Erin Blakemore: Ειδική Μονάδα

πηγή: geniusloci2017

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του History. Η Erin Blakemore είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Προειδοποίηση περιεχομένου: Ακραίες περιγραφές δολοφονιών

Ο Lesław Dyrcz έσκυψε πάνω από ένα σωρό από πέτρες και χώμα, εντελώς απροετοίμαστος για το ότι θα έκανε μια ανακάλυψη που θα έριχνε φως σε μια από τις σκοτεινότερες στιγμές της ιστορίας. Ήταν 1980, και ο φοιτητής δασολογίας δούλευε για να βοηθήσει στην αποκατάσταση του αρχικού δάσους γύρω από αυτό που ήταν κάποτε το Άουσβιτς-Μπίρκεναου, ένα από τα πιο διαβόητα στρατόπεδα θανάτου των Ναζί. Ο Dyrcz ήταν εκεί για να συμβάλει στην ελαχιστοποίηση των συνεπειών που είχαν στο δάσος δεκαετίες μόλυνσης, προσπαθώντας να κάνουν τα αρχικά πεύκα να αναπτυχθούν ξανά. Ο φοιτητής όμως σε λίγο θα άλλαζε την ιστορία.

Καθώς έσκαβε, ο Dyrcz ανακάλυψε θαμμένη στο έδαφος μια δερμάτινη βαλίτσα. Την άνοιξε και βρήκε ένα θερμός. Μέσα στο δοχείο υπήρχαν χειρόγραφες σελίδες. Αν και ο Dyrcz δεν μπορούσε να διαβάσει το κείμενο – ήταν γραμμένο στα ελληνικά – είχε μόλις ανακαλύψει μια από τις σημαντικότερες μαρτυρίες για το Ολοκαύτωμα: την μαρτυρία από πρώτο χέρι των εγκλημάτων των Ναζί, γραμμένη από τον Μαρσέλ Νατζαρή, έναν Εβραίο από την Ελλάδα που είχε πιαστεί και αναγκαστεί, μαζί με περίπου ακόμη 2000 άλλους, να βοηθήσει τους Ναζί καθώς λειτουργούσαν τις αδυσώπητα αποτελεσματικές δολοφονικές τους μηχανές.

Ο Νατζαρή ήταν ένα από τα μέλη των Sonderkommando – μιας ομάδας ανδρών, οι περισσότεροι Εβραίοι, που ήταν επιφορτισμένοι με το να παίρνουν τα θύματα των Ναζί από τους θαλάμους αερίων και να ξεφορτώνονται τα σώματα. Στο αποκορύφωμα της λειτουργίας του Άουσβιτς, σχεδόν 6000 Εβραίοι θανατώνονταν με αέριο κάθε μέρα από τους Ναζί. Μετά, άρχιζε το απερίγραπτο έργο των Sonderkommando.

Οι άνδρες των Sonderkommando έκαναν περισσότερα από το να βοηθούν στο να ξεφορτώνονται τα θύματα των Ναζί: Πρόσφεραν σημαντικές καταγραφές των εγκλημάτων αυτών που τους κρατούσαν φυλακισμένους. Αν και οι ιστορικοί γνώριζαν για τους Sonderkommando, η μυστικότητα του έργου τους και το γεγονός πως τόσοι πολλοί δεν επιβίωσαν του Ολοκαυτώματος, έκαναν τη μαρτυρία του Νατζαρή ακόμη πιο πολύτιμη.

Ακόμη και στο αποκορύφωμα του Ολοκαυτώματος, το έργο των Sonderkommando καλύπτονταν από πέππλο μυστηρίου και πραγματοποιούνταν υπό την απειλή του θανάτου. Καθώς όλοι οι άνθρωποι που έφτασαν στους θαλάμους αερίων δολοφονήθηκαν, οι Sonderkommando ήταν οι μόνοι που επιβίωσαν. Και καθώς γνώριζαν τα μυστικά των Ναζί από πρώτο χέρι, οι ζωές τους στο Άουσβιτς χαρακτηρίζονταν από φόβο και απομόνωση.

Η λέξη Sonderkommando σημαίνει «ειδική μονάδα» στα γερμανικά, και από την αρχή, οι άνδρες που ήταν αναγκασμένοι να βοηθούν τους Ναζί ζούσαν ζωές διαφορετικές από τους άλλους φυλακισμένους του Άουσβιτς. Νεαροί αιχμάλωτοι – όλοι ικανοί άνδρες – επιλέγονταν για τη μονάδα μόλις έφταναν στο στρατόπεδο και αναγκάζονταν να υπηρετούν δίχως να ενημερώνονται ποιο θα ήταν το έργο τους. Καθώς οι άνδρες έπρεπε να σηκώνουν πτώματα, τους δίνονταν καλύτερες μερίδες από τους άλλους αιχμαλώτους. Κρατούνταν επίσης σε απομόνωση· οι περισσότεροι δεν ήρθαν ποτέ σε επαφή με άλλους φυλακισμένους στο στρατόπεδο πέρα από τα μέλη της μονάδας και εκείνους που θα δολοφονούνταν.

Τα καθήκοντα των Sonderkommando ποίκιλαν, αλλά όλα περιλάμβαναν το να βοηθούν τους Ναζί να συνεχίζουν την εξόντωση των Εβραίων. Οι Ναζί έκαναν τις δολοφονίες, πετώντας Zyklon B σε σφαιρίδια στους θαλάμους αερίων, αλλά οι Sonderkommando αναγκάζονταν να κάνουν σχεδόν όλα τα υπόλοιπα. Βοηθούσαν στη διατήρηση της τάξης μεταξύ των αιχμαλώτων που θα εκτελούνταν, λέγοντας ψέματα λέγοντας τους πως έπρεπε να κάνουν ντους πριν ξαναβρεθούν με τις οικογένειες τους. Απομάκρυναν τα γυμνά σώματα από τους θαλάμους αερίων, τους έψαχναν για χρυσά δόντια και κρυμμένα τιμαλφή, και έκοβαν τα μαλλιά τους για να τα πουλήσουν σε γερμανικές εταιρείες για να χρησιμοποιηθούν για ύφασμα, για συσκευασία πυρομαχικών και άλλους σκοπούς. Ξεχώριζαν τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα που είχαν αφήσει πίσω. Κουβαλούσαν τα σώματα στα κρεματόρια και τα έβαζαν στους φούρνους.  Μετά θα άλεθαν τα κόκκαλα που έμεναν και πετούσαν τις στάχτες σε διάφορα σημεία για να κρύψουν τις αποδείξεις.

Το έργο των Sonderkommando βοήθησε τους Ναζί, αλλά πραγματοποιούνταν υπό τη συνεχή απειλή του θανάτου και με την επίγνωση πως ως, βασικοί μάρτυρες των εγκλημάτων των Ναζί, και αυτοί θα δολοφονούνταν σε κάποια στιγμή. Πολλοί ήταν αναγκασμένοι ακόμη και να μεταφέρουν τα σώματα των αγαπημένων τους.

Η εγγύτητα όμως των Sonderkommando στα ναζιστικά εγκλήματα επίσης τους έδωσε και ιδιαίτερη πρόσβαση σε αποδείξεις των μαζικών φόνων και της γενοκτονίας που πραγματοποιούνταν στο Άουσβιτς. Στα τέλη του 1944, καθώς ο πόλεμος έμοιαζε να φτάνει στο τέλος του, μια ομάδα Sonderkommando εξεγέρθηκε σε μια σύντομη ανταρσία που τελείωσε με την ανατίναξη ενός κρεματόριου και το φόνο των περισσότερων συνωμοτών. Πολλά μέλη των μονάδων ένιωσαν την επιτακτική ανάγκη να διαδώσουν την αλήθεια για όσα ήταν μάρτυρες.

«Οι επιζώντες του Άουσβιτς έχουν αναφέρει ξανά και ξανά πως τα μέλη των Sonderkommando τους φώναζαν: ‘Όνταν φύγετε από το στρατόπεδο, μιλήστε, γράψτε και φωνάξτε έτσι ώστε ο κόσμος να μάθει τι συμβαίνει εδώ!’», έγραψε ο Hermann Langbein, που ήταν φυλακισμένος στο Άουσβιτς το 1942.

Μια ακόμη απόπειρα να καταγραφεί η ιστορία της δολοφονικής λειτουργίας του Άουσβιτς έλαβε χώρα το 1944, όταν μια ομάδα Sonderkommando πέρασε κρυφά μια κάμερα στο τόπο εργασίας τους και φωτογράφησε μια ομάδα γυμνών γυναικών να περιμένουν τη σειρά τους στο θάλαμο αερίων. Επίσης έβγαλαν μια τυχαία φωτογραφία κάποιων δέντρων όπου βρίσκονταν οι θάλαμοι αερίων και δυο φωτογραφίες από σώματα να καίγονται στο ύπαιθρο, που είχε γίνει αναγκαιότητα λόγω του υπερκορεσμού των φούρνων.

Οι τέσσερις φωτογραφίες, που βγήκαν κρυφά έξω από το στρατόπεδο σε ένα σωληνάριο οδοντόκρεμας και παραδόθηκαν στους μαχητές της Πολωνικής Αντίστασης, είναι οι μόνες φωτογραφίες που υπάρχουν και καταγράφουν τι συνέβαινε κοντά στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς.

Οι φωτογραφίες αυτές – και οι μαρτυρίες ανθρώπων όπως ο Νατζαρή, που κατέγραψε λεπτομέρειες των θαλάμων αερίων μαζί με την επιθυμία του να εκδικηθεί για τη μητέρα, τον πατέρα και την αδελφή του, όλοι τους δολοφονημένοι στο Άουσβιτς – δεν σταμάτησα το σκοτωμό. Ούτε μπορούσαν να σώσουν τους Sonderkommando: μόνο περίπου 100 επιβίωσαν. Αλλά τα έγγραφα αυτά παραμένουν μια σημαντική απόδειξη του τι συνέβη στο ολοκαύτωμα, όπως και απόδειξη της τρομακτικής φυσικής και ψυχολογικής ζημιάς στην οποία υπέβαλλαν οι Ναζί τους άνδρες που ανάγκαζαν να τους βοηθήσουν στο να πραγματοποιήσουν τα εγκλήματά τους.

«δεν λυπάμαι που θα πεθάνω», έγραψε ο Νατζαρή στα θαμένα γράμματα, «αλλά λυπάμαι που δεν θα μπορέσω να πάρω εκδίκηση όπως θα ήθελα». Ο Νατζαρή δεν είχε ποτέ την ευκαιρία του να εκδικηθεί – αλλά καταγράφοντας την εξαναγκαστική του εργασία για λογαριασμό της Τελικής Λύσης των Ναζί, πρόσφερε κρίσιμες αποδείξεις για τον αριθμό των φόνων των Ναζί, διαμορφώνοντας για πάντα την αντίληψη μας για αυτή τη περίοδο της ιστορίας.

Το χειρόγραφο του Άουσβιτς μαζί με δεύτερο χειρόγραφο του Μαρσέλ Νατζαρή που εξιστορεί την περίοδο πριν το Άουσβιτς ως φυγάς και αντάρτης του ΕΛΑΣ καθώς και τη συμμετοχή του στην εξέγερση των Sonderkommando, εκδόθηκε το 2018 από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια με τίτλο Χειρόγραφα, 1944-1947: Από τη Θεσσαλονίκη στo Ζόντερκομάντο του Άουσβιτς

Ακολουθεί το χειρόγραφο του Marcel Nadjari. Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης για το περιοδικό φρέαρ

«Προς τους αγαπημένους μου (1) Δημήτριος Αθαν[ασίου] Στεφανίδης (2), Ηλία Κοέν, Γεώργιος Γούναρης.

[Προς την] αγαπημένη μου παρέα Σμάρω Εφραιμίδου <από τας Αθήνας> (3) και τόσοι άλλοι, που πάντα τους θυμάμαι, και για να τελειώσω, προς την αγαπημένη μου πατρίδα «ΕΛΛΑΣ», που πάντα υπήρξα καλός πολίτης.

Ξεκινήσαμε από την Αθήνα μας τη 2 Απριλίου 1944, μετά που για ένα μήνα μαρτυρίου είχα παραμείνει στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου, που πάντα έπαιρνα τα δέματα της καλής Σμάρω και τας προσπάθειάς της για μένα με έμειναν αξέχαστες σ΄αυτές τις κακές ημέρες που περνώ […]

Μετά ένα ταξίδι δέκα ημερών φθάσαμε την 11ην Απριλίου εις το Άουσβιτς, όπου μας μετέφεραν στο Στρατόπεδο Μπίρκεναου, μείναμε περίπου ένα μήνα σε καραντίνα, και από εκεί μετέφεραν τους υγιείς και δυνατούς. Πού; Πού, αγαπητέ Μίσκο; Σε ένα κρεματόριο, θα σας εξηγήσω παρακάτω την ωραία εργασία μας, που ο Μεγαλοδύναμος μας φύλαγε να εκτελέσουμε.

Είναι ένα μεγάλο κτίριο με ένα φαρδύ φουγάρο με 15 <δεκαπέντε> φούρνους. Στην κάτω πλευρά του κήπου υπάρχουν δυο μεγάλοι, απέραντοι υπόγειοι χώροι. Ο πρώτος μάς χρησιμεύει για το γδύσιμο και ο δεύτερος ως νεκροθάλαμος, όπου ο κόσμος μπαίνει γυμνός και αφού γεμίζει με περίπου 3000 άτομα, κλειδώνεται, και τους σκοτώνουν με αέριο, όπου μετά από 6 με 7 λεπτά μαρτυρίου παραδίδουν το πνεύμα τους.

Δουλειά μας ήταν, πρώτον να τους υποδεχτούμε, οι περισσότεροι δεν γνώριζαν τον λόγο … (4) κατέρρεαν ή έκλαιγαν τους έλεγαν, ότι … πρόκειται για μπάνιο … προχωρούσαν στο θάνατο χωρίς να υποψιάζονται τίποτα. Μέχρι σήμερα … Είπα, ότι καθένας … τους είπα, πως δεν καταλαβαίνω την γλώσσα τους, στην οποία μου μιλούσαν (5) και στους ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, που έχω δει, ότι η μοίρα τους έχει σφραγιστεί, έλεγα την αλήθεια.

Μετά που … όλοι γυμνοί, προχωρούσαν στο νεκροθάλαμο, εκεί είχαν βάλει οι Γερμανοί σωλήνες στην οροφή… για να νομίζουν, ότι ετοιμάζουν το μπάνιο, με μαστίγια στα χέρια τους έσπρωχναν οι Γερμανοί να προχωρήσουν όλο και πιο κοντά, για να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι, πραγματικά μια κονσέρβα σαρδέλες από ανθρώπους, ύστερα κλείδωναν την πόρτα ερμητικά.

Οι φιάλες αερίου έρχονταν πάντα με το αυτοκίνητο του Γερμανικού Ερυθρού Σταυρού με δυο άνδρες των SS …αυτοί είναι εκείνοι που ύστερα τους αδειάζουν μέσα το αέριο από ανοίγματα.

Ύστερα από μισή ώρα άνοιγαν την πόρτα και άρχιζε η δουλειά μας. Κουβαλούσαμε τα πτώματα αυτών των αθώων γυναικών και παιδιών στον ανελκυστήρα, που τους μετέφερε στο χώρο με τους φούρνους και εκεί τους έβαζαν στους φούρνους που καίγονταν χωρίς τη βοήθεια καύσιμου ύλης εξαιτίας του λίπους που είχαν.

Μόνο ένας άνθρωπος έβγαλε μισή οκά (6) περίπου στάχτη και οι Γερμανοί μας ανάγκασαν να την κάνουμε κομματάκια και να την περάσουμε από ένα χοντρό σουρωτήρι και ύστερα πέρασε και την πήρε ένα αυτοκίνητο και την έριξε στον ποταμό Βιστούλα (7) που περνά πιο πέρα και έτσι εξαφανίζουν κάθε ίχνος.

Τα δράματα που έχω δει με τα μάτια μου, είναι απερίγραπτα. Μπροστά από τα μάτια μου πέρασαν σχεδόν 600.000 <εξακόσιες χιλιάδες> Εβραίοι από την Ουγγαρία – Γάλλοι – Πολωνοί από το Λίτσμαν, περίπου 80.000, και τώρα στο τέλος έφτασαν για πρώτη φορά 10.000 δέκα χιλιάδες Εβραίοι από την Τερέζιενστατ στην Τσεχοσλοβακία.

Σήμερα έφτασε μια ομάδα από την Τερέζιενστατ, αλλά δόξα τω Θεώ δεν τους έφεραν σε μας, τους κράτησαν σε στρατόπεδα, ακούστηκε, ότι ήρθε η διαταγή να μη σκοτώνουν πια Εβραίους και από ό, τι φαίνεται είναι αλήθεια, τώρα την τελευταία στιγμή άλλαξαν γνώμη – τώρα, που δεν έχει όμως μείνει πια ούτε ένας Εβραίος στην Ευρώπη, για μας όμως εδώ είναι τα πράγματα αλλιώς, εμείς πρέπει να εξαφανιστούμε από τη Γη, γιατί ξέρουμε πολλά για τις αδιανόητες μεθόδους των κακοποιήσεων και των εκδικητικών τους πράξεων.

Το απόσπασμα μας ονομάζεται Ζόντερκομμάντο <ειδικό κομάντο>, αποτελείτο αρχικά από περίπου 1000 <χίλιους> ανθρώπους, από αυτούς 200 ήταν Έλληνες και οι υπόλοιποι Πολωνοί και Ούγγροι.

Τώρα που ήρθε αυτή η διαταγή, θα εξαλείψουν κι εμάς, εμείς είμαστε σύνολο 26 Έλληνες και οι υπόλοιποι είναι Πολωνοί. Τουλάχιστον εμείς οι Έλληνες είμαστε αποφασισμένοι να πεθάνουμε σαν αληθινοί Έλληνες, έτσι όπως κάθε Έλληνας ξέρει να φεύγει από τη ζωή δείχνοντας μέχρι την τελευταία στιγμή, παρά την ανωτερότητα των εγκληματιών, ότι στις φλέβες μας τρέχει ελληνικό αίμα, όπως δείξαμε και στον πόλεμο κατά της Ιταλίας.

Αγαπημένοι μου, όταν διαβάσετε, ποια δουλειά έκανα, θα πείτε: Πώς μπόρεσα εγώ, ο Μανώλης, ή κάποιος άλλος να κάνω αυτή τη δουλειά και να καίω τους ομόθρησκους μου.

Κι εγώ μου το έλεγα στην αρχή, πολλές φορές το σκεφτόμουν να μπω μαζί τους εκεί μέσα, να βάλλω τέρμα. Αλλά πάντα με κρατούσε η εκδίκηση, ήθελα να ζήσω, για να εκδικηθώ τον θάνατο του μπαμπά και της μαμάς και της αγαπημένης μου μικρής αδελφής Νέλλης.

Δεν φοβάμαι τον θάνατο, πώς θα μπορούσα να τον φοβάμαι μετά όλα όσα έχουν δει τα μάτια μου;

Γι’ αυτό αγαπητέ Ηλία, αγαπητέ μου μικρέ εξάδελφε, πρέπει εσύ, όταν δεν θα υπάρχω πια, εσύ [και] όλοι οι φίλοι μου να ξέρετε, τι υποχρέωση έχετε. […]

Η μόνη μου επιθυμία είναι να φτάσει στα χέρια σας αυτό που σας γράφω.

Την περιουσία της οικογένειας μου την αφήνω σε σένα, Μίσκο < Δημήτριος Αθανασίου Στεφανίδης > με την παράκληση να πάρεις κοντά σου τον Ηλία, τον εξάδελφο μου. Ο Ηλίας είναι [ένας] Κοέν, και πρέπει να τον βλέπεις σαν να είμαι εγώ ο ίδιος, πρέπει πάντα να τον προσέχεις και αν η εξαδέλφη μου η Σαρίκα Χούλη γυρίσει, πρέπει, αγαπητέ Μίσκο, να της φέρεσαι όπως στην αγαπημένη σου ανιψιά Σμαράγδα, γιατί εμείς εδώ όλοι περνάμε πράγματα που δεν χωρούν στο ανθρώπινο μυαλό.

Καμιά φορά να με σκέφτεστε, όπως σας σκέφτομαι κι εγώ. Η μοίρα δεν το θέλει να δω την Ελλάδα μας ελεύθερη, όπως τη ζήσατε εσείς στις 12/10/43. Όταν ρωτούν για μένα, απλά να λέτε, πως δεν υπάρχω πια και πως έφυγα από τη ζωή σαν αληθινός Έλληνας.

Αγαπητέ Μίσκο, να βοηθάς όλους όσους γυρίζουν από το στρατόπεδο του Μπίρκεναου.

Αγαπητέ Μίσκο, δεν είμαι στενοχωρημένος που θα πεθάνω, αλλά που δεν θα μπορέσω να εκδικηθώ […] Στην περίπτωση που θα λάβεις γράμμα από τους συγγενείς μου στο εξωτερικό, δώσε σε παρακαλώ την πρέπουσα απάντηση, ότι η οικογένεια Α. Νατζαρή έσβησε, δολοφονήθηκε από τους πολιτισμένους Γερμανούς […]

Να πας να πάρεις, Μίσκο, το πιάνο της Νέλλης μου από την οικογένεια Σιονίδου και να το δώσεις στον Ηλία, για να το κρατήσει πάντα ως αναμνηστικό, την αγαπούσε πάρα πολύ και αυτή εκείνον.

Σχεδόν πάντα, όταν σκοτώνουν, αναρωτιέμαι, αν υπάρχει Θεός και παρόλα αυτά πάντα Τον πίστευα και συνεχίζω να πιστεύω, ότι ο Θεός θέλει, να γίνει το θέλημά του.

Πεθαίνω ευτυχισμένος, γιατί ξέρω, ότι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα μας είναι ελεύθερη, η τελευταία μου κουβέντα θα είναι: Ζήτω η Ελλάδα. […]

Εδώ και περισσότερα από τέσσερα χρόνια σκοτώνουν Εβραίους … σκοτώνουν Πολωνούς, Τσέχους, Γάλλους, Ούγγρους, Ολλανδούς, Βέλγους, Ρώσους και όλη την Θεσ/νίκη. Εξαίρεση οι περίπου 300 που έχουν μείνει μέχρι σήμερα εν ζωή [στην] Αθήνα, την Άρτα, Κέρκυρα, Κω και Ρόδο. Συνολικά 1.400.000 περίπου. (8)

Η αξιότιμη ελληνική πρεσβεία που θα λάβει αυτό το σημείωμα, παρακαλείται από έναν καλό Έλληνα πολίτη ονόματι Εμμανουήλ ή Μαρσέλ Νατζαρή από την Θεσσαλονίκη, παλαιότερα κάτοικο Οδού Ιταλίας αριθμός 9 στην Θεσσαλονίκη, να στείλει αυτό το σημείωμα στην παρακάτω διεύθυνση.

Δημήτριος Αθανασίου Στεφανίδης / Οδός Κρουσόβου αριθμός 4 / Θεσσαλονίκη / Ελλάδα

Αυτό είναι η τελευταία μου επιθυμία

Καταδικασμένος σε θάνατο από τους Γερμανούς

Επειδή έχω εβραϊκή πίστη . /

Ευχαριστώ

Νατζαρής

Σημειώσεις:

(1) Στην αρχή της επιστολής υπάρχει γραμμένη σε διάφορες γλώσσες η παράκληση να παραδοθεί στο ελληνικό προξενείο.

(2) Στη συνέχεια προσφωνείται ως Μίσκο.

(3) Οι παρενθέσεις υπάρχουν και στο πρωτότυπο.

(4) Δυσανάγνωστα σημεία.

(5) Ο Νατζαρή δεν μιλούσε Γίντις.

(6) 640 περίπου γραμμάρια.

(7) Εννοεί τον ποταμό Ζολά, ο οποίος χύνεται στον Βιστούλα.

(8) Οι ιστορικοί εκτιμούν τον αριθμό των θυμάτων στο Άουσβιτς σε 1,1 εκατομμύρια.


Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: