Byung-Chul Han: Η Κρίση της Ελευθερίας

πηγή: geniusloci2017

Κείμενο που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Psychopolitics: Neoliberalism and New Technologies of Power (Verso, 2017). Ο Byung-Chul Han είναι φιλόσοφος και θεωρητικός του πολιτισμού, έχει διδάξει στα πανεπιστήμια της Βασιλείας, του Βερολίνου και της Καρλσρούης. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Η Εκμετάλλευση της Ελευθερίας

Η ελευθερία θα αποδειχθεί πως ήταν μόνο ένα ιντερλούδιο. Η ελευθερία γίνεται αισθητή στο πέρασμα από τον ένα τρόπο ζωής στον άλλο – μέχρι και αυτός να αποδειχθεί μια μορφή εξαναγκασμού. Τότε, η απελευθέρωση δίνει τη θέση της στην ανανεωμένη υποταγή. Τέτοιο είναι το πεπρωμένο του υποκειμένου· κυριολεκτικά, «εκείνος που βρίσκεται από κάτω».

Σήμερα δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας υποταγμένα υποκείμενα, αλλά μάλλον προβολές: επανευφευρίσκοντας και επαναπροσδιορίζοντας τους εαυτούς μας συνεχώς. Μια αίσθηση ελευθερίας βρίσκεται στο πέρασμα από την κατάσταση του υποκειμένου στη κατάσταση της προβολής. Την ίδια στιγμή, αυτή η προβολή ισοδυναμεί με μια μορφή καταναγκασμού και περιορισμού – πράγματι, σε ένα πιο αποτελεσματικό είδος υποκειμενοποίησης και υποταγής. Σαν προβολή που θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο από εξωτερικούς και ξένους περιορισμούς, το εγώ τώρα υποτάσσει τον εαυτό της σε εσωτερικούς περιορισμούς και αυτό-συγκρατήσεις, που παίρνουν τη μορφή ψυχαναγκαστικής επιτυχίας και βελτιστοποίησης.

Ζούμε σε μια ιδιαίτερη φάση της ιστορίας: η ίδια η ελευθερία κουβαλά εξαναγκασμό και περιορισμό. Η ελευθερία του Μπορώ παράγει ακόμη περισσότερο εξαναγκασμό από το πειθαρχικό Πρέπει, το οποίο εκδίδει εντολές και απαγορεύσεις. Το Πρέπει έχει ένα όριο. Αντίθετα, το Μπορώ δεν έχει κανένα. Έτσι, η παρόρμηση που εμπεριέχεται στο Μπορώ είναι απεριόριστη. Και έτσι καταλήγουμε σε μια παραδοξολογική κατάσταση. Τεχνικά η ελευθερία σημαίνει το αντίθετό του εξαναγκασμού και του κατανγκασμού. Τώρα όμως η ελευθερία η ίδια, η οποία υποτίθεται είναι το αντίθετο του περιορισμού, παράγει εξαναγκασμό. Ψυχικές παθήσεις όπως η κατάθλιψη και το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout) εκφράζουν μια βαθιά κρίση της ελευθερίας. Αντιπροσωπεύουν παθολογικά σημεία πως η ελευθερία τώρα μεταμορφώνεται σε πολλαπλές μορφές καταναγκασμού.

Αν και το επιτευγματικό υποκείμενο θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο, στη πραγματικότητα είναι σκλάβος. Στο βαθμό που ηθελημένα εκμεταλλεύεται τον εαυτό του δίχως κύριο, είναι ένας απόλυτος σκλάβος. Δεν υπάρχει κύριος να αναγκάζει το επιτευγματικό υποκείμενο να εργαστεί. Ωστόσο, απολυτοποιεί τη γυμνή ζωή και την εργασία. Η γυμνή ζωή και η εργασία αποτελούν δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Η υγεία αποτελεί το ιδανικό της γυμνής ζωής. Σήμερα ο νεοφιλελεύθερος σκλάβος στερείται κυριαρχίας – πράγματι, την ελευθερία – του κυρίου που, σύμφωνα με τη διαλεκτική του Hegel, δεν εκτελεί καμιά εργασία και μόνο απολαμβάνει. Για τον Hegel, η κυριαρχία του κυρίου προέρχεται από το πέρασμα του πάνω από τη γυμνή ζωή και το διακινδυνεύοντας τον ίδιο το θάνατο στην πορεία. Μια τέτοια υπερβολή­ – ζωή και απόλαυση πέρα από κάθε μέτρο – είναι ξένη για το σκλάβο, που ανησυχεί μόνο για τη γυμνή ζωή. Αλλά αντίθετα με αυτό που υπέθετε ο Hegel, η εργασία δεν κάνει το σκλάβο ελεύθερο. Ο σκλάβος παραμένει σκλαβωμένος στην εργασία. Τώρα, ο σκλάβος αναγκάζει και τον κύριο να εργαστεί. Σήμερα η διαλεκτική του κυρίου και του σκλάβου σημαίνει την απολυτοποίηση της εργασίας.

Σαν επιχειρηματίας (entrepreneur) του εαυτού του, το νεοφιλελεύθερο υποκείμενο δεν έχει ικανότητα για σχέσεις με άλλους που να είναι ελεύθερες από κάποιο κίνητρο. Οι επιχειρηματίες δεν γνωρίζουν καν πως μοιάζει μια φιλία δίχως κίνητρο. Αρχικά, το να είσαι ελεύθερος σήμαινε να είσαι ανάμεσα σε φίλους. Η «ελευθερία» και η «φιλία» έχουν την ίδια ρίζα στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Η φιλία στην ουσία της σημαίνει μια σχέση. Η πραγματική αίσθηση ελευθερίας υπάρχει μόνο σε μια αποτελεσματική σχέση – όταν το να είμαστε με άλλους μας φέρνει ευτυχία. Αλλά το σημερινό νεοφιλελεύθερο καθεστώς οδηγεί σε απόλυτη απομόνωση· ως εκ τούτου, δεν μας απελευθερώνει καθόλου. Συνεπώς, το ερώτημα τώρα είναι αν χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε την ελευθερία – να την επανεφεύρουμε – ώστε να ξεφύγουμε με την μοιραία διαλεκτική που μετατρέπει την ελευθερία σε εξαναγκασμό.

Ο νεοφιλελευθερισμός αντιπροσωπεύει ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό, πραγματικά εφυές, σύστημα για την εκμετάλλευση της ελευθερίας. Τα πάντα που ανήκουν στις πρακτικές εκφραστικές μορφές ελευθερίας – συναίσθημα, παιχνίδι και επικοινωνία – έρχεται προς εκμετάλλευση. Είναι αναποτελεσματικό στην εκμετάλλευση ανθρώπων ενάντια στη θέληση τους. Η άλλο-εκμετάλλευση φέρνει πενιχρά αποτέλεσμα. Μόνο όταν γίνεται εκμετάλλευση της ελευθερίας είναι μεγιστοποιημένα τα κέρδη.

Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί πως ο Marx επίσης ορίζει την ελευθερία με όρους επιτυχημένης σχέσης με άλλους: «Μόνο στη κοινότητα, που βρίσκεται με άλλους κάθε άτομο έχει τα μέσα για να καλλιεργήσει τα χαρίσματα του προς κάθε κατεύθυνση· συνεπώς μόνο μέσα στη κοινότητα, είναι πιθανή η προσωπική ελευθερία». Από αυτή την οπτική, το να είσαι ελεύθερος δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά αυτοπραγμάτωση με άλλους. Η ελευθερία είναι συνώνυμη με μια λειτουργική κοινότητα )δηλαδή, μια επιτυχημένη).

Για τον Marx, η ατομική ελευθερία αποτελεί ένα τέχνασμα – ένα κόλπο του κεφαλαίου. Ο «ελεύθερος ανταγωνισμός», ο οποίος βασίζεται στην ιδέα της ατομικής ελευθερίας, απλά ισοδυναμεί με «τη σχέση του κεφαλαίου με τον εαυτό του  ως ένα άλλο κεφάλαιο, δηλαδή, την συμπεριφορά του κεφαλαίου ως κεφάλαιο». Το Κεφάλαιο αναπαράγεται με την είσοδο σε σχέσεις με τον εαυτό του σαν μια άλλη μορφή Κεφαλαίου: μέσα από τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Συνουσιάζεται με το Άλλου του εαυτού του μέσω της προσωπικής ελευθερίας. Το Κεφάλαιο αναπτύσσεται για όσο οι άνθρωποι εμπλέκονται σε ελεύθερο ανταγωνισμό. Έτσι, η ατομική ελευθερία ισοδυναμεί σε υποτέλεια για όσο το Κεφάλαιο την έχει στο χέρι του και την χρησιμοποιεί για την δική του διαιώνιση. Δηλαδή, το Κεφάλαιο εκμεταλλεύεται την ατομική ελευθερία για να αναπαραχθεί: «Δεν είναι τα άτομα που απελευθερώνονται από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, είναι μάλλον το ίδιο το κεφάλαιο το οποίο απελευθερώνεται».

Η ελευθερία του Κεφαλαίου επιτυγχάνει την αυτοπραγμάτωση μέσα από την ατομική ελευθερία. Στη διαδικασία αυτή, τα άτομα υποβαθμίζονται στα γενετικά όργανα του Κεφαλαίου. Η ατομική ελευθερία του προσφέρει μια δική του «αυτόματη» υποκειμενικότητα, που το σπρώχνει να αναπαράγεται ενεργητικά. Με το τρόπο αυτό, το Κεφάλαιο «παράγει ζωντανούς απογόνους» συνεχώς. Σήμερα, η ατομική ελευθερία παίρνει ακραίες μορφές· στο τέλος αυτό ισοδυναμεί με τίποτα άλλο πέρα από την υπερβολή του ίδιου του Κεφαλαίου.

Η Δικτατορία του Κεφαλαίου

Σε ένα ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης, σύμφωνα με τον Marx, οι παραγωγικές δυνάμεις (ανθρώπινη εργασία, μορφές εργασίας και τα διαθέσιμα υλικά μέσα) έρχονται σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες παραγωγικές σχέσεις (συνθήκες ιδιοκτησίας και κυριαρχίας). Η αντίφαση προκύπτει επειδή οι παραγωγικές δυνάμεις δεν παύουν ποτέ να εξελίσσονται. Έτσι η βιομηχανοποίηση φέρνει στο προσκήνιο νέες δυνάμεις παραγωγής που έρχονται σε σύγκρουση με τις δομές ιδιοκτησίας και κυβέρνησης. Με τη σειρά της, αυτή η αντίφαση εμπεριέχει κοινωνικές κρίσεις: ωθεί τις παραγωγικές σχέσεις σε αλλαγή. Για τον Marx, η αντίφαση θα εξαφανιστεί μέσα από τη πάλη του προλεταριάτου εναντίον της αστικής τάξης – που θα φέρει μια κομμουνιστική κοινωνική οργάνωση.

Αντίθετα όμως με ότι υπέθετε ο Marx, η κομμουνιστική επανάσταση δεν μπορεί να επιλύσει την αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής. Η αντίφαση δεν παραδέχεται διαλεκτική άρση (Aufhebung), ο καπιταλισμός μπορεί πάντοτε να δραπετεύσει στο μέλλον, ακριβώς επειδή αισθάνεται μόνιμη και έμφυτη αντίφαση. Με τον ίδιο τρόπο, ο βιομηχανικός καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί στο νεοφιλελευθερισμό και τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, που εφαρμόζουν ένα μεταβιομηχανικό, άυλο τρόπο παραγωγής – αντί για μετατροπής  σε κομμουνισμό.

Ως μεταλλαγμένη μορφή του καπιταλισμού, ο νεοφιλελευθερισμός μεταμορφώνει τους εργάτες σε επιχειρηματίες (entrepreneur). Δεν είναι μια κομμουνιστική επανάσταση που καταργεί την άλλο-εκμεταλλευόμενη εργατική τάξη – αντίθετα, ο νεοφιλελευθερισμός είναι στη πορεία στο να το κάνει. σήμερα, ο καθένας είναι αυτό-εκμεταλλευόμενος εργάτης στη δική του ή δική της επιχείρηση. Οι άνθρωποι πλέον είναι κύριος και σκλάβος σε ένα. Ακόμη και η ταξική πάλη έχει μεταμορφωθεί σε μια εσωτερική πάλη εναντίον του ίδιου.

Το συνεργατικό «Πλήθος» που έχει εκθειάσει ο Antonio Negri ως το μεταμαρξιστικό διάδοχο του «προλεταριάτου» δεν περιγράφει τον σύγχρονο τρόπο παραγωγής. Αντίθετα, οι συνθήκες καθορίζονται από την απομόνωση του επιχειρηματία που είναι απομονωμένος και πολεμά τον εαυτό του και ασκεί αυτό-εκμετάλλευση. Ως εκ τούτου, είναι λάθος να πιστεύουμε πως το συνεργατικό «Πλήθος» θα ανατρέψει την παρασιτική «Αυτοκρατορία» και θα φέρει την κομμουνιστική τάξη. Το μαρξιστικό σχήμα το οποίο ακολουθεί ο Negri θα αποδειχτεί πως είναι μια ακόμη ψευδαίσθηση.

Στη πράξη, δεν υπάρχει κανένα προλεταριάτο υπό το νεοφιλελεύθερο καθεστώς. Δεν υπάρχει εργατική τάξη που να είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης από εκείνους που τους ανήκουν τα μέσα παραγωγής. Όταν η παραγωγή είναι άυλη, ήδη ο καθένας είναι ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής, αυτός ή αυτή. Το νεοφιλελεύθερο σύστημα δεν είναι πλέον ταξικό σύστημα με την κανονική έννοια. Δεν αποτελείται από τάξεις που επιδεικνύουν αμοιβαίο ανταγωνισμό. Αυτό είναι που ισοδυναμεί με την σταθερότητα του συστήματος.

Σήμερα, ούτε η διάκριση μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης υπάρχει ουσιαστικά. Κυριολεκτικά «προλετάριος» σημαίνει κάποιος του οποίου η μοναδική ιδιοκτησία του είναι τα παιδιά του/της: η αυτό-παραγωγή περιορίζεται στη βιολογική αναπαραγωγή. Αλλά τώρα η ψευδαίσθηση έχει επιβάλλει πως κάθε πρόσωπο – ως προβολή ελεύθερη να διαμορφώσει τον εαυτό του – είναι ικανό για απεριόριστη αυτό-παραγωγή. Αυτό σημαίνει πως μια «δικτατορία του προλεταριάτου» είναι δομικά αδύνατη. Σήμερα, η Δικτατορία του Κεφαλαίου κυριαρχεί πάνω σε όλους.

Το νεοφιλελεύθερο καθεστώς μεταμορφώνει την άλλο-εκμετάλλευση σε αυτό-εκμετάλλευση· η διαδικασία αυτή επηρεάζει όλες τις τάξεις. Αυτού του είδους αταξική αυτό-εκμετάλλευση – που ήταν κάτι εντελώς άγνωστο για τον Marx – κάνει εντελώς αδύνατη κάθε κοινωνική επανάσταση βασισμένη στη διαφορά μεταξύ εκμεταλλευτών, από την μια, και των εκμεταλλευόμενων, από την άλλη. Πράγματι, με δεδομένη την απομόνωση του αυτό-εκμεταλλευόμενου υποκειμένου-επιτυχία, κανένα πολιτικό Εμείς, που θα μπορούσε να εμφανιστεί και να αναλάβει συλλογική δράση, δεν είναι καν πιθανό.

Οι άνθρωποι που αποτυγχάνουν στην νεοφιλελεύθερη κοινωνία του επιτεύγματος, θεωρούν τους εαυτούς τους ως υπεύθυνους για τη τύχη τους και αισθάνονται ντροπή σντί να αμφισβητούν την κοινωνία ή το σύστημα. Εδώ εντοπίζεται η ιδιαίτερη λογική που ορίζει το νεοφιλελεύθερο καθεστώς: καμιά αντίσταση απέναντι στο σύστημα δεν μπορεί να εμφανιστεί. Αντίθετα, όταν υπερισχύει η άλλο-εκμετάλλευση, οι εκμεταλλευόμενοι είναι ακόμη σε θέση να ενωθούν εναντίον εκείνων που τους εκμεταλλεύονται. Αυτή είναι η λογική πάνω στην οποία είναι βασισμένη η ιδέα της «δικτατορίας του προλεταριάτου» του Marx είναι βασισμένη. Ωστόσο, το όραμα του αυτό προϋποθέτει πως οι σχέσεις καταπίεσης και κυριαρχίας υπάρχουν. Τώρα, υπό το νεοφιλελεύθερο καθεστώς της αυτό-εκμετάλλευσης, οι άνθρωποι στρέφονται την επιθετικότητα τους εναντίον των ίδιων. Αυτή η αυτό-επιθετικότητα σημαίνει πως οι εκμεταλλευόμενοι δεν είναι τόσο προδιατεθειμένοι προς την επανάσταση όσο προς την κατάθλιψη.

Στο κόσμο μας, δεν δουλεύουμε πλέον για να ικανοποιήσουμε τι δικές μας ανάγκες. Αντίθετα, εργαζόμαστε για το Κεφάλαιο. Το Κεφάλαιο παράγει τις δικές του ανάγκες· λανθασμένα, αντιλαμβανόμαστε αυτές τις ανάγκες σα να ανήκαν σε εμάς. Έτσι το Κεφάλαιο αντιπροσωπεύει ένα νέο είδος υπέρβασης, που εμπεριέχει μια νέα μορφή υποκειμενικότητας. Αποβαλλόμαστε από τη σφαίρα της ζωντανής εμμένειας – όπου η ζωή σχετίζεται με τη ζωή αντί του να υποτάσσεται σε εξωτερικούς σκοπούς.

Η χειραφέτηση από μια τάξη διαφάνειας – δηλαδή, μιας τάξης που βασίζεται σε θρησκευτικές βάσεις – είναι το χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής. Μόνο υπό τις σύγχρονες συνθήκες – όταν τα υπερβατικά μέσα δικαιολόγησης  δεν έχουν πλέον καμιά εγκυρότητα – είναι μια αυθεντική πολιτική, η πολιτικοποίηση της κοινωνίας συνολικά, μπορεί να είναι δυνατή. Σήμερα οι κανόνες δράσης υποτίθεται πως είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε κάθε επίπεδο: η υπέρβαση θα προκαλέσει ένα διάλογο έμφυτο στην ίδια την κοινωνία. Η κοινωνία, λέει η συλλογιστική, μπορεί να χτίσει εκ νέου τον εαυτό της, εντελώς από μέσα, στη βάση έμφυτων ιδιοτήτων. Ωστόσο, τέτοιου είδους ελευθερία εξαφανίζεται μόλις το Κεφάλαιο πετύχει την κατάσταση του να είναι μια νέα διαφάνεια – ένας νέος κύριος. Όταν συμβαίνει αυτό, η πολιτική πέφτει ξανά στον εξαναγκασμό. Γίνεται η δούλα του Κεφαλαίου.

Θέλουμε πράγματι να είμαστε ελεύθεροι; Δεν επινοήσαμε το Θεό για να μη χρειάζεται να είμαστε ελεύθεροι; Μπροστά στο Θεό, είμαστε όλοι οφειλέτες: ένοχοι (schuldig). Το χρέος όμως – ενοχή – καταστρέφει την ελευθερία. Σήμερα, ο πολιτικοί κάνουν επίκληση υψηλών χρεών για να εξηγήσουν πως η ελευθερία κινήσεως τους είναι έντονα περιορισμένο. Ελεύθεροι από χρέη – δηλαδή, εντελώς ελεύθεροι – θα πρέπει πραγματικά να δράσουμε. Ίσως καταλήγουμε συνεχώς σε χρέη για να μη χρειάζεται να το κάνουμε – δηλαδή, για να μη χρειάζεται να είμαστε ελεύθεροι, ή υπεύθυνοι. Δεν αποδεικνύουν τα χρέη μας πως δεν έχουμε τη δύναμη να είμαστε ελεύθεροι; Θα μπορούσε το Κεφάλαιο να είναι ένας νέος Θεός, κάνοντας μας ξανά ένοχους και γεμάτους χρέη; Ο Walter Benjamin  πίστευε πως ο καπιταλισμός είναι μια θρησκεία. Όπως το έθεσε, ο καπιταλισμός αντιπροσωπεύει την «πρώτη περίπτωση μιας λατρείας που δημιουργεί ενοχή, όχι άφεση» (der erste Fall eines nicht entsühnenden, sondern verschuldenden Kultus). Καθώς δεν υπάρχει πιθανότητα απαλλαγής από το χρέος και την ενοχή, η κατάσταση ανελευθερίας διαιωνίζει τον εαυτό της: «Μια απέραντη αίσθηση ενοχής που είναι αδύνατο να βρει ανακούφιση  αρπάζεται από την λατρεία, όχι για να βρει εξιλέωση για την ενοχή αυτή αλλά για να την κάνει οικουμενική».

Η Δικτατορία της Διαφάνειας

Αρχικά το διαδίκτυο καλωσορίστηκε ως μέσο απεριόριστης ελευθερίας. Το πρώιμο διαφημιστικό σλόγκαν της Microsoft – «Που θέλετε να πάτε σήμερα;» – δήλωνε απεριόριστη ελευθερία και κινητικότητα στον ιστό. Όπως αποδεικνύεται, αυτή η ευφορία ήταν ψευδαίσθηση. Σήμερα, η απεριόριστη ελευθερία και επικοινωνία μετατρέπονται σε απόλυτο έλεγχο και επιτήρηση. Όλο και πιο πολύ, τα κοινωνικά μέσα μοιάζουν με ψηφιακά πανοπτικά που προσέχουν το κοινωνικό πεδίο και το εκμεταλλεύονται ανελέητα. Είχαμε μόλις ελευθερώσει τους εαυτούς μας από το πειθαρχικό πανοπτικό – και στη συνέχεια ρίξαμε τους εαυτούς μας σε ένα νέο, ακόμη πιο αποτελεσματικό, πανοπτικό.

Το πανοπτικό του Jeremy Bentham απομόνωνε τους έγκλειστους μεταξύ τους για πειθαρχικούς λόγους και τους απέτρεπε από το να αλληλοεπιδράσουν. Αντίθετα, οι ένοικοι του σημερινού ψηφιακού πανοπτικού επικοινωνούν ενεργά μεταξύ τους και εκθέτουν ηθελημένα τους εαυτούς τους. Δηλαδή, συνεργάζονται με τις λειτουργίες του ψηφιακού πανοπτικού. Η κοινωνία του ψηφιακού ελέγχου εκμεταλλεύεται εντατικά την ελευθερία. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο χάρη στην εθελοντική αυτό-προβολή και αυτό-έκθεση (Selbstausleuchtung und Selbstentblößung). Ο ψηφιακός Μεγάλος Αδελφός αναθέτει τις εργασίες του στους έγκλειστους, τρόπος του λέγειν. Με τον ίδιο τρόπο, τα δεδομένα δεν παραδίδονται υπό πίεση όσο προσφέρονται από μια εσωτερική ανάγκη. Για αυτό το ψηφιακό πανοπτικό αποδεικνύεται τόσο αποτελεσματικό.

Η διαφάνεια απαιτείται επίσης στο όνομα της ελευθερίας της πληροφορίας. Στη πραγματικότητα, ωστόσο, αυτό ισοδυναμεί σε τίποτα περισσότερο από ένα νεοφιλελεύθερο αναλώσιμο. Σημαίνει να έρθουν τα πάντα μέσα έξω με τη βία και μεταμόρφωση τους σε πληροφορία. Υπό τον άυλο τρόπο παραγωγής που κυριαρχεί τώρα, περισσότερη πληροφορία και περισσότερη επικοινωνία σημαίνουν περισσότερη παραγωγικότητα, επιτάχυνση και ανάπτυξη. Η πληροφορία αντιπροσωπεύει μια θετική αξία· επειδή στερείται εσωτερικότητας, μπορεί να κυκλοφορεί ανεξάρτητα, ελεύθερο από όποιο και κάθε πλαίσιο. Με τον ίδιο τρόπο, η κυκλοφορία της πληροφορίας παραδέχεται την επιτάχυνση κατά βούληση – για πλήρως αυθαίρετους λόγους.

Τα μυστικά, η ξενικότητα, η αλλότητα αντιπροσωπεύουν εμπόδια στην απεριόριστη επικοινωνία. Στο όνομα της διαφάνειας, πρέπει και αυτά να καταστραφούν. Η επικοινωνία είναι πιο γρήγορη όταν τα πάντα ομαλοποιούνται – δηλαδή, όταν ουδοί, τοίχοι και κενά απομακρύνονται. Αυτό επίσης σημαίνει να αφαιρείται από τους ανθρώπους η εσωτερικότητα, που μπλοκάρει και επιβραδύνει την επικοινωνία. Ωστόσο, αυτό το άδειασμα των ανθρώπων δεν γίνεται με βίαια μέσα. Αντίθετα, συμβαίνει σαν εθελοντική αυτό-έκθεση. Η αρνητικότητα της αλλότητας ή της ξενικότητας από-εσωτερικοποιείται και μεταμορφώνεται σε θετικότητα επικοινωνίσιμης και καταναλώσιμης διαφοράς: «ποικιλομορφία». Η αναλωσιμότητα της διαφάνειας επηρεάζει την τελική εξωτερίκευση ώστε να επιταχύνει την κυκλοφορία της επικοινωνίας. Τελικά, η ανοιχτότητα υποβοηθά την απεριόριστη επικοινωνία – ενώ η κλειστότητα, η επιφυλακτικότητα και η εσωτερικότητα την εμποδίζουν.

Η αναλωσιμότητα της διαφάνειας έχει την επιπλέον συνέπεια του να προωθεί τον απόλυτο κομφορμισμό. Η οικονομία της διαφάνειας επιδιώκει την καταστολή της παρέκκλισης. Η απόλυτη δικτύωση – απόλυτη επικοινωνία – ήδη έχει μια ισοπεδωτική επίπτωση η ίδια. Η επίπτωση της είναι ο κομφορμισμός: είναι σαν όλοι να προσέχουν όλους τους άλλους­ – ακόμη πριν οι υπηρεσίες πληροφοριών ή οι μυστικές υπηρεσίες επέμβουν για να επιβλέψουν και να καθοδηγήσουν. Αόρατοι διαχειριστές εξομαλύνουν την επικοινωνία και να την ρυθμίσουν σε κάτι που να είναι γενικά κατανοητό και αποδεκτό. Τέτοιες πρωταρχική, εγγενής παρακολουθήσεις είναι πιο προβληματικές από την δευτερεύουσα, εξωγενή παρακολούθηση των μυστικών και κατασκοπευτικών υπηρεσιών.

Ο νεοφιλελευθερισμός κάνει τους πολίτες  καταναλωτές. Η ελευθερία του πολίτη δίνει τη θέση της στην παθητικότητα του καταναλωτή. Ως καταναλωτές, οι σημερινοί ψηφοφόροι δεν έχουν πραγματικό ενδιαφέρον για τη πολιτική – στο να διαμορφώνουν ενεργητικά την κοινότητα. Δεν διαθέτουν ούτε τη θέληση ούτε την ικανότητα να συμμετάσχουν στην κοινοτική, πολιτική δράση. Αντιδρούν παθητικά μόνο στη πολιτική: μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας, όπως οι καταναλωτές ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας που δεν τους αρέσει. Οι πολιτικοί και τα κόμματα ακολουθούν και αυτά, αυτή τη λογική της κατανάλωσης. Πρέπει να «παρέχουν». Στη διεργασία, δεν γίνονται τίποτα περισσότερο από πάροχοι· το καθήκον τους είναι να ικανοποιήσουν ψηφοφόρους που είναι καταναλωτές ή πελάτες.

Η διαφάνεια που απαιτείται από τους πολιτικούς σήμερα είναι κάθε άλλο παρά πολιτική απαίτηση. Η διαφάνεια δεν ζητείται για διαδικασίες λήψης πολιτικών  αποφάσεων· κανένας καταναλωτής δεν τον ενδιαφέρει αυτό. Αντίθετα, και πάνω από όλα, το κίνητρο της διαφάνειας χρησιμεύει στην έκθεση ή στο ξεμπρόστιασμα πολιτικών, στο να τους κάνει αντικείμενο σκανδάλου. Η επίκληση στη διαφάνεια προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ξαφνιασμένου θεατή. Δεν εκφέρεται από οργισμένους πολίτες τόσο, όσο από παθητικούς παρατηρητές. Η συμμετοχή τώρα ισοδυναμεί με παράπονα και πικρία. Με αυτό, η κοινωνία της διαφάνειας, που κατοικείται από παρατηρητές και καταναλωτές, έχει φέρει μπροστά μια δημοκρατία θεατών.

Ένα ουσιαστικό κομμάτι της ελευθερίας  είναι η αυτοδιάθεση των δεδομένων. Μια απόφαση σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1984 από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο ήδη διακήρυξε: «Αν οι πολίτες δεν μπορούν να γνωρίζουν ποιος ξέρει τι, πότε και υπό ποια συνθήκη για αυτούς, το δικαίωμα για την αυτοδιάθεση των δεδομένων τους είναι ασύμβατη με την κοινωνική τάξη και την νομική τάξη που την διευκολύνει». Έχοντας αυτό στο νου, αυτή η απόφαση πάρθηκε μια εποχή που οι άνθρωποι πίστευαν τυπικά πως αντιμετώπιζαν το Κράτος ως μια εκδοχή κυριαρχίας, η οποία αποσπούσε πληροφορίες από τους πολίτες ενάντια στη θέληση τους. Αυτές οι εποχές έχουν περάσει εδώ και πολύ καιρού. Σήμερα, εκθέτουμε εθελοντικά δίχως κανένα απολύτως εξωτερικό περιορισμό – δίχως ένα διάταγμα που να μας αναγκάζει να το κάνουμε. Με την ελεύθερη μας θέληση, βάζουμε όποια και κάθε πιθανή πληροφορία  για εμάς στο διαδίκτυο, δίχως να έχουμε την παραμικρή ιδέα ποιος ξέρει τι, πότε και υπό ποια συνθήκη. Αυτή η έλλειψη ελέγχου αντιπροσωπεύει μια κρίση της ελευθερίας που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν. Πράγματι,  με βάση τα δεδομένα που οι άνθρωποι κάνουν προσβάσιμα δεξιά και αριστερά, η ίδια η ιδέα της προστασίας της ιδιωτικότητας (Datenschutz) γίνεται απαρχαιωμένη.

Σήμερα μπαίνουμε στην εποχή της ψηφιακής ψυχοπολιτικής. Σημαίνει το πέρασμα από την παθητική παρακολούθηση στην ενεργητική καθοδήγηση. Έτσι, επιταχύνει μια περεταίρω κρίση της ελευθερίας: πλέον η ελεύθερη θέληση είναι σε κίνδυνο. Τα Big Data είναι ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό ψυχοπολιτικό εργαλείο που κάνει δυνατή την απόκτηση αναλυτικής γνώσης των δυναμικών της κοινωνικής επικοινωνίας. Η γνώση αυτή είναι γνώση για χάρη της κυριαρχίας και του ελέγχου (Herrschaftswissen): διευκολύνει την παρέμβαση στη ψυχή και επιτρέπει στην επιρροή να δράσει σε ένα προ-αυτοπαθές επίπεδο.

Για τα ανθρώπινα όντα για να είναι σε θέση να δρουν ελεύθερα, το μέλλον πρέπει να είναι ανοιχτό. Ωστόσο τα Big Data κάνουν δυνατή την πρόβλεψη της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αυτό σημαίνει πως το μέλλον γίνεται υπολογίσιμο και ελεγχόμενο. Η ψηφιακή ψυχοπολιτική μεταμορφώνει την αρνητικότητα των ελεύθερα λαμβανόμενων αποφάσεων στην θετικότητα των πραγματολογικών καταστάσεων (Sachverhalte). Πράγματι, τα πρόσωπα θετικοποιούνται σε πράγματα, τα οποία μπορούν να ποσοτικοποιηθούν, να μετρηθούν και να καθοδηγηθούν. Είναι περιττό το να ειπωθεί, κανένα πράγμα δεν είναι ελεύθερο. Την ίδια στιγμή όμως, τα πράγματα είναι περισσότερο διαφανή  από τα πρόσωπα. Τα Big Data ανακοίνωσαν το τέλος του προσώπου που κατέχει ελεύθερη θέληση.

Κάθε αναλώσιμο – κάθε τεχνολογία ή τεχνική κυριαρχίας – φέρνει στο προσκήνιο χαρακτηριστικά λατρευτικά αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για να υποτάξουν. Τέτοια αντικείμενα υλοποιούν και σταθεροποιούν την κυριαρχία. Η λατρεία και οι συγγενικές της λέξεις σημαίνουν «υποταγή», ή «υπακοή». Τα smartphone αντιπροσωπεύουν την ψηφιακή λατρεία – πράγματι, είναι τα λατρευτικά αντικείμενα του Ψηφιακού, τέλος. Σαν υποκειμενοποιητικός μηχανισμός, το smartphone λειτουργεί σαν κομποσκοίνι – το οποίο, λόγω της ευρείας διαθεσιμότητας του, αντιπροσωπεύει και μια συσκευή που μπορεί να κρατηθεί στο χέρι. Τόσο το smartphone όσο και το κομποσκοίνι εξυπηρετούν το σκοπό της αυτό-παρακολούθησης και ελέγχου. Η εξουσία λειτουργεί περισσότερο αποτελεσματικά όταν αναθέτει την παρακολούθηση σε ξεχωριστά άτομα. Το Like είναι το ψηφιακό Αμήν. Όταν πατάμε Like, σκύβουμε μπροστά στην οργάνωση της κυριαρχίας. Το smartphone δεν είναι απλά ένας αποτελεσματικός μηχανισμός παρακολούθησης· είναι ένα κινητό εξομολογητήριο. Το Facebook είναι η εκκλησία – η παγκόσμια συναγωγή (κυριολεκτικά, «συνάθροιση») του Ψηφιακού.


Σας ακούμε...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: