει από τα social media, απλώς, αντί για το παραδοσιακό φτυάρι με το οποίο θάβει τα “ενοχλητικά” γεγονότα, επιλέγει τη συνεισφορά στα απαραίτητα διαστρεβλωτικά κάτοπτρα.

Στη δεδομένη ιστορική φάση οι κυρίαρχες θεσμίσεις πλήττονται ακριβώς στο πεδίο στο οποίο λειτουργούν διαλεκτικά με την παρέμβαση λειτουργικών και συμβολικών διαδικασιών. Όλοι οι διαμεσολαβητικοί μηχανισμοί πλαισιώνονται από τις αντιδραστικές πρακτικές του ακραίου συντηρητισμού που στοχεύουν στον απόλυτο έλεγχο της διαλεκτικής σχέσης, αυτής που συμπυκνώνει λειτουργικές και συμβολικές διαδικασίες. Σκοπός δεν είναι να αφανιστεί ο ένας πόλος (που συμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις δικτατορίας) αλλά να περιοριστεί –ή να ελεγχθεί απολύτως– η κοινωνική συμμετοχή στη διαλεκτική σχέση, έτσι ώστε να αποδυναμωθεί κάθε αντίθεση που θα μπορούσε να παραγάγει μια θεσμική σύνθεση με ίχνη ανεκτικότητας. Η έννοια της δημοκρατίας εγκιβωτίζεται σε ένα ακραία συντηρητικό θεσμικό πλαίσιο, σηματοδοτώντας το γεγονός πολιτικής περιθωριοποίησης ενός ανυπολόγιστα μεγάλου αριθμού υπηκόων. Η δημοκρατική ευαισθησία δεν περιπαίζεται απλώς από την κυρίαρχη προπαγάνδα αλλά λοιδορείται ως αντικοινωνική (με την “κοινωνία” να περι-ορίζεται σε μια προβεβλημένη και κραυγάζουσα ακραία συντηρητική μειοψηφία που συμπυκνώνεται στον κατασκευασμένο όρο της “κοινής γνώμης”), ως εκ τούτου να χρεώνεται με φασισμό (σε μια από τις θαυμάσιες αντιστροφές της παραδοσιακής φασιστικής ρητορικής που για διάφορους λόγους βγαίνει πάντα κερδισμένη από τέτοιου είδους συμψηφισμούς) και να τοποθετείται σε ένα εξωθεσμικό πλαίσιο. Η αδυναμία πολλών ανθρώπων να πιστέψουν ότι όλη αυτή η αναχρονιστική φαιδρότητα είναι πλέον το κυρίαρχο μοντέλο διακυβέρνησης γίνεται και η δύναμή του. Είναι μια υπόθεση χρόνου. Μέχρι οι άνθρωποι αυτοί, που πίστευαν και πιστεύουν σε μια «δημοκρατία που δεν έχει αδιέξοδα», να ξεπεράσουν το μούδιασμα, αυτή η δημοκρατία είναι που θα τους έχει οδηγήσει στο δικό τους αδιέξοδο.

Ο χρόνος δεν δουλεύει, ωστόσο, μόνο για την Εξουσία αλλά και για τους δεδηλωμένους της εχθρούς. Και το καινούργιο ζήτημα για τις χειραφετητικές ομάδες που πρεσβεύουν την άμεση, οριστική και τελεσίδικη ρήξη με τον αστικό πολιτισμό, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα μεταστραφεί αυτή η καταναγκαστική εξωθεσμικότητα της παραδοσιακά προοδευτικής δημοκρατικής ευαισθησίας σε μια συνειδητή αντιθεσμικότητα. Το δίπολο μεταξύ προοδευτικότητας και συντήρησης μπορεί να αποκτήσει ένα εξεγερσιακό ενδιαφέρον στο βαθμό που η δυναμική τους αντίθεση απεγκλωβιστεί από την γκάμα των ψευδολύσεων τις οποίες προσφέρουν οι αστικοδημοκρατικές θεσμίσεις.

V.

Σύμφωνα με τους καθιερωμένους κανόνες στη δημοκρατία, τα κοινωνικά κινήματα είναι ένας δρων αμφιλεγόμενος και πάντοτε βραχύβιος. Τα συνδικάτα έχουν έναν χώρο στον οποίο μπορούν να απευθυνθούν: τους θεσμούς των εργασιακών σχέσεων και το κράτος. Τα κόμματα έχουν το κοινοβούλιο. Οι ομάδες πίεσης τις διάφορες γραφειοκρατίες. Τα κινήματα όμως δεν έχουν κανένα θεσμό στον οποίο μπορούν να στραφούν.

A. Przeworski, Δημοκρατία και αγορά

Έτσι δουλεύει το Σύστημα. Όλες οι πολιτικές και κοινωνικές διαμεσολαβήσεις απευθύνονται και ολοκληρώνονται στην κεντρική εξουσία. Στα ημέτερα, η κεντρική εξουσία συγκεντροποιείται (και καθίσταται ως εκ τούτου απρόσιτη) για να είναι απολύτως ελέγξιμη, οι θεσμοί περιστέλλουν τις όποιες ελευθερίες σε επίπεδο διαμεσολαβητικών μηχανισμών και, μέσα σε αυτή τη συνθήκη, τα κινήματα δεν μπορούν παρά να αποτελούν δεξαμενή υποδοχής όλων όσων αποκλείονται από την θεσμική πολιτική έκφραση. Καθώς δεν έχουν κανένα θεσμό προς τον οποίο μπορούν να στραφούν, περνούν σε μια ανεξέλεγκτη εξωθεσμικότητα από την οποία ενδεχόμενα θα παραχθούν νέες πολιτικές υποκειμενικότητες.

Στην εξέγερση των Χιλιανών, εξάλλου, κυριάρχησε το σύνθημα «Δεν είμαστε Αριστεροί, δεν είμαστε Δεξιοί, είμαστε οι Κάτω ενάντια στους Επάνω», αναδιατυπώνοντας την ανάγκη διαμόρφωσης μιας νέας πολιτικής υποκειμενικότητας πέρα από την στείρα αναπαραγωγή των παραδοσιακών μοντέλων ετεροπροσδιορισμού. Κι έτσι, η σφοδρότητα της σύγκρουσης εκεί αναβιώνει τη λύσσα των Αβράκωτων της Γαλλικής Επανάστασης με την έγκληση για επιστροφή σε ένα, σχηματικό μεν, βαθιά εκπροσωπευτικό των από κάτω αισθητήριο δε, θέτοντας ίσως μια νέα αφετηρία ανάγνωσης των κοινωνικών και ταξικών συγκρούσεων.

Θα έλεγε κανείς ότι η ελληνική πραγματικότητα είναι τόσο μακριά, όσο και τα χιλιάδες χιλιόμετρα από την χώρα των Ίνκας και των Μαπούτσε. Στο βαθμό, ωστόσο, που τα δεδομένα μας επιτρέπουν να κάνουμε αναγωγές, οριζόντια και κάθετα στο χρόνο, από τους Χιλιανούς εξεγερμένους στους Γάλλους Αβράκωτους, τίποτα δεν μας εμποδίζει να επικοινωνήσουμε όλους αυτούς με τα δικά μας περιεχόμενα, τόσο ξεκάθαρα όσο «το βλέμμα του Μπαμπέφ πριν πέσει η γκιλοτίνα» και ο μαύρος –από τους καπνούς των οδοφραγμάτων– ουρανός των χιλιάνικων πόλεων.


«Ενώθηκα με όλους τους δημοκράτες της χώρας, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να κατονομάσω κανέναν ως συνεργό μου, επιπλέον όλα τα μέσα είναι νόμιμα ενάντια στους τυράννους, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να δώσω λεπτομέρειες για τα μέσα που χρησιμοποίησα. Μόνο όταν μου κόψουν τα χέρια, μόνο όταν οι δήμιοί σας μου ξεριζώσουν την γλώσσα, μόνο τότε θα πάψω να γράφω και να υπερασπίζομαι τους καταπιεσμένους.»

Απόσπασμα από την απολογία του Γρ. Μπαμπέφ, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού στις 26 Απριλίου 1797. Στο τελευταίο του γράμμα, πριν την εκτέλεσή του, έγραψε:

«Πείτε στους αγαπημένους μου τον τρόπο που πέθανα και κάντε τους να καταλάβουν ότι ένας τέτοιος θάνατος είναι μεγαλοπρεπής και ούτε κατά διάνοια ατιμωτικός.»


Το κείμενο δημοσιεύτηκε, τον Δεκέμβριο 2019, στο 1ο τεύχος του περιοδικού εγχειρήματος ημερολόγιο θεμελίων.

μέρος δεύτερο

[ δεκαεπτά (17) τροχιοδεικτικές
αποσημειολογήσεις ]

  1. Αποσημειολόγηση 1
  2. Αποσημειολόγηση 2
  3. Αποσημειολόγηση 3
  4. Αποσημειολόγηση 4
  5. Αποσημειολόγηση 5
  6. Αποσημειολόγηση 6
  7. Αποσημειολόγηση 7
  8. Αποσημειολόγηση 8
  9. Αποσημειολόγηση 9
  10. Αποσημειολόγηση 10
  11. Αποσημειολόγηση 11
  12. Αποσημειολόγηση 12
  13. Αποσημειολόγηση 13
  14. Αποσημειολόγηση 14
  15. Αποσημειολόγηση 15
  16. Αποσημειολόγηση 16
  17. Αποσημειολόγηση 17

Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: